Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Πίσω από τον μύθο του Μαντέλα

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39
Ο Νέλσον Μαντέλα το 1937. Ο Νέλσον Μαντέλα το 1937. Αρχείο The Books' Journal

Το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάποιος στην προσπάθεια να γράψει για τον Νέλσον Μαντέλα είναι να εξηγήσει πώς ένας άνθρωπος που ξεκίνησε ως κάτι σαν Αφρικανός Μάλκολμ Χ κατέληξε σε κάτι ανάμεσα σε Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και σε Γκάντι. Δεν είναι εύκολο, γιατί δεν μπορεί κανείς να αποκωδικοποιήσει την ψυχολογική κυρίως μετάλλαξη ενός ανθρώπου υπό τις συνθήκες που έγινε η μετάλλαξη αυτή. Μετά το θάνατό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2013, τα διεθνή ΜΜΕ κατακλύστηκαν από, τρόπον τινά, «αγιογραφίες» του εκλιπόντος, ενώ ακόμα και προσωπικότητες των mainstreammedia που πίστευαν ότι η Νότιος Αφρική είναι περιοχή και όχι χώρα, κατέκλυζαν τα socialmedia με tweets για τον χαμό του.

Γράφοντας λοιπόν αυτό το κείμενο, η βασική πρόκληση είναι να δούμε, μέσα από τον Μαντέλα, από πτυχές της ζωής και της δράσης του που δεν αναφέρονται συχνά και από τις βιογραφίες του, τα υλικά με τα οποία χτίστηκε ο μύθος. Πώς, λοιπόν, ο «τρομοκράτης» της δεκαετίας του 1960 μετατράπηκε σε παγκόσμιο σύμβολο;

Ο Νέλσον Μαντέλα καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια μαύρων της Νοτίου Αφρικής. Γεννημένος στις 18 Ιουλίου 1918, άρχισε να καταλαβαίνει τον κόσμο τη δεκαετία το 1930, μια περίοδο κατά την οποία οι λευκοί (ακόμα και στην Αμερική), που κατείχαν τα μέσα παραγωγής, καταπίεζαν με σκληρότητα τους μαύρους. Ακόμα και οι λευκοί των μεσαίων στρωμάτων βολεύονταν με το καθεστώς, στο οποίο οι μαύροι, αν και πλειοψηφούσαν πληθυσμιακά, τροφοδοτούσαν την οικονομία με φθηνά εργατικά χέρια.

Την πρώτη εκπαίδευση, ο Μαντέλα την έλαβε από μεθοδιστές ιεραπόστολους, οι οποίοι φαίνεται ότι του ενστάλαξαν την πίστη στο «αγάπα τον πλησίον σου». Αργότερα, φοίτησε στο σημαντικό Πανεπιστήμιο της Φορτ Χερ, όπου φοιτούσαν επίσης μετέπειτα σημαντικοί πολιτικοί της Αφρικής, ο Νοτιοαφρικανός Όλιβερ Τάμπο (1917 – 1993), ο Ρόμπερτ Μουγκάμπε (ο 89 ετών σημερινός δικτάτορας της Ζιμπάμπουε) και ο Γκόβαν Μπέκι (1910 – 2001, πατέρας του 12ου προέδρου της Νοτίου Αφρικής, Τάμπο Μπέκι). Οι σπουδές του ήταν καθοριστικές, έστω και αν κάποια στιγμή ο Μαντέλα εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο για την ακτιβιστική του δράση. Στη συνέχεια, στα 22 του, πήγε στο Γιοχάνεσμπουργκ, με σκοπό να σπουδάσει εργαζόμενος. Έως τότε, η αριστοκρατική του καταγωγή τον είχε κρατήσει σε απόσταση από το «μαύρο προλεταριάτο», από τους μαύρους που δεν είχαν ούτε τη μόρφωση ούτε την καταγωγή του. Πρώτη φορά, λοιπόν, στο Γιοχάνεσμπουγκ, αντιμετώπισε τον φυλετικό ρατσισμό χωρίς το προστατευτικό περιβάλλον της αριστοκρατικής του καταγωγής. Το 1944 εντάχθηκε στο Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο (African National Congress, ANC), ιδρύοντας μαζί με άλλους και τη Νεολαία του.

Εν αρχή ήταν ένας κομμουνιστής

Έχουν γραφεί αρκετά βιβλία για τον Μαντέλα, με πλέον δημοφιλές το αυτοβιογραφικό Long Walk to Freedom, που εκδόθηκε το 1995 από τις εκδόσεις LittleBrown & Co., και πλέον αμφιλεγόμενο την «επίσημη» βιογραφία του, υπογεγραμμένη από τον Άντονυ Σάμπσον (Mandela: The Authorized Biography, εκδ. Vintage, 736 σελ), ο οποίος τον γνώριζε από το 1950. Ο θαυμασμός του Σάμπσον για τον Μαντέλα ήταν τόσο απόλυτος που, σε μερικές περιπτώσεις, η αναφορά του σ’ αυτόν λειτουργεί αποδομητικά.

Στη βιβλιοκριτική του για τη συγκεκριμένη βιογραφία στο London Review of Books, ο R.W Johnson, δημοσιογράφος που ζούσε πολλά χρόνια στην Νότιο Αφρική, κατηγόρησε τον Σάμπσον ότι απέκρυψε τεχνηέντως το κομμουνιστικό παρελθόν του Μαντέλα, αλλά και διαστρέβλωσε την ιστορία του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου[1]. Ο Τζόνσον, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι το ANCδρούσε ως νομιμοποιητικός βραχίονας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η σχέση αυτή, λέει ο Τζόνσον, του ANC και του Μαντέλα με την κομμουνιστική ιδεολογία, ήταν πολύ πιο βαθιά και, μεταξύ άλλων, οδήγησε στην υποστήριξη των σοβιετικών επεμβάσεων στην Ουγγαρία (1956) και στην Τσεχοσλοβακία (1968). Ωστόσο, η ένταση με το καθεστώς του απαρτχάιντ κλιμακωνόταν, με αποκορύφωμα τη δολοφονία 69 μαύρων από την αστυνομία, στη λεγόμενη «σφαγή του Σάπερβιλ» - γεγονός που σηματοδότησε και το τέλος της όποιας αντίληψης για ειρηνική αντίσταση κατά του ρατσιστικού καθεστώτος.

Το 1960, το ANC κηρύχθηκε παράνομο. Δυο χρόνια αργότερα, το 1962, ο Μαντέλα συνελήφθη και φυλακίστηκε. Δεν ήταν ο πρώτος τη τάξει στο κόμμα, αλλά ηγούνταν του παράνομου σκέλους του, γνωστού με τα αρχικά ΜΚ, UmkhontoweSizwe (Η Αιχμή του Έθνους), που είχε αναπτύξει εξτρεμιστική δραστηριότητα, έβαζε βόμβες, π.χ., σε σταθμούς τρένων. Στην απολογία του, κατά τη διάρκεια της δίκης του, ο Μαντέλα είπε ότι αυτές οι μέθοδοι ήταν η απάντηση στη βία του απαρτχάιντ. Ωστόσο, το ANCαπό εκείνη την υπόθεση επλήγη καθοριστικά. Η υπόθεση, που αποδείχθηκε πραγματική, ότι το ΜΚ λάμβανε βοήθεια από την Σοβιετική Ένωση, στέρησε από το ANC για πολλά χρόνια κάθε διαπραγματευτικό ατού. Η πολιτική πλατφόρμα, την οποία επικαλούνταν ο Μαντέλα από το 1960, από τον πρώτο χρόνο της παρανομίας, που δήλωνε πίστη στο κοινοβουλευτικό σύστημα, επικαλούνταν τη χάρτα δικαιωμάτων και έκανε λόγο για διαχωρισμό των εξουσιών δεν ήταν επαρκής λόγος για να του φερθεί το δικαστήριο με επιείκεια.

Ο 466ος

Η δίκη του κράτησε περίπου δυο χρόνια (1962-1964) και το δικαστήριο τον καταδίκασε αποδεχόμενο την κατηγορία που του είχε απαγγελθεί, ως τρομοκράτη. Κλείστηκε στις υψίστου ασφαλείας φυλακές του νησιού Ρόμπεν. Αργότερα, περιέγραψε ως εξής την εμπειρία του της φυλακής:

Μου είχαν δώσει ένα κελί στο τέλος του διαδρόμου. Έβλεπε στο προαύλιο και είχε ένα μικρό παράθυρο στο ύψος των ματιών. Μπορούσα να διασχίσω το κελί με τρεις δρασκελιές. Όταν ξάπλωνα, άγγιζα με τα πόδια τον απέναντι τοίχο ενώ το κεφάλι μου ακουμπούσε στο τσιμέντο της άλλης πλευράς. Το πλάτος του ήταν γύρω στο 1,80 και οι τοίχοι είχαν πάχος περί τα 60 εκατοστά. Κάθε κελί είχε μια λευκή κάρτα κρεμασμένη απ’ έξω με το όνομα και τον αριθμό που μας είχαν δώσει στη φυλακή. Η δική μου έγραφε «Ν. Μαντέλα 466/64», που σήμαινε ότι ήμουν ο 466ος κρατούμενος που είχε φθάσει στο νησί το 1964.

Η φυλακή ήταν γι’ αυτόν τεράστια εμπειρία. Τον έφερε σε επαφή με μαύρους εγκληματίες, λευκούς βιαστές και απατεώνες αλλά, κυρίως, με λευκούς φύλακες, οι οποίοι προήρχοντο από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της νοτιοαφρικανικής κοινωνίας.

Ο Μαντέλα, εκείνο το διάστημα, οριστικοποιεί την ιδεολογική επιλογή του. Βλέποντας τον κόσμο μέσα από τα μάτια και από την κοινωνική θέση των άλλων, εγκαταλείπει βαθμιαία την πρόσδεση στον εξεγερτικό λόγο ενός Μάλκολμ Χ. Η ιεραποστολική του εκπαίδευση αποδεικνύεται ισχυρότερη. Η «ψυχο-πολιτική» της φυλακής, όπως την αποκαλεί ο Σάμπσον, του επιτρέπει να πάρει τις αποστάσεις του από την έξαψη της πάση θυσία εξέγερσης. Η διεκδίκηση δεν μπορούσε να περιλαμβάνει μόνο ένα τμήμα πολιτών, η ανατροπή της αδικίας του απαρτχάιντ δεν σήμαινε επιβολή μιας νέας αδικίας με νέο ιδεολογικό περίβλημα. 

Τα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι φυλακές είχαν γεμίσει από εκπροσώπους μιας νεότερης γενιάς μαύρων επαναστατών, που θεωρούσαν κάθε λευκό εχθρό και τις απόψεις που, πλέον, είχε ο Μαντέλα, και πολλοί ακόμα σύντροφοί του από τα πρώτα χρόνια της παρανομίας, μειοδοτικές και συμβιβασμένες. Ο Μαντέλα, κατά κάποιον τρόπο, διείδε στην άποψη ότι το απαρτχάιντ θα τελειώσει μόνο με γενικευμένο πόλεμο (που μεταξύ άλλων διακινούσε ο αλκοολικός ηγέτης του ANC Τομ Σαμπίνα, έναν μαύρο ρατσισμό.

To 1976, μαύροι μαθητές και φοιτητές στο Σοβέτο, μια πόλη έξω από το Γιοχάνεσμπουργκ, έκαναν αποχή από τα μαθήματα, αρνούμενοι να αποδεχθούν την εισαγωγή της επίσημης γλώσσας του απαρτχάιντ, των Afrikaans, στα σχολεία των μαύρων. Σύντομα, το Σοβέτο έγινε μόνιμη εστία αναταραχής, ενώ η άγρια καταστολή που επέλεξε το κράτος, με δακρυγόνα, αστυνομικές δυνάμεις, εκπαιδευμένους σκύλους αλλά και σφαίρες, μέθοδος που άφησε πίσω της νεκρούς, πολλαπλασίασε τις αντιδράσεις. Παρά τη συμπαράταξη και εργατών στους φοιτητές, παρά και τη συμπαράσταση που εκδηλώθηκε ακόμα και από φοιτητές σε πανεπιστημιακές σχολές για λευκούς, ο θάνατος του επικεφαλής του Συλλόγου των Φοιτητών Νοτίου Αφρικής (αλλά ουδέποτε μέλους του ANC) Στηβ Μπίκο, το 1977, υπήρξε καθοριστικός για τις πολιτικές επιλογές του Μαντέλα. Πίστεψε με βεβαιότητα ότι ο ένοπλος αγώνας δεν μπορούσε να πετύχει τον στόχο του, αν και δεν τόλμησε να το πει δημοσίως, διότι η ηγεσία του ANC θα τον κατηγορούσε για προδότη. Την κατηγορία αυτή, βεβαίως, ο Μαντέλα δεν την απέφυγε αργότερα.

Το 1979, εξελέγη πρωθυπουργός ο εκπρόσωπος του Εθνικού Κόμματος και διαπρύσιος οπαδός του απαρτχάιντ Πιτ Μπότα, ο επιλεγόμενος «Μεγάλος Κροκόδειλος». Το καθεστώς έγινε πιο βίαιο και περισσότερο αυταρχικό. Το ίδιο διάστημα, ωστόσο, ο φυλακισμένος Μαντέλα γινόταν διεθνές σύμβολο συνειδητοποίησης της τεράστιας αδικίας του απαρτχάιντ.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η διεθνή κατάσταση επηρέαζε άμεσα τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Νοτίου Αφρικής. Μολονότι ο Μαντέλα είχε ριζικά αλλάξει στάση και ήταν έτοιμος να συνομιλήσει με το καθεστώς. Το γεγονός, ωστόσο, ότι πρόσωπα όπως ο Μουαμάρ Καντάφι και ο Σαντάμ Χουσεΐν ήσαν ανοιχτοί υποστηρικτές του, έκανε δυτικούς ηγέτες όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ ή ο Ρόναλντ Ρέιγκαν εχθρικούς στο ενδεχόμενο αποφυλάκισής του.

Οι διεθνείς συνθήκες, όμως, άλλαξαν ταχύτατα το μέλλον του καθεστώτος, άρα και τη θέση του Μαντέλα. Το 1988, ο στρατός της Νοτίου Αφρικής υπέστη, στη μάχη του CuitoCuenavale, τραγική και ταπεινωτική ήττα από τις δυνάμεις της Αγκόλας που είχαν τη βοήθεια της Κούβας του Φιντέλ Κάστρο. Tότε άρχισε η δυτική κοινότητα να συνειδητοποιεί ότι οι μέρες του ρατσιστικού καθεστώτος είναι μετρημένες – το απαρτχάιντ, άλλωστε, του είχε «εξασφαλίσει» τη διεθνή απομόνωση, ενώ ενοχλούσε ιδιαίτερα η προσπάθεια να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Ο Μαντέλα, σε εκείνη τη συγκυρία, διείδε από τη φυλακή την ευκαιρία που κανείς δεν μπορούσε να δει στο ANC. Επιδιώκοντας και, τελικά, κάνοντας μυστικές επαφές με το καθεστώς, είχε πιστέψει ότι, σύντομα, εκείνο θα αναγκαζόταν να συνθηκολογήσει σε μια μετάβαση. Δικαιώθηκε.

Το 1987, ο Μαντέλα μεταφέρθηκε σε άλλη φυλακή, με σαφώς καλύτερες συνθήκες – που του επέτρεψαν να συνομιλεί με άλλες ηγετικές μορφές του αντι-απαρτχάιντ κινήματος, όπως π.χ. ο Μπέκι, ο οποίος οραματιζόταν μια επόμενη περίοδο τιμωρίας με δίκες τύπου Νυρεμβέργης, βίαιη εθνικοποίηση των λευκών βιομηχανιών και ίδρυση κομμουνιστικού καθεστώτος. Εκείνο το διάστημα στον Μαντέλα γεννήθηκε η ιδέα για το κράτος Ουράνιο Τόξο.

Νίκες και ήττες στην προεδρία

Ο Νέλσον Μαντέλα αποφυλακίστηκε, αφού είχε εκτίσει 27 χρόνια φυλακή, τον Φεβρουάριο του 1990, αφού ο τότε πρόεδρος Φρεντερίκ ντε Κλερκ αναγνώρισε το ΑΝC. Εκλεγμένος ηγέτης του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, πια, έκανε πράξη την επιλογή του για μη βίαιη δράση. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, ιδιαίτερο ρόλο έπαιξαν οι συμβολισμοί – κορυφαίος από τους οποίους, η επιλογή του να πιει τσάι με τη χήρα του αρχιτέκτονα του απαρτχάιντ, Χέντρικ Φέρβερντ. Ήταν ο μοναδικός από την ηγεσία του ANC που θα μπορούσε να το κάνει σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Ο ίδιος επέλεξε να συμφιλιώσει λευκούς και μαύρους γύρω από ένα «λευκό» σπορ, το ράγκμπι.

Δεν ήταν εύκολο πράγμα η μετάβαση σε μια ειρηνική Νότιο Αφρική, ιδίως έπειτα από τόσα χρόνια μίσους και διώξεων κατά των μαύρων – ιδίως σε μια περίοδο όπου οι αφρικανοί δικτάτορες τύπου Μομπούτου Σέσσε Σέκο στο Ζαΐρ έδιναν τον τόνο, έστω κι αν επικαλούνταν για τη δράση τους το συμφέρον της Αφρικής και των ανθρώπων της. Ο Μαντέλα, αντίθετα, κάνοντας λόγο για σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των ελευθεριών, απέφυγε μια συνεχή τριβή που προϋπέθετε συγκρούσεις και την οικοδόμηση ενός ακόμα νέου αυταρχισμού.

Το 1993 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης που το μοιράστηκε με τον τότε πρόεδρο Φρεντερίκ Ντε Κλερκ. Και ένα χρόνο μετά, το 1994, ο Νέλσον Μαντέλα έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Νότιας Αφρικής, σε εκλογές που επιτράπηκε να ψηφίσουν λευκοί και μαύροι. Η προεδρία του, πάντως, δεν άρχισε και δεν εξελίχθηκε με τους καλύτερους οιωνούς. Λίγο μετά την εκλογή του, μέλη του ANC άνοιξαν πυρ κατά πολιτικών αντιπάλων τους. O Μαντέλα δεν καταδίκασε εκείνη την ενέργεια ούτε διέταξε δικαστική έρευνα. Στη σταδιακή μετάβαση, εξ άλλου, ιδιαίτερα στο Δημόσιο, παύτηκαν ή αντικαταστάθηκαν πολλοί λευκοί, αφού πάντα ο δημόσιος τομέας είναι λάφυρο για τους νικητές. Η προεδρία Μαντέλα δεν απέφυγε ούτε τα σκάνδαλα – η κατηγορία, μάλιστα, ότι ο πρόεδρος επωφελήθηκε προσωπικά από μια αγορά όπλων δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ (το πιο πιθανό είναι πως δεν επωφελήθηκε). Στο σημείο αυτό, η βιογραφία του Σάμπσον αδυνατεί να κρατήσει την απαραίτητη κριτική απόσταση και από τα πεπραγμένα και από τους συμβολισμούς της προεδρίας Μαντέλα.

Η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, για τον ίδιο τον Μαντέλα, ήταν περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική. Τη διοικητική αρμοδιότητα είχε ο Τάμπο Μπέκι, ενώ η Επιτροπή Ελέγχου της Προεδρίας, που ίδρυσε ο Μαντέλα, σε πόρισμά της σημείωνε ότι «στο κέντρο της κυβέρνησης υπάρχει κενό». Η άνοδος της ανεργίας και της εγκληματικότητας, αναπόφευκτο αποτέλεσμα της φιλελευθεροποίησης της κοινωνίας μετά το ρυθμιστικό απαρτχάιντ, χρεώθηκαν στον πρόεδρο. Αποτυχίες είχε και στην εξωτερική πολιτική. Δεν κατάφερε να παίξει ρόλο στην κρίση της Ρουάντα το 1994, ενώ η προσπάθειά του για ειρήνευση στο Ζαΐρ, μέσω της συνεννόησης του καθεστώτος Μομπούτου με τους αντάρτες του Λωρέν Καμπιλά δεν στέφθηκε με επιτυχία. Επίσης, το 1998, συνάντησε σθεναρή αντίσταση από τις δυνάμεις του μικρού Λεσόθο, στο οποίο προσπάθησε να εισβάλει έπειτα από την εσωτερική αναταραχή στη χώρα, που βρίσκεται στην καρδιά της Νοτίου Αφρικής. Γενικώς, έχει σημασία να τονιστεί ότι για πολλούς αφρικανούς ηγέτες, ο Μαντέλα δεν ήταν το σύμβολο που έγινε για τη Δύση.

Ωστόσο, είχε επιτευχθεί το σημαντικότερο: ο τερματισμός του απαρτχάιντ παράλληλα με μια δημοκρατική συνθήκη ομαλότητας. Αυτή εξασφαλίσθηκε χάρη και στο πλέον φιλελεύθερο σύνταγμα στον κόσμο, που βεβαίως ήταν δικής του εμπνεύσεως.

Μια επισφαλής ηρεμία

Τι άφησε, όμως, η προεδρία Μαντέλα για το μέλλον της χώρας; Μια επισφαλή ηρεμία. Ο νοτιοαφρικανός ηγέτης χρεώνεται ότι δεν φρόντισε να βαθύνουν οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που θα εξασφάλιζαν την εμβάθυνση της συναινετικής πορείας μαύρων και λευκών. Του προσάπτουν, ακόμα, ότι έπρεπε να αποφύγει τη διαδοχή του από τον Τάμπο Μπέκι, ο οποίος, οπαδός προκαταλήψεων, θεωρούσε το AIDS θεραπεύσιμο με παραδοσιακή μέθοδο (με αποτέλεσμα της έξαρσή του, σε απίστευτα μεγάλα ποσοστά) ενώ υποστήριζε θερμά το αυταρχικό καθεστώς Μουγκάμπε στην Ζιμπάμπουε. O διάδοχος του Μπέκι, μάλιστα, ο Γιάκομπ Ζούμα, επικρίνεται παντοιοτρόπως, ενώ το ANCείναι περισσότερο από ποτέ χωρισμένο και σπαράσσεται από τη διαφθορά.

Σ’ αυτό το κλίμα, δημιουργείται ένα νέο υπόβαθρο για να επανέλθει η κουλτούρα της διαίρεσης στη χώρα. Ο πρόεδρος της Νεολαίας του ΑΝC, Τζούλιους Μαλέμα, έχει αποχωρήσει από το αξίωμά του διαμαρτυρόμενος ότι το ANC θα έπρεπε να πάρει την γη των λευκών χωρίς αποζημίωση. Ενώ επισήμως το ΑΝCδεν συμμερίζεται τις απόψεις του, είναι πολλοί οι μαύροι, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές, που θεωρούν ότι είχε δίκιο. Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, πολλοί στη χώρα θεωρούν ταμπού να μιλάνε για το φυλετικό ζήτημα, ενώ ως προς την εξωτερική της εικόνα, η Νότιος Αφρική δεν ανήκει ισότιμα ούτε ως οικονομία ούτε ως μέγεθος επιρροής στη λεγόμενη ομάδα BRICS (Bραζιλία - Ρωσία - Ινδία - Κίνα).

Το κόμμα του Μαντέλα, μετά την έκλειψη του μεγάλου ηγέτη του, έχει κατά συνέπεια βάλει ένα στοίχημα. Το στοίχημα, όχι μόνο να διατηρήσει τη δική του ενότητα, αλλά και την ενότητα της χώρας.

 

 

 

Ιωάννης Μαντζίκος

Υποψήφιος διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων με ειδίκευση στις αφρικανικές υποθέσεις. Σε λίγο κυκλοφορεί το βιβλίο του, Al Qaeda: The Transformation of Terrorism in the Middle East and North Africa (PSI Guides to Terrorists, Insurgents, and Armed Groups) (με τον Denise N. Baken)

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά