Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Η πρωτοχρονιάτικη γιορτή του πατέρα με τη μικρή του κόρη

Κατηγορία Πεζογραφία
Γράφτηκε από  Αλεξάντρ Στεπάνοβιτς Γκριν Δημοσιεύθηκε στο Πεζογραφία Τεύχος 50
Κλάβντιι Βασίλιεβιτς Λεμπέντεφ (1852-1916), Μεσήλικος μόνος, λάδι σε καμβά, 1900. Κλάβντιι Βασίλιεβιτς Λεμπέντεφ (1852-1916), Μεσήλικος μόνος, λάδι σε καμβά, 1900. Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Αικατερίνεμπουργκ - Ρωσία

Ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλεξάντρ Στεπάνοβιτς Γκριν σε μετάφραση από τα ρωσικά από τον Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη. Αναδημοσίευση από το τεύχος 50, Δεκέμβριος 2014.

 

 

Ι

Στην πόλη Κόμενβιλ, η οποία δεν φημιζόταν ούτε για την καθαριότητά της ούτε για την εμπορική της ζωή ούτε για όλα εκείνα που αποτελούν την ερεθιστική, γωνιασμένη λάμψη των μεγάλων πόλεων που ζουν μια πυρετώδη ζωή, εγκαταστάθηκε για να βρει την ηρεμία και την ησυχία του ο επιστήμονας Έγκμοντ Ντρεπ.

Εδώ, πριν από δεκαπέντε χρόνια, είχε ξεκινήσει να γράφει μια ένα δίτομο επιστημονικό έργο.

Η κεντρική ιδέα αυτού του έργου τον είχε ήδη κυριεύσει από τα φοιτητικά του χρόνια. Ο Ντρεπ ακολουθούσε έναν τρόπο ζωής που αντιστοιχούσε σε φτωχό άνθρωπο, δεν είχε τη δυνατότητα να έχει διάφορα πράγματα, αφού δεν είχε καμιά περιουσία∙ οι σποραδικές αμοιβές που είχε δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μικροποσά για τις μεταφράσεις και τις ανταποκρίσεις που έγραφε∙ όλο τον ελεύθερο χρόνο του τον αφιέρωνε στην εργασία του, λησμονώντας πολύ συχνά να φάει και να κοιμηθεί. Σταδιακά, έφτασε στο σημείο να μην ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο, εκτός από το έργο του και την κόρη του Ταβίνια Ντρεπ, η οποία ζούσε στο σπίτι συγγενών τους.

Ήταν έξι χρονών όταν πέθανε η μητέρα της. Μία ή δύο φορές το χρόνο τού την έφερνε η γριά με τη γαμψή μύτη, η οποία είχε ένα ύφος θαρρείς και ήθελε να κρεμάσει τον Ντρεπ για τη φτώχεια και την αφηρημάδα του, για όλες εκείνες τις εξωτερικές εκδηλώσεις του φλεγόμενου εσωτερικού του κόσμου, τις οποίες έβλεπε στη μορφή της στάχτης από την πίπα και την αταξία, η οποία έμοιαζε με καταστροφή.

Χρόνο με το χρόνο η αταξία στο μικρό διαμέρισμα του Ντρεπ μεγάλωνε, λάμβανε περίπλοκα σχήματα ύπνου ή φουτουριστικού σχεδίου με ανάμειξη διαφορετικών αντικειμένων σε μια αντιφατική συλλογή, αλλά μεγάλωνε επίσης και η στοίβα με τα χειρόγραφά του, η οποία βρισκόταν στο μεσαίο τμήμα μια μικρής βιβλιοθήκης. Από καιρό ανεχόταν τη γειτνίαση με κάθε είδους σκουπιδαριό.

Βρώμικα μαντίλια για τη μύτη, βούρτσες καθαρισμού παπουτσιών, βιβλία, σπασμένα πιάτα, κάποιες κορνίζες και φωτογραφίες και πολλά άλλα πράγματα, σκεπασμένα με σκόνη, ήταν πεταμένα στο φαρδύ ράφι, ανάμεσα σε τετράδια, σημειωματάρια, ή απλά δεμένα με σπάγκο διάφορα κομμάτια χαρτί, πάνω στα οποία ο Ντρεπ, που δεν είχε υπομονή να ψάξει καλό χαρτί, έγραφε τις άξαφνες εκλάμψεις του.

Πριν από τρία χρόνια, σα να συνήλθε, συνομίλησε με τη σύζυγο του θυρωρού: εκείνη, έναντι μιας αμοιβής, μια φορά την ημέρα, θα έπρεπε να συμμαζεύει το διαμέρισμα. Εφ’ όσον όμως ο Ντρεπ θεώρησε πως η τάξη, ή καλύτερα η συνήθης ανάμειξη πραγμάτων πάνω στο γραφείο του, έχει περάσει στη δυσμορφική γεωμετρία χάρη στην οποία μπορούσε με ακρίβεια να βρει τις σημειώσεις που είχε κάνει στις περιχειρίδες τις σκεπασμένες με έναν ορειχάλκινο αετό για να μη φεύγουν, και, αφού σκούπισε, τελικά, την κορνίζα με ένα βρώμικο εσώρουχο, επιδέξια απαλλάχθηκε από την υπηρέτρια, χτυπώντας πίσω της την πόρτα, ως απάντηση στην παράφορη αμφισβήτηση από μέρους της της καλής διανοητικής του κατάστασης. Ύστερα απ’ αυτό, ο Ντρεπ πάλευε μόνος του με τη ζωή.

ΙΙ

Σουρούπωνε, όταν, φορώντας το καπέλο και το παλτό του, ο Ντρεπ πρόσεξε, επιτέλους, ότι στέκεται για ώρα πολλή μπροστά στη βιβλιοθήκη, προσπαθώντας να θυμηθεί τι ήθελε να κάνει. Το κατάφερε όταν έριξε μια ματιά στο τηλεγράφημα.

«Αγαπητέ μου μπαμπά», –έτσι έλεγε–, «θα έρθω σήμερα στις οκτώ. Σε φιλώ και σε αγκαλιάζω σφιχτά. Τάβι». Ο Ντρεπ θυμήθηκε πως ετοιμαζόταν να πάει στον σιδηροδρομικό σταθμό.

Πριν από δύο ημέρες, κάπου είχε παραχώσει ένα μικρό χαρτονόμισμα, τα τελευταία του χρήματα, με τα οποία υπολόγιζε να νοικιάσει μια άμαξα αλλά και να αγοράσει κάτι φαγώσιμο. Είχε ξεχάσει όμως πού το είχε βάλει, αφού τον είχαν απορροφήσει οι σκέψεις για το τριακοστό δεύτερο κεφάλαιο∙ αυτό το κεφάλαιο σκεφτόταν και τώρα, ώσπου το κείμενο του τηλεγραφήματος διέκοψε τη συνηθισμένη αφηρημάδα του. Είδε το γλυκό πρόσωπο της Τάβι και χαμογέλασε.

Τώρα πια σκεφτόταν μόνο αυτή. Με σπασμωδική ανυπομονησία όρμησε να βρει τα χρήματα, χώνοντας τα χέρια του στο βάθος του τρίτου ραφιού, όπου τοποθετούσε τα γραπτά του.

Επίμονες στοίβες χαρτιών τού αντιστέκονταν. Κοιτάζοντας βιαστικά γύρω του, για να δει πού θα τα βάλει όλα αυτά, ο Ντρεπ μετακίνησε από το γραφείο του το κιβώτιο και άρχισε να χώνει εκεί χειρόγραφα – κάποιες στιγμές σταματούσε για να ρίξει μια ματιά σε μια τυχαία σελίδα ή να ελέγξει τη ροή των σκέψεων οι οποίες είχαν κάνει την εμφάνισή τους πριν από χρόνια σε σχέση με αυτή την εργασία.

Κάθε φορά που ο Ντρεπ άρχιζε να σκέφτεται την εργασία του ή απλά να τη θυμάται, τότε νόμιζε πως δεν έχει καθόλου χρόνο, όταν δεν είχε στην ψυχή του ή στο τραπέζι του την εργασία του αυτή. Είχε γεννηθεί, μεγαλώσει, ζούσε μαζί του, όπως γεννιέται και μεγαλώνει ένας άνθρωπος. Γι’ αυτόν έμοιαζε με ουράνιο τόξο, κρυμμένο προς το παρόν από την ομίχλη της γεμάτης ένταση δημιουργίας, ή έβλεπε στη μορφή της μια χρυσή αλυσίδα, η οποία συνέδεε τα χείλη του γκρεμού∙ τη φανταζόταν ακόμη σα βροντή και σα ριπή αγέρα που σπέρνει την αλήθεια. Αυτός και εκείνη ήταν ένα και το αυτό.

Βρήκε το χαρτονόμισμα που το είχε βάλει τελικά σε ένα άδειο πακέτο τσιγάρων, κοίταξε το ρολόι και, βλέποντας ότι μέχρι τις οκτώ είχαν απομείνει όλο κι όλο πέντε λεπτά, βγήκε τρέχοντας στο δρόμο.

ΙΙΙ

Λίγα λεπτά αργότερα, ο σκυθρωπός θυρωρός άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος του πατέρα της και η Τάβι Ντρεπ μπήκε μέσα.

- Έφυγε, δεσποινίς, της είπε, μπαίνοντας μαζί με την κοπέλα, τα γαλάζια μάτια της οποίας αναζητούσαν τη σκιά του χαμόγελου στο αξύριστο πρόσωπο. Έφυγε και, νομίζω, πήγε να σας προϋπαντήσει. Μεγαλώσατε, βλέπω.

- Ναι, ο χρόνος κυλάει, συμφώνησε η Τάβι, ξέροντας καλά πως είναι δεκατεσσάρων χρονών, ηλικία καθ’ όλα αξιοσέβαστη. Αυτή τη φορά ήρθε μόνη της, σα μεγάλη, και ήταν ήδη περήφανη γι’ αυτό. Ο θυρωρός έφυγε.

Η κοπέλα μπήκε στο γραφείο.

- Είναι στάβλος, είπε, προσπαθώντας, αμήχανη, να βρει ένα χαρακτηρισμό που να ταιριάζει σ’ αυτό που είδε. Ή βρωμερό αμπάρι. Τι μόνος που είσαι μπαμπά, σκληρά εργαζόμενέ μου! Αύριο είναι πρωτοχρονιά!

Τρέμοντας ολόκληρη από αγάπη και συμπόνια, έβγαλε το όμορφο μεταξωτό της παλτό, ξεκούμπωσε και σήκωσε τα μανίκια της. Μια στιγμή αργότερα, χτυπούσαν και βαρούσαν οι αναρίθμητοι βαριοί τόμοι, τους οποίους έβρισκε σε ακατάλληλα μέρη κι αμέσως πετούσε στη γωνιά. Είχε ανοίξει το παραθυράκι∙ φρέσκος αέρας σε διάφανους κυματισμούς πλημμύρισε το μαυρισμένο από τα τσιγάρα, χωρίς θέρμανση και γεμάτο υγρασία, δωμάτιο.

Η Τάβι έστρωσε ένα τραπεζομάντιλο και έπλυνε βιαστικά τα πιάτα∙ στο τέλος, άναψε το τζάκι, γεμίζοντάς το καλά με βρώμικα χαρτιά που έβγαλε από το κιβώτιο, με σκουπίδια και με υπολείμματα από κάρβουνο που βρήκε στην κουζίνα∙ ύστερα έφτιαξε καφέ. Είχε φέρει μαζί της τρόφιμα που είχε πάρει για το δρόμο και τα έστρωσε όμορφα πάνω στο τραπέζι. Έτσι, περίφροντις, χαμογελώντας, σιγοτραγουδούσε, προσπαθώντας να μαντέψει πώς θα εκπλαγεί ο Ντρεπ, πόσο ευχάριστα και όμορφα θα του φανούν όλα αυτά.

Στο μεταξύ εκείνος, όταν είδε φως στο παράθυρο καθώς πλησίαζε στο σπίτι, κατάλαβε ότι η μικρή, η αγαθή του Τάβι έφτασε και τον περιμένει, ότι είχαν χαθεί. Μπήκε χωρίς να τον ακούσει. Τον ένιωσε πίσω της, ύστερα της έκλεισε τα μάτια με τα μεγάλα, δυνατά και προσεκτικά του χέρια. Γύρισε βιαστικά, τον αγκάλιασε με πάθος και τον έσφιξε, σα να ήταν μικρό παιδί.

- Μπαμπά μου εσύ είσαι, - αχ παιδάκι μου, ταλαιπωρήθηκα χωρίς εσένα! - φώναξε, όσο εκείνος χάιδευε και φιλούσε την κόρη του, κοιτάζοντας με λαχτάρα αυτό το όμορφο, νευρικό προσωπάκι, το οποίο έλαμπε χαρούμενο με τη συνάντησή τους.

- Θεέ μου, είπε εκείνος, την ώρα που πήγαινε να καθίσει και να την αγκαλιάσει ξανά, έξι μήνες έχω να σε δω. Είχες καλό ταξίδι;

- Εξαιρετικό. Κατ’ αρχάς, με άφησαν να έρθω μόνη μου, έτσι μπορούσα να απολαύσω τη ζωή χωρίς τη μουρμούρα της γριάς Σεσίλιας. Φαντάσου όμως, παρ’ όλα αυτά, υποχρεώθηκα να δεχτώ πλήθος υπηρεσιών από ξένους ανθρώπους. Γιατί; Άκου: δεν βλέπεις τίποτα;

- Τι να δω, είπε, χαμογελώντας ο Ντρεπ. Βλέπω, εσένα.

- Και τι άλλο;

- Τι άλλο;

- Ανόητε, αφηρημένε, βάρβαρε επιστήμονά μου, για κοίταξε λίγο καλύτερα.

Τότε ήταν που είδε.

Το τραπέζι ήταν σκεπασμένο με ένα καθαρό τραπεζομάντιλο και διάφορα πιατικά∙ ατμός έβγαινε από την καφετιέρα∙ ψωμί, φρούτα, τυρί και κομμάτια παστό κρέας προσεκτικά κομμένα, αποτελούσαν την εικόνα, που κάθε άλλο παρά έμοιαζε με τη δική του μανιέρα να τρώει όρθιος ή πρόχειρα, έχοντας το βιβλίο μπροστά του. Το πάτωμα ήταν σφουγγαρισμένο, τα έπιπλα ήταν τοποθετημένα πολύ πιο βολικά. Στο τζάκι έκαιγε ό,τι βρέθηκε τυχαία για κάψιμο.

- Καταλαβαίνεις ότι θα πρέπει να βιαστούμε, γιατί όλα έγιναν πρόχειρα. Αύριο όμως θα πάρω την υπόθεση στα χέρια μου και όλα θα λάμπουν.

Συγκινημένος ο Ντρεπ την κοιτούσε τρυφερά, στη συνέχεια έπιασε τα λερωμένα χέρια της και χτυπούσε το ένα με το άλλο.

- Τώρα, όμως, θα πρέπει να σε ξεσκονίσουμε. Πού βρήκες καυσόξυλα;

- Στην κουζίνα βρήκα λίγο κάρβουνο.

- Πιθανόν, κάποια κομματάκια μικρά.

- Να, αλλά εδώ είχε ένα σωρό χαρτιά. Σε εκείνο το κιβώτιο.

Ο Ντρεπ, δίχως να έχει συνειδητοποιήσει ακόμη, την κοιτούσε επίμονα, ανήσυχος.

- Για ποιο κιβώτιο λες; Εκείνο που ήταν κάτω από το τραπέζι;

- Μα ναι! Φρίκη, είχε σκουπιδαριό ένα σωρό, θα καεί όμως μια χαρά.

Εκείνος τότε θυμήθηκε και κατάλαβε.

IV

Αίφνης άρχισαν ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά του, νόμιζε πως άξαφνα βρέθηκε μέσα σε πυκνό σκοτάδι. Δίχως να συνειδητοποιήσει τι κάνει, άπλωσε το χέρι του προς την ηλεκτρική λάμπα και γύρισε το διακόπτη. Αυτό έσωσε το κορίτσι και δεν είδε μια συγκεκριμένη έκφραση στο πρόσωπο του Ντρεπ – έκφραση που αν την έβλεπε δεν θα μπορούσε να την ξεχάσει ποτέ. Το σκοτάδι σκέπασε το πρόσωπό του και του ξερίζωσε την καρδιά.

Για μερικές στιγμές, νόμισε πως πετάει ασυγκράτητα προς τον τοίχο, ότι συγκρούεται πάνω του με σφοδρότητα.

- Μα, μπαμπά, είπε η κοπέλα με έκπληξη, ανάβοντας ξανά με το σταθερό της χέρι το φως, πώς είναι δυνατόν να σ’ αρέσει τόσο πολύ το σκοτάδι; Και πού λέρωσες έτσι τα μαλλιά σου;

Αν ο Ντρεπ εκείνες τις στιγμές δεν έχασε τα λογικά του, αυτό οφειλόταν στην ευτυχισμένη δροσερή φωνή, η οποία τον έσωσε με μια τρυφερή κίνηση. Κοίταξε την Τάβι. Σφίγγοντας τα απλωμένα χέρια στα μάγουλα, εκείνη τον κοιτούσε χαμογελώντας με μια αίσθηση συγκινητικής φροντίδας. Ο φωτεινός εσωτερικός της κόσμος ήταν γεμάτος αγάπη.

- Είσαι καλά μπαμπά; ρώτησε. Βιάστηκα να τα κάνω όλα πριν έρθεις, για να ξεκουραστείς. Μα γιατί κλαις; Μην κλαις, στενοχωριέμαι!

Ο Ντρεπ λαχανιασμένος, τσακισμένος, βογκούσε δυνατά με σπασμούς, μα η δύναμη της έκπληξης έφερε στην ψυχή του σαν καθαρό φως της ημέρας τη σύντομη ευχαρίστηση του μικρού παιδιού να τον βλέπει μέσα στην καθαριότητα και τη ζέστη και έτσι βρήκε τη δύναμη να μιλήσει.

- Ναι, είπε, παίρνοντας τα χέρια από το πρόσωπο, δε θα κλάψω άλλο. Είναι αστείο, μα υπάρχουν κινήσεις της καρδιάς, για τις οποίες αξίζει, ίσως, να πληρώσεις και με την ίδια σου τη ζωή. Μόλις τώρα το κατάλαβα αυτό. Δουλεύοντας, θα μου χρειαστούν άλλα πέντε χρόνια, θα θυμάμαι την καρδιά σου και τα γεμάτα φροντίδες χέρια σου. Αρκετά με αυτό όμως.

- Να ’μαστε λοιπόν σπίτι!

 

 

 

---------------------

Η περιπέτεια του Αλεξάντρ Γκριν

Το διήγημα που παρουσιάζεται παραπάνω, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην απογευματινή έκδοσης της Κόκκινης εφημερίδας, στις 30 Δεκεμβρίου 1922. Ο συγγραφέας του, ο Αλεξάντρ Στεπάνοβιτς Γκριν, κατά κόσμον Αλεξάντρ Γκρινέφσκι, γεννήθηκε το 1880 στο Κυβερνείο Βιάτσκι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και πέθανε το 1932 στην Κριμαία της Σοβιετικής Ένωσης. Στα ελληνικά κυκλοφορεί μόλις ένα βιβλίο του, Τα πορφυρά πανιά, σε μετάφραση Ιοκάστης Καμμένου, που κυκλοφόρησαν μόλις το 2013 από την Κίχλη.

Πεζογράφος, ποιητής, συγγραφέας φιλοσοφικών δοκιμίων, ένας εκ των επιφανών εκπροσώπων του νεορομαντισμού στη ρωσική γραμματεία, δημοσίευσε το πρώτο του έργο το 1906 και ίσαμε το θάνατο του ευτύχησε να δει 400 δημοσιευμένα έργα του.

Σε ηλικία 16 ετών πήγε στην Οδησσό για να γίνει ναυτικός, μα δεν τα κατάφερε. Εργάστηκε ως υλοτόμος, χρυσοθήρας στα Ουράλια, μεταλλωρύχος, αντιγραφέας θεατρικών έργων, μέχρι που έγινε επαναστάτης με το ψευδώνυμο Ψιλόλιγνος, πράγμα που του στοίχισε τριάμισι χρόνια φυλακή.

Η διετία 1906-1908 ήταν το πιο καθοριστικό διάστημα για τη ζωή του. Γίνεται συγγραφέας, δημοσιεύει το πρώτο του διήγημα, γνωρίζεται με όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής, τον Μ. Γκόρκι, τον Λ. Αντρέγιεφ, τον Β. Μπριούσοφ, τον Μ. Κουπρίν. Ώς το 1917 ζει μια έντονη συγγραφική ζωή και έχει πολλά έσοδα.

Το 1917 αντιμετωπίζει θετικά την αλλαγή του καθεστώτος, αλλά σύντομα απογοητεύεται. Συνεχίζει να γράφει και να δημοσιεύει έργα του. Το 1927, ο ιδιώτης εκδότης Λ.Β. Βόλφσον ξεκίνησε την έκδοση των Απάντων του Γκριν σε 15 τόμους. Κυκλοφόρησαν οι πρώτοι 8, αλλά κατόπιν ο εκδότης συνελήφθη από τη μυστική αστυνομία του κομμουνιστικού καθεστώτος. Το 1930, η σοβιετική λογοκρισία με το επιχείρημα ότι το έργο του Γκριν «δεν συμβαδίζει με την εποχή» θα απαγορεύσει τη δημοσίευση των έργων του. Λίγο μετά, ο συγγραφέας, πικραμένος, πέθανε στην Παλιά Κριμαία από καρκίνο του στομάχου.

Το 1953, μετά το θάνατο του Ι.Β. Στάλιν, ήρθη η απαγόρευση δημοσίευσης των έργων του Γκριν και, δειλά δειλά, τα κείμενά του άρχισαν και πάλι να δημοσιεύονται.

Η Κόκκινη Εφημερίδα, στην οποία πρωτοτυπώθηκε το κείμενο που φιλοξενούμε, ήταν καθημερινή πολιτική εφημερίδα. Κατά διαστήματα υπήρξε θεωρητικό όργανο της κεντρικής, της περιφερειακής, της επιτροπής πόλης του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) της περιοχής του Λένινγκραντ. Τα γραφεία της βρίσκονταν στο Σμόλνι, στις όχθες του ποταμού Φοντάνκα. Η έκδοση της εφημερίδας ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1918 και συνέχισε να εκδίδεται ώς το Φεβρουάριο του 1939.

Τα πρώτα χρόνια, η Κόκκινη Εφημερίδα ήταν ταυτισμένη με την επανάσταση. Το 1925, η σύνταξη της εφημερίδας τάχθηκε με την πλευρά του Γ.Τ. Ζινόβιεφ και το κόμμα, για να ξαναπάρει την εφημερίδα στα χέρια του, έστειλε ως υπεύθυνο τον στενό συνεργάτη του Στάλιν, Ι. Ι. Σκβορτσόφ - Στεπάνοφ.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η Κόκκινη Εφημερίδα, παρά την ταύτισή της με τα επαναστατικά ρεύματα, αντιμετώπιζε με ιδιαίτερη προσοχή τη λογοτεχνική ζωή του Λένινγκραντ, δίνοντας βήμα σε πολλούς λογοτέχνες, κυρίως νεαρής ηλικίας.

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

 

--------------------------

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Η μεγάλη βροχή Φρέσκα σύκα

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά