Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Το μανιφέστο του φιλελευθερισμού

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Εκείνος που θα επιχειρήσει να κωδικοποιήσει την παρουσία των φιλελεύθερων ιδεών στο πολιτικό πεδίο του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα με αναφορές σε δύο εμβληματικά έργα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα παραλείψει να αναφερθεί στον Δρόμο προς τη δουλεία του Φρήντριχ Χάγιεκ (το άλλο, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι η Ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της του, επίσης αυστριακού, πολιτικού στοχαστή Καρλ Πόππερ). Γραμμένα την ίδια εποχή, εκφράζουν τις ανησυχίες των συγγραφέων τους για το μέλλον των πολιτικών ελευθεριών υπό τη διπλή φαιοκόκκινη απειλή του σταλινικού και του εθνικοσοσιαλιστικού ολοκληρωτισμού.

«Η εθνικοποίηση της σκέψης προχωρούσε πάντοτε μαζί με την εθνικοποίηση της βιομηχανίας»

E.H. Carr

Ήταν μια ταραγμένη περίοδος. Οι φιλελεύθερες ιδέες υποχωρούσαν άτακτα έπειτα από την ακμή του 19ου αιώνα και οι φιλελεύθεροι βρίσκονταν στη δυσάρεστη θέση «να προχωρούν μόνοι τους, γελοιοποιημένοι και χωρίς την παραμικρή απήχηση». Κάπως έτσι περιέγραψε ο Φρήντριχ Χάγιεκ τα χρόνια που προηγήθηκαν της έκρηξης του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, χρόνια στα οποία είχαν εδραιωθεί τόσο το χιτλερικό καθεστώς στη Γερμανία όσο και ο σταλινισμός στην ΕΣΣΔ.

Ο βιεννέζος και, από το 1938, πολιτογραφημένος Βρετανός, Φρίντριχ Χάγιεκ (1899-1992), ήταν πολυμαθής και πολυγραφότατος, με το έργο του να περιλαμβάνει είκοσι πέντε βιβλία και περίπου εκατόν τριάντα επιστημονικά άρθρα που εκτείνονται σε τομείς όπως η οικονομική επιστήμη, η επιστημολογία, η πολιτική φιλοσοφία, η ιστορία των πολιτικών ιδεών, η θεωρητική ψυχολογία κσι η νομική ανθρωπολογία. Αν και επιβραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ (1974) για τη συνεισφορά του στην οικονομική επιστήμη και συγκεκριμένα για τη μελέτη των οικονομικών-εμπορικών κύκλων (δες το έργο του Pricesand Production, 1931), οι προσεγγίσεις του ήσαν δι-επιστημονικές ενώ ο ίδιος ένιωθε περισσότερο άνετα στο Committee of Social Thought και στη θέση του καθηγητή Κοινωνικής και Ηθικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου του Σικάγου (1950-1962) παρά στη θέση του καθηγητή Οικονομικών και Στατιστικής του London School of Economics, την οποία κατείχε το διάστημα 1931-1939.

Είναι σημαντικό να τοποθετήσουμε το (κάθε) βιβλίο στο ιστορικό του πλαίσιο. Με το Δρόμο προς τη Δουλεία (που γράφτηκε κυρίως τα έτη 1941 και 1942 και κυκλοφόρησε το 1944), ο Χάγιεκ πυροδοτεί μία πολεμική την οποία θεωρούσε «καθήκον του» απέναντι στον επελαύνοντα ναζισμό. Ο γάλλος διανοητής Γκυ Σορμάν αποκάλεσε πετυχημένα τον Χάγιεκ «Κάρολο Μαρξ του φιλελευθερισμού». Κατ’ αντιστοιχία, θα μπορούσαμε ίσως να χαρακτηρίσουμε τον Δρόμο προς τη Δουλεία το «Μανιφέστο του φιλελευθερισμού». Ο Χάγιεκ, με το συγκεκριμένο βιβλίο, παρενέβη δυναμικά στα πολιτικά πράγματα της εποχής του. Προφανώς, δεν απευθύνθηκε στους προλετάριους αλλά στους ιδεολογικούς του αντιπάλους, τους «σοσιαλιστές όλων των κομμάτων», στους οποίους και αφιερώνει το βιβλίο.

ΗΘΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Το βιβλίο, ο τίτλος του οποίου έλκει την καταγωγή του από τη φράση του Αλέξις ντε Τοκβίλ «δρόμος προς την υποτέλεια» (“roadtoservitude”), έκανε αμέσως μεγάλη εκδοτική επιτυχία στις ΗΠΑ, αλλά όχι στη Βρετανία, Η διάδοσή του σίγουρα ενισχύθηκε από τη σύνοψη που δημοσίευσε το περιοδικό Readers’ Digest σε ένα εκατομμύριο αντίτυπα, με αποτέλεσμα ο Χάγιεκ να γίνει γνωστός σε ένα ιδιαιτέρως ευρύ κοινό, τη στιγμή που ο ίδιος ανέμενε να διαβαστεί σε έναν στενό κύκλο ενδιαφερομένων. Σύμφωνα μάλιστα με την πολιτική επιθεώρηση ForeignAffairs, το βιβλίο συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πέντε σημαντικότερα οικονομικο-κοινωνικά έργα των τελευταίων εβδομήντα πέντε χρόνων. Ωστόσο,την επιτυχία του βιβλίου δεν μπόρεσε να την επαναλάβει με τα μετέπειτα και πλέον ολοκληρωμένα έργα του όπως το Σύνταγμα της Ελευθερίας (1960) ή το Δίκαιο, Νομοθεσία και Ελευθερία (1973-1979).

Έχοντας την ιστορική εμπειρία των εκτεταμένων εθνικοποιήσεων που ακολούθησαν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε Αυστρία και Γερμανία και την απαξίωση του καπιταλισμού ως συνέπεια της Μεγάλης Ύφεσης του 1929, στο Δρόμο προς τη δουλεία ο Χάγιεκ διερευνά τη σύνδεση ανάμεσα στην επικράτηση αυταρχικών πολιτικών προταγμάτων και ενός έρποντος και διαρκώς επεκτεινόμενου κρατικού παρεμβατισμού. Συνεχίζει συνεπώς την περίφημη επιστημονική διαμάχη της δεκαετίας του 1920 για τον «σοσιαλιστικό υπολογισμό» (socialistcalculationdebate)[1] πέρα από το πεδίο της αποτελεσματικότητας του οικονομικού προγραμματισμού, στο πεδίο της πολιτειακής οργάνωσης αλλά και της ηθικής. Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι η αυστηρή οργάνωση της οικονομίας στη βάση του κολλεκτιβισμού οδηγεί όχι μόνο στην οικονομική αναποτελεσματικότητα αλλά και στην πολιτική τυραννία, καθώς προϋποθέτει τη συγκέντρωση υπέρμετρης εξουσίας στους «σχεδιαστές» των εφαρμοζόμενων πολιτικών.

Έτσι, ο Χάγιεκ, δίπλα στα πολυσυζητημένα επιχειρήματα των φιλελεύθερων για την οικονομική αναποτελεσματικότητα του σοσιαλισμού, προσθέτει και μια κριτική του βασισμένη στην ηθική. Δεν πρέπει να λησμονούμε, πάντως, ότι την εποχή εκείνη τα κομμουνιστικά και τα εθνικοσοσιαλιστικά καθεστώτα, μέσα από μια πρωτόγνωρη κινητοποίηση πόρων, εμφανίζονταν ως επιτυχημένα παραδείγματα οικονομικής ανάπτυξης. Πλήθος εμπειρικών μελετών που δείχνουν την ύπαρξη συσχετισμού ανάμεσα στην οικονομική ελευθερία και τα περιουσιακά δικαιώματα καθώς και στα ατομικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες, κάνουν σήμερα ακόμα πιο ισχυρή τη σκέψη του Χάγιεκ πως μόνο ο «καπιταλισμός καθιστά εφικτή τη δημοκρατία». Ταυτόχρονα όμως είναι φανερό πως, ακόμη και σήμερα, μεγάλο μέρος της επιρροής των σοσιαλιστικών αντιλήψεων πηγάζει από επιχειρήματα στο πεδίο της ηθικής και του αξιακού πλαισίου, κάτι που ορθά επισήμανε ο Χάγιεκ επιχειρώντας στη συνέχεια να το ανατρέψει. Αρκεί να θυμηθούμε τον στοχαστή Καρλ Πολάνυ (KarlPolanyi), ο οποίος έλεγε χαρακτηριστικά ότι ακόμη και αν οι αγορές μπορούσαν να λειτουργήσουν τέλεια, τα αποτελέσματά τους θα ήταν άδικα. Όπως άλλωστε αναγνωρίζει ο ριζοσπάστης νομπελίστας οικονομολόγος Αμάρτυα Σεν, ο Χάγιεκ ανέδειξε με μοναδικό τρόπο το ρόλο των αγορών και των άλλων θεσμών στην προαγωγή των ατομικών ελευθεριών.

Στο Δρόμο προς τη δουλεία αναδεικνύονται τα κύρια σημεία της χαγιεκιανής προβληματικής και σκιαγραφείται το «πρόγραμμα έρευνας» που θα αναπτύξει με εξαιρετική επιτυχία τις επόμενες δεκαετίες. Αυτό συνοψίζεται τα παρακάτω σημεία:

*Η διάσπαρτη, κατακερματισμένη και ατελής γνώση καθιστά αναποτελεσματικό τον κεντρικό σχεδιασμό και συνακόλουθα τον ανταγωνισμό ως παραγωγική «διαδικασία ανακάλυψης».

*Η απόρριψη του «μεθοδολογικού ολισμού» συνδέεται με την επιλογή του «μεθοδολογικού ατομικισμού» ως μεθόδου ανακάλυψης των δεσμών και των σχέσεων που δίνουν μορφή στα κοινωνικά φαινόμενα.

*Είναι αναγκαία η κριτική στον «επιστημονισμό» και τον «ορθολογικό κονστρουκτιβισμό», σε αντιδιαστολή με τις «αυθόρμητα προκύπτουσες τάξεις» της εμπειρικής παρατήρησης.

*Είναι αποφασιστικής σημασίας η θεσμική οργάνωση της κοινωνικής ζωής και η αναγκαιότητα της κυριαρχίας του κράτους δικαίου (ruleoflaw) απέναντι στην ευμετάβλητη και απεριόριστη εξουσία των κρατούντων.

*Είναι καθοριστική η σημασία των ιδεών και του ρόλου των διανοουμένων στις επιλογές των πολιτικών ελίτ, που θα μπορούσε να ανατρέψει την ανύπαρκτη πρόταση για τη διεκδίκηση μιας φιλελεύθερης ουτοπίας.

Είναι φανερό πως, για τον Χάγιεκ η αντιφιλελεύθερη πορεία του μεσοπολέμου στις χώρες της Ευρώπης δεν αποδίδεται σε ανορθολογικές επιλογές των ευρωπαϊκών κοινωνιών αλλά, αντίθετα, σε επιλογές που φαντάζουν ορθολογικές εντός του πλαισίου όπου λαμβάνονται και συμβατές με την κατεστημένη επιστημονική γνώση  της εποχής. Έτσι, η απόρριψη των αρχών της ανοιχτής κοινωνίας και οικονομίας είχε συντελεστεί εντός των γερμανικών ελίτ πριν από την επικράτηση του εθνικοσοσιαλισμού, ο οποίος δεν ήταν αντίδραση στον σοσιαλισμό αλλά ευθέως επηρεασμένος από αυτόν, κάτι που αναδεικνύει με πειστικό τρόπο στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου.  

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Ποιος είναι λοιπόν ο άξονας του Δρόμου προς τη δουλεία; Το παρακάτω παράθεμα αντικατοπτρίζει το πνεύμα που διαπερνά το σπουδαίο αυτό βιβλίο:

Η αρχή που διευθύνει όλη την οικονομική δραστηριότητα δεν θα έλεγχε μόνο ένα μέρος της ζωής μας, που αφορά κατώτερα πράγματα. Θα έλεγχε τη διάθεση των περιορισμένων μέσων για όλους τους σκοπούς μας. Και όποιος ελέγχει όλη την οικονομική δραστηριότητα ελέγχει τα μέσα για όλους τους σκοπούς μας και πρέπει επομένως να αποφασίζει ποιοι θα ικανοποιηθούν και ποιοι όχι. Αυτή είναι στην πραγματικότητα η ουσία του θέματος. Ο οικονομικός έλεγχος δεν είναι απλώς ο έλεγχος ενός τομέα της ανθρώπινης ζωής που μπορεί να χωριστεί από τους υπόλοιπους  είναι ο έλεγχος των μέσων για όλους τους σκοπούς μας. Και όποιος έχει τον αποκλειστικό έλεγχο των μέσων πρέπει επίσης να καθορίζει ποιοι σκοποί πρέπει να υπηρετούνται, ποιες αξίες πρέπει να θεωρούνται υψηλότερες και ποιες κατώτερες – εν ολίγοις, τι πρέπει να πιστεύουν και να επιδιώκουν οι άνθρωποι. Κεντρικός σχεδιασμός σημαίνει ότι το οικονομικό πρόβλημα πρέπει να λύνεται από την κοινότητα, όχι από το άτομο αυτό όμως προϋποθέτει ότι η κοινότητα, ή μάλλον οι αντιπρόσωποί της, θα αποφασίζουν για τη σχετική σπουδαιότητα των διαφορετικών αναγκών. (σελ. 167-168)

Καθώς η πρόσληψη του έργου του Χάγιεκ στη χώρα μας έχει πέσει θύμα άλλοτε σκόπιμης και άλλοτε αθέλητης διαστρέβλωσης από «εχθρούς» αλλά και «φίλους», είναι σημαντικό να επισημάνουμε πως ο συγκεκριμένος στοχαστής δεν εναντιώνεται στην κρατική παρέμβαση καθεαυτή, δεν απορρίπτει δηλαδή εκ των προτέρων και σε κάθε περίπτωση τη ρύθμιση των οικονομικών σχέσεων. Την εποχή που έγραφε ο Χάγιεκ τον Δρόμο προς τη δουλεία (όπως θα επισημάνει αργότερα και ο ίδιος, στην εισαγωγή της έκδοσης του 1976), σοσιαλισμός σήμαινε αναπόφευκτα «κολλεκτιβισμός», δηλαδή κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και κεντρικός σχεδιασμός με στόχο την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων. Όπως γράφει χαρακτηριστικά:

Είναι σημαντικό να μη συγχέουμε την αντίθεση σε αυτό το είδος σχεδιασμού με μια δογματική θέση υπέρ του laissezfaire. Το φιλελεύθερο επιχείρημα είναι υπέρ της καλύτερης δυνατής χρήσης των δυνάμεων του ανταγωνισμού ως μέσου συντονισμού των ανθρώπινων προσπαθειών, όχι ένα επιχείρημα υπέρ του να μείνουν τα πράγματα όπως είναι [...] Δεν αρνείται –τουναντίον, μάλιστα, τονίζει– ότι προκειμένου να λειτουργεί επωφελώς αυτός ο ανταγωνισμός, χρειάζεται ένα προσεκτικά μελετημένο νομικό πλαίσιο και ότι ούτε οι υπάρχοντες κανόνες ούτε οι παλαιότεροι νομικοί κανόνες είναι απαλλαγμένοι από σοβαρά ελαττώματα. Ούτε αρνείται ότι, όπου είναι αδύνατον να δημιουργηθούν οι συνθήκες που απαιτούνται για να γίνει αποτελεσματικός ο ανταγωνισμός, πρέπει να καταφεύγουμε σε άλλες μεθόδους καθοδήγησης της οικονομικής δραστηριότητας. (σελ. 91-92)

Διόλου τυχαία, ο Χάγιεκ προκάλεσε τον εκνευρισμό των δογματικών εκατέρωθεν. Ανάμεσά τους, αξίζει να σημειώσουμε την ενόχληση της συγγραφέως Άυν Ραντ, η οποία στα περιθώρια του αντιτύπου της σημείωσε, μεταξύ άλλων, τους χαρακτηρισμούς «καταραμένος ηλίθιος» και «κακός μπάσταρδος» για τον Χάγιεκ.

Άραγε, η απαισιόδοξη οπτική του Χάγιεκ, διατυπωμένη στους δυσοίωνους καιρούς της Ευρώπης, διαψεύστηκε από τις μελλοντικές εξελίξεις, καθώς σήμερα οι υψηλές δημόσιες δαπάνες μπορούν να συνυπάρχουν με υψηλούς βαθμούς πολιτικής ελευθερίας, όπως, π.χ., συμβαίνει στην περίπτωση των σκανδιναβικών κρατών; Όχι. Διότι ο ίδιος δεν στρέφεται κατά των δημόσιων δαπανών ή της κρατικής ιδιοκτησίας, αλλά κατά 

[ε]ίναι υψίστης σημασίας για το επιχείρημα αυτού του βιβλίου να έχει κατά νου ο αναγνώστης ότι ο σχεδιασμός ενάντια στον οποίο στρέφεται όλη η κριτική μας είναι αποκλειστικά ο σχεδιασμός ενάντια στον ανταγωνισμό – ο σχεδιασμός που καλείται να υποκαταστήσει τον ανταγωνισμό. Αυτό είναι το σημαντικότερο, καθώς δεν μπορούμε, εντός των ορίων αυτού του βιβλίου, να υπεισέλθουμε σε μια συζήτηση του πολύ αναγκαίου σχεδιασμού που απαιτείται για να γίνει ο ανταγωνισμός όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικός κι επωφελής. Καθώς, όμως, στην τρέχουσα χρήση του όρου, ο «σχεδιασμός» έχει γίνει συνώνυμος αυτού του πρώτου είδους σχεδιασμού, θα είναι μερικές φορές αναπόφευκτο, χάριν συντομίας, να αναφερόμαστε σε αυτόν απλώς ως σχεδιασμό, έστω κι αν κάτι τέτοιο σημαίνει ότι αφήνουμε στους αντιπάλους μας μια πολύ καλή λέξη που της αξίζει καλύτερη τύχη. (σελ. 100-101)

Και τελικά,

[έ]χει διατυπωθεί συχνά ο ισχυρισμός ότι υποστηρίζω πως κάθε κίνηση προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού είναι καταδικασμένη να οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό. Μολονότι ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός, δεν λέει αυτό το βιβλίο. Αυτό που περιέχει είναι μια προειδοποίηση πως, αν δεν διορθώσουμε τις αρχές της πολιτικής μας, θα επέλθουν κάποιες πολύ δυσάρεστες συνέπειες, τις οποίες δεν επιθυμούν οι περισσότεροι από όσους τάσσονται υπέρ αυτών των πολιτικών. (σελ. 24)

Ο Χάγιεκ επισημαίνει τον αποφασιστικό ρόλο των ιδεών στη διαμόρφωση του κάθε φορά κυρίαρχου διανοητικού κλίματος που, με τη σειρά του, παράγει πολιτικά αποτελέσματα επηρεάζοντας καθοριστικά τη κοινή γνώμη. Στο Δρόμο προς τη δουλεία, περιγράφει με μοναδικό τρόπο το διανοητικό κλίμα στη κεντρική Ευρώπη των αρχών του περασμένου αιώνα, που με τη σειρά του καθόρισε τις πολιτικές ισορροπίες των επόμενων δεκαετιών. Η απόρριψη των θεσμών και των ιδεών της ανοιχτής κοινωνίας και οικονομίας είχε συντελεστεί ανάμεσα στις γερμανικές ελίτ αρκετά πριν από την εμφάνιση, την άνοδο και την τελική επικράτηση του εθνικοσοσιαλισμού. Καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του διανοητικού πλαισίου είναι ο ρόλος των διανοουμένων. Ο Χάγιεκ δεν αμφιβάλλει για την ένταση της επιρροής τους στο πολιτικό και στο κοινωνικό κλίμα κάθε εποχής. Όπως συνήθιζε να λέει, συτό που στον σημερινό παρατηρητή παρουσιάζεται σαν μια μάχη συγκρουόμενων συμφερόντων, στην πραγματικότητα έχει συχνά αποφασιστεί πολύ πριν, σε μια σύγκρουση ιδεών σε περιορισμένους κύκλους. 

Δεν μπορεί παρά να έχει δίκιο. Αρκεί μόνο να επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε το γεγονός ότι το σπουδαίο αυτό έργο κυκλοφορεί στη χώρα μας για πρώτη φορά (με εξαίρεση μία περιορισμένη και εξαντλημένη έκδοση του ΚΠΕΕ το 1985). Σίγουρα, αυτό δεν είναι άσχετο με το κυρίαρχο διανοητικό κλίμα και τη σχεδόν ολοκληρωτική επικράτηση των ανι-φιλελεύθερων ιδεών.

ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Στις μέρες μας, οι θεσμοί της ανοιχτής κοινωνίας και της ανοιχτής οικονομίας βάλλονται διεθνώς. Στα ανεπτυγμένα κράτη το πολιτικό προσωπικό επιστρέφει στις παλαιές πατερναλιστικές συνταγές για την ρύθμιση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής των πολιτών. Τα διάφορα μοντέλα «αυταρχικού» ή κρατικού καπιταλισμού (state-capitalism), όπως αυτά που ακολουθούν η Κίνα και Ρωσία, προβάλλουν ως πρότυπα πετυχημένης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης, κυρίως σε αναπτυσσόμενες χώρες με ασθενείς κρατικές δομές και οικονομική δυσπραγία. Έτσι, σύμφωνα με τις υπάρχουσες προβλέψεις, τα επόμενα χρόνια αναμένεται παγκοσμίως αναστροφή του κύματος ιδιωτικοποιήσεων και επιστροφή των επιχειρήσεων κρατικής ιδιοκτησίας (βλέπε σχετικά: GlobalTrends 2025 - ATransformedWorld, USNationalIntelligenceCouncil, 2008).

Έχει ιστορικά παρατηρηθεί ότι, σε περιόδους κρίσης, οι κοινωνίες αναζητούν, σχεδόν αταβιστικά, την κρατική παρέμβαση στη μορφή της πατερναλιστικής καθοδήγησης που θα προσφέρει μία αίσθηση ασφαλούς καθοδήγησης στις επικίνδυνες ατραπούς του άδηλου μέλλοντος. Η περίφημη ρήση του σκωτσέζου φιλοσόφου Νταίηβιντ Χιουμ (έχει τεθεί ως προμετωπίδα στο Δρόμο προς τη δουλεία) πως «η ελευθερία ποτέ δεν χάνεται μονομιάς» έχει, δυστυχώς, επιβεβαιωθεί ιστορικά. Καθίσταται, λοιπόν, ξανά αναγκαίο να διασφαλίσουμε πως ο μελλοντικός κόσμος θα είναι πεδίο ανοιχτών οριζόντων, ελεύθερων επιλογών και πολλαπλών δυνατοτήτων.

Λιγότερο σύνηθες είναι το φαινόμενο της συνύπαρξης μιας ανοιχτής κοινωνίας με κλειστή οικονομία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σημερινή Ρωσία, όπου οι θεσμοί μιας (τυπικά) πλουραλιστικής κοινωνίας συνδυάζονται με ένα ολοένα και περισσότερο κατευθυνόμενο οικονομικό σύστημα. Στην περίπτωση αυτή φαίνεται πως βρίσκουν εφαρμογή οι απαισιόδοξες προβλέψεις του Χάγιεκ καθώς ο ασφυκτικός έλεγχος σε βασικούς τομείς της οικονομίας από το καθεστώς Πούτιν διευρύνεται σταδιακά προς τον πλήρη έλεγχο της πολιτικής ζωής της χώρας και, κατ’ επέκταση, στον κοινωνικό έλεγχο (βλ. χαρακτηριστικά τις διώξεις απέναντι σε κάθε αντίθετη άποψη).

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι ο Χάγιεκ μάς υπενθυμίζει ότι δεν μπορούμε (και δεν πρέπει) να κατασκευάσουμε οριστικούς θεσμούς. Αυτό είναι ένα σπουδαίο μάθημα που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, αν θέλουμε να βαδίζουμε στο δρόμο της κοινωνικής προόδου και της οικονομικής ευημερίας.


[1] Οι σοσιαλιστές διανοούμενοι που συμμετείχαν στη διαμάχη (OscarLange, AbbaLernerκ.ά.), ακολουθώντας το υπόδειγμα της γενικής ισορροπίας των νεοκλασικών οικονομικών. Αν και δέχτηκαν την αναγκαιότητα του μηχανισμού των τιμών, υποστήριξαν πως οι τιμές μπορούσαν να καθοριστούν κεντρικά από το κράτος. Αντίθετα, ο Χάγιεκ και ο Μίζες, απορρίπτοντας τα νεοκλασικά οικονομικά της Walras-ιανής γενικής ισορροπίας, υποστήριξαν ότι ο κεντρικός καθορισμός των τιμών θα συνεπαγόταν αδυναμία υπολογισμού του κόστους ευκαιρίας και υπέρογκα κόστη συναλλαγών (transactioncosts). Βλ. σχετικά: Oscar Lange, «On the Economic Theory of Socialism», Review of Economic Studies, vol. r, 1936, σελ. 53-71, και Ludwig von Mises, Socialism- An Economic and Sociological Analysis, Liberty Fund Inc., 1981 [1922].

Δημήτρης Σκάλκος

Πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος. Τελευταίο του βιβλίο: Αλήθειες για το φιλελευθερισμό (2008).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά