Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ηθική και Μνήμη, Ένα κείμενο του Mark Twain

Κατηγορία Πεζογραφία
Γράφτηκε από  Mark Twain Δημοσιεύθηκε στο Πεζογραφία Τεύχος 52
Γελοιογραφία του Mαρκ Τουαίην στο Vanity Fair (1908). Γελοιογραφία του Mαρκ Τουαίην στο Vanity Fair (1908). University of Virginia Fine Arts Library

Μετάφραση - εισαγωγή: Μιχάλης Μακρόπουλος

Η Αμερική έχει βγάλει λίγες κωμικές πένες εφάμιλλες του Σάμιουελ Λόνγκχορν Κλέμενς – του Μαρκ Τουέιν. Σαν ομιλητής, ήταν περιζήτητος για τους χιουμοριστικούς λόγους του. Εδώ ο κος Κλέμενς ήταν επίτιμος προσκαλεσμένος από τη Λέσχη Μπάρναρντ σε μια δεξίωση στο κολέγιο θηλέων Μπάρναρντ (στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια), στις 7 Μάρτη 1906. Μια από τις νεαρές κυρίες παρουσίασε τον κύριο Κλέμενς και τον ευχαρίστησε για την καλοσύνη του να έλθει να τους μιλήσει. Έκλεισε λέγοντας πόσο μεγάλη χαρά έδωσε αυτό στις συμφοιτήτριές της, «επειδή όλες σας αγαπούμε».

Αν κάποια εδώ μ’ αγαπά, έχει τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες. Ή μάλλον, αν κάποια δω πέρα είναι τόσο καλόψυχη ώστε να νιώθει αγάπη για μένα, κι εγώ θα ’μαι γι’ αυτήν σαν αδελφός. Θα ’χει την ειλικρινή, τη θερμή κι αγνή μου αγάπη. Μες στο τραμ, όταν ερχόμουν με την ευγενικότατη δεσποινίδα που ’χε αναλάβει να μ’ οδηγήσει, με ρώτησε για τι πράγμα θα μιλούσα. Και της είπα πως δεν ήμουν βέβαιος. Της είπα ότι είχα μερικά παραδείγματα και θα τα παρουσίαζα, μα πως δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τίνος πράγματος παραδείγματα ήταν.

Τώρα που το συλλογίστηκα σε τούτο το ξέφωτο [υπονοώντας το ειδυλλιακό δάσος στο φόντο της σκηνής], αποφάσισα να τα συνδυάσω με κατιτίς για την ηθική και για τις ιδιοτροπίες της μνήμης. Τούτο μου μοιάζει να ’ναι ένα καλό θέμα. Βλέπετε, οι πάντες έχουν μνήμη – κι από ιδιοτροπίες, άλλο τίποτε. Και, βέβαια, οι πάντες έχουν ηθική.

Η γνώμη μου το λοιπόν είναι πως όλοι όσοι γνωρίζω έχουν ηθική, αν και δε θα ’θελα να τους ρωτήσω κιόλας. Εγώ, μια φορά, ξέρω ότι έχω. Αλλά θα προτιμούσα ανεξαιρέτως να τη διδάσκω παρά να την εφαρμόζω. «Χάρισέ την στους άλλους» – αυτό είναι το σύνθημά μου. Τότε δε θα σου λείψει ποτέ έτσι και ξεμείνεις από δαύτη. Λοιπόν, σχετικά τώρα με τις ιδιοτροπίες της μνήμης γενικά, και της δικιάς μου συγκεκριμένα, παραξενεύομαι σαν συλλογιέμαι όλα τα παιχνίδια που τούτη η μικρή λειτουργία του μυαλού μας παίζει σε βάρος μας. Να μαστε, προικισμένοι με μια διανοητική ικανότητα που θα ’πρεπε να είναι για εμάς πιο ωφέλιμη από οποιαδήποτε άλλη. Και τι συμβαίνει; Αυτή μας η μνήμη αποθηκεύει ένα τέλειο αρχείο των πιο άχρηστων γεγονότων και ιστοριών κι εμπειριών. Και όλα κείνα που θα ’πρεπε να ξέρουμε, που χρειάζεται να ξέρουμε, που θα ωφελούμασταν ξέροντάς τα, όλα τούτα τα πετάει στην μπάντα με την ανέμελη αδιαφορία μιας κοπέλας που απαρνιέται τον αληθινό της αγαπημένο. Είναι τρομερό, όταν το συλλογιέται κανείς. Εγώ τρέμω σύγκορμος σαν σκέφτομαι όλα τα πολύτιμα πράγματα που ’χω λησμονήσει μέσα σ’ εβδομήντα χρόνια – σαν στοχάζομαι σχετικά με τις ιδιοτροπίες της μνήμης μου.

Υπάρχει ένα πουλάκι στην Καλιφόρνια, που ’ναι το τέλειο σύμβολο της ανθρώπινης μνήμης. Έχω λησμονήσει την ονομασία του πουλιού (απλώς επειδή θα μου ’ταν πολύτιμο να τη γνωρίζω – και να τη θυμίσω και σ’ εσάς, ίσως).

Αλλ’ αυτό τ’ ανόητο πλάσμα τριγυρνά μαζεύοντας τα πιο γελοία πράγματα που θα μπορούσατε να διανοηθείτε κι αποθηκεύοντάς τα. Δε διαλέγει ποτέ μήτ’ ένα πράγμα που θα μπορούσε να του φανεί έστω και τοσοδά χρήσιμο· αλλά τριγυρνάει ο καλός σου και μαζεύει σιδερένια πιρούνια και κουτάλια, και κονσέρβες, και χαλασμένες φάκες – κάθε λογής σκουπίδι, που του ’ναι δύσκολο να το κουβαλήσει κι άχρηστο όταν πια το έχει. Να φανταστείτε, τούτο το πουλί θα αδιαφορήσει για ένα χρυσό ρολόι, για να μαζέψει ένα ταψάκι.

Λοιπόν, και το μυαλό μου είν’ έτσι, όμως το δικό μου μυαλό δε διαφέρει από το δικό σας – έτσι, τα μυαλά μας είναι σαν αυτό το πουλί. Αδιαφορούμε για ό,τι θα ’χε για εμάς ανεχτίμητη αξία και γεμίζουμε τη μνήμη μας με τα πιο ασήμαντα πράγματα που δεν πρόκειται ποτέ, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, να χρησιμέψουν σε κανέναν.

Το λοιπόν, πράγματα που θυμάμαι συνεχώς ξεπηδούν μες στο κεφάλι μου. Και δεν παύω να ξαφνιάζομαι από τη ζωντάνια που μου ξανάρχονται στο μυαλό ύστερα από τόσα χρόνια κι από το πόσο ολότελα άχρηστο είναι το να τα θυμάμαι.

Συλλογιόμουν μερικά ερχόμενος εδώ. Είναι τα παραδείγματα για τα οποία μίλησα στη δεσποινίδα που με συνόδεψε. Και κατέληξα στο συμπέρασμα, όσο παράδοξο κι αν είναι, ότι μπορώ να χρησιμοποιήσω όλ’ αυτά τα τέρατα της μνήμης, για να σας διδάξω κάτι. Είμαι πεισμένος ότι το καθένα έχει το ηθικό του δίδαγμα. Και το θεωρώ καθήκον μου να σας το προσφέρω.

Το λοιπόν, θυμάμαι πως, όταν ήμουν αγόρι, ήμουν ένα καλό αγόρι – ναι, πολύ καλό. Ήμουν μάλιστα το καλύτερο αγόρι στο σχολείο μου. Ήμουν το καλύτερο αγόρι στη μικρή μου πόλη στο Μισισίπι, όπου ζούσα. Είχε πληθυσμό μόλις… είκοσι εκατομμύρια – γιατί, κι ας μην το πιστεύετε, ήμουν το καλύτερο αγόρι σ’ εκείνη την Πολιτεία, και μάλιστα σ’ όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όμως, δεν ξέρω γιατί δεν έχω ακούσει ποτέ κανέναν να το λέει αυτό, εκτός από μένα τον ίδιο. Εγώ πάντα το αναγνώριζα. Αλλά ως και οι πιο κοντινοί και αγαπημένοι μου έμοιαζε να μην το βλέπουν. Η μητέρα μου ιδιαίτερα, μου ’δινε την εντύπωση ότι πίστευε πως κάτι σε τούτον τον υπολογισμό δεν ήταν σωστό. Και δεν ξεφορτώθηκε ποτέ αυτήν της την προκατάληψη.

Λοιπόν, όταν η μητέρα μου έφτασε στα ογδόντα πέντε άρχισε να ξεκουτιαίνει. Ξεχνούσε κείνες τις κλωστίτσες που κρατούν ενωμένα τα μπαλώματα νοήματος από τα οποία είναι καμωμένη η ζωή. Τότε ζούσε στα δυτικά, και πήγα να την επισκεφτώ.

Είχα να τη δω κάνα χρόνο. Όταν έφτασα εκεί, αναγνώρισε το πρόσωπό μου· ήξερε πως ήμουν παντρεμένος· ήξερε πως είχα φαμελιά και ζούσα μαζί της. Αλλά δεν μπορούσε, με τίποτε στον κόσμο, να πει το όνομά μου ή ποιος ήμουν. Έτσι, της είπα πως ήμουν το αγόρι της.

«Μα, δε μένεις μαζί μου», αποκρίθηκε.

«Όχι», της είπα εγώ· «μένω στο Ρότσεστερ».

«Τι κάνεις εκεί;»

«Πάω στο σχολείο».

«Είναι μεγάλο σχολείο;»

«Πολύ μεγάλο».

«Μόνο γι’ αγόρια;»

«Μόνο γι’ αγόρια».

«Και πώς τα πας;» είπε η μάνα μου.

«Είμαι το καλύτερο αγόρι σ’ εκείνο το σχολείο», της απάντησα.

«Πολύ θα ’θελα να ’ξερα», είπε η μητέρα μου ξαναβρίσκοντας την παλιά της φλόγα, «τι σόι αγόρια είναι τ’ άλλα».

Λοιπόν, ένα θέμα σε τούτη την ιστορία είναι το γεγονός πως το μυαλό της μητέρας μου γύρισε πίσω στις μαθητικές μου μέρες και θυμήθηκε τη νεανική ιδέα που ’τρεφα εγώ για τον εαυτό μου, ενώ είχε λησμονήσει όλα τ’ άλλα για μένα.

Το άλλο θέμα είναι το ηθικό δίδαγμα. Υπάρχει ένα, και θα το βρείτε αν τ’ αναζητήσετε.

Να και κάτι άλλο που θυμάμαι. Είναι για την πρώτη φορά που ’κλεψα ένα καρπούζι. Ωστόσο, η λέξη «έκλεψα» είναι λάθος. Παραείναι έντονη. Έκλεψα; Όχι, δεν εννοώ αυτό. Ήταν η πρώτη φορά που αφαίρεσα ένα καρπούζι. Η πρώτη φορά, στη ζωή μου, που εξήγαγα ένα καρπούζι. Ναι, τούτη είναι ακριβώς η λέξη που γύρευα – «εξήγαγα». Είναι σαφής. Είν’ ακριβής. Εκφράζει στην εντέλεια αυτό που ’χω στο μυαλό μου. Η οδοντιατρική της χρήση αποδίδει συνεκδοχικά τη λεπτή νοηματική απόχρωση που αναζητώ. Ξέρετε, δεν εξάγουμε ποτέ εμείς οι ίδιοι τα δόντια μας.

Και δεν ήταν δικό μου το καρπούζι που εξήγαγα. Εξήγαγα κείνο το καρπούζι από το κάρο ενός αγρότη, καθώς κείνος ήταν μέσα και παζάρευε μ’ έναν άλλον πελάτη. Πήγα το καρπούζι σε μια απόμερη γωνιά στην ξυλαποθήκη κι εκεί το ’σπασα.

Ήταν άγουρο.

Όταν το λοιπόν το ’δα αυτό, μετάνιωσα, αχ, δεν ξέρετε πόσο. Μου φάνηκε πως ό,τι είχα κάνει ήταν λάθος. Συλλογίστηκα βαθιά. Συλλογίστηκα ότι ’μουν μικρός – μόλις έντεκα χρονών, θαρρώ. Αλλά ήξερα πως, αν και ανώριμος, δε μου ’λειπε η ηθική πρόοδος. Γνώριζα πολύ καλά τι θα ’πρεπε να κάνει ένα αγόρι που έχει έτσι εξαγάγει ένα καρπούζι.

Συλλογίστηκα τον Τζορτζ Ουάσινγκτον και τι θα έκανε κείνος κάτω από παρόμοιες περιστάσεις, και τότε κατάλαβα ότι υπήρχε ένα πράγμα μονάχα, που θα μ’ έκανε να νιώσω ότι ήμουν σωστός, κι αυτό το πράγμα ήταν η Επανόρθωση.

Έτσι είπα μέσα μου: «Αυτό θα κάνω. Θα πάω πίσω τούτο το άγουρο καρπούζι, κει απ’ όπου το πήρα». Και, τη στιγμή που το ’πα, ένιωσα κείνη τη μεγάλη ηθική ανάταση που νιώθεις όταν έχεις πάρει μια ευγενή απόφαση.

Έτσι, μάζεψα τα μεγαλύτερα κομμάτια, τα πήγα πίσω στο κάρο του αγρότη και ξανάβαλα στη θέση του το καρπούζι – ό,τι ’χε απομείνει από δαύτο. Και τον έκανα, επίσης, να μου το αντικαταστήσει μ’ ένα καλό.

Και του ’πα πως θα ’πρεπε να ντρέπεται που τριγυρνούσε και ξεφορτωνόταν τα άχρηστα τ’ άγουρα τα παλιοκάρπουζά του πουλώντας τα σε μωρόπιστους αγοραστές που βασίζονταν στα λόγια του. Πώς να ξεχωρίσουν απέξω αν τα καρπούζια ήταν ή δεν ήταν καλά; Αυτό ήταν δικιά του δουλειά. Και, άμα δε διορθωνόταν, του είπα ότι θα φρόντιζα, όσο μπορούσα, να μην ξανάπαιρνε δεκάρα ούτε από μένα ούτε από κανέναν άλλον απ’ όσους γνώριζα.

Ξέρετε, κείνος ο άνθρωπος ήταν τόσο μεταμελημένος όσο οποιοσδήποτε νεοφώτιστος. Είπε ότι υπέφερε όταν συλλογιόταν πως είχα πάρει ένα άγουρο καρπούζι. Μου υποσχέθηκε ότι δε θα φόρτωνε ποτέ ξανά άλλο άγουρο καρπούζι, ακόμα κι αν λιμοκτονούσε. Κι έφυγε – καλύτερος άνθρωπος τώρα.

Βλέπετε λοιπόν τι έκανα για κείνον το φουκαρά; Είχε πάρει τον κατήφορο και τον έσωσα. Και η μόνη μου ανταμοιβή ήταν ένα καρπούζι.

Ναι, θα προτιμούσα να ’χω τούτη την ανάμνηση –μονάχα αυτήν την ανάμνηση του καλού που ’κανα σ’ εκείνον τον εξαχρειωμένο αγρότη–, παρά όλα τα υλικά οφέλη που χωράει ο νους σας. Δείτε τι μάθημα πήρε! Εγώ ποτέ δεν κέρδισα απ’ αυτό κάτι παρόμοιο. Αλλά θα ’πρεπε να είμαι ευχαριστημένος: ήμουν μονάχα έντεκα χρονών, αλλά εξασφάλισα ένα παντοτινό όφελος για τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Το ηθικό δίδαγμα σε τούτο είναι ολοκάθαρο, και νομίζω πως υπάρχει ένα τέτοιο και στην επόμενη ανάμνηση που γι’ αυτή θα σας μιλήσω.

Για να επανέλθω στην παιδική μου ηλικία, είν’ ακόμα ένα μικρό περιστατικό που μου ’ρχεται στο μυαλό, και που μπορείτε απ’ αυτό ν’ αντλήσετε άλλο ένα ηθικό δίδαγμα. Είναι σχετικά με μια από τις φορές που ’χα πάει για ψάρεμα. Βλέπετε, στο σπιτικό μας υπήρχε μια οικογενειακή προκατάληψη ενάντια στο να πηγαίνεις για ψάρεμα αν δεν έπαιρνες πρώτα την άδεια. Συχνά, όμως, το να τη ζητήσεις ήταν ασύνετο. Έτσι, πήγα κρυφά για ψάρεμα – ψηλά στο Μισισιπή, μάλιστα. Ήταν μια έξοχη εκδρομή, θυμάμαι, που μ’ άφησε μια πολύ ευχάριστη αίσθηση.

Λοιπόν, όσο έλειπα, συνέβη μια τραγωδία στην πόλη μας. Ένας ξένος, σταματώντας στο δρόμο του από την Καλιφόρνια προς τ’ ανατολικά, έμπλεξε σ’ έναν ανάρμοστο καβγά και μαχαιρώθηκε θανάσιμα.

Ο πατέρας μου το λοιπόν ήταν ειρηνοδίκης και, επειδή ήταν ο ειρηνοδίκης ήταν κι ο ιατροδικαστής, και επειδή ήταν ο ιατροδικαστής επίσης ήταν κι αστυφύλακας· και, καθότι ήταν αστυφύλακας, ήταν και σερίφης· και, σαν ανταμοιβή που ’χε αναλάβει το αξίωμα του σερίφη, επιπλέον ήταν γραμματέας του δήμου κι είχε και καμιά ντουζίνα άλλα αξιώματα που αυτήν τη στιγμή μου διαφεύγουν.

Πίστευα ότι ’χε απόλυτη εξουσία, ζωής και θανάτου, μονάχα που δεν την ασκούσε σ’ άλλα αγόρια. Ήταν κάπως αυστηρός άνθρωπος. Δε μου πολυάρεσε να ’μαι κάπου γύρω του όταν είχα κάνει κάτι που το αποδοκίμαζε. Έτσι, αυτός ήταν ο λόγος που συχνά δεν ήμουν εκεί γύρω.

Όταν λοιπόν κείνος ο τζέντλεμαν μαχαιρώθηκε, επικοινώνησαν με τις αρμόδιες αρχές, ήτοι με τον ιατροδικαστή, και ξάπλωσαν το πτώμα στο γραφείο του –στο καθιστικό μας–, για τη δικαστική έρευνα που θα ελάμβανε χώρα το επόμενο πρωί.

Κατά τις εννιά με δέκα, γύρισα από το ψάρεμα. Ήταν λιγάκι αργά για να μ’ υποδεχτούν οι δικοί μου, έτσι έβγαλα τα παπούτσια μου και μπήκα αθόρυβα από πίσω στο καθιστικό. Ήμουν ξεθεωμένος και δεν ήθελα να ενοχλήσω τους γονιούς μου, έτσι πήγα ψηλαφιστά μέχρι τον καναπέ και πλάγιασα.

Λοιπόν, δεν ήξερα τίποτε απ’ όσα συνέβησαν όσο έλειπα. Αλλά ήμουν κάπως ανήσυχος, φοβόμουν μη με τσακώσουν, κι είχα τις αμφιβολίες μου για το τι θα γινόταν το πρωί. Ήμουν ξαπλωμένος εκεί πέρα για λίγα λεπτά, όταν τα μάτια μου σταδιακά συνήθισαν στο σκοτάδι και πρόσεξα κάτι στην άλλη μεριά του δωματίου.

Ήταν κάτι που δεν ανήκε εκεί. Η όψη του ήταν απόκοσμη. Ανακάθισα βάζοντας τα δυνατά μου να διακρίνω και διερωτώμενος τι στην ευχή μπορούσε να ’ναι κείνο το μακρύ άμορφο απαίσιο πράγμα.

Πρώτα, είπα να πάω να δω, αλλά μετά συλλογίστηκα: «Άσ’ το καλύτερα».

Υπόψη, όχι πως φοβόμουν, αλλά δε μου πολυφαινόταν φρόνιμο να το ψάξω κιόλας. Όμως, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω από κείνο το πράγμα. Και, όσο πιο πολύ το κοίταγα, τόσο πιο δυσάρεστο μου φαινόταν. Αλλά ήμουν αποφασισμένος να φανώ άντρας. Έτσι αποφάσισα να γυρίσω από την άλλη, να μετρήσω μέχρι το εκατό και ν’ αφήσω το φεγγαρόφωτο, γλιστρώντας μέσα, να μου φανερώσει τι στο δαίμονα ήταν.

Γύρισα από την άλλη και προσπάθησα να μετρήσω, αλλά δεν μπορούσα να βγάλω κείνο το πράγμα απ’ το μυαλό μου. Ολοένα συλλογιόμουν αυτόν τον αποτρόπαιο όγκο. Ω όχι, δε φοβόμουν – ήμουν απλώς ενοχλημένος. Αλλά, με το που έφτασα στο εκατό, γύρισα επιφυλακτικά κι άνοιξα θαρραλέα τα μάτια.

Το φεγγαρόφωτο μου αποκάλυψε ένα κάτασπρο ανθρώπινο χέρι. Λοιπόν, δεν ταράχτηκα! – αλλά έπειτα ξανάνιωσα κείνη την ανατριχίλα και είπα να δοκιμάσω να μετρήσω πάλι. Δεν ξέρω πόσες ώρες ή βδομάδες πέρασα ξαπλωμένος εκεί πέρα, αφοσιωμένος στο μέτρημα. Αλλά το φεγγαρόφωτο γλίστρησε πάνω σ’ εκείνο το άσπρο χέρι και μου φανέρωσε ένα πρόσωπο σαν από μολύβι και μια τρομερή λαβωματιά στο ύψος της καρδιάς.

Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν έντρομος ή κάτι τέτοιο. Αλλά κάπως τα μάτια του μου κίνησαν τόσο το ενδιαφέρον… ώστε σάλταρα απ’ το παράθυρο. Δε χρειαζόμουν το πλαίσιο του τζαμιού, αλλά μου φάνηκε ευκολότερο να το πάρω μαζί μου, παρά να τ’ αφήσω πίσω!

Λοιπόν, μπορείτε απ’ αυτό να διδαχτείτε κάτι – αν και δεν ξέρω τι ακριβώς. Όμως, στα εβδομήντα μου χρόνια, βρίσκω ότι αυτή η ανάμνηση έχει μιαν ιδιαίτερη αξία για μένα. Ασυνείδητα, μ’ έχει καθοδηγήσει όλ’ αυτά τα χρόνια. Πράγματα που ’μοιαζαν να είναι κάπου καταχωνιασμένα και μακρινά, δεν παύουν να επιδρούν. Ναι, κανείς διδάσκεται με τόσους τρόπους! Κι εσείς, επίσης, διδάσκεστε με τον πλέον πρόσφορο τρόπο ακόμα κι όταν δεν το ξέρετε.

Να κάτι άλλο που μου δίδαξε πολλά.

Όταν ήμουν δεκαεφτά χρονών ήμουν πολύ ντροπαλός, και μια δεκαεξάχρονη κοπέλα ήλθε να μείνει μία βδομάδα μαζί μας. Ήταν κούκλα, και με κυρίεψε μια ευτυχία που δεν είχε όμοιά της στον κόσμο όλο.

Ένα βράδυ η μητέρα μου πρότεινε, για να την ψυχαγωγήσω, να την πάω στο θέατρο. Δεν ήθελα, επειδή ήμουν δεκαεφτάρης κι ένιωθα άβολα να εμφανιστώ έξω στο δρόμο με μια κοπέλα. Μου φαινόταν αδύνατον να ευχαριστηθώ δημόσια αυτό που μου ’δινε χαρά. Ωστόσο πήγαμε.

Δεν ένιωθα πολύ ευτυχισμένος, ούτε μπορούσα να συγκεντρωθώ στο έργο, και ύστερα από λίγο συνειδητοποίησα ότι γι’ αυτό δεν έφταιγε τόσο η ωραία συντροφιά μου, όσο έφταιγαν οι μπότες μου. Ήταν χάρμα μπότες, απαλές σαν δέρμα μωρού, αλλά με στένευαν. Έπαψα να προσέχω το έργο και την κοπέλα κι όλους τους υπόλοιπους θεατές, τα πάντα εκτός από τις μπότες μου – μέχρι που μισοέβγαλα τη μια. Η αίσθηση ήταν ηδονική, ήταν τέλεια. Τι μπορούσα να κάνω; Έπρεπε να μισοβγάλω και την άλλη. Έπειτα ήμουν υποχρεωμένος να τις βγάλω ολότελα, και μονάχα άφησα τα πόδια μου μες στη «γάμπα» της μιας και της άλλης μπότας, ώστε να μην τις χάσω.

Από κείνη τη στιγμή ευχαριστήθηκα το έργο. Αλλά ξάφνου η αυλαία έπεσε, στα καλά καθούμενα, κι εγώ δε φόραγα τις μπότες μου. Επιπλέον, δεν ήθελαν οι άτιμες να μπουν. Τραβούσα και τραβούσα μ’ όλη μου τη δύναμη, και οι άνθρωποι στη σειρά μας σηκώθηκαν κι εκνευρίστηκαν κι είπαν κουβέντες, ώσπου εγώ και η κούκλα αναγκαστήκαμε να προχωρήσουμε.

Προχωρήσαμε λοιπόν – εγώ με την κοπέλα στο ένα μπράτσο και με τις μπότες κάτω απ’ τ’ άλλο.

Γυρίσαμε σπίτι έτσι, δεκάξι τετράγωνα πιο πέρα, με μια ακολουθία, μακριά ίσαμε ένα μίλι, να μας έχει πάρει από πίσω. Κάθε φορά που περνούσαμε από ’να φανοστάτη, ένιωθα ότι θα ’μενα στον τόπο. Αλλά γυρίσαμε… α, και οι κάλτσες μου ήταν άσπρες.

Ακόμα κι αν ζήσω εννιακόσια ενενήντα εννιά χρόνια, δε νομίζω ότι θα μπορούσα ποτέ να ξεχάσω κείνη τη διαδρομή. Τη θυμάμαι τόσο ζωηρά όσο την απογοήτευση και τη στεναχώρια που ’νιωσα μια άλλη φορά.

Κάποια στιγμή στην οικογενειακή μας ιστορία είχαμε έναν έγχρωμο μπάτλερ που ’χε ένα κουσούρι. Δε θυμόταν ποτέ να ζητήσει απ’ όσους χτυπούσαν την πόρτα μας να πουν τι ήθελαν. Έτσι υπέμενα άσκοπα πάμπολλες επισκέψεις.

Ένα πρωί που ’χα πολλή δουλειά, μου ’φερε μια κάρτα μ’ ένα άγνωστό μου όνομα τυπωμένο ανάγλυφα. Έτσι κι εγώ είπα: «Γιατί θέλει να με δει;» κι ο Σιλβέστερ είπε: «Δεν μπορούσα να τον ρωτήξω, κύριε· ήταν τζέντλιμαν». «Γύρνα τώρα αμέσως», μούγκρισα, «και μάθε ποια είναι η δουλειά του, ρώτα τον τι στα κομμάτια θέλει». Λοιπόν, ο Σιλβέστερ γύρισε για να μου ανακοινώσει ότι η δουλειά του ξένου ήταν να πουλάει αλεξικέραυνα. «Τι λες;» είπα. «Τα πράγματα είναι σκούρα όταν και οι πωλητές αλεξικέραυνων αναγγέλλουν τον ερχομό τους δίνοντας ανάγλυφες κάρτες». «Έχει εικόνες», πρόσθεσε ο Σιλβέστερ. «Τι λες, εικόνες! Μπορεί να ’ναι γυρολόγος που πουλάει γκραβούρες. Έχει μήπως μια δερμάτινη θήκη;» Όμως ο Σιλβέστερ παραήταν φοβισμένος για να θυμηθεί, έτσι είπα: «Κατεβαίνω κάτω να σου τον κανονίσω αυτόν τον τυχάρπαστο!»

Κατέβηκα κάτω, φουντώνοντας όλο και πιο πολύ. Όταν έφτασα στο σαλόνι, ήμουν έξω φρενών πίσω από ’να προσωπείο ψυχρής ευγένειας. Και, όταν κοίταξα απ’ την πόρτα, να σου τον, να κρατάει μια δερμάτινη θήκη. Αλλά δεν πρόσεξα πως ήταν η δικιά μας.  

Και, πιστέψτε με αν θέλετε, ο άνθρωπός μας καθόταν με μια σειρά ολόκληρη από γκραβούρες απλωμένη μπροστά του. Πάλι όμως δεν πρόσεξα ότι ’ταν οι δικές μας γκραβούρες, που του τις είχε απλώσει κάποιο μέλος της φαμελιάς μου για κάποιον αδιευκρίνιστο σκοπό.

Πολύ απότομα, ρώτησα τον εν λόγω κύριο τι ήθελε. Έκπληκτος και μαζεμένος, ψέλλισε ότι ’χε γνωρίσει τη σύζυγό μου και τη θυγατέρα μου στο βουνό, και τον είχαν προσκαλέσει. Ωραίο ψέμα, σκέφτηκα και τον κατακεραύνωσα.

Έδειχνε κάπως σαστισμένος και καθόταν κει πέρα πασπατεύοντας τις γκραβούρες μες στη θήκη, μέχρι που του είπα ότι δε χρειαζόταν να μπει στον κόπο γιατί τις είχαμε κι εμείς. Αυτό τον ευχαρίστησε τόσο πολύ, που έσκυψε αμήχανα να σηκώσει μιαν άλλην απ’ το πάτωμα. Όμως τον σταμάτησα. «Κι αυτή την έχουμε», του είπα. Έδειχνε αξιολύπητα έκπληκτος, όμως εγώ συνέχαιρα τον εαυτό μου για τη μεγάλη μου επιτυχία.

Τέλος ο άνθρωπός μας ρώτησε πού έμενε ο κύριος Γουίντον· τον είχε γνωρίσει επίσης στο βουνό. Έτσι είπα ότι ευχαρίστως θα του ’δειχνα, πράγμα που έκανα ευθύς αμέσως. Όταν έφυγε, ωστόσο, ένιωσα παράξενα γιατί όλες του οι γκραβούρες ήταν απλωμένες χάμω.

Λοιπόν, η σύζυγός μου μπήκε και με ρώτησε ποιος ήταν. Της απάντησα περιχαρής, δείχνοντάς της την κάρτα του, και τότε εκείνη μόνο που δε λιποθύμησε, καταταράζοντάς με. Μου είπε πως ήταν ένας πολύ περιποιητικός τους φίλος στην εξοχή και πως είχε λησμονήσει να μου πει ότι ’χαν κανονίσει να περάσει από μας. Κι έπειτα μ’ έσπρωξε έξω από την πόρτα και με πρόσταξε να σπεύσω στους Γουίντον και να τον φέρω πίσω.

Μπήκα στο καθιστικό, όπου η κυρία Γουίντον καθόταν αυστηρή κι αλύγιστη σε μια καρέκλα, με το φέρσιμό της να ’ναι ίδιο με το δικό μου και χειρότερο. Τέλος πάντων, άρχισα να ξεκαθαρίζω τα πράγματα, και σε μισό λεπτάκι η κυρία Γουίντον είδε ότι ’ταν καιρός να αλλάξει στάση. Πέντε λεπτά αργότερα είχα καλέσει τον άνθρωπο σε μεσημεριανό γεύμα κι εκείνη τον είχε καλέσει σε βραδινό, και ούτω καθεξής.

Κάναμε τον φιλαράκο ν’ αλλάξει το ταξίδι του και να μείνει μία βδομάδα, και φροντίσαμε να περάσει φίνα. Δε νομίζω όλο κείνο το διάστημα να τον αφήσαμε να ξεμεθύσει.

Πιστεύω πως κάποια καλή σκέψη θα αποκομίσετε απ’ αυτές μου τις διδαχές και πως η ανάμνησή τους θα σας εμπνεύσει να πράξετε υψηλότερα πράγματα, θα σας εξυψώσει σε σχέδια πολύ ανώτερα από τα παλιά και… και…

Και σας λέω ένα πράγμα, δεσποινίδες μου: ότι σήμερα πέρασα καλύτερα μαζί σας, απ’ ό,τι μ’ εκείνη την κουκλίτσα πριν από πενήντα τρία χρόνια.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Φρέσκα σύκα

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά