Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Γράμμα από τη Ρωσία #11. Ένα απόγευμα με τον «Ταχυδρόμο της Ευρώπης»

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Στήλες web only
O Βίκτωρ Αφανάσιεβιτς Γιαροσένκο. O Βίκτωρ Αφανάσιεβιτς Γιαροσένκο. Φωτογραφία Αρχείου

 Τον Ιανουάριο του 1802, ο τριανταπεντάχρονος τότε ιστορικός Νικολάι Καραμζίν ανέλαβε την ευθύνη έκδοσης ενός περιοδικού, το οποίο έμελλε να συμβολίζει την προσπάθεια της ρωσικής διανόησης να συνομιλήσει με την υπόλοιπη Ευρώπη ως ίσος προς ίσο, να βρουν τι τους ενώνει και να λειάνουν τις μεγάλες, έτσι κι αλλιώς, διαφορές που χωρίζουν τους δύο πολιτισμικούς αυτούς οργανισμούς: τον Ταχυδρόμο της Ευρώπης.

Ο Νικολάι Καραμζίν ήταν ο πρώτος στον κόσμο τούτο που διατύπωσε δημόσια μια προφανή, αλλά εξαιρετική σημαντική πολιτισμική δήλωση: είδα την ενότητα και την αλληλεξάρτηση της Ευρώπης και την επιρροή που ασκεί το ευρωπαϊκό περιβάλλον στην ανάπτυξη της Ρωσίας. Ήταν, επίσης, ο πρώτος στη Ρωσία, αλλά και στην Ευρώπη, που είδε στις αντιπαρατιθέμενες, εχθρικές χώρες την ίδια την Ευρώπη ως ένα ενιαίο σύνολο – και αυτή ήταν μια μεγαλοφυής διαπίστωση.

Η ιδέα έκδοσης του περιοδικού ανήκε στον Ι. Ποπόφ, ενοικιαστή του τυπογραφείου του Πανεπιστημίου της Μόσχας. Το τιράζ του περιοδικού κυμάνθηκε από τα 580 έως τα 1.200 αντίτυπα. Στις σελίδες του περιοδικού αυτού δημοσίευσαν έργα τους όλοι, σχεδόν, οι μεγάλοι ρώσοι διανοητές, ποιητές, πεζογράφοι, ιστορικοί, φιλόσοφοι, θεολόγοι, αποδεικνύοντας περίτρανα πως ανεξάρτητα από τη σχολή σκέψης στην οποία ανήκαν ήταν άνθρωποι υψηλού ηθικού αναστήματος, καλλιέργειας και ευγένειας. Το περιοδικό δεν περιορίστηκε μόνο στη λογοτεχνία, αλλά πολύ σύντομα επεκτάθηκε στην πολιτική, την οικονομία, τη θρησκεία, δίνοντας βήμα σε όλους τους στοχαστές της εποχής και αποτελώντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξαγόταν η πάλη των ιδεών.

Η πρώτη περίοδος έκδοσης ήταν από το 1802 ώς το 1830. Επανακυκλοφόρησε το 1866 με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Ν. Καραμζίν και η περίοδος αυτή διήρκεσε ώς το 1918. Είναι η περίοδος κατά την οποία ο Ταχυδρόμος της Ευρώπης κατακτά τη θέση του πλέον σοβαρού, εμπεριστατωμένου, μαχητικού περιοδικού που εξέφραζε τη φιλελεύθερη ρωσική διανόηση. Ένα από τα πρώτα έντυπα που έκλεισαν οι μπολσεβίκοι μετά τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας, το 1917, ήταν ο Ταχυδρόμος, αφού ενοχλούσε η μαχητική του αρθρογραφία και αποτελούσε εμπόδιο για την επιβολή της γκρίζας ομοιομορφίας και της επιβεβλημένης ομοφωνίας.

Οι δύο πρώτες περίοδοι του Ταχυδρόμου ταυτίστηκαν με την άνοδο στο θρόνο των Ρομανόφ του Αλεξάνδρου Α’ και του Νικολάου Β’. Η τρίτη περίοδος που ξεκίνησε το 2001 συνέπεσε με το τέλος μιας δεκαετίας ελπίδων και προσδοκιών των Ρώσων για ένα καλύτερο αύριο. Ο Ταχυδρόμος κυκλοφόρησε χάρη στις προσπάθειες τριών ευγενικών ψυχών και μεγάλων οραματιστών: του Γιεγκόρ Τιμούρεβιτς Γκαϊντάρ, της Γιεκατερίνα Γιούρεβνα Γκένεβα και του Βίκτωρ Αφανάσιεβιτς Γιαροσένκο. Από αυτή την τριάδα ζει πλέον μόνο ο Βίκτωρ Αφανάσιεβιτς. Οι δύο άλλες φωτεινές προσωπικότητες έχουν εγκαταλείψει τα εγκόσμια και, αν υπάρχει επουράνιος κόσμος, σίγουρα από εκεί ψηλά παρατηρούν γεμάτες ανησυχία τις δυσοίωνες εξελίξεις στην πατρίδα τους.

Έκτοτε, εκδίδεται τρεις ή τέσσερις φορές το χρόνο, συνεχίζοντας την παράδοση των μεγάλων ρωσικών περιοδικών του 19ου αιώνα. Πρόκειται για μια έκδοση μεγάλου σχήματος και εκατοντάδων σελίδων, η οποία αποτελεί σήμερα μία από τις ελάχιστες γέφυρες επικοινωνίας της Ρωσίας με την Ευρώπη, στο πεδίο των ιδεών. Ιδιαίτερη ζήτηση έχουν τα αφιερώματά του σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στα οποία συμμετέχουν στοχαστές και δημοσιογράφοι από την κάθε χώρα.

Ο Βίκτωρ Αφανάσιεβιτς μου τηλεφώνησε για να μου ανακοινώσει περιχαρής τη γέννηση του πέμπτου εγγονού του και να με καλέσει να το γιορτάσουμε σε ένα γεωργιανό εστιατόριο στην πλατεία Θριάμβου, που φιλοξενεί το άγαλμα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι. Ήρθε φορτωμένος μια τσάντα με βιβλία φίλων του λογοτεχνών, αλλά και του Γιεγκόρ Γκαϊντάρ.

Αφού παραγγείλαμε γεωργιανές λιχουδιές και άφθονη βότκα ξεκίνησε η κουβέντα, η οποία πολύ σύντομα επεκτάθηκε σε όλο το εύρος των προβλημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα η Ρωσία. Ο Βίκτωρ Αφανάσιεβιτς είναι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που συνάντησα στη ζωή μου ο οποίος, με απόλυτη συνέπεια, υπερασπίζεται τις αρχές της ανεκτικότητας και του διαλόγου, όχι μόνο στο επίπεδο κρατών ή πολιτισμών αλλά και στο διατομικό. Βαθιά καλλιεργημένος, δημοκρατικών και φιλελεύθερων αρχών, ο Βίκτωρ Αφανάσιεβιτς είχε πολλές ερωτήσεις για την κατάσταση στην Ελλάδα, δηλώνοντας εξ αρχής πως τα ρωσικά ΜΜΕ είχαν παρουσιάσει την υπόθεση κατά τέτοιον τρόπο, θαρρείς και στην Ελλάδα, πέρσι τέτοια εποχή, ετοιμαζόταν η «σοβιετική επανάσταση του 21ου αιώνα».

Μια συζήτηση με θυελλώδεις ρυθμούς που δεν έλεγε να κοπάσει. Μια συζήτηση για τα περασμένα, τα παρόντα και τα μελλούμενα. Συζήτηση για εκείνους που στάθηκαν όρθιοι, βοήθησαν άλλους και ποτέ δεν ζήτησαν τίποτα ούτε ως αντάλλαγμα ούτε ως ανταμοιβή. Μοιραία, φτάσαμε και στα οδυνηρά ερωτήματα του παρόντος. Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να κάνουμε μια μικρή παράκαμψη.

Στη Ρωσία ο όρος, φιλελευθερισμός διαφέρει κατά πολύ από τον αντίστοιχο της Δυτικής Ευρώπης. Στη Ρωσία είναι κυριολεκτικά η αγάπη για την ελευθερία. Πρόκειται για τη σχολή σκέψης των γενναίων ανθρώπων που υψώνουν το ανάστημά τους σε κάθε αυταρχική ή τυραννική μορφή διακυβέρνησης, γνωρίζοντας πως είναι ελάχιστοι και πως η ήττα και η διαπόμπευση θα είναι το τίμημα και η αμοιβή της αποκοτιάς τους.

Μια μικρή μειοψηφία είναι εκείνοι οι οποίοι, σήμερα, με βαρύ και δυσανάλογο τίμημα, υπερασπίζονται όχι μόνο τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Ρωσία μα και την ίδια τη τιμή της πατρίδας τους. Αποσυνάγωγοι, αποκλεισμένοι, εύκολοι στόχοι, οι άνθρωποι αυτοί επιμένουν να παλεύουν, τηρώντας την παράδοση που θέλει τους λίγους να σηκώνουν το σταυρό των πολλών.

Τι νόημα έχει σήμερα, για παράδειγμα, ο θαυμασμός των πολλών για την Άννα Αχμάτοβα και τη στάση ζωής που τήρησε, όταν, στα δύσκολα χρόνια, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που έδωσαν καταφύγιο και είπαν λόγια παρηγοριάς;

Τι νόημα θα έχει, αύριο, κάποια στιγμή στο μέλλον, η μετάνοια των πολλών που σήμερα πρώτοι απ’ όλους πετροβολούν τον άλλον, όχι γιατί διαφωνούν με αυτά που λέει, αλλά επειδή τολμάει να έχει άλλη άποψη από την κυρίαρχη και υπαγορευμένη;

Πώς θα γεμίσει η μοναξιά του ανθρώπου, και μάλιστα του δημιουργού, όταν οι πολλοί αποστρέφουν το βλέμμα και αρνούνται ακόμη και ένα λόγο συμπάθειας;

Μήπως όλα αυτά όμως είναι εκείνος ο τραχύς καμβάς πάνω στον οποίο απεικονίζονται οι μεγάλες στιγμές δημιουργίας στη Ρωσία; Μήπως σε αυτή η μοναξιά οφείλονται μερικές από τις καλύτερες σελίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας;

Η καράφα με τη βότκα στο μεταξύ ξαναγέμισε και η κουβέντα ήρθε στην απώλεια των εν ζωή φίλων, λόγω της τεταμένης πολιτικής αντιπαράθεσης. Του έφερα ανάλογα παραδείγματα από την τελευταία πενταετία στη δική μας ζωή στην Ελλάδα. Αυτή η κοινή εμπειρία είναι ίσως η πιο ανάγλυφη περιγραφή της κοινής πορείας ανθρώπων με κοινές αντιλήψεις και προσεγγίσεις σε μερικά από τα πρωταρχικά αιτήματα της ανθρωπότητας.

 Άρχισε να απαγγέλλει στίχους ενός φίλου του τον Βλαντίμιρ Σάλιμον.

Η μπόρα πέρασε θαρρείς κι ήταν

ορχήστρα χάλκινων πνευστών έξω από τα τζάμια,

και τα μάτια σου γρήγορα

έγιναν ξαφνικά από τα δάκρυα υγρά.

Σε συγκίνησε το άθλιο θέαμα

Του τσαγιερού πάνω στη φωτιά,

υβρίδιο ένα πράγμα

Ανάμεσα σε νεροχύτη και πουλιού φωλιά.

Σφύριζε μέσα στον ύπνο του ότι έχει δυνάμεις.

Φτάνοντας όμως στο σημείο βρασμού

Κάθε φορά που θα εκραγεί απειλούσε

και χωρίς αιδώ αποδοκίμαζε.

 

Του ανακοίνωσα περιχαρής πως τον έχω μεταφράσει. Του τηλεφωνεί αμέσως και ο Σάλιμον, ο οποίος έχει υποστεί σε χειρουργική επέμβαση τοποθέτησης βηματοδότη, δηλώνει ανέτοιμος να συμμετάσχει σε ένα τέτοιο γλέντι, υπόσχεται όμως πως την επόμενη φορά θα είναι μαζί μας. Η παρέα συμπληρώνεται με την Ιρίνα Μπουιλόβα, διευθύντρια του Ιδρύματος Γκαϊντάρ και η κουβέντα συνεχίστηκε μέχρι αργά το βράδυ, περιστρεφόμενη γύρω από τη ζωή και το έργο των ποιητών του Μεσοπολέμου, όπως ο Οσίπ Μαντελστάμ, το ποίημα του οποίου «Στην Πετρούπολη θ’ ανταμώσουμε ξανά» πρώτα απήγγειλε στα ρωσικά ο Βίκτωρ Αφανάσιεβιτς και μετά εγώ στα ελληνικά. Η καράφα ξαναγέμισε αρκετές φορές, μέχρι που κάποια στιγμή, αργά το βράδυ χωρίσαμε, με την αίσθηση πως στη Μόσχα θα ανταμώσουμε ξανά.

 

Στην Πετρούπολη θ’ ανταμώσουμε ξανά,

θαρρείς τον ήλιο θάψαμε σ’ αυτή,

και λόγια ευλογημένα και ανόητα

για πρώτη φορά θα πούμε.

Στης σοβιετικής νύχτας το μαύρο βελούδο,

Στου οικουμενικού κενού το μαύρο βελούδο,

Όλο τραγουδούν των ευλογημένων γυναικών τα γνώριμα μάτια,

Όλο ανθίζουν τα αθάνατα λουλούδια.

 

Σαν άγρια γάτα καμπουριάζει η πρωτεύουσα,

Περίπολος στη γέφυρα στέκεται,

Μόλις ο κακός κινητήρας στο σκοτάδι φανεί

Κι ο κούκος θα ουρλιάξει.

Δεν μου χρειάζεται άδεια νυχτερινή,

Τους φρουρούς δε φοβάμαι:

Για την ευλογημένη, ανόητη λέξη

Στη σοβιετική νύχτα προσεύχομαι.

 

Ακούω το ελαφρύ θεατρικό θρόισμα

Και το κοριτσίστικο «αχ» -

Και των αθάνατων ρόδων το πελώριο πλήθος

Στα χέρια της Κύπριδας.

Στη φωτιά από την πλήξη ζεσταινόμαστε,

Ίσως, οι αιώνες θα κυλήσουν,

Και των ευλογημένων γυναικών τα γνώριμα χέρια

Την ανάλαφρη στάχτη θα μαζέψουν.

Κάπου, της βραγιάς οι κόκκινες πλατείες

Με μαχαίρια είναι παραγεμισμένη η σιφονιέρα,

Η κουρδιστή κούκλα αξιωματικός –

Δεν είναι για τις μαύρες ψυχές και την ποταπή ψευτοπαναγιά …

Εμπρός, σβήσε, σε παρακαλώ τα κεριά μας

Στο μαύρο βελούδο του οικουμενικού κενού.

Όλα τραγουδούν των ευλογημένων γυναικών τους σκυμμένους ώμους,

Και δε θα προσέξεις το ήλιο της νυχτιάς.

Οσίπ Μαντελστάμ

 

 

Πλατεία Θριάμβου (πρώην Μαγιακόφσκι)

Μόσχα

23/12/2015

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά