Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Γράμμα από τη Ρωσία #9. Η νοσταλγία για τον homo sovieticus

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Στήλες web only
Ράφι παντοπωλείου την εποχή του σοβιετικού καθεστώτος. Ράφι παντοπωλείου την εποχή του σοβιετικού καθεστώτος. Ιδιωτικό αρχείο

Απέναντι σε ένα κλίμα νοσταλγίας κάποιας (όποιας) δεσποτείας, οι ρώσοι διανοούμενοι στέκονται όρθιοι, ατενίζοντας τα μολυβένια σύννεφα να συγκεντρώνονται και ξέρουν πως κάθε γενιά διανόησης έχει να προσφέρει το δικό της μερίδιο, τον δικό της κλήρο, στο μεγάλο γόνιμο χωράφι της ρωσικής πνευματικότητας, τον φάρο της ηθικής θυσίας και προσφοράς. Γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι η αποστολή τους είναι να υπερασπιστούν την ιστορία και την πατρίδα τους.

Πέρασαν κιόλας είκοσι πέντε χρόνια από τότε που, μέσα σε μία νύχτα, κατέρρευσε το σοβιετικό σύστημα εξουσίας όταν, αφ’ ενός δεν το είχε πάρει χαμπάρι η πανίσχυρη μυστική αστυνομία ΚΑ.ΓΚΕ.ΜΠΕ, αφ’ ετέρου, δεν βρέθηκε κανείς να το υπερασπιστεί. Ρώτησα κάποτε έναν ιστορικό: γιατί συνέβη αυτό; Και η απάντηση που πήρα ήταν: μας είχε κουράσει πάρα πολύ το προηγούμενο καθεστώς.

Σήμερα, μια γενιά αργότερα, η επίσημη φρασεολογία του πολιτικού συστήματος, στο σύνολο του, ολοένα και περισσότερο θυμίζει την παλιά καλή σοβιετική εποχή (με τις απαραίτητες προσαρμογές και βελτιώσεις) και ένα καθολικό κύμα νοσταλγίας εκείνης της εποχής αγκαλιάζει όχι μόνο τις γενιές που την έζησαν, αλλά και τις μεταγενέστερες.

Ρώτησαν κάποτε τον Βάτσλαβ Χάβελ, τον πρωτεργάτη της «Βελούδινης Eπανάστασης» στην ενιαία τότε Τσεχοσλοβακία και μετέπειτα πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρό της, πριν από τη διάσπαση της χώρας του, πώς κρίνει τη νοσταλγία που εκδηλώνουν κι εκείνος απάντησε: φανταστείτε έναν ζωολογικό κήπο με χιλιάδες φυλακισμένα ζώα, τα οποία ζουν σε κλουβιά και έχουν μάθει ότι κάποιοι τα φροντίζουν. Ξαφνικά, ανοίγουν οι πόρτες των κλουβιών, τα ζώα είναι ελεύθερα να γυρίσουν στη ζούγκλα, στο φυσικό τους περιβάλλον. Πηγαίνουν εκεί και διαπιστώνουν πως από τώρα και στο εξής θα πρέπει μόνα τους να φροντίζουν τον εαυτό τους, να βρίσκουν τροφή, στέγη, σύντροφο, να κάνουν παιδιά και να τα μεγαλώνουν. Είναι αδύνατον γι’ αυτά. Έτσι, επιστρέφουν στα κλουβιά και περιμένουν να έρθει κάποιος να κλείσει την πόρτα.

Μοιραία, ο σύγχρονος Ρώσος έρχεται αντιμέτωπος με το προαιώνιο δίλημμα αυτού του τόπου: ελευθερία ή δεσποτεία. Η πλάστιγγα, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, γέρνει πάντα προς την πλευρά της δεύτερης.

Όποιος μετακινείται με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, βλέπει τους «παλιούς ανθρώπους», τους ανθρώπους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην ΕΣΣΔ, να κυκλοφορούν με τα τριμμένα ρούχα τους και το καροτσάκι που έχουμε όταν πηγαίνουμε στη λαϊκή αγορά. Το καροτσάκι αυτό το αποκαλούν «νίσενκα», δηλαδή «ζητιανούλα». Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού παραμένει στο περιθώριο. Πρόκειται για ανθρώπους που ζουν στη ρωσική ενδοχώρα, όπου η κατάσταση παραμένει λίγο-πολύ η ίδια με το προηγούμενο καθεστώς. Απλά, αντί για το περιβόητο ΚΚΣΕ, σήμερα υπάρχει το κόμμα «Ενιαία Ρωσία», στο οποίο έχουν μετακομίσει μαζικά όλα τα στελέχη και τα μέλη του παλιού κραταιού Κομμουνιστικού Κόμματος. Αν αυτό σας θυμίζει κάτι από τα καθ’ ημάς, δεν είμαι εγώ εκείνος που μπορεί να σας προσφέρει λόγια παραμυθίας. Είναι ίδιον της ανθρώπινης μνήμης να λησμονεί τα δύσκολα και να θυμάται τα ευχάριστα. Εδώ όμως δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι βαθύτερο, με κάτι που έχει να κάνει με την ιστορική ιδιοπροσωπία του ρωσικού λαού, όπως την περιγράφει εξαιρετικά ο μεγάλος Ρώσος ιστορικός Βασίλι Οσίποβιτς Κλιουτσέφσκι.

Κάπου εδώ τα πράγματα αρχίζουν να μπερδεύονται. Ο καλόπιστος αναγνώστης θα αντιτείνει με όλο του το δίκιο: αυτό αφορά τις γενιές που έζησαν στο κομμουνιστικό καθεστώς. Τι συμβαίνει όμως με τις νεότερες γενιές;

Για τον σύγχρονο νεαρό Ρώσο, ο Λένιν είναι ένας καλοκάγαθος τσάρος, ενώ αγνοούν παντελώς την ύπαρξη του θρυλικού Λεονίντ Ιλίτς Μπρέζνιεφ, του κυριότερου εκπροσώπου της «εποχής της στασιμότητας». Η ιστορία ξαναγράφεται στη Ρωσία. Ξαναγράφεται σύμφωνα με τις ιδεολογικές ανάγκες της νέας εποχής και του νέου καθεστώτος.

Στον δημόσιο διάλογο επικρατούν οι «πατριώτες», η ακραία συντηρητική παράταξη, η οποία διατρέχει οριζόντια όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά και τη λεγόμενη «συστημική αντιπολίτευση», δηλαδή τα κόμματα της αντιπολίτευσης, η χρηματοδότηση των οποίων, άλλοτε κρυφά κι άλλοτε φανερά, γίνεται από το Κρεμλίνο.

Έτσι, σήμερα διαπληκτίζονται για το αν πρέπει να επανατοποθετηθεί στην πλατεία απέναντι από το κτίριο της FSB, το άγαλμα του Φέλιξ Εντμουόντοβιτς Τζερζνίνσκι, του ιδρυτή και πρώτου αρχηγού της διαβόητης μυστικής αστυνομίας των μπολσεβίκων. Εξίσου έντονος είναι ο διάλογος για την μετωνυμία της πόλης Βόλγογκραντ σε Στάλινγκραντ, ενώ πριν από λίγους μήνες, τοπικός επίσκοπος στην περιοχή του Βόλγα, ευλόγησε εικόνα με τη μορφή του Στάλιν ως αγίου.

Και η διανόηση; θα ρωτήσει κάποιος άλλος. Η διανόηση της Ρωσίας αποτελείται από δύο βασικές σχολές σκέψης. Η πρώτη είναι η λεγόμενη «αυλική» διανόηση, η οποία υπηρετεί την εξουσία. Εγκώμια, έπαινοι, ωδές, αφιερώσεις και στη συνέχεια... η λήθη. Η δεύτερη είναι η φωνή της συνείδησης της Ρωσίας εδώ και αιώνες. Είναι μια αλυσίδα ηρωικών μορφών που ξεκινάει από τους Δεκεμβριστές, περνάει από τους Ναρότνικους, τη γενιά της ρωσικής πρωτοπορίας, τους ήρωες του σαμιζντάντ και του κινήματος των αντιφρονούντων και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.

Γράφει στο «Ρέκβιεμ» η Άννα Αχμάτοβα:

 

Δεν κρύφτηκα κάτ’ από ξένο ουρανό

Ούτε φτερούγας ξένης προστασία

Ήμουν με τον δικό μου τον λαό

Όταν εζούσε μέσ’ στη δυστυχία

 

Η αυλική διανόηση έχει στη διάθεσή της τεράστιους πόρους για να «δημιουργήσει» τη «νέα τέχνη» που χρειάζεται η εξουσία. Η διανόηση του κάματου, της διακονίας και του άθλου, με λιγοστά μέσα, επιμένει να αφυπνίζει συνειδήσεις, να καλλιεργεί την τέχνη και τις επιστήμες, να θέλει να σώσει την τιμή της κοινωνίας στο όνομα της ιστορίας και της αλήθειας.

Αυτή η διανόηση σήμερα, όπως και πολλές άλλες φορές στο παρελθόν, βρίσκεται στο στόχαστρο των «πατριωτικών δυνάμεων». Ωστόσο, δεν λουφάζει, δεν κρύβεται, δεν αποφεύγει την αναμέτρηση. Μόνο που το κάνει με τον παραδοσιακό ρωσικό τρόπο: με τον ελλειπτικό λόγο, με τον υπαινιγμό, με τα ερωτήματα που θέτει, προκαλώντας τον απλό άνθρωπο να σκεφτεί και να λάβει μια ηθική στάση απέναντι στα πράγματα. Η ρωσική διανόηση είναι πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα μια ηθική στάση απέναντι στην εξουσία και στα πράγματα. Γι’ αυτό και η εξουσία δεν μπορεί να τη συγχωρήσει. Η ρωσική διανόηση έρχεται από μια μακρά παράδοση διακονίας στην κοινωνία. Είναι γνωστή η στάση της Αχμάτοβα έναντι της τυραννίας. Είναι γνωστά τα δεινά του Παστερνάκ. Είναι γνωστές οι ταλαιπωρίες του Σοστακόβιτς. Δεν λύγισαν όμως. Η ειρωνεία είναι ότι όλες αυτές τεράστιες μορφές λατρεύονται στην Ελλάδα από εκείνους που θεωρούν εαυτούς ως απόγονους του Ζντάνοφ και του Στάλιν και ανερυθρίαστα χρησιμοποιούν τον κληροδοτημένο πνευματικό πλούτο για να εξυπηρετήσουν τις ολοκληρωτικές ιδεολογικές τους εμμονές.

Πολλοί εκφράζουν το φόβο πως η Ρωσία θα ξαναζήσει το «1938» της και αυτόν τον αιώνα. Ήδη οι δημόσιες, διά της τηλοψίας, διαπομπεύσεις έκαναν την εμφάνισή τους. Αφίσες με φωτογραφίες και ονόματα μη αρεστών κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Εκλεπτυσμένη λογοκρισία επιβάλλεται σε ΜΜΕ, διαδικτυακά ή μη. Όλα αυτά προμηνύουν την επερχόμενη θύελλα.

Οι ρώσοι διανοούμενοι στέκονται όρθιοι, ατενίζοντας τα μολυβένια σύννεφα να συγκεντρώνονται και ξέρουν πως κάθε γενιά διανόησης έχει να προσφέρει το δικό της μερίδιο, τον δικό της κλήρο, στο μεγάλο γόνιμο χωράφι της ρωσικής πνευματικότητας, τον φάρο της ηθικής θυσίας και προσφοράς. Γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι η αποστολή τους είναι να υπερασπιστούν την ιστορία και την πατρίδα τους. Γιατί αυτή ήταν η προαιώνια μοίρα τους. Αυτή τη μοίρα αλλά και αυτή τη στάση ζωής, αυτό το ηθικό πρόταγμα, καλύτερα από όλους το έχει αποδώσει στην αιωνιότητα η Άννα Αχμάτοβα με το παρακάτω ποίημα της που περιλαμβάνεται στη συλλογή της Anno Domini. Το είχε γράψει τον Ιούνιο του 1922 στην Πετρούπολη, μόλις έμαθε την εκτέλεση του πρώτου της συζύγου, Νικολάι Γκουμιλιόφ, από την μυστική αστυνομία.

 

Δεν είμαι από κείνους ’γώ, που την πατρίδα

Άφησαν, να την ξεσκίσουν οι εχθροί.

Στην βάρβαρή τους γαλιφιά δεν υποκύπτω,

Μήδε και τα τραγούδια μου τους δίνω.

Τον εξόριστο αιώνια λυπάμαι

Φυλακισμένος κι άρρωστος θαρρείς πως είναι

Βαρύ και σκοτεινό το δρόμο διάλεξες διαβάτη,

Μύρισε η κοιλάδα των ξένων το ψωμί.

Κι εδώ, στη μαύρη καταχνιά της πυρκαγιάς

Σκοτώνοντας απ’ τη νιότη ό,τι έχει μείνει

Δεν αποφύγαμε ποτέ

Ούτε ένα χτύπημα της μοίρας.

Μα ξέρουμε, στο μέλλον πως

Δικαιωμένη θα ’ναι κάθε ώρα …

Στον κόσμο δεν υπάρχουν άλλοι σαν εμάς,

Αδάκρυτοι, υπερόπτες και απλοϊκοί.

 

Μονή των Νεαρών Παρθένων

Μόσχα

21/12/2015

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά