Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Το καλειδοσκόπιο της Αμφίπολης

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 48
Καρυάτιδα. Ίσως το πιο εντυπωσιακό εύρημα της ανασκαφής στην Αμφίπολη. Καρυάτιδα. Ίσως το πιο εντυπωσιακό εύρημα της ανασκαφής στην Αμφίπολη. Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

 Οι εξελίξεις στην Αμφίπολη διατηρούν στην επικαιρότητα το κείμενο του συνεργάτη μας, καθηγητή Παναγή Παναγιωτόπουλου, για την ανασκαφή στον τύμβο Καστά - την, κατά τον ορισμό του, «προσωρινή κοινωνιολογία του για ένα ανησυχητικό μνημείο». Αναδημοσίευση από το Books' Journal 48, Οκτώβριος 2014.

 

 

I. Λατινική αρίθμηση. Κοινό εθνικιστικό κοίτασμα

Ακολουθούν σύντομες και προσωρινές σκέψεις, οι οποίες δεν συνιστούν ολοκληρωμένο επιχείρημα γι' αυτό που εξελίσσεται ως φαινόμενο της Αμφίπολης. Η σπαραγματική φύση των προτάσεων που διατυπώνονται εδώ μαρτυρά τα όρια του μη-ειδικού, από τη μία, ενώ, από την άλλη, ενδέχεται να διευκολύνει τον προβληματισμό που αναπτύσσεται γύρω από τα πολιτικά συναισθήματα που γεννά ο Τύμβος Καστά και τις ποικίλες κοινωνικές υποδοχές που έχει η συγκεκριμένη αρχαιολογική ανακάλυψη.

Κατ' αρχήν, η αρίθμηση που προτείνεται για το κείμενο αυτό είναι η λατινική (ρωμαϊκοί αριθμοί), κι αυτό διότι στη μικρή ιστορία των αντιπαραθέσεων για την ιστορικότητα του συγκεκριμένου αρχαιολογικού μεγα-ευρήματος, η Ρώμη αποτελεί έναν πολύ συγκεκριμένο, και ίσως κομβικό, σταθμό. Έναν σταθμό σε μια διαδρομή αντιπαραθέσεων και συζητήσεων, μεταξύ αρχαιολόγων και μη, για τη χρονολόγηση και τη φύση του εν λόγω αρχαιολογικού τόπου. Συγκεκριμένα, σε αυτές τις δημόσιες αντιγνωμίες, παρακολουθούμε την αρχική τοποθέτηση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η οποία τοποθετεί τον τάφο στα χρόνια των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, να αμφισβητείται ποικιλοτρόπως (ως προς τον «κάτοικό» του, την αξία του ως δημόσιου ή ιδιωτικού ταφικού μνημείου, την αισθητική αξία των αγαλμάτων που κοσμούν το εσωτερικό του), για να καταλήξουμε στη μακρόθεν απόφανση ορισμένων ότι ο τάφος δεν είναι μακεδονικός αλλά χρονολογείται στη Ρωμαϊκή Εποχή. Με άλλα λόγια, ο κρατικός επιστημονικός (αρχαιολογικός, εν προκειμένω) λόγος, αναβαθμισμένος από την έντονη εμπλοκή του πρωθυπουργού και της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, χρονολόγησε τον τάφο με συγκεκριμένους ιστορικούς όρους. Οι όροι αυτοί, όπως είναι αναμενόμενο, αλλά και λόγω της μόνιμης εθνικιστικής εμπλοκής του πρωθυπουργού με την αποκλειστική ελληνικότητα της Μακεδονίας (εμπλοκή που στο παρελθόν είχε εθνικό κόστος, αλλά τώρα φαίνεται να τον οδηγεί σε μια υπερβατολογική προσδοκία να αποτελέσει ο τάφος αξιοποιήσιμο πολιτικό γεγονός!), δεν θα μπορούσαν παρά να εντάσσονται (εξ αντικειμένου) στην εθνική αφηγηματολογία για την αρχαιότητα, ή τουλάχιστον στον τρόπο που αυτή επανοριοθετήθηκε από τις ανακαλύψεις του αρχαιολόγου Μανώλη Ανδρόνικου στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Το γεγονός έχει μάλλον μικρή σημασία, αν όχι μηδαμινή. Μπορεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες να συγκροτήθηκε μια ολόκληρη επιστημονική κοινότητα μέσα από την αποδομητική κριτική στην οντολογία του εθνικισμού, αλλά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αποκάλυψη ενός τέτοιου ταφικού (υποθέτουμε ακόμη) μνημείου, σε μια σημαντική τοποθεσία του μακεδονικού βασιλείου, μάλλον πρέπει να θεωρηθεί αναμενόμενη έως και αυτονόητη. Ο κριτικός ιστορικός και κοινωνιολογικός έλεγχος του αρχαιολογικού εθνικισμού, όσο πολιτικά χρήσιμος κι αν είναι, δεν κομίζει γλαύκας εις Αμφίπολιν. Ενδιαφέρουσα, λοιπόν, πλην υπερβολική, είναι η άποψη ότι η ενδεχόμενη ανακάλυψη του τάφου, για παράδειγμα, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της συζύγου του ή του γιου του θα ήταν καταστροφική, διότι, στο περιβάλλον όπου αναπτύσσεται το σχιζοειδές εθνικιστικό σχήμα «περιούσιος λαός αλλά καταφρονεμένος», θα καλλιεργήσει μέγιστη ψευδαισθητική ισχύ και επίπλαστο κλέος, τη στιγμή που το έθνος οφείλει να προσγειωθεί στη σκληρή πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης.

Ωστόσο, αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το πάθος για τη Ρώμη, που αναδείχθηκε ως αντίπαλο αντεθνικιστικό και αντικυβερνητικό δέος. Καμία σημασία δεν έχουν οι προθέσεις όσων το εισηγούνται και δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε το αμιγές γνωστικό τους κίνητρο. Το σημείο όπου η ρωμαϊκή ερμηνεία του ταφικού μυστηρίου μιας εν εξελίξει ανασκαφής έχει ενδιαφέρον, και ενώ το σενάριο αυτό θα ήταν επιστημονικά, ιστορικά και ταυτοτικά σημαντικό –ένα πολυάνδρειο, για παράδειγμα, των λεγεωνάριων που έπεσαν στη μάχη των Φιλίππων, ανάμεσα στους δημοκρατικούς του Βρούτου και του Κάσσιου και τον καισαρικό στρατό υπό τον Μάρκο Αντώνιο και τον νεαρό Οκταβιανό– είναι οι πολιτικές της χρήσεις κατά της (επίσης) ερμηνείας του υπουργείου, καθώς το πάθος πολλών να αποδειχθεί ότι το μνημείο είναι ρωμαϊκό και όχι μακεδονικό μοιάζει να μοιράζεται το ίδιο εθνικιστικό κοίτασμα με εκείνους που προσδοκούν έναν τάφο με αλεξάνδρειο μεγαλείο και απολυτοποιημένη ιστορικότητα. Με άλλα λόγια, η εμμονή στη ρωμαϊκή εκδοχή προκύπτει από την πεποίθηση ότι ιστορική ισχύ έχει μόνον η μακεδονική εκδοχή. Αυτό που για πολλούς «αντι-εθνικιστές» θεωρήθηκε εθνικιστικό όπλο, μοιάζει να έχει πείσει τους ίδιους εξίσου με τους δηλωμένους εθνικιστές. Η ρωμαϊκή εκδοχή, ως εκ τούτου, μοιάζει πολιτικά ανακουφιστική, αφού ουσιαστικά θεωρείται ασύμβατη με το εθνικό αφήγημα. Έτσι, ο υποτιθέμενος αρχαιολογικός αντεθνικισμός, είτε ορισμένων ειδικών είτε κάποιων διαμορφωτών γνώμης και συνδικαλιστών, δείχνει το ίδιο εγκλωβισμένος στην εργαλειακή αντίληψη του αρχαίου και, διά της Ρώμης, προσδοκά να αποϊστορικοποιήσει τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης ανασκαφής.

 

ΙΙ. Λατινική αριθμηση bis. Δεήσεις για άδειους  τάφους και κουκούτσι ελιάς

Η προηγούμενη σκέψη, η οποία διακρίνει στον αντιπολιτευτικό εθνικισμό μια κοινή καταγωγή με τον θεσμικό εθνικισμό και την εγχώρια συντηρητική ή και αντιδραστική αρχαιολατρία, μπορεί να γίνει πιο εύγλωττη αν της προσθέσουμε μια πιθανώς εύλογη απορία. Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να ενισχυθεί η ακροδεξιά πτέρυγα της ΝΔ, η Χρυσή Αυγή και εν γένει ο ελληνικός εθνικισμός από μια αρχαιολογική ανακάλυψη; Και αν ναι, έναντι τίνος; Του περιρρέοντος αντιευρωπαϊσμού; Της λατρείας προς την εθνική κυριαρχία, που μας στέρησε το Μνημόνιο; Έναντι του ορθολογισμού εκείνων που διακινούν, στο όνομα της χειραφέτησης του Λαού, ανθελληνικές συνωμοσίες, θεωρίες για ψεκασμούς και που στιγματίζουν τους αντιπάλους τους με όλα τα ιστορικά ονόματα της προδοσίας, που αρνούνται τη συμμετοχή μας στις κοινές αποφάσεις κατά του Χαλιφάτου των αποκεφαλισμών και, εν τέλει, προσβλέπουν στην αυταρχική μητέρα Ρωσία, στον αντιφιλελεύθερο πλην ολιγαρχικό Πούτιν και, γενικά, στην ορλωφική παλινδρόμηση του καιρού μας;

Στο ίδιο πνεύμα αναζήτησης της δυναμικής του φαινομένου θα πρέπει να σημειώσουμε, ανατρέχοντας στο διάστημα πριν από την εμφάνιση της ρωμαϊκής εκδοχής, τις λιγότερο φιλόδοξες σκέψεις για την αποϊστορικοποίηση του μνημείου και, άρα, την πολιτική της αποδυνάμωση. Πρωτεύουσα σημασία είχε το πάθος της σύλησης. Η επιθυμία ορισμένων –κατ' αντανάκλαση του φόβου άλλων– ο τάφος να έχει συληθεί. Μαζί με αυτή τη σχεδόν παρακλητική και δημόσια προσπάθεια απομείωσης της αρχαιολογικής ανακάλυψης (η οποία συρρικνώνει τον τάφο σε απανθρακωμένο θησαυρό), είδαμε να διατυπώνονται –έστω και στιγμιαία–  συνωμοσιολογικές φαντασιώσεις της αντιμνημονιακής ροπής ως άλλες δικλίδες πολιτικής ασφάλειας μπροστά στο ενδεχόμενο ανεύρεσης κτερισμάτων, οστών και άλλων αντικειμένων εντός του τάφου. Μια απ’ αυτές διατυπώθηκε, μάλιστα, στο κομματικό όργανο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και συνέδεε την όποια αρχαιολογική ανακάλυψη με τις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας (τις οποίες δεν αναγνωρίζει):

 

Είναι πιθανό η ανασκαφή να φέρει στην επιφάνεια θησαυρούς σαν της Βεργίνας, αλλά κι αυτή η αρχαιολογική περιουσία θα είναι υποθηκευμένη έναντι του δημοσίου χρέους. Η νομική τεχνογνωσία έχει προβλεφθεί (η περιβόητη υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο) με τις δανειακές συμβάσεις και τα Μνημόνια (13/8/2014).

 

Η γραμμή άμυνας έναντι του ενοίκου του Τύμβου Καστά που τίθεται εδώ είναι εκείνη ενός ανολοκλήρωτου εθνικισμού, ή μάλλον εκείνη που αποδέχεται και αναδεικνύει ιδιαιτέρως την εθνική αξία των πιθανών ευρημάτων, αλλά την παρουσιάζει ως ελλιπή, ως υποθηκευμένη και, συνεπώς, ως ατελέσφορη. 

Αντιδιαμετρικά προς την περιοχή όπου ανθούν οι ποικίλοι εθνικισμοί εμφανίζεται αυτό που προχείρως θα αποκαλούσαμε «αρχαιολογικός κοινωνισμός». Εδώ έχουμε την υποβάθμιση της συγκεκριμένης ανασκαφής στο όνομα μιας ιστορίας της διάρκειας, μιας αρχαιολογίας των νοοτροπιών, μιας αναζήτησης του κοινωνικού βίου των αρχαίων μέσα από τη μελέτη προφανώς των οικισμών, των νεκροπόλεων, των οδών και της μαρτυρίας των επάλληλων γεωλογικών στρωμάτων – εκεί όπου πράγματι ένα κουκούτσι ελιάς μπορεί να φωτίσει την κοινωνική οργάνωση ενός τόπου σε μια συγκεκριμένη (προ)ιστορική (συνήθως) περίοδο. Όσο και αν η ιστορία του 20ού αιώνα και η αρχαιολογία, ή η αρχαία ιστορία, εμπλουτίστηκαν από ποικίλα ρεύματα, τα οποία αποστασιοποιήθηκαν από τη μονομέρεια της ηρωικής ανασύστασης των μεγάλων ανδρών, των στρατιωτικών κατορθωμάτων, των δυναστειών και άλλων οντοτήτων της μεγάλης αφήγησης, η «αντίσταση» κατά της «κυβερνητικής» Αμφίπολης αστοχεί όταν επικαλείται την αξία του χώματος και του κουκουτσιού, για δύο κυρίως λόγους.

Πρώτον, γιατί η μεγάλη ισχύς του τόσο «μικρού τεκμηρίου» μειώνεται όσο πληθαίνουν τα λοιπά τεκμήρια, στα ιστορικά και νεότερα χρόνια. Πέρα, όμως, απ’ αυτή την περίπλοκη συζήτηση για την αξία του τεκμηρίου στην ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες –ποιο, δηλαδή, πρέπει να είναι το κεντρικό αντικείμενο της έρευνας («η εκδίκηση του χώματος», όπως πολεμικά αποκλήθηκε)–, η δυναστική επιθυμία, το φάντασμα της αυτοκρατορικής μορφής, η αναπόληση της μεγάλης ιερουργίας, η μυθολογία των εγελιανών μεγάλων ιστορικών προσώπων –όσο και να μας φοβίζουν– αποτελούν και πάλι σήμερα την κύρια είσοδο των μαζών στην ιστορία και το πρίσμα της ιστορίας που επιλέγεται για να περιγραφεί το δράμα του παρόντος στον δυτικό φιλελεύθερο κόσμο των αποδυναμωμένων ηγεσιών. Η καλειδοσκοπική, αποδομητική και βαθιά κοινωνιστική ματιά στο παρελθόν, η πλουραλιστική πρόσβαση στην ιστορία μοιάζουν στις μέρες μας με μια παρένθεση που έκλεισε ως δομή της ιστορικής αίσθησης. Ωστόσο, η τοκβιλιανή αυτή απορία της σύγχρονης δημοκρατίας, η οποία ποθεί να ξαναδεί την ιστορία να γράφεται με κεφαλαίο Ι και ταυτόχρονα αποδομεί αυθορμήτως και αντανακλαστικά όλες τις εξουσιαστικές μορφές της πολιτικής, ξεπερνά κατά πολύ τη διαμάχη της Αμφίπολης.

 

ΙΙΙ.  Controversial

«Η Αμφίπολη δεν προσφέρεται για αντιπαραθέσεις αρχαιολόγων», «Ούτε οι σεισμολόγοι κάνουν έτσι» κ.ά. Εκφράσεις σαν αυτές, με διάφορες παραλλαγές, εκστομίζονται ως αυτονόητες υποχρεώσεις των επιστημόνων συχνά από θεσμικά χείλη, όπως του περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά επίσης και από πολίτες που (αυτο)τοποθετούνται στις δήθεν αυτονόητες αξίες του φιλελευθερισμού και κυριεύονται από την ιδεοληψία μιας χώρας που οφείλει να γίνει κανονική. Η σκέψη αυτή, που σχεδόν επιβάλλει μια ευρύτατη σιγή των επιστημόνων ή επιτάσσει την ολική παραδοχή των ανακοινωθέντων από τους έχοντες θεσμικά την ευθύνη της ανασκαφής, ενώ εμφανίζεται να εξανίσταται κατά των δημοσιολογούντων και αντιμαχομένων την επικεφαλής της ανασκαφής στο όνομα κάποιας ευρωπαϊκής ή διεθνούς πρακτικής, στην πραγματικότητα αναπολεί τις εποχές του άγριου επιστημονισμού και της κυριαρχίας της αυθεντίας. Τις εποχές της πλήρους εμπιστοσύνης στους ειδήμονες, οι οποίες όμως έχουν παρέλθει οριστικά από τη στιγμή που η τεχνολογική ανάπτυξη διέσπειρε τους κινδύνους σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα,  ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης θόλωσε το όριο της γνώμης και της γνώσης, η μαζική δημοκρατία και ο ατομικισμός οδήγησαν τα μεσαία στρώματα στο στρόβιλο της ανασφάλειας. Μπορεί τα πρωτεία της γνώσης που παράγεται στην Αμφίπολη να ανήκουν δικαιωματικά στην επικεφαλής της αρχαιολογικής αποστολής, όμως η πρωτοφανής ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης ανασκαφής και η εκτεταμένη δημοσιότητα που καλλιεργείται από την κυβέρνηση οδηγούν σχεδόν αντικειμενικά στη στέρηση του μονοπωλίου της ανασκαφής. Η στρατηγική του ΥΠΠΟΑ να χρησιμοποιεί το σχήμα της ομιλίας του ίδιου του τάφου («θα μιλήσει ο τάφος»), πέραν της σπηλαιολογικής πλατωνικής καθήλωσης και μεταφυσικής, είναι και μια μετάφραση ανασκαφικών κανόνων και πρακτικών που θέλουν τα δικαιώματα της ανασκαφής και των ευρημάτων να ανήκουν αποκλειστικά στον επικεφαλής της ανασκαφής (κυρίως το δικαίωμα πρόσβασης και δημοσίευσης). Ωστόσο, το υπουργείο είναι αυτό που εξέθεσε την Αμφίπολη στη δημοκρατική κοινή θέα και αποφάσισε –ορθώς κατά τη γνώμη μου, αν και όχι ανιδιοτελώς– να εντάξει την ανασκαφή στο πλαίσιο της εκδημοκρατισμένης γνώσης και τους αφηγητικούς τύπους του National Geographic. Βέβαια, εγκαινιάζοντας αυτή την πρακτική, θα όφειλε να επινοήσει ένα πιο δημοκρατικό πρωτόκολλο. Κοινώς να ανοίξει την ανασκαφή και στα έτερα επιστημονικά βλέμματα, στην αντίθετη άποψη. Η κοινωνιολογία των επιστημών και της τεχνολογίας θα είχε πολλά να πει για έναν χειρισμό που ανοίγεται στη δημοσιότητα με όρους αυτοακυρωτικούς της. Ας σκεφτούμε έναν τέτοιο επιστημονικό χειρισμό σε ένα δυστύχημα τύπου Φουκουσίμα. Θα έπρεπε να αρκεστούμε στα δελτία Τύπου, στην επάρκεια του επικεφαλής και να αποκλείσουμε ειδικούς που θα είχαν εκφράσει επιφυλάξεις. Εξάλλου, και για να προχωρήσουμε την αναλογία με τις επιστήμες του κινδύνου, σε αντίθεση με όσα διατρανώνει ο κοινός λόγος, η διαμάχη μεταξύ σεισμολόγων, που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και επεκτάθηκε και τις δύο επόμενες δεκαετίες, δεν είναι δείγμα λαϊκισμού ή αρχαϊκότητας. Όχι μόνο αντιστοιχεί στο αίτημα μιας σύγχρονης δημοκρατίας, όπου οι πολίτες οικειοποιούνται και μετέρχονται (ατελώς πάντα) μιας επιστημονικής συζήτησης, αλλά αφορά και την ιστορία μιας επιστημονικής κοινότητας που βελτιώνει μέσα από την αντιμαχία τα εργαλεία της και την αποτελεσματικότητά της.

Με άλλα λόγια, ο τάφος είναι δημοκρατικά «κοντροβέρσιαλ» και θα είναι για πάντα – ακόμα και αν συμφωνήσουν όλοι οι αρχαιολόγοι της Ελλάδας και του πλανήτη. Ως οφείλει, άλλωστε, να είναι, στην εποχή που για κάθε πραγματογνωμοσύνη γεννιέται το αίτημα της αντιπραγματογνωμοσύνης.

Η επιστήμη είναι πεδίο κριτικού ελέγχου, η εμπιστοσύνη στους ειδικούς έχει φθαρεί, όπως και κάθε αυθεντία, και η προσπάθεια εγκλωβισμού ενός γεγονότος τόσο διεγερτικού και φαντασιακά πρόσφορου είναι απλώς ένας πολιτικός αναχρονισμός. Άλλος ένας, θα έλεγε κανείς.

 

ΙV. Εγκλωβισμένοι στις πηγές και στη βιβλιογραφία

Εξίσου ενδιαφέρουσα και ανησυχητική είναι και, από την άλλη πλευρά, η άρνηση της δυναμικής της ανακάλυψης, την οποία εκφράζουν οι ειδήμονες εκείνοι ακριβώς που μετέχουν στη συγκρότηση ενός κοντροβέρσιαλ δημόσιου λόγου για την ανασκαφή. Στην περίπτωση αυτή, έχουμε να κάνουμε με έναν έτερο επιστημονικό συντηρητισμό που αποκλείει σχεδόν όλες τις υποθέσεις οι οποίες μπορεί να διατυπωθούν ή να γίνουν αντικείμενο υπαινιγμών, ανάγοντας το επιστημονικά αληθές αποκλειστικά στις ιστορικές πηγές και στις προηγούμενα κατοχυρωμένες γνώσεις. Για παράδειγμα, τα κείμενα για τον Αλέξανδρο λένε αυτό και εκείνο, ή οι προηγούμενοι μακεδονικοί τάφοι ήταν έτσι και μόνον. Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι οι πηγές και η συσσωρευμένη γνώση στην κλασική φιλολογία, την αρχαία ιστορία και την αρχαιολογία ορίζουν πράγματι τις αποκαλυπτικές δυνατότητες του μνημείου αυτού και, όντως, το πεδίο επινόησης και (νέας) ερμηνείας είναι αρκετά περιορισμένο. Είναι, ωστόσο, εμφανές ότι στην Αμφίπολη υπάρχουν πολλά πρωτοφανή στοιχεία και, επίσης, ένα μέγεθος απαράκαμπτης σημασίας που εντάσσουν τη συγκεκριμένη ανασκαφή στον ορίζοντα της ανακάλυψης. Της επιστημονικής ανακάλυψης. Και εδώ, η εμμονή προσφυγής στις πηγές είναι μια προσπάθεια σιώπησης ομόλογη με εκείνη που αυταρχικά λέει «θα μιλήσει ο τάφος» και η οποία υποτιμά την ενδεχομενικότητα κάθε επιστημονικής πράξης. Με άλλα λόγια, η στένωση της ιστορικής πληροφορίας και η υποχρεωτική αναγωγή της ανασκαφής στις καθιερωμένες γνώσεις ακυρώνουν κάθε έννοια έρευνας, ανακάλυψης και αναθεώρησης των γνώσεών μας.

Αλήθεια, γιατί ο κοινός ιστορικός και ευρύτερα επιστημονικός νους, το πολιτισμικό κεφάλαιο εκείνων που ομνύουν στο αδιαπέραστο των επιστημονικών συνόρων τα οποία χαράσσει η μέχρι σήμερα γνώση δεν μπορούν να αφεθούν σε μια λελογισμένη επιστημονική-αρχαιολογική φαντασία, εν όσω διαρκεί το κύριο μέρος της ανασκαφής; Και φυσικά δεν αναφέρομαι στο ενδεχόμενο να κοιμάται μέσα εκεί ο Μέγας Αλέξανδρος –γιατί αυτό δεν είναι γέννημα της αρχαιολογικής φαντασίας αλλά αυτοματισμός του αρχαιολατρικού εθνικισμού– αλλά σε περισσότερο οικεία επιστημονικά ενδεχόμενα, τα οποία ωστόσο δεν έχουν απαντηθεί στη Μακεδονία: όπως, ας πούμε, μεικτές χρήσεις του οικοδομήματος (ναός/τάφος) ή επάλληλες ιστορικές χρήσεις. Η άρνηση του αρχαιολογικού γεγονότος και η εμμονή στην αλήθεια των πηγών και της πρότερης γνώσης μοιάζουν εδώ να μην εγείρονται μόνον ως αντίπαλοι στις παραμυθητικές λειτουργίες του «τάφου», αλλά και ως προς κάθε αυθεντική γνωστική περιέργεια που είθισται να αποτελεί το κύτταρο, την ελάχιστη συνθήκη της επιστημονικής πράξης.

 

V. Εκπρόσωπος τάφου, δελτίο Τύπου και  οπτική ευεξία

Σημειώσαμε νωρίτερα την απορία που γεννούν οι επιλογές της κυβέρνησης όταν λειτουργεί, από τη μια, με όρους σύγχρονης υπερδημοσιότητας και, από την άλλη, σύμφωνα με καθιερωμένα και συμβατικά ανασκαφικά πρωτόκολλα. Η χρήση, όμως, των ΜΜΕ και του διαδικτύου από την κυβέρνηση με αφορμή την Αμφίπολη είναι αποκαλυπτική, εκτός των άλλων, και για θέματα που άπτονται της κρατικής πολιτικής στο σύνολό της. Η πρακτική της συστηματικής έκδοσης, σχεδόν καθημερινά για ένα διάστημα, δελτίων Τύπου, είναι εξαιρετικά σύγχρονη. Αναθέματα του τύπου «αυτά είναι επικοινωνιακή πολιτική» είναι άσφαιρα πυρά. Το επικοινωνιακό φαινόμενο είναι οργανικά ενταγμένο σε όλα τα φαινόμενα. Μόνον η πλήρης απόκρυψη ενός τύμβου τέτοιου μεγέθους θα μπορούσε να εξαιρέσει το αρχαιολογικό εύρημα από τη δημόσια σφαίρα της επικοινωνίας και της αντιπαράθεσης. Θα χρειάζονταν νυχτερινές επιχειρήσεις επιχωμάτωσης των ανακαλυφθέντων για να «γλιτώσει» κανείς από αυτό που ορισμένοι αντιλαμβάνονται ως επιδερμικό χειρισμό, παραποίηση του αληθούς και χειρισμό συνειδήσεων.

Από την άλλη, κάθε επικοινωνιακή επιλογή εκθέτει τα κίνητρα και τις δεξιότητες του φορέα της. Διότι τάφος έξω από το δελτίο Tύπου του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού δεν υπάρχει. Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι πρόκειται για σαφή προσπάθεια οργάνωσης ενός πεδίου δημοσιότητας, ελληνικής και διεθνούς, με επίκεντρο την πρόοδο των εργασιών της Αμφίπολης. Και η τεχνογνωσία που χρησιμοποιείται είναι αυτή που θα χρησιμοποιούσε κανείς σε οποιοδήποτε σύγχρονο δυστύχημα. Υπάρχει μια ρύθμιση της αγωνίας και μια οργάνωση της κοινής αίσθησης μέσα από έναν συγκεκριμένο αφηγηματικό τρόπο. Μια οργανωμένη τροφοδοσία του κοινού σε τακτά χρονικά διαστήματα με εικόνες και λέξεις που αφορούν την πρόοδο της έρευνας. Η ένταση με την οποία έγινε αυτό, η καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου ρυθμού μπορεί να συνοδεύονται και από την εκδίπλωση μιας συγκεκριμένης τεχνικής. Μια τεχνολογία της εξουσίας, θα έλεγε κανείς, ανακαλώντας ευθέως τις θεμελιώδεις παραδοχές του Μισέλ Φουκώ, οργανώνει λεπτομεριακά τους όρους εκδήλωσης της γνώσης, την οριοθετεί και εντάσσει σε αυτήν τα υποκείμενα, χρησιμοποιώντας την ιδιαιτερότητα μιας γλώσσας των ειδικών προς τέρψιν των κοινών θνητών. Πράγματι, η γλώσσα των δελτίων Τύπου για την πρόοδο των ερευνών δεν είναι η φυσική γλώσσα της πολιτικής και του δημόσιου χώρου. Πρόκειται για μια γλώσσα που συμβάλλει στην εξοικείωση με την ανασκαφή και, απ’ αυτή την άποψη, πράγματι πληροφορεί και καθιστά τον ενδιαφερόμενο πολίτη συμμέτοχο μιας επιστημονικής διαδικασίας.  Ταυτόχρονα, όμως, οριοθετεί αυστηρά τη δυνατότητά του να τοποθετηθεί υπαρξιακά σε σχέση με το εύρημα και, ας μην κρυβόμαστε, να καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει, παρά μόνον αν δεχθεί και αυτός ότι παρακολουθεί μια παραγωγή γνώσης που γίνεται με υψηλή επιστημονική επάρκεια, μέγιστη αυστηρότητα και δίχως άλλα συναισθήματα. Η χρήση μιας τέτοιας γλώσσας, που αντλεί στοιχεία από την αρχιτεκτονική, την ιστορία της τέχνης, την αντοχή υλικών, τη συντήρηση-αποκατάσταση, τη μηχανική, πέραν του ότι μπορεί να γίνει αντικείμενο εύλογης λοιδορίας, επιπλέον, όταν επαναλαμβάνεται συχνά, αναπαριστά την ερευνητική διαδικασία με όρους τεχνικής ορθοφροσύνης, δεν διανοίγεται σε ευρύτερα ερωτήματα και, εν τέλει, εγκλωβίζει, με τη σειρά της, την απολαυστική διαδικασία σε μια γραμματική της επιστημονικής αυθεντίας.

Αντιθέτως, οι φωτογραφίες που ενίοτε δημοσιεύονται, με κορυφαίες εκείνες των Καρυάτιδων, λειτουργούν λυτρωτικά, δίνουν οπτική απόλαυση, εξωλεκτική ευεξία και αντιβαραίνουν προς την πληθωριστική τεχνο-γλώσσα του κειμένου. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι πρόκειται και πάλι για τη χρήση μιας εξουσιαστικής τεχνολογίας. Μια σύγχρονης τεχνολογίας της εξουσίας που οριοθετεί και δεν απαγορεύει, που οργανώνει τη σχέση μας με τη γνώση και η οποία μας εντάσσει σε ένα συγκεκριμένο σύμπαν. Ίσως, αν υπήρχε μεγαλύτερη επαφή των υπευθύνων με τη σύγχρονη κοινωνιολογία του επιστημονικού εργαστηρίου, να μπορούσε κανείς να παίξει με τη σχετική αυτονομία των ίδιων των εργαλείων, των οργάνων, των ανασκαφέων· σε κάθε περίπτωση, όμως, η επικοινωνία με το μνημείο δεν είναι αυτή που βλέπουμε να συμβαίνει με την υπόλοιπη επικοινωνία της κυβέρνησης και εν γένει του πολιτικού συστήματος. Δεν φαίνεται να υπάρχουν διαρροές σε προνομιακούς συντάκτες, ασυνεννοησία, διττές γραμμές, λαγοί που τους αμολάμε για να τους κάψουμε και άλλες καταστροφικές, χρεοκοπικές πρακτικές εσωστρέφειας.

Εκεί, όμως, που το πνεύμα αυτό, το Νational Geographic, κανιβαλίζεται από εκείνους ακριβώς που το επινοούν είναι όταν μεταπίπτει σε παλαιοκομματικό-μιντιακό Jurassic Park. Ενώ η επιλογή τού «εκπροσώπου τάφου» εντάσσεται σε αυτήν τη σύγχρονη τεχνολογία της εξουσίας, και μοιάζει συνεπής πράξη στην απόπειρα να στηθεί μια work in progress αίσθηση –πόσο μάλλον που η τουριστική και διεθνής προβολή του ευρήματος αποτελεί διακηρυγμένη προτεραιότητα της κυβέρνησης–, η «αξιοποίηση» της Άννας Παναγιωταρέα αποτελεί μια άνευ όρων ακύρωση. Διότι το συγκεκριμένο πρόσωπο που εκπροσωπεί τον τάφο και την εργασία των αρχαιολόγων ταυτόχρονα, και ισχυρότερα αντιπροσωπεύει τη μακρά μεταπολιτευτική συνύφανση της δημοσιογραφίας με την πολιτική εξουσία, την επιβιωτικότητα σε όλα τα ιδεολογικά περιβάλλοντα, την πολυθεσία και, εν τέλει, μια σειρά αρχαϊσμών που μπορεί σήμερα να αντιστέκονται, που το κύκνειο άσμα τους διαστέλλεται –ίσως και ανακαινίζεται οσονούπω εκλογικά–, αλλά που δεν αντιστοιχούν στο πολιτισμικό habitus της χώρας (ή, τουλάχιστον, στο υφολογικό). Και αν στις συνθήκες της κοινωνικής έκπτωσης το αρχαιολογικό εύρημα αποκτά δυναμική υπερβαίνοντας την καθήλωση στους ενταφιασμένους μεγαλειώδεις προγόνους, αν η ίδια η Καρυάτιδα διαβάζεται με σύγχρονους όρους (στα όρια του παθολογικού φαλλοκεντρικού φετιχισμού της αμερικανικής pornopop κουλτούρας –  άραγε πόση εξειδίκευση έχουμε αποκτήσει όλοι στη διάκριση μεταξύ σανδαλιών, πλατφόρμας και κοθόρνου!), κάτι τέτοιο θολώνει από τη συγκεκριμένη επιλογή. Αλήθεια, η κυρία Παναγιωταρέα δεν θα όφειλε να διευκολύνει εκείνους που της πρότειναν τον συγκεκριμένο ρόλο αναθέτοντάς τον –όχι αμισθί– σε κάποιον απόφοιτο του τμήματος δημοσιογραφίας στο οποίο υπηρετεί;

 

VI. Το μνημείο: για ζήτηση για authority και η απειλή του πατριού

Ποιες είναι όμως οι αιτίες της μεγάλης διέγερσης που προκαλεί η Αμφίπολη; Γιατί καταφεύγουμε σε αυτό που συμβαίνει εκεί –όσο κρατάει η ανασκαφή– για να διαφωνήσουμε, να χαρούμε, να ενοχληθούμε με την εξουσία, να απορήσουμε με την άρνηση μπροστά στη σημασία της; Γιατί υπάρχει εν τέλει στη ζωή μας σήμερα, δίπλα σε όλα τα άλλα, που είναι ασφαλώς σημαντικότερα και που διακυβεύονται ακόμα. Είναι προφανές ότι το εθνικιστικό δυναμικό, και δη η μακεδονική του καθήλωση, έχουν μερίδιο στην εξήγηση αυτής της ιστορίας. Όπως επίσης είναι εύλογο να σκέφτεται κανείς ότι η αίσθηση εθνικής ήττας που δημιούργησαν η χρεοκοπία και ο διεθνής οικονομικός έλεγχος αναζητεί μια ρεβάνς, εύκολη και διά προγονικού αντιπροσώπου. Ο θαμμένος θησαυρός επέχει θέση ντενεκέ με λίρες, μια πιο λόγια και πρέπουσα εκδοχή των εξακοσίων δισεκατομμυρίων που θα έφερνε ο Αρτέμης Σώρρας. Ή, για να μιλήσουμε πέραν της συνωμοσιολογικής κοινοτοπίας, μήπως η Αμφίπολη μάς απασχολεί ως καταφυγή στο παρελθόν, τη στιγμή που παγιώνεται το διαρκές παρόν της κρίσης; Το ενδιαφέρον αυτό προέρχεται, στο σύνολό του και αποκλειστικά, από το κοινό εθνικιστικό απόθεμα που αναφέραμε παραπάνω; Είναι η προσδοκία μιας σωτηρίας και της επανατοποθέτησης της χώρας στο διεθνές περιβάλλον που θα συντελεστεί μέσα από την έξωθεν αναγνώριση του αρχαίου μεγαλείου; Όλες αυτές οι διατυπώσεις, και πολλές ακόμη, είναι πιθανόν να ισχύουν. Η ελληνική χρεοκοπία αποτελεί, εξάλλου, μέγιστη συμβολική απώλεια και μια σκληρή πραγματική εμπειρία που νοηματοδοτεί τα πάντα. Ωστόσο, δεν αποκλείεται η εμπειρία της χρεοκοπίας και η πανταχόθεν ανάπτυξη του ελληνικού εθνικισμού να πρέπει να εγκιβωτιστούν σε μεγαλύτερα κρισιακά σύνολα. Με άλλα λόγια, τα συλλογικά πάθη για την Αμφίπολη ίσως να μην αφορούν την αναζήτηση ενός ενταφιασμένου στρατηλάτη που θα αντιστηρίξει το παραπαίον έθνος. Ίσως να πρόκειται για τη συμπτωματολογία κάποιας μεγαλύτερης και πιο ανησυχητικής συνθήκης.

Για να συλλάβει όμως κανείς τη συνθήκη αυτή και τις προβολές που γίνονται στην Αμφίπολη, απαιτείται να σκεφτεί πέραν της εθνικής μυθολογίας και αφήγησης. Χωρίς να τις ξεχνάει, αφού, όπως είπαμε, και αυτές εξειδικεύουν γενικότερες αγωνίες και ανάγκες, πρέπει να ανοίξει κανείς τη γωνία θέασης του φαινομένου και να σκεφτεί μήπως αυτό που καθιστά τη συγκεκριμένη αρχαιολογική ανακάλυψη πρόσφορη για τόσες πολλές προβολές είναι ο μνημειώδης χαρακτήρας της. Χωρίς να γνωρίζει κανείς όλες τις παραμέτρους του μνημείου, μπορεί να σταθεί στον εντυπωσιακό κυκλικό φορμαλισμό του και το φαραωνικό μέγεθός του. Διαισθητικά μιλώντας, μπορεί να υποθέσει πως, αν ο αρχαιολογικός αυτός τόπος οριζόταν από πιο συμβατικά μεγέθη, η κοινωνική του δυναμική και η δυνατότητά του να έλκει μεγάλα συμβολικά φορτία θα ήταν δευτερεύουσες, όποια και να ήταν η αμιγής ιστορική και αρχαιολογική του αξία. Το μνημειώδες του Τύμβου Καστά είναι, λοιπόν, το σημείο ισχύος γύρω από το οποίο δομούνται και αποδομούνται, προκαταβολικά και στις δύο περιπτώσεις, ιδεολογικοί λόγοι, εθνικιστικές προβολές, καλαισθητικές κρίσεις, επικοινωνιακές συγκινήσεις. Όμως και το μνημειώδες εργάζεται αυτοδύναμα, πέραν και πριν από τις γλωσσικές αυτές συναρθρώσεις. Η ισχύς του μνημείου είναι, στην πραγματικότητα, αυτή που χαράσσει το όριο ανάμεσα σε μια προγλωσσική επιθυμητική έκφραση αγωνίας και στην αφήγηση, τη γλωσσική δόμηση του κοινωνικού εαυτού. Το μνημειώδες είναι fascinating, διότι είναι η ανάκληση μιας εξουσιαστικής αρχής που έχει εκπέσει σε κρίση της δημοκρατίας. Είναι ο νόμος του πατέρα, μια απαγορευτική και συγκροτητική δύναμη, στην εκδοχή της ανάδυσης από το χώμα, στην πιο αρχέγονη δηλαδή εκδοχή της. Αυτή η οριακά προ-αφηγηματική μορφή και το δέος που προκαλεί δεν είναι, βέβαια, παρά μια φευγαλέα στιγμή σε μια αγωνιώδη πλέον αναζήτηση του authority, στην οποία υποχρεούνται οι αποπροσανατολισμένοι πολίτες μιας εκτεταμένης πλην απορυθμισμένης και κανιβαλιστικής μαζικής ατομικιστικής δημοκρατίας. Δεν χρειάζεται να αναλύσει κανείς επί μακρόν την αποσταθεροποίηση του ατόμου στις κοινωνίες της υψηλής και ίσως ανεξέλεγκτης διακινδύνευσης για να αντιληφθεί το λόγο που η Αμφίπολη λειτουργεί σαν ψυχοσυναισθηματικό υποκατάστατο, ή έστω σαν συμπτωματικό δείγμα μιας αγωνίας. Η αποδομητική ψυχική συνθήκη που προκαλεί η ραγδαία συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, οι διευρυνόμενες αποστάσεις μεταξύ του κοινωνικού σώματος και της ελίτ, ο εγκλωβισμός του δυτικού πολίτη σε έναν ατελέσφορο ναρκισσισμό και έναν ευδαιμονισμό που πλέον αμφισβητείται από την ενδημική, όπως αποδεικνύεται, κρίση παραγωγής της Ευρώπης, η εμφανής υποχώρηση του πολιτικού συστήματος μπροστά στην κινητικότητα του κεφαλαίου και η σύνοδη καταρράκωση των πολιτικών ηγεσιών (η θλιβερή αδράνεια του Ομπάμα μπροστά στο Ισλαμικό Κράτος και ο στρατιωτικός χαιρετισμός με το καφεδάκι στο χέρι δεν είναι εξαίσιο στιγμιότυπο ηγετικής άρνησης;), όλα αυτά, αντιφατικά μεταξύ τους και ενίοτε αντίπαλα, έχουν στρέψει την υπερνεωτερική συνθήκη στον πιο ζοφερό της δρόμο. Η αποδιάρθρωση της μεγάλης αφήγησης δεν άφησε ούτε καν ένα ομοίωμα και, εν τέλει, η εξάτμιση των δυνατοτήτων της μεσαίας τάξης να αναπαραγάγει τον εαυτό της στην επόμενη γενιά έχει διακόψει τις ροές νοηματοδότησης του εαυτού – το πυρηνικό, με άλλα λόγια, στοιχείο του σύγχρονου ατομικισμού, το οποίο εξειδικευόταν μέχρι πρότινος στην ικανότητα του ατόμου να προβάλλει την αυτοβιογραφία του στο μέλλον. Η άνοδος της άκρας Δεξιάς στην Ευρώπη ή η αποδοχή αυταρχικών μορφών όπως ο Πούτιν είναι μόνο μερικά πολιτικά σημάδια της πιο δραματικής κρίσης που μπορούσε να βιώσει η κουλτούρα της αυτοπραγμάτωσης και εν γένει το πνεύμα του ’68, όπως μπορεί να κωδικοποιηθεί. Αν μιλήσουμε για αναπόφευκτη συντηρητικοποίηση των κοινωνιών μας, θα ακουστούμε στην πραγματικότητα ήπιοι και υπέρμετρα αισιόδοξοι. Η αυταρχική υποκατάσταση των σημείων αναφοράς, της «πατρικής πλαισίωσης» είναι προ των πυλών.

Το πάθος με την Αμφίπολη, που γρήγορα μπορεί να μετασχηματιστεί σε νεύρωση της Αμφίπολης, ορίζεται από την αποκάλυψη, την εμφάνιση μιας τέτοιας μετωνυμίας της εξουσιαστικής μορφής. Και αν σε ορισμένους η σκέψη αυτή μπορεί να φανεί ανησυχητικά χομπσιανή, ας σκεφτούν ότι όλες οι εκδοχές κοινωνικού συμβολαίου και συμβολικής πλαισίωσης της εξουσίας είχαν τα δικά τους μνημεία, ας θυμηθούν ότι ο Παρθενώνας δεν συμβόλιζε ακριβώς τη δημοκρατία στη Μακρόνησο και ότι στην Πύλη του Βραδεμβούργου, μετά τις μεσοπολεμικές φρίκες, αποτυπώθηκε η συμφιλιωτική ένωση και η νέα ευημερία. Ας θυμηθεί κάποιος ότι η παραμόρφωση του προσώπου του σύγχρονου καπιταλισμού την 11η Σεπτεμβρίου 2001 από τη βιτριολική αεροπορία της τζιχάντ υπήρξε η συμβολική εκκίνηση της μηχανής των ασσυμετριών. Ή μάλλον της εξομάλυνσης των ασυμμετριών με τις οποίες είχαμε συνηθίσει να ζούμε ως κυρίαρχοι δυτικοί καταναλωτές – αλλά αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.

Το μνημείο, η έξη και ο θαυμασμός που προκαλεί είναι αντικαθρέφτισμα της τεράστιας ανασφάλειας, του αδόμητου κοινωνικού περιβάλλοντος, είναι το σημείο ρήξης της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης κ.ο.κ. Το ερώτημα και το πολιτικό διακύβευμα δεν είναι, λοιπόν, αν θα αγαπήσουμε ή αν θα εμπνευστούμε από την Αμφίπολη ή αν θα αρνηθούμε τη σημασία με επιστημονικά τεχνάσματα ή τις σκουριασμένες λεπίδες της αποδόμησης. Το πρώτο θα ήταν πρόσκαιρη τοτεμική υπόκλιση σε μια προ-αφηγητική εξουσία. Το δεύτερο, μια ατελέσφορη μάχη οπισθοφυλακών. Αυτό που διακυβεύεται, μέσα από τους αντικατοπτρισμούς της Αμφίπολης, είναι αν μπορεί η μαζική ατομικιστική δημοκρατία της Δύσης και η νεκροζώντανη ναρκισσιστική κουλτούρα που τη διαπερνά να διασωθούν. Αν είναι σε θέση, όχι να ενσωματώσουν τις μη αφομοιώσιμες ολοκληρωτικές ιδέες και πρακτικές που διακινεί ο επελαύνων αυταρχισμός, αλλά να εξουδετερώσουν τη δυναμική του. Μπορούν στις συνθήκες της παντοδύναμης παγκοσμιοποίησης, της βιογραφικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ανασφάλειας να κρατήσουν το άτομο στην τροχιά της αυτοπραγμάτωσης; Μπορούν να οικειοποιηθούν το αίτημα για authority προτού αυτό παγιωθεί; Προτού, δηλαδή, γίνει κάτι παραπάνω από βασική συναισθηματική δομή; Ο απαγορευτικός πατέρας απέθανε εδώ και καιρό και η μητρική, αντιαυταρχική στροφή ολοκληρώθηκε με εκτροχιασμό. Πλέον, πλανάται το φάντασμα του κακού πατριού που έρχεται.

 

Exitus: Oh my God!

Πέρα από το ανησυχητικό –πλην όμως αναπόδραστο– στοιχείο του μνημείου, υπάρχει και μια ανακουφιστική εκδοχή του. Αυτή της πολλαπλής οικειοποίησής του, που μπορεί να γίνει και συνώνυμο του εκδημοκρατισμού του. Ένα μνημείο αρχαιολογικό, ιστορικό, πολιτικά σημαίνον (η επανάληψη είναι εδώ υποχρεωτική), παραμυθητικό και όχι κάποιος φάρος του ελληνισμού, μια συμβατική αρχαιολογική τοποθεσία ή το σύμβολο αυτού του αυταρχικού πατριού που βίαια υποκαθιστά την πατρική οριοθέτηση. Αμφιβάλλει κανείς ότι, αν ολοκληρωθεί επιτυχώς η συγκριμένη ανασκαφή, θα υπάρξουν πολλοί και ποικίλοι επισκέπτες στην Αμφίπολη – μαθητές υποχρεωμένοι, τουρίστες φωτογραφούντες, φιλοπερίεργοι επιστήμονες, μεγάλοι και μικροί; Αμφιβάλλει κανείς ότι στην Ελλάδα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα ζήσουν πεπεισμένοι ότι εκεί βρέθηκε ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ό,τι κι αν έχει πει η επιστήμη;

Είθε η μελλοντολογική μικρή μυθοπλασία που ακολουθεί και η ελπίδα για ένα μνημείο ανοικτό στην ερμηνεία να είναι μια καλή κοινοτοπία σε μια ανοικτή ελληνική κοινωνία του βραχέος μέλλοντός μας.

 

Ο David και η Laureen έφτασαν χτες στην Ελλάδα προερχόμενοι από την πόλη Athens, West Virginia των ΗΠΑ. Ο David, που έχει μια μικρή μεταφορική εταιρεία στην οποία εργάζεται ως γραμματέας και η Laureen, ήθελε εδώ και χρόνια να έρθει στην Ελλάδα. Η γυναίκα του ήταν όμως αρνητική, ήθελε το πρώτο και ίσως τελευταίο ευρωπαϊκό τους ταξίδι να είναι στο Παρίσι ή στη Ρώμη. Ωστόσο, οι φίλοι τους από το Community «Ancient Aliens, Extraterrestrial Influences & UFOs. We believe»άσκησανέντεχνατημεγάλητουςπίεση. «Who gives a dam about Paris or Rome anymore! Go to Greece and Egypt and bring us back the best slideshow we’ve ever seen!» Έτσι, η Laureen πείστηκε, και ήρθαν. Καθώς πλησιάζουν στον προορισμό τους και ενώ κοιμούνται στα κάθισμά τους, το πούλμαν του Μουζενίδη σταματάει στη μέση του δρόμου. Μια βραχνή μικροφωνική φωνή εκστομεί μια σύντομη φράση στα αγγλικά, είναι του οδηγού. Ο David και η Laureen ξυπνούν και, πριν καλά καλά αντιληφθούν τι τους συμβαίνει, νιώθουν την ατμόσφαιρα να ηλεκτρίζεται. Τα επιφωνήματα αντηχούν μέσα στο πούλμαν. Και οι δύο ανασηκώνονται και στρέφουν το βλέμμα τους, όπως και οι άλλοι, σε έναν τεράστιο κύκλο που στέκεται σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου. «Oh my God!», ακούγεται πνιχτά η Laureen. O David, πολύ πιο μεγαλόφωνα, συλλαβίζει έντονα την ίδια φράση. Και άλλη μια φορά. Και προσθέτει: «This is not human».

 

 

 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά