Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ελευθερία απ’ την ανάγκη

Κατηγορία Duck soup
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Duck Soup Τεύχος 48
Norman Rockwell, Freedom from Want, λάδι σε καμβά, 116,2 × 90 εκ., 1943. Norman Rockwell, Freedom from Want, λάδι σε καμβά, 116,2 × 90 εκ., 1943. Norman Rockwell Museum

Προσέχω ότι από το οικογενειακό τραπέζι λείπουν τα σύμβολα. Δεν υπάρχει πουθενά κανένας πατερούλης του κράτους. Και δεν υπάρχει τίποτα που να παραπέμπει σε θεό – ούτε σταυρός ούτε εικόνισμα ούτε χειρονομία, τίποτα. Οι ιδιωτικές υποθέσεις, πεποιθήσεις, πίστη, ταυτότητες δεν απασχολούν το γεύμα. Ετούτοι θα μείνουν ενωμένοι μέχρι το τέλος, όταν θα έχουν τσακίσει και τα φρούτα. [αναδημοσίευση από το Books' Journal 48, Οκτώβριος 2014]

 

Φθινόπωρο. Και μου έφεραν μια κολοκύθα. Τι να την κάνω; Σούπα; Αλμυρή κολοκυθόπιτα; Να τη σκαλίσω και να χώσω στα σπλάχνα της κεριά για να τρομάζω τα παιδιά, σε ένα κατά κάποιον τρόπο δικό μου Halloween;

Αναζητώντας έμπνευση, άρχισα να ξεφυλλίζω ένα βιβλίο με αμερικανούς ζωγράφους του 20ού αιώνα. Κόλλησα στον Νόρμαν Ρόκγουελ, έναν που, ούτως ή άλλως, λατρεύω, διότι εκφράζει όχι την Αμερική της ανησυχίας αλλά την Αμερική του συντηρητισμού, του πραγματισμού και της ισορροπημένης, ρεαλιστικής αντίληψης της ζωής, Έχοντας φάει στη μάπα τους παραλογισμούς μιας ντε και καλά ανατρεπτικής (λέμε τώρα) αντίληψης των πραγμάτων, καμιά φορά θα ήθελα να ζω όπως τα πρόσωπα στους πίνακές του.

Ο Ρόκγουελ, που μου θυμίζει με έναν πολύ αυθαίρετο και πολύ προσωπικό τρόπο τον Γραμματόπουλο του Αλφαβηταρίου της πρώτης δημοτικού (κι ας έχουν τεράστιες αισθητικές διαφορές και εντελώς διαφορετικές κοινωνικές αναφορές), είναι ο ζωγράφος που, μεταξύ άλλων, απαθανάτισε το πνεύμα του new deal – της ανασυγκρότησης μιας κοινωνίας από τα ερείπια, από τα οποία βγήκε πιο δυναμική και πιο δίκαιη. Τα πιο γνωστά παγκοσμίως έργα του είναι μια, ας πούμε, τετραλογία, οι «Τέσσερις Ελευθερίες», τέσσερις πίνακες εμπνευσμένοι από μια ομιλία του Φραγκλίνου Ρούσβελτ. Από τις τέσσερις, αυτή που προσωπικώς με μαγεύει είναι η εικόνα με τον τίτλο Ελευθερία απ’ την ανάγκη (Freedom from Want). Είναι η εικόνα ενός δείπνου. Όχι αναγκαστικά ενός τυπικού οικογενειακού δείπνου σε ένα σπίτι της μεσαίας τάξης – θα μπορούσε εξίσου να είναι δείπνο σε ένα αγροτόσπιτο. Αλλά είναι ένα τυπικό αμερικανικό δείπνο.

Το τραπέζι είναι καθαρό. Δεν είναι πλούσιο, έχει όμως όλα τα αναγκαία. Είναι στρωμένο όπως πρέπει. Το τραπεζομάντιλο αστράφτει, τα μαχαιροπίρουνα είναι σίγουρα τα καλά, ασημένια. Τα πιάτα από πορσελάνη. Τα ποτήρια είναι γεμάτα με νερό – δεν έχει κρασί, το κρασί που πρέπει να είναι καλό είναι κάτι παραπάνω, είναι μια δυσεύρετη πολυτέλεια σε δύσκολους καιρούς. Οι συνδαιτυμόνες, χαρούμενοι, περιμένουν. Κάποιος όμως πρέπει να πάρει πρωτοβουλία, να μεριάσει από το κέντρο του τραπεζιού το πιάτο με τα σέλερι και το άλλο πιάτο με τα τουρσιά, το αλατοπίπερο, ίσως και το ζελέ (που σίγουρα είναι ένα είδος τσάτνεϊ, για να κάνει πιο τσαχπίνικη τη γεύση), προκειμένου η γιαγιά (που την βοηθάει και την προστατεύει ο παππούς – ή μήπως απλά είναι παρείσακτος και ενοχλητικός στα πόδια της;) να βρει χώρο για να απιθώσει τη φρεσκοψημένη, ροδοκόκκινη, μοσχομυριστή ψητή γαλοπούλα, που μόλις την έχει βγάλει από το φούρνο, μόλις την έχει τοποθετήσει πάνω σε φρέσκα αρωματικά, ρίγανη και μαϊντανό και μαντζουράνα.

Είναι προφανώς η Μέρα των Ευχαριστιών, μια πολύ παραδοσιακή γιορτή για τους Αμερικανούς. Κι είναι πολύ παραμυθένια η εικόνα – κάθε χαρά σκιάζεται από κάτι, αν όχι από κάποια βαριά σκιά της ζωής, μια πτώχευση, μια αρρώστια, έναν χωρισμό, έναν θάνατο, έστω από έναν υποδόριο φόβο. Όμως εδώ η πίστη που ταυτίζει το παραμύθι με το στόχο υπερτερεί. Γι’ αυτό η παραμυθένια εικόνα δεν είναι προπαγανδιστική. Το παραμύθι της απεικονίζει τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να αντλεί χαρά από τα ελάχιστα, να φτιάχνει τελετουργίες της χαράς σε περιβάλλοντα η καθημερινότητα των οποίων δεν είναι υποχρεωτικά τόσο ρόδινη.

Προσέχω τη σύνθεση. Το καθαρό σπίτι, την ταπετσαρία, το κάδρο δεξιά. Τα καθαρά πρόσωπα. Τη συμφιλίωση των γενεών. Τη χαρά. Ποιος έχει πει μόλις το δηλητηριώδες καλαμπούρι το πνεύμα του οποίου έχει συλλάβει ακόμα και η πιτσιρίκα με το πονηρό βλέμμα στην αριστερή πλευρά του τραπεζιού;

Προσέχω επίσης ό,τι λείπει από το οικογενειακό τραπέζι (κι είναι ό,τι το διαφοροποιεί πολιτιστικά από τον Γραμματόπουλο, που σας έλεγα). Λείπουν τα σύμβολα. Δεν υπάρχει πουθενά κανένας πατερούλης του κράτους. Και δεν υπάρχει τίποτα που να παραπέμπει σε θεό – ούτε σταυρός ούτε εικόνισμα ούτε χειρονομία, τίποτα. Οι ιδιωτικές υποθέσεις, πεποιθήσεις, πίστη, ταυτότητες δεν απασχολούν το γεύμα. Ετούτοι θα μείνουν ενωμένοι μέχρι το τέλος, όταν θα έχουν τσακίσει και τα φρούτα.

Κι η κολοκύθα που μου έφεραν; Πού κολλάει η κολοκύθα;

Είμαι βέβαιος ότι περιέχεται στο μείγμα, μέσα στο σκεπασμένο σκεύος, που δεσπόζει στη σύνθεση. Στρογγυλά κομματάκια κόκκινης κολοκύθας, μαζί με μικρές στρογγυλές πατάτες, που έχουν ψηθεί με πιπέρια και αρωματικά και λίγο παρθένο ελαιόλαδο αργά αργά στο φούρνο, θα πλημμυρίσουν με το άρωμά τους το τραπέζι όταν η γαλοπούλα θα έχει σερβιριστεί, όταν το γεύμα θα τους έχει φέρει όλους πιο κοντά κι όταν αυτή η ενότητα πνεύματος θα συμβολίσει την ενότητα της δράσης: αγάπη για τη ζωή, φροντίδα και τρυφερότητα για τους ανθρώπους μας, πίστη ότι θα τα καταφέρουμε – είτε με λίγα είτε με πολλά. Καλή όρεξη.

 

 

 

Κρίτων Ωραιόπουλος

Διδάκτορας κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερασιτέχνης μάγειρας.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Είμαστε ό,τι τρώμε

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά