Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Κι ένα φύλλο δάφνης

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Γεύμα στο σπίτι των Αναγνωστάκηδων, στην Πεύκη, το 1995. Από αριστερά: Λούλα Αναγνωστάκη, Γιώργος Ζεβελάκης, Νόρα Αναγνωστάκη. Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη Γεύμα στο σπίτι των Αναγνωστάκηδων, στην Πεύκη, το 1995. Από αριστερά: Λούλα Αναγνωστάκη, Γιώργος Ζεβελάκης, Νόρα Αναγνωστάκη. Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη

Μνήμη Νόρας Αναγνωστάκη (1930-2013)        

Δεν υπήρχε περίπτωση να φύγεις από το σπίτι των Αναγνωστάκηδων στην Πεύκη χωρίς ένα τουλάχιστον βάζο μαρμελάδα. Η Νόρα τους ξεπροβόδιζε όλους με βάζα χειροποίητης ευωδιαστής μαρμελάδαs, τις περισσότερες φορές φράουλα, αφού είχε μετατρέψει για μήνες το σπίτι σε εργαστήριο παρασκευής. Τις διάλεγε προσεχτικά μία μία κι ακολουθώντας μια μυστική ιεροτελεστία «ποιούσε» αυτό το τέλειο έδεσμα, που μόνο γεύσεις της παιδικής αθωότητας μπορούσε να συναγωνιστεί. «Η πηγή της μαρμελάδας», έλεγε με καμάρι.

Οι κατοικούντες την πόλη των Iδεών γνώρισαν τη Νόρα Αναγνωστάκη μέσα από τις εμβληματικές κριτικές μελέτες της, που δημοσιεύτηκαν οι περισσότερες αρχικά στο περιοδικό Κριτική και συγκεντρώθηκαν αργότερα στις Μαγικές εικόνες, στην Κριτική της Παντομίμας, στις Πνευματικές Ασκήσεις και αλλού –η ίδια επαίρετο ιδιαίτερα για τη μελέτη της για τον Κοσμά Πολίτη στη σειρά H Μεσοπολεμική Πεζογραφία (εκδ. Σοκόλη) και τις μεταφράσεις της– και θαύμαζαν τη διεισδυτικότητα και τις εύστοχες επισημάνσεις της που την καταξίωσαν στους πνευματικούς κύκλους. Αυτή όμως ήταν μόνο η μία της πλευρά.

Η επί των δημοσίων σχέσεων των Αναγνωστάκηδων ήταν πραγματικά ασυναγώνιστη στη μαγειρική, στη νοικοκυροσύνη, στην καλαισθησία, στην ανθοδετική, στην κηπουρική.

Τετάρτη απόγευμα ξεκινούσε τις πρώτες τηλεφωνικές προσεγγίσεις, Τετάρτη βράδυ οι συνδαιτυμόνες του σαββατιάτικου δείπνου είχαν κανονιστεί. Και η σύνθεση πάντα σοφά υπολογισμένη, 8-10 άτομα για να ευδοκιμεί ο διάλογος. Σχεδόν μόνιμοι, η Λούλα (αδελφή του Μανόλη), ο Αλέκος (Αλέξανδρος Αργυρίου), ο Γιώργος Ζεβελάκης, οι Δασκαλόπουλοι και, εναλλακτικά, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, η Ελένη Βακαλό, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Λάκης Παπαστάθης, οι Δαλλαίοι, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Νάσος Βαγενάς, οι Πιππίνηδες, ο Γιώργος Αποστολίδης ( «μας γέρασαν προώρως Γιώργο…»), ο Γιάννης Κοντός, ο Γιάννης Βαρβέρης, οι Κιουρτσάκηδες κ.ά.

Με εξασφαλισμένους τους θεατές, η προετοιμασία της παράστασης ξεκινούσε από το πρωί του Σαββάτου, κάποτε και από την Παρασκευή. Η Νόρα, δεξιοτέχνης της μαγειρικής, ετοίμαζε μια ποικιλία τουλάχιστον οκτώ φαγητών, που  ικανοποιούσαν γευστικά και τον πιο απαιτητικό και ιδιότροπο. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι είχε άγχος, όπως όλες  οι σημερινές νεόκοπες νοικοκυρές, για την επιτυχία των συνταγών της. Είχε τόσο πάθος και αυτοπεποίθηση για τις δημιουργίες της που δάμαζε κυριολεκτικά τα υλικά της, πάντα εννοείται της καλύτερης ποιότητας – αυτό δεν το διαπραγματευόταν με τίποτα.

Γύρω στις 8.30 μ.μ. άρχιζαν να καταφτάνουν οι πρώτοι προσκεκλημένοι –ο Ανέστης, ο γιος της, μετά από λίγο, διακριτικά, αποσυρόταν για να πάει κινηματογράφο– και όλα ήταν ατμοσφαιρικά τέλεια. Το τζάκι πάντα αναμμένο, τα βάζα γεμάτα με φρέσκα λουλούδια σε ζηλευτές χρωματιστές συνθέσεις, το τραπέζι στρωμένο με καλοσιδερωμένο, κολλαριστό, χειροποίητο κεντημένο τραπεζομάντηλο και πάνινες κεντημένες πετσέτες –λυπόμουνα να τις λερώσω και ζητούσα χάρτινες, αλλά αυτό ήταν σχεδόν ιεροσυλία–, σερβίτσια, πιάτα και ποτήρια, οικογενειακά κειμήλια. Και η οικοδέσποινα Νόρα, μια αέρινη οπτασία, καλοχτενισμένη, με περίτεχνα πάντα σκουλαρίκια, μεταξωτό πουκάμισο, μαύρη συνήθως φούστα και οπωσδήποτε ψηλοτάκουνα μαύρα παπούτσια με μπαρέτα, άψογη, λες και είχε δέκα υπηρέτριες να της ετοιμάζουν το σπίτι και τα φαγητά.

Μετά τα καλοσωρίσματα και τις πρώτες συζητήσεις περνούσαμε στην τραπεζαρία, όπου η ίδια μας υποδείκνυε σχεδόν τις θέσεις, κρατώντας για τον εαυτό της αυτήν κοντά στην κουζίνα, από όπου άρχιζε να μεταφέρει μία μετά την άλλη τις πιατέλες που μοσχοβολούσαν, γίγαντες (κι ένα φύλλο δάφνης, τόνιζε αυστηρά), τοματοκεφτέδες, μελιτζανοσαλάτα, σπανακόπιτες, τυρόπιτες, σουφλέ, γιουβέτσι (πάντα φρέσκια ντομάτα, κι αυτό το τόνιζε αυστηρά), ψητό φούρνου με χυμό πορτοκάλι και δαμάσκηνα (πριν ακόμα γίνουν της μόδας) και τόσα άλλα ευωδιαστά τερψιλαρύγγια. Ύστερα έπρεπε απαραίτητα η ίδια να μας σερβίρει. Τα πιάτα περνούσαν κυκλικά μπροστά της και πλούτιζαν όχι μόνο από γεύσεις αλλά από φροντίδα, μεράκι, νοστιμιά, πάθος, αγάπη, κι έτσι άρχιζε, σχεδόν μαγικά, το αρχαίο συμπόσιο με αντικείμενο όλα τα λογοτεχνικά δρώμενα. Θέματα ποίησης, θεάτρου, λογοτεχνίας, μουσικής, κινηματογράφου, νέες εκδόσεις, λογοτεχνικά περιοδικά  εναλλάσσονταν με τα συγχαρητήρια για το φαγητό, και η Νόρα είχε μια απίστευτη ευκολία να τα χειρίζεται όλα με θαυμαστή επιδεξιότητα.Τότε ακουγόταν η φωνή του Μανόλη, συνήθως καθισμένος στη μεγάλη άσπρη πολυθρόνα του ανάμεσα σε στίβες βιβλίων –εκτός τραπεζιού τα τελευταία χρόνια, αφού είχε φάει νωρίτερα για να πιει τα φάρμακά του–, με σκοπό να διορθώσει κάποιο λάθος που είχαμε κάνει σε κάποιο τεύχος λογοτεχνικού περιοδικού ή για να δώσει απάντηση σε ένα ερώτημα που βασάνιζε όλους.

Ποικιλίες κρασιών συμπλήρωναν το δείπνο –αν και η Νόρα συνήθως έπινε ουίσκι κι ο Μανόλης μπύρα–, που ολοκληρωνόταν με φρουτοσαλάτα Νόρας ή φράουλες με παγωτό (κι αυτό αγαπημένο της) και πολλά γλυκά που κουβαλούσαν οι προσκεκλημένοι. Ο Αλέκος κυρίως σοκολατάκια, που τα κατανάλωνε με μανία.

Έχω μάθει πως παρόμοιες συνεστιάσεις οργάνωνε η Νόρα και όταν ζούσαν στην Θεσσαλονίκη, μακάριοι οι προσεληλυθότες. Στην Πεύκη όμως, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια, όταν ο Μανόλης μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία, αυτές οι συναντήσεις ήταν η επαφή των Αναγνωστάκηδων με τον έξω κόσμο. «Τι νέα μας φέρατε;», έλεγε η Νόρα.  Και το φαγητό ήταν η καλύτερη πρόφαση, η ύψιστη δημιουργία και δικλίδα ασφαλείας για εκείνη που φυλάκισε το δυναμισμό της για χάρη του.

Όταν ο Μανόλης έφυγε, οι συνεστιάσεις αραίωσαν. Η Νόρα σχεδόν δεν ξαναβγήκε από το σπίτι. Όταν την έπαιρνα τηλέφωνο, μου έλεγε πάντα θα ετοιμάσω τραπέζι και θα σας καλέσω, και ξέρω ότι θα το 'λεγε σε πολλούς, γιατί αυτά τα τραπέζια ήταν η χαρά της.

Όταν έχασα τη μητέρα μου την επισκέφτηκα μόνη. Ήθελα να πιαστώ από κάπου, να αναπνεύσω το άρωμα μιας γυναίκας περίπου συνομήλικής της, να της ζητήσω συνταγές, αυτές που δεν ζήτησα από τη μητέρα μου, γιατί νόμιζα ότι θα την έχω πάντα. Δεν τόλμησα!

Ήθελα να της πω ότι τη θαυμάζω, γιατί όπως και η δική μου μητέρα στάθηκε κερί αναμμένο δίπλα σε έναν σπουδαίο άνδρα θυσιάζοντας πολλά από τα δικά της θέλω. Δεν της το είπα!

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά