Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Ο κλοιός του ολοκληρωτισμού

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Ο Βασίλι Γκρόσμαν στο γραφείο του σπιτιού του στη Μόσχα. Αρχείο The Books’ Journal Ο Βασίλι Γκρόσμαν στο γραφείο του σπιτιού του στη Μόσχα. Αρχείο The Books’ Journal

Βασίλι Γκρόσμαν, Ζωή και πεπρωμένο, μετάφραση από τα ρωσικά: Γιώργος Μπλάνας, Γκοβόστης, 956 σελ.  

Πενήντα χρόνια μετά το θάνατο του Βασίλι Γκρόσμαν (1905-1964), η συγκλονιστική του εποποιία κυκλοφορεί επιτέλους στα ελληνικά. Από τα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης στα σοβιετικά στρατόπεδα εργασίας και από τα φλεγόμενα ερείπια του Στάλινγκραντ στα ανακριτικά γραφεία της μεταπολεμικής Μόσχας, άνθρωποι ζουν, πεθαίνουν, ερωτεύονται, ελπίζουν, καταρρέουν, ενώ γύρω τους στενεύει ο κλοιός του ολοκληρωτισμού.

Όταν, το 1974, το επικό αριστούργημα του Βασίλι Γκρόσμαν, Ζωή και πεπρωμένο, έφτασε στη Δύση, ο συγγραφέας ήταν ήδη δέκα χρόνια πεθαμένος. Κρυμμένο από τον παντεπόπτη λογοκριτή, διεσπαρμένο ανά κεφάλαια σε σπίτια φίλων, το χειρόγραφο θα ανασυγκροτηθεί από τον διαφωνούντα συγγραφέα Βλαντιμίρ Βόινοβιτς, θα φωτογραφηθεί σε μικροφίλμ από τον Αντρέι Ζαχάρωφ και, με τη συνδρομή της Έλενα Μπόνερ, θα φυγαδευτεί προς την Ευρώπη, για να μεταφραστεί και να εκδοθεί πρώτα στην Ελβετία (το 1980) και στη συνέχεια στη Γαλλία. Στο πρόσωπο του Γκρόσμαν, η Δύση, ακόμη φλογισμένη από τον ηθικό πυρετό που την κατέλαβε με την ανάδυση του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν από την κόλαση των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας της Σιβηρίας,  αναγνώριζε άλλον ένα μάρτυρα του ολοκληρωτισμού. Βέβαια, ο Σολζενίτσιν ήταν εκείνος που είχε συνεπάρει την κοινή γνώμη ως ο par excellence αντικαθεστωτικός, λες και δεν είχε προηγηθεί η πραγματικά οδυνηρή λογοτεχνία των γκουλάγκ –οι Ιστορίες από την Κολυμά του Βαρλάμ Σαλάμοφ, το απομνημόνευμα Μέσα στη δίνη της μητέρας του Βασίλι Αξιόνοβ, Ευγενίας Γκίνσμπουργκ, το Ένας κόσμος χωριστά του Πολωνού Γκούσταβ Χέρλινγκ–, λες και δεν μάκραινε απελπιστικά η μακρά αλυσίδα των ρώσων συγγραφέων που είχαν αναδεχθεί το αυτονόητο: ότι γραφή σημαίνει διακινδύνευση. Στα 1975, όταν πια ο Σολζενίτσιν, εκπατρισμένος από την ΕΣΣΔ και στερημένος την ιθαγένειά του, αναζητούσε μια νέα πατρίδα στην Αμερική, η τυραννισμένη σκιά του Βασίλι Γκρόσμαν ήταν ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας.

Κι όμως, ο Βασίλι Γκρόσμαν υπήρξε γνήσιο τέκνο της σοβιετικής πατρίδας, πνευματικό παιδί του Μαξίμ Γκόρκι, μέλος της Σοβιετικής Εταιρείας Συγγραφέων, για χρόνια υπέρμαχος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Έγραψε ψευδοδράματα πάνω στην αέναη αντιπαράθεση «θετικών» και «αρνητικών» ηρώων, κατάγγειλε τον «διανοουμενισμό», απέρριψε τα «φιλοσοφικά σκουπίδια» που «δεν αξίζουν ούτε όσο η μπότα ενός καλού εργάτη», καθώς λέει η ηρωίδα του θεατρικού του έργου Αν πιστεύεις τους Πυθαγόρειους, και στο μυθιστόρημά του Για μια δίκαιη υπόθεση (1956) ενέδωσε ανενδοίαστα στα σταλινικά στερεότυπα. Πολεμικός ανταποκριτής της επίσημης εφημερίδας του Κόκκινου Στρατού Κράσναγια Ζβέζντα (Κόκκινο Αστέρι), αποτύπωσε την τιτάνια συλλογική προσπάθεια των Σοβιετικών εναντίον των γερμανών εισβολέων μεγαλύνοντας τους ήρωές της, αινώντας τον πατριωτισμό των απλών ανθρώπων, γράφοντας:

Στον πόλεμο, ο Ρώσος φοράει λευκό πουκάμισο. Μπορεί να έχει ζήσει μέσα στην αμαρτία, αλλά πεθαίνει σαν άγιος. Εμείς οι Ρώσοι δεν ξέρουμε πώς να ζήσουμε σαν άγιοι, ξέρουμε μονάχα να πεθαίνουμε σαν άγιοι. Το μέτωπο αντιπροσωπεύει την ιερότητα του ρωσικού θανάτου, τα μετόπισθεν είναι η αμαρτία της ρωσικής ζωής.

Ο μεγάλος πατριωτικός πόλεμος, ανάχωμα στην προέλαση του ναζισμού, είχε καταφέρει να συγκεράσει «την ευφυΐα, την εργατικότητα, τη γενναιότητα, την δεξιότητα, το θυμό όλων εκείνων των φοιτητών, μαθητών, οδηγών τρακτέρ, τορναδόρων, δασκάλων, ηλεκτρολόγων και οδηγών λεωφορείων» που πήγαιναν στο μέτωπο για να νικήσουν, πιστεύοντας, στη συντριπτική τους πλειονότητα, «πως το καλό θα θριάμβευε, πως οι έντιμοι άνθρωποι, που δεν δίσταζαν να χύσουν το αίμα τους σ' αυτόν τον αγώνα, θα κατάφερναν να οικοδομήσουν μια καλύτερη και πιο δίκαιη ζωή». Πήγαιναν να πεθάνουν ολόθυμα, πιστεύοντας στον Στάλιν και στο μέλλον. Όμως, ήδη πύκνωνε «η βοή των επερχόμενων γεγονότων», ήδη «η μελλοντική ισχύς του κράτους ταυτιζόταν με τη βούληση του πατερούλη», ήδη σχηματίζονταν οι ψυχικές ρωγμές –διάψευση, αμφιβολία, φρίκη– που διάνοιγε η σταλινική απολυταρχία.

Όταν ο Γκρόσμαν, μετά τις τρομερές μάχες του 1941, προετοιμαζόταν για την εποποιία του Στάλινγκραντ, δεν γνώριζε ακόμη τι τον περιμένει. «Στο μέτωπο», έγραφε, «βρίσκεται η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα και σε όλα τα πεπρωμένα». Οι απαντήσεις που θα συναντήσει στα πεδία της μάχης και το πεπρωμένο που θα ψυχανεμιστεί, καθώς ο Στάλιν αρχίζει να συνθλίβει στην ατσάλινη γροθιά του το έθνος την επαύριο της νικητήριας μάχης, θα χρειαστούν χρόνια για να αφομοιωθούν, να υποστούν επανεπεξεργασία και να γραφτούν στο χαρτί.

ΡΩΓΜΕΣ ΣΤΙΣ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ

Το πρώτο πλήγμα είναι η εικόνα της ρημαγμένης γενέτειράς του, της ουκρανικής πόλης Μπέρντιτσεφ, όπου φτάνει στις αρχές του 1944: οι Γερμανοί έχουν εξοντώσει μαζικά τους 30.000 εβραίους συντοπίτες του, και τη μητέρα του μαζί. Τότε καταλαβαίνει όχι μόνο ότι η μοίρα ενός ολόκληρου λαού έχει για πάντα σφραγιστεί από τον δολοφονικό αυτό πόλεμο, αλλά και ότι οι σοβιετικές αρχές δεν θα του επιτρέψουν ποτέ να δημοσιεύσει τι πραγματικά είδε και βίωσε:

Δεν υπάρχουν εβραίοι στην Ουκρανία. Πουθενά –στην Πολτάβα, το Χαρκόβ, το Κρέμεντσουγκ, το Μπόρισπολ, το Γιαγκότιν–, σε καμιά πολιτεία, σε καμιά από τις εκατοντάδες μικρές πόλεις, σε κανένα από τα χιλιάδες χωριά δεν θα δεις τα μαύρα, γεμάτα δάκρυα μάτια των μικρών κοριτσιών, δεν θα ακούσεις την πονεμένη φωνή μιας γριάς, δεν θα δεις το μελανό πρόσωπο ενός πεινασμένου μωρού. Παντού σιωπή. Τα πάντα ασάλευτα. Ένας ολόκληρος λαός έχει βάναυσα δολοφονηθεί».

Ο Γκρόσμαν μπήκε πρώτος στην Τρεμπλίνκα, πρώτος και στο Μαϊντάνεκ μετά την απόσυρση των ναζί. Έφτασε στο Βερολίνο την ημέρα της συνθηκολόγησης και, περιπλανώμενος στο έρημο Ράιχσταγκ, κατάφερε να διεισδύσει ώς και στο γραφείο του Χίτλερ – πήρε μάλιστα μαζί του μερικές σκόρπιες σφραγίδες. Οι μαρτυρίες του είναι συγκλονιστικές. Το κείμενό του «Η κόλαση της Τρεμπλίνκα» ήταν το πρώτο που αποτύπωσε τη φρίκη των στρατοπέδων θανάτου. Όμως, το άρθρο του για τη σφαγή του Μπέρντιτσεφ δεν θα δημοσιευτεί στο Κόκκινο Αστέρι, γιατί παρουσιάζει τους εβραίους ως τα βασικά θύματα του ναζισμού και τους Ουκρανούς ως πρόθυμους συνεργάτες των Γερμανών. Λίγο αργότερα, η Μαύρη Βίβλος, η κοινή του προσπάθεια με τον Ηλία Ερενμπουργκ να τεκμηριώσει το Ολοκαύτωμα, θα απαγορευτεί, και η εβραϊκή αντιφασιστική ομάδα στην οποία συμμετέχει μαζί με τον Έρενμπουργκ θα διαλυθεί. Αυτή ήταν η απάντηση του Στάλιν στη μοίρα των εβραίων, εκδήλωση απροκάλυπτη του αντισημιτικού του μένους, που θα κορυφωθεί στο πιο δραματικό αντι-εβραϊκό επεισόδιο της σταλινικής περιόδου, τη «συνωμοσία των γιατρών» – χαλκευμένη κατηγορία εναντίον μιας ομάδας επιφανών μοσχοβιτών γιατρών, εβραίων στην πλειονότητά τους, ότι σχεδίαζαν να δηλητηριάσουν τους ηγέτες του Κρεμλίνου.

Για τον Γκρόσμαν, αυτή είναι η αρχή μιας μακράς υπαρξιακής και φιλοσοφικής εξέλιξης, στο τέρμα της οποίας ορθώνεται το magnum opus του, Ζωή και πεπρωμένο. Το βιβλίο του δεν είναι μόνο ένα πολεμικό αριστούργημα, ένας βαθύς στοχασμός για το κακό, για την ελευθερία, για τη δυναμική της επιστήμης, για την ηθική της επανάστασης, για τη διαλεκτική της διαφοράς, αλλά κυρίως η σταδιακή αποκρυστάλλωση μιας φρικτής αλήθειας, της πιο  επαίσχυντης πρόκλησης για κάθε μαχητή του μεγάλου πατριωτικού πολέμου: της ανατριχιαστικής εγγύτητας σταλινισμού και ναζισμού. Η αντιπαράθεση των δύο συστημάτων, η οδυνηρή, για έναν κομμουνιστή, σύγκρισή τους (όχι όμως και εξομοίωσή τους), γίνεται μερικές φορές τόσο απροκάλυπτα, ώστε αναρωτιέται κανείς πώς και διανοήθηκε ο Γκρόσμαν, αφού ολοκλήρωσε το βιβλίο του, να το δώσει προς δημοσίευση στην εφημερίδα Ζνάμια, το 1960. Τι τον ώθησε; Η συγκρατημένη αισιοδοξία που επικράτησε μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ; Η ελπίδα ότι είχε αρχίσει η περίφημη «τήξη των πάγων» την οποία είχε επαγγελθεί ο Νικήτα Χρουστσώφ; Μάλλον η αυταπάτη – γιατί τίποτα δεν ήταν όπως το φανταζόταν. Αμέσως μόλις πήρε στα χέρια του το επικίνδυνο χειρόγραφο, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας, περίτρομος, το διαβίβασε στο Τμήμα Πολιτισμού της Κεντρικής Επιτροπής, και στον ιδεολογικό υπεύθυνο του κόμματος Μιχαήλ Σουσλώφ. «Πυρηνική κεφαλή στραμμένη προς τον σοσιαλισμό» ήταν η κομματική ετυμηγορία. Η KGB κατάσχεσε το χειρόγραφο και ο Σουσλώφ δήλωσε ότι, πριν περάσουν διακόσια χρόνια, το μυθιστόρημα δεν υπήρχε περίπτωση να εκδοθεί. «Ποιο το νόημα να είμαι εγώ ελεύθερος, όταν έχετε συλλάβει το έργο στο οποίο αφιέρωσα τη ζωή μου;», θα γράψει ο Γκρόσμαν στον Χρουστσώφ, σε μιαν ύστατη και μάταιη προσπάθεια να ανακτήσει το βιβλίο του. Παραδόξως, δύο χρόνια αργότερα, το 1962, στο περιοδικό Νόβι Μιρ, είχε δημοσιευτεί το μυθιστόρημα του Σολζενίτσιν Μια ημέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς, με ειδική άδεια, μάλιστα, από τον Χρουστσώφ, προφανώς για προπαγανδιστικούς λόγους, ως ένδειξη της προϊούσας αποσταλινοποίησης, αλλά και γιατί η αφήγηση επικεντρώνεται αποκλειστικά στην αθλιότητα των γκουλάγκ και όχι στη νοσηρότητα του σοβιετικού συστήματος στο σύνολό του. Άλλωστε και τα γκουλάγκ, αρχίζουν, επί Χρουστσώφ, να αδειάζουν σιγά σιγά. Ένα βιβλίο όμως που βρίσκεται στους αντίποδες, ένα συνειδησιακό δράμα όπως το Ζωή και Πεπρωμένο, ανελέητη καταγραφή των στρεβλώσεων που παράγει η ιδεολογία, δεν θα μπορούσε παρά να παραμείνει «κομματικά απαλλοτριωμένο».

Η λογοκρισία θα τσακίσει τον Γκρόσμαν: θα τον μετατρέψει σε persona non grata στους κόλπους της Εταιρείας Σοβιετικών Συγγραφέων, ο γάμος του θα διαλυθεί, η υγεία του θα κλονιστεί ανεπανόρθωτα. «Γερνούσε μπροστά στα μάτια μας», θα πει ένας φίλος του. «Τα σγουρά του μαλλιά άσπριζαν, άρχιζε να κάνει φαλάκρα. Το άσθμα του είχε επιστρέψει. Δεν βάδιζε πια. Σερνόταν». Σύντομα εκδηλώθηκε ο μοιραίος καρκίνος στο στομάχι. «Αν κάποτε ήταν ο εύρωστος αγγελιοφόρος που είχε γλιτώσει από τον κατακλυσμό, έτοιμος να γνωστοποιήσει στον κόσμο τι είχε δει, τώρα ήταν ο Ιώβ», έγραψαν. Η μεταστοιχειωμένη σε μυθιστόρημα μαρτυρία των δεινών και της απώλειας, είχε πια γίνει αυτοβιογραφία.

ΕΝΑ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΥ

Το αυτοβιογραφικό υλικό που μεταγγίζεται στο βιβλίο δεν είναι μόνο η πολεμική εμπειρία, η επιστημονική σκευή (ο Γκρόσμαν ήταν χημικός), οι πολιτικές αντιλήψεις του συγγραφέα. Είναι, κυρίως, η εβραϊκότητά του. Καταγόμενος από οικογένεια αφομοιωμένων Εβραίων, ο Γκρόσμαν θα συνειδητοποιήσει το γενετικά προκαθορισμένο πεπρωμένο του μετά τη δολοφονία της μητέρας του στο Μπέρντιτσεφ. Πριν από τον πόλεμο, κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί για την καταγωγή του – ούτε καν ο ίδιος. Όμως, μετά την Τρεμπλίνκα, μετά την επαφή του με τη μαθηματικά σχεδιασμένη αναλγησία της ναζιστικής θανατομηχανής και την εργαλειακή λειτουργικότητα των εγκαταστάσεών της, απόλυτα αντίστοιχων «με την εποχή της βιομηχανίας της μάζας και της ταχύτητας», ύστερα, τέλος, από την τρομερή συνειδητοποίηση ότι και ο Στάλιν είχε δαιμονοποιήσει τους εβραίους, ότι και ο Στάλιν εναβρυνόταν στην ιδέα των πογκρόμ, ο Γκρόσμαν θα εγκολπωθεί την ταυτότητά του και θα επιχειρήσει να αναλύσει την επιδημία του αντισημιτισμού, το ίδιο σφοδρού και βίαιου «στην εποχή των ατομικών αντιδραστήρων και των υπολογιστών, όσο και στην εποχή των λυχναριών, των ιστιοφόρων και της ανέμης». Ο αντισημιτισμός, αντιλαμβάνεται ο Γκρόσμαν, είναι το μέτρο των αδιέξοδων αντιφάσεων, ο καθρέφτης όλων των αποτυχιών των ατόμων, των κοινωνικών δομών και των κρατικών συστημάτων. Και παρατηρεί, θαρρείς και μιλάει για το σήμερα:

Ο αντισημιτισμός εκφράζει την απουσία συνείδησης στις μάζες, την ανικανότητά τους να καταλάβουν τους πραγματικούς λόγους για τα βάσανά τους. Αμαθείς άνθρωποι κατηγορούν τους εβραίους για τα προβλήματά τους, ενώ θα έπρεπε να κατακρίνουν την κοινωνική δομή ή το ίδιο το κράτος. [...] Ακόμα και ο φτωχός αγρότης της τσαρικής εποχής, που αγωνίστηκε για την ελευθερία του και φυλακίστηκε και υπέφερε, εξέφρασε το μίσος του για τη δουλοπαροικία σαν μίσος για τους Πολωνούς και τους εβραίους. Ακόμα και μια μεγαλοφυΐα σαν τον Ντοστογιέβσκη έβλεπε έναν εβραίο τοκογλύφο εκεί όπου έπρεπε να δει τα άσπλαχνα μάτια ενός ρώσου φεουδάρχη, βιομήχανου ή εργολάβου. Και κατηγορώντας τους εβραίους για ρατσισμό, πόθο για παγκόσμια κυριαρχία και διεθνιστική αδιαφορία προς τη μητέρα γη της Γερμανίας, ο  εθνικοσοσιαλισμός περιέγραφε τα δικά του χαρακτηριστικά.

Η άλλη του ταυτότητα, ωστόσο, εκείνη του ένθερμου κομμουνιστή, αρχίζει να ξεθωριάζει: «Η ίδια η Επανάσταση εξαφάνισε κάθε ηθική στο όνομα της δικής της ανώτερης ηθικής. Το πνεύμα της Επανάστασης δημιούργησε τους φαρισαίους τού σήμερα, τους υποκριτές και τους καταγγέλλοντες τους “εχθρούς του λαού”, δίδαξε πως είναι σωστό να ρίχνεις αθώους στον γκρεμό για χάρη της ευτυχίας του λαού», συλλογίζεται ο κομισάριος Κρίμοβ. «Ο Λένιν δεν κληροδότησε καμιά ρωσική ελευθερία. Κατέστρεψε κάθε πιθανότητα οικοδόμησής της», λέει ο παλιός μενσεβίκος Τσερνέσοβ, αιχμάλωτος σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και απευθυνόμενος στον μπολσεβίκο συνομιλητή του: «Ακριβώς η τερατώδης απανθρωπιά του Στάλιν είναι που τον κάνει διάδοχο του Λένιν. Όπως σας αρέσει να επαναλαμβάνετε, ο Στάλιν είναι ο Λένιν του σήμερα. Ακόμα πιστεύετε πως η παραβίαση των δικαιωμάτων των εργατών και η φτώχεια των αγροτών είναι κάτι προσωρινό, απλά μερικές αρχικές δυσχέρειες. Αλλά εσείς είστε οι πραγματικοί κουλάκοι, εσείς είστε τα πραγματικά μονοπώλια». Και καθώς προχωρεί το βιβλίο τόσο πληθαίνουν οι αναφορές στο λιμό της περιόδου της κολεκτιβοποίησης, στις εκτελέσεις και στους εκτοπισμούς χιλιάδων αθώων ως εχθρών του λαού το 1937, στο φόβο, στην ηθική εκμηδένιση, στη μετατροπή της κοινωνίας σε ένα απέραντο στρατόπεδο υπό δρακόντεια επιτήρηση.

Το Ζωή και Πεπρωμένο ξεκινάει μέσα στη φωτιά της μάχης, μετατοπίζεται στα μετόπισθεν, εισχωρεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είτε λάγκερ είτε γκουλάγκ, παρακολουθεί την εξόντωση των εβραίων, μεταβαίνει από τα επιστημονικά εργαστήρια στις τρομερές φυλακές του σταλινικού καθεστώτος, ανοίγεται στη ρωσική ύπαιθρο, αποτυπώνει την πείνα, το φόβο, την αποθάρρυνση, τη διάψευση, αλλά και τη συντροφικότητα, τον έρωτα, τη φιλία. Όσο πλατιά ωστόσο κι αν είναι η σύνθεση, όσο κι αν ξεδιπλώνεται σαν μια τεράστια τοιχογραφία, τα πρόσωπα δεν μένουν ποτέ ασήμαντες κουκίδες, απρόσωπα γρανάζια της γιγάντιας πολεμικής μηχανής ή τυφλά ενεργούμενα ενός φαύλου, απολυταρχικού καθεστώτος. «Ο φασισμός απέρριψε την ιδέα του υποκειμένου, την ιδέα του “ατόμου” και δούλεψε μόνο με τεράστια σύνολα ανθρώπων», γράφει ο Γκρόσμαν. «Αν ο φασισμός κυριαρχήσει θα απομείνουν μόνο ομοιώματα ανθρώπων, που θα έχουν υποστεί ολοκληρωτική εσωτερική μεταμόρφωση». Ο ίδιος ο πόλεμος ήταν για τον συγγραφέα ένας ευγενής αγώνας εναντίον της απανθρωποποίησης.

Με πρότυπο το Πόλεμος και ειρήνη, μόνιμα παραχωμένο στο σακίδιο του πολεμικού ανταποκριτή και «δυο φορές αναγνωσμένο» από τον Γκρόσμαν στη διάρκεια του πολέμου, το Ζωή και πεπρωμένο αντιλαμβάνεται την ιστορία ως τον κύριο ενοποιητικό παράγοντα του αχανούς υλικού της εμπειρίας, ως τον καμβά όπου υφαίνονται οι ανθρώπινες μικροϊστορίες. Αν ηθικό πρόταγμα του Τολστόι ήταν να καταρρίψει την θεωρία των μεγάλων μορφών, των ηγετών που κινούν τα πιόνια στη σκακιέρα της ιστορίας, ηθική αναγκαιότητα για τον Γκρόσμαν ήτανε να φωτίσει την ψυχή κάθε ήρωα ξεχωριστά.

Ο υπέρτατος σκοπός των ανθρώπινων κοινωνιών είναι η διακήρυξη του δικαιώματος στη διαφορά: να ξεχωρίζει, να σκέφτεται, να αισθάνεται και να πράττει καθένας με τον δικό του τρόπο. Οι άνθρωποι σχηματίζουν ομάδες με σκοπό να κερδίσουν ή να υπερασπίσουν αυτό το δικαίωμα. Στο σημείο αυτό προβάλλει ένα κρίσιμο ζήτημα. Έχουν οι ομάδες, που σχηματίζονται στο όνομα μιας φυλής ή ενός Θεού, ενός κόμματος ή ενός κράτους, το δικαίωμα να γίνονται αυτοσκοπός; Όχι! Η μόνη πραγματική και αιώνια αλήθεια της πάλης της ζωής βρίσκεται στο υποκείμενο, στις ασήμαντες ιδιομορφίες του και στο δικαίωμά του να τις έχει. 

Πάνω από εκατόν πενήντα χαρακτήρες κυκλοφορούν στο Ζωή και Πεπρωμένο: ονόματα εμφανίζονται και χάνονται, χαϊδευτικά και πατρώνυμα μπλέκονται και συγχέονται, καμιά φορά οι φωνές συνηχούν. Ωστόσο, τα πρόσωπα εξατομικεύονται υπομονετικά. Ακόμη και οι ανώνυμοι στρατιώτες που φεύγουν για την πρώτη γραμμή, ακινητοποιημένοι καθώς είναι στη στιγμή της αναχώρησης, αποκτούν σώμα, βλέμμα, ψυχική διάθεση. Όλοι έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, κανείς δεν αποτελεί καθαρή ενσάρκωση του κακού, ούτε οι Ρώσοι κάπο των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, ούτε οι Γερμανοί στρατιώτες ούτε ο ίδιος ο Χίτλερ ή ο Στάλιν. Αποκρουστικοί ναι, τερατώδεις οπωσδήποτε – όμως άνθρωποι, με ατέλειες, ιδεοληψίες, αδυναμίες και επικίνδυνες ροπές οι οποίες, στο όνομα της ιδεολογίας, καταλήγουν στο έγκλημα.

Η εμμονή στην ανθρώπινη λεπτομέρεια διευρύνεται και βαθαίνει στις πιο δραματικές σελίδες. Όταν ο Γκρόσμαν γράφει για το Ολοκαύτωμα, γίνεται ελεγειακός. Εστιάζει σε μια γυναίκα –τη μεσήλικη γιατρό Σοφία Λέβιντον –και σ’ ένα αγοράκι, βίαια αποχωρισμένο από τους γονείς του, τον Δαυίδ. Θα τους παρακολουθήσει από κοντά, στο τρένο, στο στρατόπεδο, στο θάλαμο αερίων, να κρατιούνται από το χέρι, να μπαίνουν μαζί στην ουρά των μελλοθανάτων, να απομακρύνονται, να ξανασμίγουν, να περιμένουν το αναπόδραστο: η ατσάλινη πόρτα κλείνει, η φτερωτή στο ταβάνι αρχίζει να περιστρέφεται, ένα «λεπτό, μάλλον γλυκό» άρωμα διαχέεται γύρω. Και καθώς ο θάνατος πλησιάζει, ο συγγραφέας αποδύεται πυρετικά σε μιαν υμνητική ψαλμωδία, μιαν ακολουθία επεισοδίων από τη ζωή της Σοφίας που αναπέμπεται σαν αντίφωνο στην φρίκη:

Τα μάτια της, που είχαν διαβάσει από Όμηρο και Χέγκελ μέχρι Μαρκ Τουαίν και από πολιτικά άρθρα μέχρι ιστορικές περιπέτειες· τα μάτια που είχαν δει καλούς και κακούς ανθρώπους, τις χήνες στα καταπράσινα λιβάδια του Κουρσκ, τ' αστέρια πάνω από την Πετρούπολη, τη λάμψη του χειρουργικού ατσαλιού, τη Μόνα Λίζα στο Λούβρο, ντομάτες και γογγύλια στην αγορά, το γαλάζιο νερό της λίμνης Ισίκ Κουλ... αυτά τα μάτια δεν της χρησίμευαν πια σε τίποτα.

Η Σοφία Λέβινσον, ο Δαυίδ, η ασυρματίστρια Κάτια, ο ερωτευμένος Σεριόζα,  η στωική Λουντμίλα Σαποσνίκοβα, η ωραία Ζένια, ο πιστός κομισάριος του Κόκκινου Στρατού Νικολάι Γκριγκόρεβιτς Κρίμοβ, ο αντίζηλός του Νόβικοβ, ο θαρραλέος Γκρέκοβ, το κλασικό κομματόσκυλο, ο κομισάριος Γκέτμανοβ, ο ναζί διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης Λις, τόσα κι άλλα τόσα πρόσωπα της μυθοπλασίας συνομιλούν και συνεργούν με πρόσωπα πραγματικά, τον στρατηγό Τσουικόφ, τον γερμανό στρατηγό Πάουλους και τον ρώσο αντιστράτηγο Γερεμένκο, ακόμη και τον Άιχμαν, τον Χίτλερ, τον Στάλιν. Πρόσωπα που αντιστέκονται και πρόσωπα που συνθλίβονται, πρόσωπα που σπαράσσονται από τα διλήμματα και λυγίζουν από την οδύνη, πρόσωπα της εξουσίας ή της υποταγής. Και στο επίκεντρο, η οικογένεια Σαπόσνικοφ, μια κόρη της οποίας έχει παντρευτεί ο Βίκτωρ Στρουμ.

ΜΙΑ ΚΡΥΑ ΛΕΠΙΔΑ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ

Αν ο Εβραίος φυσικός Βίκτωρ Πάβλοβιτς Στρουμ είναι ένας από τους βασικούς ήρωες του βιβλίου (ο  θεωρητικός φυσικός Λεβ Λάνταου, που συνελήφθη το 1938 επειδή τόλμησε να συγκρίνει τη σταλινική με τη χιτλερική δικτατορία και κρατήθηκε επί ένα χρόνο στην τρομερή φυλακή Λουμπιάνκα, αχνοφαίνεται πίσω από τον Στρουμ αλλά και ο ίδιος ο Γκρόσμαν είναι παρών, καθώς στοιχεία της βιογραφίας του –τα πρώιμα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, η δολοφονία της Εβραίας μητέρας του, οι φόβοι του, η σιωπή του, η δειλία του, η ενδοτικότητά του στις κομματικές επιταγές– ενσωματώνονται στον μυθιστορηματικό χαρακτήρα). Εμβληματική μορφή τού Ζωή και Πεπρωμένο  παραμένει ο έγκλειστος στο γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, ηλικιωμένος μπολσεβίκος Μοστοβσκόη: η συνομιλία του με τον ναζί διοικητή του στρατοπέδου Λις, ο οποίος θα του υποδείξει, με κρυστάλλινη διαλεκτική, την αποτρόπαιη συνάφεια σταλινισμού και χιτλερισμού, είναι «φαρμακερή βελόνα στην καρδιά», αγωνιώδης σταλαγμός της αμφιβολίας σε ένα πνεύμα ώς τότε οχυρωμένο στη βεβαιότητα.    «Νομίζεις πως ο κόσμος κοιτάζει εμάς με φρίκη και εσάς με ελπίδα και αγάπη;» ρωτάει τον Μοστοβσκόη ο Λις. «Όχι, ο κόσμος μας κοιτάζει όλους με την ίδια φρίκη!»

Οι αμφιβολίες του ήταν αποτέλεσμα αδυναμίας, κούρασης, ανικανότητας, έλλειψης πίστης, άθλιας αμφιταλάντευσης ή εκπροσωπούσαν ό,τι πιο αγνό και έντιμο υπήρχε μέσα του; Γιατί προσπαθούσε να τις καταπνίξει με τόσο μίσος; Κι αν είχαν μέσα τους τον σπόρο της επαναστατικής αλήθειας, τον δυναμίτη της ελευθερίας; [...] Έπρεπε να μισήσει με όλη τη δύναμη της ψυχής του, με όλο το επαναστατικό πάθος του τα στρατόπεδα, την τσέκα, τον αιμοβόρο Γιέζοβ, τον Γιαγκόντα, τον Μπέρια, τον ίδιο τον Στάλιν και τη δικτατορία του. Κι ύστερα να καταδικάσει τον Λένιν, φτάνοντας στο χείλος της αβύσσου!

Είναι μια άβυσσος καθαρά υπαρξιακή, η απαρχή της ρήξης ανάμεσα στην αγωγή και τη συνείδηση, η κατάρρευση ενός αξιακού συστήματος υπό το βάρος των ίδιων του των αντιφάσεων: ο Μοστοβσκόη αντιστέκεται στον κλονισμό, αν και δεν είναι πια ένας «άνθρωπος από ατσάλι». Διαβάζοντας το κείμενο ενός συγκρατουμένου του στο γερμανικό στρατόπεδο, του γέροντα σαλού Ικόνικοφ, το οποίο του εγχειρίζει μετά το τέλος της ανάκρισης ο Λις, αισθάνεται σύγχυση και αγωνία πιο οδυνηρή από οποιοδήποτε σωματικό βασανιστήριο.  Κι αυτό, γιατί το κείμενο του Ικόνικοφ (που θα εκτελεστεί από τους Γερμανούς επειδή αρνείται να συμμετάσχει στην κατασκευή χώρων εξόντωσης στο στρατόπεδο) είναι μια σπαρακτική, στην απλοϊκότητά της, φιλοσοφική ενατένιση δύο τύπων ηθικής: η μία απευθύνεται σε ευρύτερα ανθρώπινα σύνολα, η άλλη σε άτομα· η μία είναι αφηρημένη, η άλλη συγκεκριμένη· η μία βασίζεται σε αρχές, η άλλη στην ενσυναίσθηση· η μία, τέλος, εμπνέεται από την έννοια του καλού, ενώ η άλλη από την ιδέα της ανθρώπινης καλοσύνης, μιας στάσης που δεν έχει σχέση με την ιδεολογία, με τη σκέψη, με τα λόγια, που είναι «παράδοξη και τυφλή, ενστικτώδης και βουβή» και δεν θέλει να σώσει κανέναν, απλώς συμπονά. Δεν είναι λάβαρο για τις μάζες, είναι εγχείρημα που το επωμίζεται αποκλειστικά το υποκείμενο. Όμως, το υποκείμενο οι ολοκληρωτισμοί το συντρίβουν.

Αν το επεισόδιο με τον Μοστοβσκόη εξελίσσεται σε διαυγέστατη πολιτική ανάλυση, η περιπέτεια του Στρουμ είναι μια εντυπωσιακή ψυχολογική μελέτη. Από τη στιγμή που ο Στρουμ τολμά να διατυπώσει τη θεωρία του ή να διεκδικήσει το δικαίωμά του στη διαφωνία, ζει συνεχώς μέσα στο φόβο, «το φόβο που είναι γραμμένος με βαθυκόκκινα γράμματα στον μολυβένιο ουρανό της Μόσχας, τον τρομερό φόβο του κράτους», αδιάκοπα ταλαντευόμενος ανάμεσα στην παρόρμηση να μιλήσει ελεύθερα και στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Υποπτεύεται ακόμη και τους πιο στενούς συνεργάτες του, βλέπει παντού πληροφοριοδότες, τρέμει για την έκβαση της επιστημονικής του έρευνας καθώς διαπιστώνει ότι τα πορίσματά του αμφισβητούνται επειδή ο Στάλιν έχει διαφορετική γνώμη για την φύση της ύλης, υποφέρει από την καχυποψία, την εχθρότητα, την οπισθοβουλία, τον χαμαιλεοντισμό των συναδέλφων του, συντρίβεται από την κρατική δυσμένεια και τις δραματικές της επιπτώσεις στην καθημερινότητα της οικογένειάς του, κάμπτεται από την αγωνία της επιβίωσης. Η μόνη διέξοδος είναι η αποκήρυξη της θεωρίας του, όμως ο Στρουμ επιμένει. Θα επακολουθήσουν μέρες εφιαλτικού άγχους, αδιάκοπες εναλλαγές ζωώδους φόβου και ηθικής ευφορίας (γιατί το ενδεχόμενο της οριστικής κατακρήμνισης φαντάζει, φορές, απελευθερωτικό), ώσπου ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα από τον ίδιο τον Στάλιν αναστρέφει την κατάσταση. Ο Στάλιν του εύχεται καλή επιτυχία στις έρευνες, ο Στρουμ επιστρέφει στο Ινστιτούτο, και όσοι ώς χτες τον υπέβλεπαν, έτοιμοι να τον κατασπαράξουν, τον υποδέχονται περιχαρείς. Και παραδόξως, είναι ειλικρινείς, καθώς διαπιστώνει ο Στρουμ.

Μα βέβαια. Τα προσωπικά αισθήματα δεν έχουν θέση σ’ αυτό το μακάβριο θέατρο της κομματικής υποκρισίας. Ο Στρουμ παγιδεύεται. Μεταξύ ανακούφισης και ευγνωμοσύνης, δέχεται διψασμένος την αποδοκιμασία των χειρότερων επικριτών του, λαχταράει το κουβεντολόι με όσους άλλοτε τον τρόμαζαν. Και σταδιακά γίνεται ένας απ’ αυτούς. Υποτάσσεται. Υπογράφει ό,τι του υποδεικνύουν. Υπακούει. Σιγά σιγά μεταλλάσσεται  σε γνήσιο «σοβιετικό άνθρωπο», σκλάβο του καιρού του, υποταγμένο δούλο του παρόντος.

Όμως το βιβλίο δεν είναι βουτηγμένο ολότελα στον ζόφο. Ο Γκρόσμαν έχει, πρώτα απ' όλα, χιούμορ: Όταν ένας στρατηγός υποστηρίζει ευθαρσώς ότι η δύναμη του Τολστόι οφείλεται στο ότι είχε πολεμήσει στις μάχες που περιγράφει, επακολουθεί ο διάλογος:

«Συγγνώμη, σύντροφε στρατηγέ», είπε ο Κρίμοβ. «Ο Τολστόι δεν πήρε μέρος στον Πατριωτικό Πόλεμο».

«Δεν πήρε μέρος; Τι θες να πεις;»

«Θέλω να πω ότι δεν πήρε μέρος στον πόλεμο. Δεν είχε γεννηθεί την εποχή του πολέμου με τον Ναπολέοντα».

«Δεν είχε γεννηθεί; Τι θες να πεις; Πώς ήταν δυνατόν να μην είχε γεννηθεί;» [...] Και ο στρατηγός αρνήθηκε κατηγορηματικά να τον πιστέψει.

Κι όταν δύο συμπολεμιστές αποτιμούν τα κάλλη της νεοαφιχθείσας στην πρώτη γραμμή νεαρής ασυρματίστριας, προφανώς αδιαφορώντας για οποιαδήποτε ορθότητα, η τελευταία φράση της στιχομυθίας τους ξεχειλίζει από ειρωνεία:

«Στην κατάσταση που είμαστε, ακόμα και η Κάτια μάς φαίνεται γυναικάρα. Στη χώρα των τυφλών... Τα πόδια της είναι σαν της κότας, κι από κώλο... ούτε να το συζητάς. Έχει κι αυτά τα μάτια σαν της γελάδας! Γυναίκα το λέτε εσείς αυτό το πράγμα;»

«Απλά προτιμάς τα μικρά βυζιά», αντέτεινε ο Τσέντσοβ. «Αλλά τώρα τα μικρά βυζιά είναι ξεπερασμένα, ανήκουν στην προεπαναστατική εποχή».

Ο Γκρόσμαν διαθέτει ακόμη ματιά εξασκημένη στην ομορφιά και γραφίδα ικανή να την αποτυπώσει, διακατέχεται από τρυφερό δέος για τη φύση και, πάνω απ' όλα, διατηρεί άσβεστη την αγάπη για τον άνθρωπο, που μεταμορφώνει την οδύνη σε μυητική δοκιμασία και το πένθος σε υπόσχεση μέλλοντος. Κι έτσι, το Ζωή και πεπρωμένο  τελειώνει μετά τη νίκη του Στάλινγκραντ, μέσα στη δροσερή σιωπή του δάσους κι ενώ το φως καταυγάζει τα πάντα, ξεπλένοντας το θάνατο:

Δύο παχουλά πουλάκια κάθονταν στο κλαδί ενός έλατου. Τα κόκκινα στήθη τους έμοιαζαν με λουλούδια που άνθισαν αναπάντεχα στο χιόνι. Η σιωπή ήταν πολύ παράξενη, γεμάτη με τα περσινά φύλλα και τις περσινές βροχές, τις εγκαταλειμμένες φωλιές, τα παιδικά χρόνια, την άχαρη δουλειά των μυρμηγκιών, την μπαμπεσιά των αλεπούδων και των αετών, το καλό και το κακό, που γεννιούνται σε μια καρδιά και πεθαίνουν μ' αυτήν την καρδιά, τις καταιγίδες και τους κεραυνούς, που έκαναν τους νεαρούς λαγούς και τους τεράστιους κορμούς δέντρων να τρέμουν. Ήταν το παρελθόν, που κοιμόταν κάτω από το χιόνι, κάτω από το δροσερό ημίφως: η χαρά των ερωτικών συναντήσεων, το διστακτικό κελάηδημα των πουλιών, οι πρώτες συναντήσεις των ανθρώπων με γείτονες, που έδειχναν παράξενοι στην αρχή και ύστερα έγιναν μέρος της ζωής τους... Και μέσα στη σιωπή άκουγες τον θρήνο για τους νεκρούς όσο και την άγρια χαρά της ίδιας της ζωής.

Κατερίνα Σχινά

Δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει βιβλία των Τόνι Μόρισον, Φίλιπ Ροθ, Ίαν ΜακΓιούαν, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Τζορτζ Στάινερ, Τζόις-Κάρολ Όουτς. Kυκλοφορεί το βιβλίο της, Καλή κι ανάποδη.

1 σχολιο

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά