Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Η ανατομία μιας σύγχυσης

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Βασίλι Καντίνσκι, Blue Painting (Blaues Bild), Ιανουάριος 1924, λάδι σε καμβά, 50,6 × 49,5 εκ.  Solomon R. Guggenheim Museum, New York, Gift, Fuller Foundation Βασίλι Καντίνσκι, Blue Painting (Blaues Bild), Ιανουάριος 1924, λάδι σε καμβά, 50,6 × 49,5 εκ. Solomon R. Guggenheim Museum, New York, Gift, Fuller Foundation

Δεοντολογικός και αληθειακός σχετικισμός:

Οι φιλοσοφικές κατηγορίες του όντος και του δέοντος δεν αποτελούν θεωρητικές κατασκευές με ισχνό πραγματιστικό υπόβαθρο. Ούτε υπάρχουν ως λεκτικές οντότητες χωρίς συγκεκριμένο νοηματικό περιεχόμενο. Ο χώρος της φιλοσοφίας, στον οποίον κυρίως ενδημούν, όχι μόνον τις φιλοξενεί, αλλά και καθορίζεται απ' αυτές και από τη σχέση τους.

Το ον, ως εννοιολογική κατηγορία, έχει τη γενικότερη δυνατή νοηματική εμβέλεια. Αναφέρεται στα σημασιολογικά περιεχόμενα του «υπάρχειν», όπου η εμβέλεια ή, αλλιώς, η φασματική περιοχή στην οποία εκτείνεται δεν περιορίζεται στη σφαίρα του χωροχρονικά υπαρκτού και, πιθανώς, εμπειρικά προσδιορίσιμου.

Η γνωσιακή μας ψηλάφηση του όντος δεν είναι απολύτως εφικτή. Άλλωστε, το, από την ίδια τη φύση του, δευτέρας τάξεως γνωσιακό έλλειμμα, που αντιμετωπίζεται κατά τη φιλοσοφική εξέταση του διπόλου «ον» και «γνώση» του, αποτελεί το κατ' εξοχήν φιλοσοφικό πρόβλημα, που είναι ακριβώς φιλοσοφικό, επειδή είναι πρόβλημα οριακό για τη γνώση, με την έννοια ότι δεν επιστημονικοποιείται. Το γνωσιακό αυτό έλλειμμα είναι δευτέρας τάξεως γιατί αναφέρεται στην πιθανή γνώση της γνώσης του όντος και δίδει την ψευδή εντύπωση μιάς φαύλης αυτοαναφορικότητας, που αντιμετωπίζεται όταν εξηγηθεί ότι η γνώση του όντος ανήκει σε διαφορετικό επίπεδο από τη γνώση της γνώσης του όντος.

Θεμελιώδες χαρακτηριστικό κάθε σοβαρού φιλοσοφικού συστήματος αποτελεί η οντολογική ή, όπως αλλιώς καλείται, η μεταφυσική βάση του. Για να μιλήσει ο φιλόσοφος για την αλήθεια πρέπει, πρώτα, να καθορίσει τον χώρο του όντος. Αφού τον καθορίσει ή, μάλλον, προσπαθήσει να τον καθορίσει, οφείλει να μας μιλήσει για το πρόβλημα της γνωσιακής του πρόσβασης, στο ον, δίδοντας, ίσως, έμφαση στα θέματα της γνωσιακής μεθοδολογίας, που υιοθετεί ή που, για πρώτη φορά, μας προτείνει. Όλη αυτή η άρθρωση λόγου έχει φιλοσοφικό και όχι καθαρώς επιστημονικό περιεχόμενο επειδή η θεωρητική κατασκευή, που επιτυγχάνεται, προτείνεται και υιοθετείται, δεν έχει πάντοτε τα χαρακτηριστικά αναδρασιακότητας θεωρίας και πειράματος ή γενικότερα θεωρίας και πράξης.

Υπάρχουν τμήματα ή και ολόκληρες περιοχές αυτής της θεωρητικής κατασκευής, που αναφέρονται στην πιθανή παρουσία μη-χωροχρονικά προσδιορίσιμων ή, μάλλον, χωροχρονικά άτρωτων και αναλλοίωτων οντοτήτων. Πώς θα αντιμετωπιζόταν επιστημονικά, επί παραδείγματι, η οντολογική παραδοχή της ύπαρξης των ιδιοτήτων, ως αυθύπαρκτων πραγματικοτήτων; Είναι απαραίτητη, βεβαίως, μια επισήμανση. Η άρθρωση φιλοσοφικού λόγου, που δεν είναι απαραιτήτως επιστημονικοποιήσιμος, δεν σημαίνει αποδοχή λογικής ασυδοσίας. Ο φιλοσοφικός λόγος απαιτείται κατ' ελάχιστον, να είναι λογικά έγκυρος, με την έννοια ότι απαιτείται να μην οδηγεί σε παραδοξολογίες και αντιφάσεις. Ακόμη απαιτείται να έχει περιγράψει με σαφήνεια τα όρια που τον χωρίζουν από τον ιδεολογικά φορτισμένο λόγο. Ο φιλοσοφικός λόγος αποτελεί άσκηση μεθόδου, που χωρίς να παραβιάζει λογικούς κανόνες, μπορεί να υπερβαίνει (χωρίς να αντιπαρατίθεται προς αυτόν) τον επιστημονικό λόγο.

Ο νοηματικός χώρος του δέοντος καθορίζεται, συνήθως, από το φιλοσοφικό σύστημα, το οποίον υιοθετείται. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας προβλημάτων, εννοιών και θεμάτων, που, ανεξάρτητος από το υιοθετούμενο φιλοσοφικό σύστημα, αποτελεί τον κοινό τόπο των δεοντολογικών αποτιμήσεων των συστημάτων αυτών. Ο χώρος του δέοντος περιλαμβάνει έννοιες, αρχές, αξιώματα, επιταγές και προστάγματα, που αναφέρονται στο πώς το έλλογο ον πρέπει να διαβιεί και να φέρεται, στο πώς πρέπει να αποτιμά και να κρίνει τον άλλον, στο πώς θα πρέπει να αντιλαμβάνεται εαυτόν (ή εαυτήν), ως μέλος ενός συνόλου, μιας ομάδας  ατόμων, μιας κοινωνίας με αντίστοιχα δικαιώματα και, προ πάντων, με υποχρεώσεις.  Στο πλαίσιο του υιοθετουμένου φιλοσοφικού συστήματος και με βάση γενικότερες θεωρητικές αρχές, που καθορίζουν και την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του συστήματος αυτού, ο χώρος του δέοντος και ως προς τα προβλήματα τις έννοιες και τα θέματα που περιέχει και ως προς τις αρχές, τα αξιώματα, τα προστάγματα και τις επιταγές, που υιοθετούνται, χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ή μη αιτημάτων αντικειμενικότητας. Τα αιτήματα αυτά καθορίζουν, συνήθως, την ισορροπία των παραγόντων, που υπεισέρχονται στη διαμόρφωση του ειδικού κράματος δεοντολογικού σχετικισμού και αντικειμενικότητας. Έτσι το φάσμα των εκδοχών του παρατηρούμενου κράματος έχει την εμφάνιση συνεχούς (ακόμη και στη δυνητική εκδοχή του) εμπεριέχοντας και την εκδοχή ενός απόλυτου δεοντολογικού σχετικισμού.

Ανάλογα με το υιοθετούμενο φιλοσοφικό σύστημα, ο χώρος του δέοντος είναι δυνατόν ή να γειτνιάζει ή να μοιράζεται περιοχές ή να ανήκει καθ' ολοκληρίαν ή και, ακόμη, να μη διαθέτει κοινή περιοχή με τον χώρο του όντος. Ο βαθμός αντικειμενικότητας των δεοντολογικών περιεχομένων (ακόμη και ως περιεχομένων κανονιστικής υφής) καθορίζεται με συντριπτικό τρόπο από τη σχέση των περιοχών του όντος με τις περιοχές του δέοντος.

Στον χώρο του όντος, τα αιτήματα αντικειμενικότητας φαίνεται ότι είναι σαφώς ισχυρότερα από τα αντίστοιχα αιτήματα στον χώρο του δέοντος. Δεν υπάρχει σοβαρό φιλοσοφικό σύστημα που να εξοβελίζει εντελώς και απολύτως την αντικειμενικότητα από τον χώρο του όντος. Οι υιοθετούμενες λύσεις, σχετικώς με τα όντως όντα και την ύπαρξη ή μη οντικής δομής του «υπάρχειν», διαφέρουν. Παρά ταύτα, ακόμη και σε επίπεδο έμμεσης παραδοχής, κανένα φιλοσοφικό σύστημα δεν τόλμησε να αμφισβητήσει την ύπαρξη νοηματικού περιεχομένου του όρου «υπάρχειν». Η αντικειμενικότητα, με τα καλά της και τα κακά της, με τα συν της και με τα πλην της, εδράζεται ακριβώς σ' αυτή την κοινή παραδοχή. Άλλωστε η άρθρωση λόγου, ακόμη και σχετικιστικού, έχει ως προϋπόθεσή της το «υπάρχειν»,  διότι, σε τελευταία ανάλυση, και η άρθρωση λόγου ανήκει στην περιοχή του όντος. Πώς να ισχυριστείς ότι δεν υπάρχεις εφ' όσον η ύπαρξη του ισχυρισμού σου προϋποθέτει την ύπαρξή σου; Κάθε τέτοιος ισχυρισμός, ως εγχείρημα, οδηγεί σε χρήση του διαγωνίου επιχειρήματος το οποίο ελλοχεύει σε όλα τα κλασικά παράδοξα, όπως το αρχαιοπρεπές παράδοξο του ψεύτη, το παράδοξο κατά την απόδειξη της προσωπικής του ύπαρξης, ως συνείδησης, από τον Καρτέσιο, το παράδοξο του Ράσσελ κ.λπ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι το διαγώνιο επιχείρημα, χρησιμοποιημένο στα μαθηματικά, και καταλλήλως απαλλαγμένο από τις κακές πλευρές της αυτοαναφορικότητας, οδηγεί στην απόδειξη ύπαρξης πληθικών διαφοροποιήσεων μεταξύ πολύ γνωστών μαθηματικών οντοτήτων όπως, επί παραδείγματι, του συνόλου των φυσικών αριθμών και του συνόλου των υποσυνόλων  των φυσικών αριθμών ή, ισοδυνάμως, μεταξύ του συνόλου των φυσικών αριθμών και της πραγματικής ευθείας.

Τούτων δοθέντων και παρά το ότι η περιοχή του όντος διαθέτει έναν απολύτως σκληρό και μη αμφισβητούμενο υπαρκτικό πυρήνα, αυτόν της ίδιας της ύπαρξης, ο «κατηραμένος όφις» του σχετικισμού ελλοχεύει. Η αμφισβήτηση λαμβάνει τη μορφή του αληθειακού σχετικισμού. Πηγή του αληθειακού σχετικισμού αποτελούν οι ιστορικοκοινωνιολογίζουσες και, κάποιες φορές, ψυχολογίζουσες φιλοσοφικές θέσεις διαφόρων συστημάτων, οι οποίες οδηγούν στην άποψη ότι η αλήθεια πλην ελαχίστων πολύ σκληρών περιπτώσεων, είναι προϊόν ιστορικοκοινωνικό, πολλές φορές ταξικά προσδιοσμένο και, εν πάση περιπτώσει, προϊόν υπό αναθεώρηση και συνεχή ιστορικοκοινωνική και ταξική διαπραγμάτευση.  Πολλές φορές η άποψη αυτή μεταφέρεται και στο ατομικό επίπεδο, όπου η μεταβλητότητα απόψεων, θέσεων, πίστεων και δοξασιών βαπτίζεται σε μεταβλητότητα και ατομική διαφορισιμότητα της αλήθειας. Έτσι η δική μου αλήθεια αντιπαρατίθεται στη δική σου και η δική σου αντιπαρατίθεται στην αλήθεια ενός τρίτου και ούτω καθεξής. Η τέτοια εξατομίκευση της αλήθειας μετατρέπεται σε αίτημα ατομικής απελευθέρωσης από τα κάθε είδους δεσμά, που χαλκεύονται από τις αληθειακές αυθεντίες, τους ταξικούς φραγμούς και, πολλές φορές, από τα αιτήματα ορθολογικότητας, που συνεπάγονται την αποδοχή της ύπαρξης μιας στοιχειώδους νοητικής πειθαρχίας. Μέσα σ' αυτόν τον, έτσι επικρατούντα, αληθειακό σχετικιστικό πολτό αγιοποιείται το συναίσθημα έναντι της λογικής και δαιμονοποιείται κάθε είδος συμπεριφορικού κανόνα και κάθε κανονιστική τακτοποίηση της συναίνεσης και του σεβασμού του άλλου.

Η περιοχή των επιστημών, ως κατ' εξοχήν περιοχή στην οποία οφείλει να εδρεύει η έννοια της αλήθειας, είναι δυνατόν να χωρισθεί σε υποπεριοχές. Τα μαθηματικά αποτελούν από μόνα τους ιδιάζουσα επιστημονική περιοχή. Οι φυσικές επιστήμες μια δεύτερη και οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές μια τρίτη.

Είναι γεγονός ότι η αλήθεια, ως έννοια, στην περιοχή των μαθηματικών διαθέτει χαρακτηριστικά απαραβίαστης αντικειμενικότητας, που αποτρέπουν την σχετικοποίησή της. Αδιάψευστος χορηγός απόλυτης αλήθειας στα μαθηματικά αποτελεί η έννοια της απόδειξης, όπως αυτή κρυσταλλώνεται με απαραβίαστους κανόνες και αδιαφιλονίκητη μεθοδολογία. Η απόδειξη, ως θεμελιώδες εργαλείο αποκάλυψης της αλήθειας από μέρους όλων ημών, ως ελλόγων όντων, δεν αποτελεί σχετικιστικό, ιστορικοκοινωνικής προέλευσης, εφεύρημα, παρά το γεγονός ότι εμφανίστηκε σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο στο πλαίσιο του παγκόσμιου ιστορικού γίγνεσθαι. Η εμφάνιση της απόδειξης σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο  δε σημαίνει ότι κάποιου άλλου είδους απόδειξη θα μπορούσε να έχει εμφανισθεί σε κάποιο άλλο σημείο του παγκόσμιου ιστορικού γίγνεσθαι, όπου οι συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες θα άφηναν την ιδιόμορφη σφραγίδα τους στη διαδικασία παραγωγής μαθηματικής γνώσης. Ο ισχυρισμός μας είναι ότι το έλλογο ον, από την ίδια την φύση του, θα ανεκάλυπτε (και δεν θα εφεύρισκε) αυτή τη συγκεκριμένη έννοια της απόδειξης, που αναποδράστως θα οδηγούσε στην ανίχνευση του εννοιολογικού σύμπαντοςστο οποίο κατοικοεδρεύουν οι μαθηματικές οντότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εμφάνιση της απόδειξης δεν θα ήταν δυνατόν να έχει λάβει χώρα σε άλλο σημείο ενός ιστορικού γίγνεσθαι. Τουναντίον, ο ισχυρισμός μας είναι ότι στη μακρά ιστορική διάρκεια (όπου η χρήση του επιθέτου «μακρά» υποκρύπτει μια διάρκεια μη πεπερασμένου χαρακτήρα) η έννοια της απόδειξης θα ανεδύετο αναποδράστως από την περιοχή τού δυνάμει στην περιοχή τού ενεργεία, εξαιτίας της φύσης του ελλόγου όντος, που, έχοντας διαχρονικώς αναλλοίωτα χαρακτηριστικά, αποτελεί τον πρωταγωνιστή της όποιας ιστορικής πραγματικότητας.

Μια πιθανή αντίρρηση στον παραπάνω ισχυρισμό θα μπορούσε να στηρίζεται στο γεγονός της εμφάνισης, ιδιαιτέρως κατά τη διάρκεια του 20ού και του τέλους του 19ου αιώνα, εναλλακτικών μαθηματικών, όπως των ιντουισιονιστικών, τα οποία φαίνεται να αμφισβητούν τη μοναδικότητα και τον αντισχετικιστικό χαρακτήρα των κλασικών μαθηματικών. Δεν θα μπορούσαν να έχουν εμφανισθεί τα ιντουισιονιστικά μαθηματικά, για παράδειγμα, πιο πριν από τα κλασικά; Δεν θα μπορούσε να έχει προϋπάρξει η ανακάλυψη της έννοιας της ιντουισιονιστικής απόδειξης της ανακάλυψης της κλασικής μαθηματικής απόδειξης; Μια πρώτη απάντηση είναι πως κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί, γιατί τα ιντουισιονιστικά μαθηματικά και η έννοια της ιντουισιονιστικής απόδειξης αποτελούν μη ανατρεπτικές, στην ουσία τους, τροποποιήσεις των κλασικών αντιστοίχων τους, χωρίς τα οποία κλασικά τους αντίστοιχα δεν θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει. Μια δεύτερη απάντηση θα μπορούσε να αρθρωθεί ως εξής: Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι θα μπορούσαμε να φαντασθούμε τα ιντουσιονιστικά μαθηματικά να προηγούνται ιστορικά των κλασικών, αυτό δεν έχει καμία ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι και τα μεν και τα δε αποτελούν επί μέρους ουσιωδώς συγγενεύουσες περιοχές ενός ενιαίου, σχετικιστικά άτρωτου, πεδίου του επιστητού, που δεν θα μπορούσε να είναι άλλο παρά αυτό που είναι, ανεξαρτήτως των λεπτομερειών της συγκεκριμένης ιστορικής του εμφάνισης.

Η περιοχή των φυσικών επιστημών εμφανίζεται και αυτή να αντιστέκεται  στη σχετικιστική επίθεση. Ο ισχυρισμός και εδώ είναι πως ο φορέας γνώσης της φυσικής πραγματικότητας είναι το έλλογο ον, που από την ίδια του τη φύση και ανεξαρτήτως των ιστορικών συγκυριών, που εμφανίζονται ως κυρίαρχες, ταξινομεί αυτά που γνωρίζει αναζητώντας σταθερές στην ανάγνωση της φύσης, με την πεποίθηση ότι αυτή και οι νόμοι της δεν αλλάζουν και δεν εξαρτώνται από τη συνεχώς μεταβαλλόμενη ιστορική πραγματικότητα. Εργαλείο του ελλόγου όντος είναι η λογική του συγκρότηση και η γνώση μαθηματικών εργαλείων, των οποίων η ανακάλυψη συνήθως (αν και όχι πάντοτε) ιστορικά προηγείται της διαπίστωσης φυσικών φαινομένων και της ανακάλυψης των φυσικών νόμων, που τα διέπουν.  Πρόσθετο μεθοδολογικό εργαλείο (που και αυτό προκύπτει από την ίδια τη φύση του ελλόγου όντος) για την αντισχετικιστική κατάκτηση της φυσικής γνώσης αποτελεί η αυτονόητη για την ανακάλυψη φυσικών σταθερών και φυσικών νόμων χρήση της επανάληψης κατά την παρατήρηση, η οποία οδηγεί στην καθοδηγούμενη επανάληψη που αποτελεί βασικό συστατικό της έννοιας του πειράματος.  Έτσι συναρμολογείται και συναρθρώνεται η αναδρασιακή σχέση θεωρίας και πράξης, που στην πρακτική των φυσικών επιστημών παίρνει τον συγκεκριμένο χαρακτήρα σχέσης θεωρίας και πειράματος. Η καλά αρθρωμένη αυτή σχέση οδηγεί στην κατοχύρωση βασικών αιτημάτων αντικειμενικότητας, η ικανοποίηση των οποίων αποτελεί λογική προϋπόθεση κάθε είδους γνώσης αντισχετικιστικά θεμελιωμένης. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα φυσικά φαινόμενα και η πειραματικά καθοδηγούμενη επανάληψή τους διακρίνονται από ένα χαρακτηριστικό ομοιογένειας, ακόμη και όταν παρατηρούνται συμπεριφορές όχι πεπερασμένα ελέγξιμων φυσικών αντικειμένων αλλά και ανεξακρίβωτου πλήθους φυσικών αντικειμένων, τα οποία πάντως συμπεριφέρονται ομοιοτρόπως.

Για παράδειγμα, είναι εύκολη η πειραματική διαπίστωση της συμπεριφοράς μιας δέσμης ηλεκτρονίων σε ένα ομογενές ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο. Συγκρίνατε την περίπτωση αυτή με την αδυναμία πειραματικής επανάληψης, ή πειραματικής επανεμφάνισης, ιστορικών φαινομένων ή με την αδυναμία πειραματικού γνωσιακού ελέγχου συμπεριφορών ενός πλήθους ανθρώπων. Με παιγνιώδη διάθεση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ενώ στην περίπτωση της δέσμης των ηλεκτρονίων η ομοιογενής και ομοιότροπη συμπεριφορά τους μπορεί να είναι πειραματικά ελεγχόμενη, γιατί επιτρέπει την με επαναληπτικό τρόπο παρατήρηση, μέσω κατάλληλων μηχανημάτων, στην περίπτωση του πειραματικού γνωσιακού ελέγχου συμπεριφορών ενός πλήθους ανθρώπων, κάτι τέτοιο –ίσως ευτυχώς– είναι, προς το παρόν, αδύνατον λόγω της εγγενούς συμπεριφορικής ανομοιογένειας του συγκεκριμένου πλήθους και της, προς το παρόν, ανυπαρξίας ενός μετρητή προθέσεων, ενός διαβολικού προθεσιομέτρου. Ένα τέτοιο όργανο θα μπορούσε, πιθανώς, αποτιμώντας ατομικές προθέσεις και υπολογίζοντας προβλεπτικά συμπεριφορικούς μέσους όρους, να «μετρήσει», με ανυπολόγιστες συνέπειες, μαζικές αντιδράσεις ενός πλήθους φυσικών προσώπων.

Από την περιοχή των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, των οικονομικών επιστημών συμπεριλαμβανομένων, θα απομονώσουμε, για λίγο, τις επιστήμες εκείνες στις οποίες ο ιστορικός χρόνος παίζει θεμελιώδη ρόλο στην μελέτη και στην συγκρότησή τους. Εδώ, για λόγους ρευστότητας του περιεχομένου τους, μη δυνατότητας επαναληπτικής παρατήρησης των φαινομένων, που λαμβάνουν χώρα στον ιστορικό χρόνο και έντονης όσμωσής τους με τον χώρο της ιδεολογίας , τα πράγματα δεν έχουν ως χαρακτηριστικό τους την ευκρίνεια και τη σαφήνεια των αντικειμένων των φυσικών επιστημών.

Έτσι αναφύονται δύο εξαιρετικά δύσκολα στην αντιμετώπισή τους προβλήματα. Το πρώτο έχει να κάνει με την ίδια την έννοια του φαινομένου που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του ιστορικού χρόνου. Ως μη-επαναλήψιμο είναι διολισθαίνον και διαφεύγον, με την έννοια ότι στην επιστημονική αντιμετώπισή του αντικαθίσταται με την περιγραφή του, η οποία είναι εγγενώς ατελής γιατί ένα πιθανώς εξαιρετικά πολύπλοκο φαινόμενο υποκαθίσταται με μια παραγοντικώς ελλιπή ανάλυση. Η ανάλυση αυτή πάσχει από το εγγενές πρόβλημα ότι αναφέρεται σε ένα γεγονός μη πειραματικά επαναλήψιμο και επομένως είναι μη πειραματικά επιδιορθώσιμη.  Επίσης, ως ανάλυση, πάσχει από το πρόβλημα της περιγραφής ενός πιθανώς εξαιρετικά πολύπλοκου και πολυπαραγοντικού φαινομένου με όρους συγκεκριμένους και ολιγοπαραγοντικούς, με αποτέλεσμα την απλοποίηση ή, και ακόμη, την απλοϊκότητά της. Από τα δύο προβλήματα, που αναφέραμε, το δεύτερο έχει να κάνει με το γεγονός ότι αυτή η ρευστότητα στην περιγραφή φαινομένων, που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο του ιστορικού χρόνου, οδηγεί στη σχετικιστική αντιμετώπιση του ίδιου του φαινομένου και στη χρήση θεωρητικών σχημάτων, που προέρχονται από τον χώρο της ιδεολογίας. Η πολλαπλότητα αυτών των θεωρητικών σχημάτων  οδηγεί στην πολλαπλότητα των οπτικών και στην, πολλές φορές, σχεδόν απόλυτη σχετικοποίηση της αλήθειας, που συνδέεται με το συγκεκριμένο φαινόμενο.

Αυτός ο αληθειακός σχετικισμός, που έτσι επιτυγχάνεται, αποτελεί για πολλούς ευλογία, με την έννοια ότι υποκαθίσταται η στεγνή (εξαιτίας της μοναδικότητάς της) επιστημονική ανάλυση με την πολλαπλότητα ιστορικών αφηγήσεων, που αποτελεί, γι' αυτούς, τον κρυμμένο πλούτο, τον κρυμμένο θησαυρό των ιστορικών φαινομένων. Από την άλλη μεριά, κάποια δάνεια σχήματα από τον χώρο της ιδεολογίας καθίστανται επικίνδυνα, διότι, ενώ από την ίδια τη φύση της πολυπλοκότητας των ιστορικών φαινομένων και του ανεπανάληπτου  της ιστορικής εμφάνισής τους, τα φαινόμενα αυτά είναι εξαιρετικώς δύσκολο έως αδύνατον να μελετηθούν πλήρως, τα δάνεια αυτά σχήματα, φορτισμένα ιδεολογικά, εμφανίζονται ως φορείς της μοναδικής αλήθειας με πλήρη και σχεδόν μεσσιανική αντίληψη  προβλεψιμότητας του μέλλοντος. Έτσι, πλειστάκις, καθίστανται εργαλεία πολιτικής καταπίεσης και ιδεολογικά κελύφη καταστροφικών ολοκληρωτισμών. Όσο διαρκεί η υπεροπτική, ψευδοαληθειακή εξουσία τους χρησιμοποιούνται, πολλές φορές υπό το κράτος επιστημονιζουσών ψευδαισθήσεων, ως, αντίστοιχα των φυσικών επιστημών, εργαλεία ανάγνωσης της ιστορικής πραγματικότητας με αιτήματα ορθής εξήγησης των ιστορικών, εν γένει, φαινομένων και προοπτικές προβλεψιμότητας του μέλλοντος μέσω ιστορικών νόμων, που αποτελούν καρικατούρες, στη γενικευτική τους αφέλεια, νόμων της φύσης.

Η μερική (ή και ολική) κυριαρχία της ιδεολογίας στον χώρο των ιστορικοκοινωνικών επιστημών έχει παρενέργειες και προς την κατεύθυνση του δέοντος. Ο δεοντολογικός σχετικισμός και η προσπάθεια δικαίωσής του έχουν άμεση σχέση με τον χώρο της ιδεολογίας, με την έννοια ότι ο αληθειακός πλουραλισμός (διάβαζε: αληθειακός σχετικισμός), που ενδημεί στον χώρο της, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ύπαρξης πολλαπλών αληθειακών συμπάντων και επομένως πολλαπλών αναγνώσεων του προβλήματος της ύπαρξης σταθερών ηθικών πραγματικοτήτων και του συνακόλουθου προβλήματος καθορισμού της έννοιας της ατομικής ευθύνης.

Το πρόβλημα της ύπαρξης σταθερών ηθικών πραγματικοτήτων έχει τόσες απαντήσεις όσες και τα φιλοσοφικά συστήματα στο πλαίσιο εκάστου των οποίων επιχειρείται να αρθρωθεί η αντίστοιχη απάντηση. Το φάσμα των απαντήσεων αυτών έχει ως όριά του από τη μία μεριά την άποψη ότι δεν υπάρχουν ηθικές πραγματικότητες και ότι ο χώρος του δέοντος είναι απολύτως ρευστός και, εν πάση περιπτώσει, απολύτως ιστορικοκοινωνικά προσδιορίσιμος, και από την άλλη την άποψη ότι ο χώρος αυτός είναι ανεξάρτητος ιστορικοκοινωνικών συγκυριών, κυριολεκτικά προκαθορισμένος, στη μακρά ιστορική διάρκεια, από την ίδια τη φύση του ανθρώπου, ως ελλόγου κοινωνικού όντος. Η θέση, που υιοθετείται από τον γράφοντα, είναι κοντινότερη προς τη δεύτερη άποψη, αυτή δηλαδή της αποδοχής ηθικών πραγματικοτήτων ανεξαρτήτων της ιστορικοκοινωνικής συγκυρίας, που, όμως, πάντοτε κατά περίπτωση, λαμβάνουν συγκεκριμένη και συγκυριακά αναγνωρίσιμη μορφή. Ένα κλασικό παράδειγμα απόλυτης ηθικής πραγματικότητας είναι αυτό που σχετίζεται με την ανθρωποκτονία. Η ανθρωποκτονία, ως μη επιτρεπτή, ισχυριζόμαστε ότι προκύπτει από την ίδια τη φύση του ανθρώπου ως ελλόγου κοινωνικού όντος και δεν καθορίζεται ως ηθική πραγματικότητα από το εκάστοτε ιστορικοκοινωνικό περιβάλλον. Είναι, βεβαίως, γεγονός ότι αρκετές στρεβλώσεις, σχετιζόμενες με το συγκεκριμένο ηθικό πρόσταγμα, έχουν ιστορικοκοινωνικό ένδυμα. Παρά ταύτα, η προεξάρχουσα τελική στάση, ως προς τουλάχιστον τα βασικά της χαρακτηριστικά, είναι αυτή που καθορίζεται από την αποδοχή της ανθρωποκτονίας ως μη επιτρεπτής. Στη μακρά ιστορική διάρκεια, το ηθικό αυτό πρόσταγμα, η ηθική αυτή επιταγή αναδύεται ως ηθική πραγματικότητα ανεξάρτητη από τις, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, λεπτομέρειες της εκάστοτε ιστορικοινωνικής συγκυρίας.

Το φάσμα των απαντήσεων στο πρόβλημα της ύπαρξης ηθικών πραγματικοτήτων, όπως ήδη ελέχθη, διαθέτει όρια. Το πρώτο όριο είναι αυτό της απόλυτης δεοντολογικής σχετικοποίησης, με την έννοια της απόλυτης ιστορικοκοινωνικής εξάρτησης των ηθικών και δεοντολογικών προσταγμάτων. Το δεύτερο είναι αυτό της απόλυτης ανεξαρτησίας των ηθικών πραγματικοτήτων από την εκάστοτε κυρίαρχη ιστορικοκοινωνική συγκυρία. Οι κίνδυνοι, που ελλοχεύουν κατά την υιοθεσία κάποιας εκ των δύο εκδοχών, είναι οι εξής: Αν υιοθετηθεί η πρώτη, απολύτως σχετικιστική απάντηση, πέραν του προφανούς επιστημολογικού λάθους, που αυτή συνεπάγεται, ανοίγει ο ασκός του Αιόλου διότι η υπερκατανάλωση δεοντολογικού (και ηθικού) σχετικισμού οδηγεί, αναποφεύκτως, σε φαινόμενα αναρχίας και διάλυσης του στοιχειώδους συνεκτικού ιστού που συγκροτεί  (και συγκρατεί στο πλαίσιό του) μια κοινωνία. Αν υιοθετηθεί η δεύτερη, σκληρά πλατωνική απάντηση, και γίνει αποδεκτή η άποψη της απόλυτης σταθερότητας ολόκληρου του δεοντολογικού χώρου, καταρρέουν απολύτως οι απαραίτητες εγγυήσεις αποτροπής ουσιωδών λαθών στην αποδοχή δεοντολογικών προσταγμάτων αμφιβόλου κύρους. Η απολυτοποίηση λανθασμένων δεοντολογικών αποτιμήσεων είναι δυνατόν να οδηγήσει σε μορφές δεοντολογικού ολοκληρωτισμού με δυσάρεστες έως ολέθριες επιπτώσεις και στον χώρο της γνώσης και στον χώρο της διαμόρφωσης συστημάτων εξουσίας. Ποια είναι η λύση; Η αποδοχή ύπαρξης ηθικών πραγματικοτήτων στο πλαίσιο ενός ήπιου πλατωνισμού, που αφήνει χώρο για την έλλογη κριτική συζήτηση και την έλλογη συναινετική εύρεση λύσεων ανεξάρτητων, κατά το δυνατόν, από την εκάστοτε ιστορικοκοινωνική συγκυρία. Ενα παράδειγμα μιας τέτοιας πορείας είναι η συναινετική έλλογη διαμόρφωση του χώρου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που, ενώ έλαβε σάρκα και οστά στο πλαίσιο συγκεκριμένης ιστορικοκοινωνικής συγκυρίας, διαθέτει χαρακτηριστικά διαχρονικότητας.

Φαινόμενα και παραδείγματα στρεβλώσεων, που οφείλονται, αφ' ενός, σε μια υπερκατανάλωση ιστορικοκοινωνικού δεοντολογικού σχετικισμού και, αφ' ετέρου, στην απολυτοποίηση λανθασμένων δεοντολογικών αποτιμήσεων παρατηρήθηκαν και παρατηρούνται στην χώρα μας σε όλη τη διάρκεια της μετεμφυλιακής περιόδου. Δικαίωση πράξεων συλλογικής βίας, σχετικώς απρόσκοπτη λειτουργία φορέων, οι οποίοι εξαγγέλλουν την αντίθεσή τους, με τρόπο απόλυτο, προς τους θεσμούς της δημοκρατίας, που τους φιλοξενεί, κατάχρηση επικοινωνιακών τεχνασμάτων για αλλότριους σκοπούς, κατάχρηση λαϊκισμού με οδυνηρές συνέπειες και στο γνωσιακό και στο ηθικό επίπεδο είναι μόνο μερικά απ' αυτά τα φαινόμενα. Αυτό όμως, που ισχυριζόμαστε ότι είναι πιθανόν να έχει τις οδυνηρότερες συνέπειες για το έλλογο μέλλον μας, είναι η ίδια η διεύρυνση του χώρου επιρροής του ιστορικοκοινωνικού δεοντολογικού σχετικισμού, εξ αιτίας και της απίστευτα δυσμενούς συγκυρίας της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τον τόπο. Στο υπόλοιπο μέρος αυτού του άρθρου θα επικεντρωθούμε στην παράθεση και ανάλυση δύο χαρακτηριστικών του δεοντολογικού αυτού σχετικισμού, που έχουν και διαδικαστικό και ουσιαστικό περιεχόμενο.

Ο δεοντολογικός και ο αληθειακός σχετικισμός υπάρχουν συζευκτικά. Ο αληθειακός σχετικισμός σε όλες τις εκδοχές του έχει ως παράπλευρη συνέπειά του τον δεοντολογικό σχετικισμό και, αντιστρόφως, η εμφάνιση δενοτολογικού σχετικισμού είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον αληθειακό σχετικισμό, δηλαδή με την αποδοχή πολλαπλών «αληθειακών» αναγνώσεων του κόσμου.

Ένα πρώτο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του δεοντολογικού σχετικισμού είναι η ρευστότητα και η ιστορικοκοινωνική εξάρτηση των σημασιολογικών ορίων του εννοιολογικού του πεδίου. Βασικοί γλωσσικοί όροι δεν διαθέτουν σαφή σημασιολογικά όρια και η άρθρωση λόγου στο πλαίσιο του οποίου επιβάλλεται η χρήση των όρων αυτών εμφανίζει, στη χειρότερη περίπτωση, σημασιολογική ασάφεια και, στην καλύτερη, ασταθή και υπονομευτική του νοήματος πολυσημία. Ποιός είναι ο ακριβής μηχανισμός, μέσω του οποίου κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να επιτευχθεί; Το πρώτο βήμα έχει να κάνει με τη διεύρυνση ή τη μεταβολή των σημασιολογικών ορίων ενός όρου με επιχειρήματα που σχετίζονται και με την εκάστοτε κυριαρχούσα ιστορικοκοινωνική συγκυρία. Το δεύτερο έχει ως χαρακτηριστικό του τη σημασιολογική κατάτμηση ή τη σημασιολογική εξειδίκευση του ήδη διευρυμένου σημασιολογικά όρου με χρήση κατάλληλων επιθετικών προσδιορισμών. Στο σημείο αυτό, το σχετικιστικό παιχνίδι ανοίγει, και, στο πλαίσιό του, η σημασιολογική κατάτμηση χρησιμοποιείται για τη σημασιολογική αντιπαράθεση των σημασιολογικά εξειδικευμένων εκδοχών του αρχικού όρου. Έτσι, σε ένα πρόσθετο επίπεδο και κατά τη διάρκεια της σημασιολογικής αντιπαράθεσης των εξειδικευμένων εκδοχών του αρχικού όρου, οι εκδοχές αυτές χαρακτηρίζονται ως «καλές» ή «κακές», «ορθές» ή «λανθασμένες»  εκφράσεις του αρχικού όρου. Κατά τη διάρκεια του σχετικιστικού παιχνιδιού, το πεδίο αντιπαράθεσης μεταφέρεται από τον χώρο των νοημάτων στον χώρο των όρων που καθίστανται έτσι κυριολεκτικώς εμπράγματοι. Μετά απ' αυτή την εξέλιξη, παύει ισχύουσα η συνήθης έλλογη διαδικασία αντιπαράθεσης, γιατί κάθε τέτοια διαδικασία προϋποθέτει τη, λίγο ώς πολύ, σταθερή, ή τη λίγο ώς πολύ κοινώς αποδεκτή σημασιολογική αποτίμηση του εκάστοτε χρησιμοποιούμενου όρου. Μια ακόμη πιθανή, διαδικαστική συνέχεια του σχετικιστικού παιχνιδιού είναι η χρήση αυτοαναφορικοτήτων είτε για την υπονόμευση του σημασιολογικού περιεχομένου του αρχικού όρου είτε για τη σχετικιστική διαφοροποίηση της χρήσης του.

Αν ήθελε κανείς να χρησιμοποιήσει ένα παράδειγμα χρήσης σημασιολογικά ταλαιπωρημένου όρου στην παρούσα συγκυρία, αυτό θα μπορούσε να ήταν το παράδειγμα που παρέχεται, από την τρέχουσα αλλά και παλαιότερη χρήση του όρου «βία». Η χρήση του όρου «βία» στο πλαίσιο του ιδιώματος, που χρησιμοποιείται από φορείς εθισμένους και πιθανόν σύμφωνους με τους σχετικιστικούς κανόνες ανάγνωσης της τρέχουσας πολιτικοϊστορικοκοινωνικής πραγματικότητας, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά, που ήδη προαναφέραμε. Έχει, δηλαδή, διευρυνθεί ο σημασιολογικός ορίζοντας του όρου, έτσι ώστε να περιλαμβάνει νοηματικές περιοχές, που δεν είναι άμεσα αναγνωρίσιμες, ως παραδοσιακά ανήκουσες στην αρχική νοηματοδότηση του όρου. Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί να χαρακτηρίζεται ως βία η απότομη φτωχοποίηση ενός μέρους ή και όλου του πληθυσμού στο πλαίσιο μιας οικονομικής κρίσης, όπως η παρούσα. Ακόμη, έχει συντελεσθεί και εξακολουθεί να συντελείται η εντελώς απαραίτητη για το σχετικιστικό εγχείρημα σημασιολογική κατάτμηση (ή σημασιολογική εξειδίκευση) του ήδη διευρυμένου σημασιολογικού πεδίου του όρου. Η χρήση επιθετικών προσδιορισμών, κατάλληλων για το εγχείρημα της κατάτμησης οδηγεί σε νέους σύνθετους όρους, όπως «κοινωνική βία», «κρατική βία», «οικονομική βία» κ.λπ., καθώς και στον ιδεολογικοπολιτικό χρωματισμό των αντίστοιχων σύνθετων όρων με αποτέλεσμα κάποιες, σύμφωνα με τη σχετικιστική κατάτμηση, «μορφές βίας» να θεωρούνται «καλές» και κάποιες «κακές» και κάποιες άλλες «ορθές» ή «λανθασμένες». Έτσι, ο αρχικά ενιαίος νοηματικός χώρος του όρου «βία» κατακερματίζεται, αφού πρώτα διευρυνθεί κατάλληλα, και πλέον κατοικείται από χαλαρά νοηματοδοτημένους νέους σύνθετους όρους, που αλληλοσυγκρούονται, καθιστάμενοι εμπράγματοι, όταν, ιδιαιτέρως, μεταφέρονται στο επίπεδο της απλής συνθηματολογίας. Στο σχετικιστικό παιχνίδι γύρω από τον όρο «βία» μπορεί να συναντήσει κανείς ακόμη και πρωτολειακή χρήση αυτοαναφορικοτήτων όπως στην περίπτωση του συνθήματος «βία στη βία της εξουσίας». Αν το σύνθημα ερμηνευθεί κατάλληλα, η βία της εξουσίας είναι «κακή» βία. Πρέπει λοιπόν να καταλυθεί. Και πώς θα καταλυθεί; Μα, με τη χρήση βίας – μόνο που αυτή η βία, που θα χρησιμοποιηθεί για την κατάλυση της «κακής» βίας της εξουσίας, ανήκει σε άλλον νοηματικό χώρο και είναι βία μεν αλλά «καλή» βία.

Ένα δεύτερο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του δεοντολογικού σχετικισμού είναι αυτό, που συνδέεται με το χρησιμοποιούμενο εξηγητικό πλαίσιο, όταν συζητείται το πρόβλημα της ατομικής ευθύνης. Μια ανθρώπινη πράξη, για να χαρακτηρισθεί αδίκημα, θα πρέπει να τοποθετηθεί στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου, και, σχετικώς σταθερού δεοντολογικού πλαισίου, το οποίο και καθορίζει τη δικαιική αποτίμησή της. Έτσι ένα έγκλημα είναι ένα έγκλημα και η τιμωρία, που προβλέπεται από τους κανόνες δικαίου οι οποίοι έχουν θεσπισθεί, επιβάλλεται ως αποτέλεσμα παραβίασης όχι μιας συμβατικής αλλά μιας ουσιαστικής θέσπισης κανόνων στο πλαίσιο μιας ευνομούμενης πολιτείας. Οι πλέον σταθεροί κανόνες είναι, ιδιαιτέρως, αυτοί που σχετίζονται με την ύπαρξη ισχυρών ηθικών πραγματικοτήτων. Αυτοί καθορίζονται ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου ιστορικοκοινωνικού πλαισίου. Διαθέτουν διαχρονικότητα και είναι άτρωτοι και ανεπηρέαστοι από την εκάστοτε περιστασιακότητα. Αποτελούν τους σταθερούς δεοντολογικούς πυλώνες στήριξης μίας κοινωνίας έλλογων όντων.

Η αντιμετώπιση του ίδιου προβλήματος της ατομικής ευθύνης από τους θιασώτες του δεοντολογικού σχετικισμού, χρωματίζεται έντονα από την άποψη ότι το άτομο οδηγείται στην συγκεκριμένη πράξη, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας και έτσι η κοινωνία είναι εξ ίσου υπεύθυνη ή και απολύτως υπεύθυνη για την συγκεκριμένη πράξη. Χρησιμοποιείται η αφήγηση της αλληλουχίας των πιθανών κρίκων (ή, τέλος πάντων, μερικών εξ αυτών, λόγω γνωσιολογικής αδυναμίας πλήρους περιγραφής των) της αιτιακής αλυσίδας, που οδηγεί στην συγκεκριμένη πράξη, ως εξηγητικό πλαίσιο με απαλλακτική για τον θύτη ετυμηγορία. Η σύγχυση είναι προφανής. Το πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία των οπαδών του δεοντολογικού σχετικισμού να κατανοήσουν ότι η αποτίμηση μιας πράξης και η απόδοση ευθυνών ανήκει στον χώρο του δέοντος και όχι στον χώρο του όντος. Κάθε πράξη αποτελεί την κορύφωση μίας αιτιακής αλυσίδας (εάν, βεβαίως, υποθέσουμε ότι ο κόσμος είναι αιτιακά δομημένος). Με αυτή την έννοια, ο θύτης δεν είναι υπεύθυνος διότι δεν επέλεξε ή δεν μπορούσε να επιλέξει την αιτιακή αλυσίδα, που θα τον οδηγούσε στη συγκεκριμένη πράξη. Σε τελευταία ανάλυση (και πάντα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης περιστασιακότητας) το πρόβλημα της ευθύνης διαλύεται ή, μάλλον, η ευθύνη σχετικοποιείται. Παρά το ότι η πλήρης συζήτηση του προβλήματος εμπλέκεται στα γρανάζια του οριακού και πολυπλοκότερου προβλήματος της ελευθερίας της βούλησης, και μια τέτοια διεξοδική κουβέντα είναι δουλειά ενός άλλου άρθρου, ένας συγκεκριμένος ισχυρισμός μπορεί να διατυπωθεί: το πρόβλημα της ατομικής ευθύνης είναι, κυρίως, πρόβλημα δεοντολογικό και όχι πρόβλημα αποτύπωσης  των συνεπειών της συγκεκριμένης περιστασιακότητας. Η δεοντολογική αποτίμηση των πράξεων απαιτεί σταθερό και όχι ρευστό πλαίσιο αναφοράς.

Οι χώροι του όντος και του δέοντος είναι χώροι διακριτοί αλλά και γειτνιάζοντες. Η μελέτη τους, ιδιαιτέρως στις περιοχές που εφάπτονται ή και αλληλοκαλύπτονται, πρέπει να γίνεται με προσοχή και σεβασμό στη διαφορετικότητά τους. Ο σχετικισμός, υιοθετούμενος, ως άποψη, τους διαπερνά και έτσι δεν μπορεί να υπάρξει δεοντολογικός σχετικισμός, χωρίς μορφές αληθειακού σχετικισμού και αντιστρόφως. Ο δεοντολογικός σχετικισμός είναι περισσότερο δημοφιλής γιατί ο χώρος του δέοντος δεν φαίνεται να έχει την ίδια στερεότητα, με αυτή που επιδεικνύει ο χώρος του όντος. Ο χώρος του όντος διαθέτει, υπό την γενικότερη δυνατή έννοια, μια «υλικότητα» την οποία δεν διαθέτει ο χώρος του δέοντος. Παρά ταύτα, η ιστορικότητα, ως στοιχείο του ρέοντος όντος, και ο ιστορικός χρόνος, ως αεί διαφεύγων, αποτελούν τη γέφυρα ή, τέλος πάντων, μια γέφυρα μεταξύ όντος και δέοντος, όπου το δέον υποστασιοποιούμενο ενδύεται την απαραίτητη στέρεα «υλικότητα», που το καθιστά άτρωτο, στις σχετικιστικές, ιστορικοκοινωνικής προέλευσης, αποτιμήσεις πράξεων και αναδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένων ηθικών πραγματικοτήτων. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά