Σφάλμα
  • JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 9992
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Φρέσκα σύκα

Κατηγορία Πεζογραφία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Κλασικά κείμενα Τεύχος 3
Halima Washington-Dixon, Φρέσκα σύκα σε μπλε, λάδι σε επιφάνεια από πλαστικό, 22,85x22,85 εκ. Halima Washington-Dixon, Φρέσκα σύκα σε μπλε, λάδι σε επιφάνεια από πλαστικό, 22,85x22,85 εκ. Halima Washington-Dixon

Ωδή στα φρέσκα σύκα από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν. Επιλογή-μετάφραση: Μαρία Τοπάλη. Αναδημοσίευση από το τεύχος 3 του Books' Journal. 

Δε βίωσε ποτέ την εμπειρία μιας τροφής, ποτέ του δεν την έφτασε ώς τα κατάβαθα όποιος την κατανάλωνε πάντοτε με μέτρο. Το πολύ πολύ που μπορείς να διδαχτείς έτσι είναι η απόλαυσή της, όχι όμως το πάθος γι’ αυτήν, όχι τον παράδρομο που, από τον ίσιο δρόμο, σε βγάζει στο αρχέγονο δάσος της καταβρόχθισης. γιατί στην καταβρόχθιση είναι που συναντώνται και τα δύο: το άμετρο του πόθου και η ομοιομορφία αυτού που τον χορταίνει. Καταβρόχθιση σημαίνει πάνω απ’ όλα: να το κάνεις ίσαμε κει που δεν πάει άλλο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό οδεύει βαθύτερα, πάει προς εξολόθρευση παρά προς την απόλαυση. Έτσι συμβαίνει όταν χώνεις τα δόντια μέσα στη μορταδέλα σαν να ’τανε ψωμί, όταν κυλιέσαι στο πεπόνι σαν να ’ταν μαξιλάρι, γλείφεις χαβιάρι απ’ το τριζάτο χαρτί κι αντικρίζοντας μια μπάλα τυρί ένταμ, απλώς ξεχνάς κάθε άλλο φαγώσιμο επί γης. Πώς το ’μαθα αυτό για πρώτη φορά; Ήμουν εν όψει μιας από τις δυσκολότερες αποφάσεις. Είχα ένα γράμμα, να το ταχυδρομήσω ή να το κάνω κομματάκια. Το κουβαλούσα μαζί μου δυο μέρες, είχαν ωστόσο μεσολαβήσει ήδη κάποιες ώρες που πια δεν το σκεφτόμουν. γιατί με το μικρό, θορυβώδες τρενάκι, είχα διασχίσει το τοπίο το φαγωμένο απ’ τον ήλιο κι έφτασα πάνω, ψηλά, στο Σεκοντιλιάνο. Το χωριό έστεκε πανηγυρικά στη γαλήνη της καθημερινότητας. Μοναδικό χνάρι της κυριακάτικης μέθης απόμεναν τα κοντάρια, που πάνω τους είχαν στροβιλιστεί στεφάνια πύρινα, είχαν εκτοξευθεί φλεγόμενοι πυραυλόσταυροι. Και τώρα να ’σου τα εκεί γυμνά. Μερικά έφεραν μεσίστια μιαν εικόνα με τη μορφή ενός αγίου από τη Νάπολι ή ενός ζώου. Γυναίκες καθισμένες στους ανοιγμένους αχυρώνες ξεδιαλέγανε τα καλαμπόκια. Βάδιζα τεμπέλικα το δρόμο μου σα ναρκωμένος, όταν είδα να στέκει στη σκιά ένα κάρο με σύκα. Ήταν η ραθυμία που μ’ έστειλε καταπάνω του, ήτανε η σπατάλη που μ’ έκανε να αγοράσω ένα τέταρτο για λίγα λεφτά. Η γυναίκα ζύγισε μπόλικα. Μα όταν οι καρποί οι μαύροι και οι μπλε κι οι ανοιχτοπράσινοι και οι καφέ κι οι βιολετιοί βρέθηκαν πάνω στο δίσκο της ζυγαριάς, αποδείχτηκε ότι δεν είχε χαρτί να τους τυλίξει. Οι νοικοκυρές του Σεκοντιλιάνο φέρνουν μαζί τα σκεύη τους, και δεν ήταν προετοιμασμένη να συναντήσει έναν ταξιδευτή του κόσμου. Έλα όμως που ντράπηκα ν’ αφήσω τα φρούτα παραπονεμένα. Κι έτσι βρέθηκα να τα μαζεύω και να φεύγω με σύκα στις τσέπες του παντελονιού και στο σακάκι, σύκα στα δυο μου χέρια που τα τέντωνα μπροστά, σύκα στο στόμα. Αδύνατον να σταματήσω τώρα το φαΐ, ήμουν υποχρεωμένος να αναχαιτίσω όσο πιο γρήγορα γινόταν τούτη τη μάζα των τροφαντών καρπών που με κατέκλυζε. Αυτό όμως δεν ήταν πλέον βρώση αλλά λουτρό, τόσο πολύ το μαστιχάτο άρωμά τους είχε εισδύσει στα πράγματά μου, είχε κολλήσει στα χέρια μου, είχε εμποτίσει τον αέρα που μέσα του προχωρούσα κουβαλώντας μοναχικός τα βάρη μου. Κι ήρθε η ώρα να περάσω από τη γευστική κορφή όταν, έχοντας πλέον θέσει υπό έλεγχο τις τελευταίες απότομες στροφές, τον υπερκορεσμό και την αηδία, ανοίχτηκε μπροστά στα μάτια μου ένα απρόσμενο φάσμα του ουρανίσκου: μια ανούσια, ακύμαντη, πρασινωπή παλίρροια απληστίας, που αγνοεί πλέον τα πάντα εκτός από το αφρισμένο, το ινώδες γιγάντιο κύμα της ανοιγμένης σάρκας του φρούτου, η ασταμάτητη μετατροπή της απόλαυσης σε συνήθεια, της συνήθειας σε διαστροφή. Μίσος για εκείνα τα σύκα φούσκωσε μέσα μου, βιαζόμουνα να βάλω τάξη, να ελευθερωθώ, να διώξω από μένα όλο αυτό που οργίαζε και ξεχείλιζε, έτρωγα για να το αφανίσω. Η δαγκωνιά είχε ανακτήσει την αρχαιότερή της βούληση. Όταν ξεκόλλησα το τελευταίο σύκο από τον πάτο της τσέπης μου βρήκα το γράμμα κολλημένο πάνω του. Η μοίρα του είχε επισφραγισθεί, θα θυσιαζότανε κι εκείνο στο βωμό της μεγάλης εκκαθάρισης. το πήρα και το ’κανα κομματάκια.

μετάφραση: Μαρία Τοπάλη

(η μετάφραση του κειμένου έγινε από τη συλλογή Walter Benjamin, Denkbilder, suhrkamp taschenbuch, erste Auflage 1994).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά