Τρίτη, 04 Νοεμβρίου 2014

Η δολοφονική συνιστώσα του παγκόσμιου ισλάμ

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Pierre-Andre Taguieff Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 48
Απόσπασμα από το βίντεο του αποκεφαλισμού του Γάλλου Ερβέ Γκουρντέλ, που δόθηκε στη δημοσιότητα από τους μηχανισμούς προπαγάνδας του Ισλαμικού Κράτους. Απόσπασμα από το βίντεο του αποκεφαλισμού του Γάλλου Ερβέ Γκουρντέλ, που δόθηκε στη δημοσιότητα από τους μηχανισμούς προπαγάνδας του Ισλαμικού Κράτους. Youtube

Με αφορμή την πρόσφατη βάρβαρη δολοφονία του Ερβέ Γκουρντέλ από οργάνωση-παρακλάδι των ισλαμιστών του λεγόμενου «Ισλαμικού Κράτους», ο Γάλλος φιλόσοφος, πολιτολόγος και ιστορικός των ιδεών Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, σε άρθρο του στην γαλλική έκδοση της Le Huffington PostJihadistes: selonlesalter-experts’, lislamophobie explique tout!», 26/9/2014) εξηγεί γιατί η θυματοποιητική πρόσληψη των ισλαμιστών, εκ μέρους ορισμένων αναλυτών (επιστημόνων, δημοσιογράφων, αλλά και πολιτικών), στηριγμένη εν πολλοίς σε μία αριστερή δημαγωγική ισλαμοφιλία, συσκοτίζει επικίνδυνα το νέο τρομακτικό φαινόμενο. (αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 48, Οκτώβριος 2014) 

Ένα σοφιστικό επιχείρημα διαδίδεται σήμερα όπως μία φήμη: το πέρασμα νεαρών Γάλλων μουσουλμάνων στην τζιχαντική τρομοκρατία εξηγείται από την ισλαμοφοβία που έχουν υποστεί. Οι νεαροί γάλλοι τζιχαντιστές είναι, πάνω από όλα, θύματα του «αντι-μουσουλμανικού ρατσισμού». Η στράτευση στην τζιχάντ έχει πρωταρχική αιτία τις ένοχες και ανεύθυνες δραστηριότητες των α λα γαλλικά ισλαμόφοβων, των οποίων τα ονόματα απαριθμούνται ως στίγματα από ορισμένους επαγγελματίες της δημόσιας καταγγελίας. Αυτή η «εξήγηση» μέσω της ισλαμοφοβίας παίζει τον ρόλο μιας εν μέρει τουλάχιστον δικαιολόγησης των τζιχαντιστικών στρατεύσεων. Μάθαμε να αναγνωρίζουμε αυτούς τους εξειδικευμένους καταδότες οι οποίοι, επιρρεπείς στην παράνοια, βλέπουν ισλαμόφοβους παντού, την ίδια στιγμή που ανάγουν την ισλαμοφοβία σε εξηγητικό αίτιο των πολλαπλών δυσλειτουργιών ή των κοινωνικών αναταραχών. ΄Ετσι, οι καταδότες ενδύονται και την λεοντή εναλλακτικών ειδημόνων στις κοινωνικές επιστήμες (διαθέτουν και τις ειδικευμένες ιστοσελίδες τους). Το credo τους είναι ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η αιτία του μίσους που τρέφουν γι αυτήν οι θανάσιμοι εχθροί της. Το παρανοϊκό βλέμμα μεταφέρει παντού την υποψία. Μέχρι του σημείου να προτρέπει στην εκτόξευση παραληρηματικών κατηγοριών. Για παράδειγμα, πίσω από κάθε έντονα διατυπωμένη αγανάκτηση έναντι των εγκλημάτων μιας τζιχαντικής ομάδας, οι υπερ-διαυγείς καταδότες υποπτεύονται την παρουσία ισλαμόφοβων στάσεων. Γενικότερα, αυτοί οι παρανοϊκοί κατήγοροι είναι πεπεισμένοι ότι η Γαλλία, κακιά μάνα, είναι ένοχη γιατί αυτή κατασκεύασε τους χειρότερους εχθρούς της. ΄Αρα, ας αιτιάται τον εαυτό της και μόνον.   

Αυτό το αμφίβολο επιχείρημα εγγράφεται σε μία ψευδο-κοινωνιολογική αφήγηση που επικεντρώνεται στην εξήγηση του τζιχαντικού φαινομένου επικαλούμενη ένα δήθεν ιδεολογικό «κλίμα», νέα και προσαρμοσμένη εκδοχή τους «πνεύματος της εποχής» ή της «κακής ατμόσφαιρας» που θεωρούνται ότι προκαλούν κάθε οδύνη που υφίστανται οι πολίτες. Πρόκειται για το κατεξοχήν οκνηρό επιχείρημα, και για ένα επιχείρημα διαστροφικό, το οποίο επιτρέπει να δικαιολογούνται οι τζιχαντικές εκτροπές με το να τις αποδίδει σε εξεγερσιακές αντιδράσεις των «θυμάτων» του «αντι-μουσουλμανικού ρατσισμού». ΄Ετσι, οι Μωαμέντ Μερά και Μεντί Νεμούς [αντιστοίχως: οι δράστες των φονικών αντισημιτικών επιθέσεων σε Τουλούζη και Βρυξέλλες] μπορούν να αναχθούν σε θύματα του «συστήματος» ή του «θεσμικού ρατσισμού», σε θύματα των διακρίσεων ή του α λα γαλλικά αποκλεισμού, και σε θύματα που το μόνο κακό που διέπραξαν είναι ότι αντέδρασαν υπερβολικά κατά του εν λόγω «συστήματος», παίρνοντας ως στόχους τα υποτιθέμενα σύμβολά του, αρχίζοντας από τους Εβραίους—πράγμα το οποίο προϋποθέτει μία αντίληψη «εκβραϊσμένης» Γαλλίας ή, για να μιλήσουμε την σημερινή γλώσσα, μιας Γαλλίας υποχείριο του «σιωνισμού». ΄Ένα βοηθητικό επιχείρημα, που απορρέει από εξηγήσεις που προκρίνουν τον παράγοντα του κοινωνικού περιβάλλοντος, παρεμβαίνει συχνά στις νομιμοποιητικές αφηγήσεις, κατά τον ακόλουθο τρόπο: όσο πιο βάρβαρο είναι το έγκλημα, τόσο περισσότερο απεικονίζει την βαρβαρότητα που αποδίδεται στην γαλλική κοινωνία που θεωρείται ότι το παρακίνησε. Εδώ, ξαναβρίσκουμε την διαβολική αιτιότητα: αν δεν μπορεί να υπάρχει αποτέλεσμα χωρίς αιτία, η δολοφονική λύσσα των τζιχαντιστών αποδίδεται σε εκείνους οι οποίοι μετέδωσαν τον ιό. Εξού και το συμπέρασμα των εναλλακτικών ειδημόνων: οι πραγματικοί ένοχοι δεν είναι οι ισλαμιστές φονιάδες, είναι οι ισλαμόφοβοι που θεωρείται ότι τους κατασκεύασαν.

 Θυμόμαστε την αληθοφανή συνηγορία του ισλαμιστή και πολύ μεντιακού κήρυκα Ταρίκ Ραμαντάν. Όπως οι από καθ’ έδρας ή εκ του βήματος αριστεριστές, οι οποίοι επιδίδονται στον θυματικό λόγο και την κουλτούρα της συγγνώμης, ο Ραμαντάν, σε άρθρο με τίτλο «Τα μαθήματα από την Τουλούζη», που δημοσιεύθηκε στο μπλογκ του στις 22 Μαρτίου 2012, λίγο μετά τις σφαγές του Μονταμπάν και της Τουλούζης και την αναγνώριση του δολοφόνου, καταγγέλλει την γαλλική κοινωνία η οποία, με τον «ρατσισμό» της, το «σύστημα αποκλεισμού» της, και τις «διακρίσεις» της, κατασκεύασε αυτό το θύμα που ήταν ο Μωαμέντ Μερά, αυτόν «τον ματαιωμένο γάλλο πολίτη που δεν βρήκε τη θέση του, την αξιοπρέπειά του, και το νόημα της ζωής του στην χώρα του». Στο τέρας έβλεπε το θύμα και τον απελπισμένο, το «φτωχό παιδί» προικισμένο με χρυσή καρδιά, αλλά «παραστρατημένο» από την γαλλική κοινωνία που το είχε αποκλείσει, από τον γαλλικό στρατό που δεν το ήθελε. Ο Ραμαντάν παρουσιάζει τον Μερά ως «μεγάλο έφηβο, παιδί, αργόσχολο, χαμένο και, σύμφωνα με τη γνώμη όλων, με τρυφερή καρδιά». Για τον ισλαμιστή διανοούμενο, ο δολοφόνος είναι «θύμα μιας κοινωνικής τάξης που τον είχε ήδη καταδικάσει, αυτόν και εκατομμύρια άλλους, στο περιθώριο, στην μη-αναγνώρισή του ως πολίτη με ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες». Και κυρίως, σε αυτή την υπόθεση, το ισλάμ δεν ετίθετο σε καμία περίπτωση σε αμφισβήτηση: για τον Ραμαντάν, η ουσία είναι ότι αυτός ο νεαρός φουκαράς δεν ήταν διαποτισμένος «από τις ιδέες του ισλάμ». Συνεπώς, τιθέμενο εκτός του υποκειμένου, το ισλάμ διασώζεται. Ο Μερά, σύμφωνα με τον Ραμαντάν, δεν ήταν διαποτισμένος ούτε «από ρατσιστικές ή αντισημιτικές σκέψεις». Το να δολοφονεί επομένως αθώους ήταν, για τον «απελπισμένο», μία «πράξη απελπισίας». Το αξίωμα έγινε σύνθημα μετά από μακρά διαμονή στην παλαιστινιακή προπαγάνδα που δικαιολογεί την αντιεβραϊκή τρομοκρατία. Η καλύτερη απάντηση στην σοφιστική συνηγορία του Ταρίκ Ραμαντάν προήλθε από τον μουσουλμάνο φιλόσοφο Αμπντενούρ Μπιντάρ, «Ένα τέρας που προήλθε από την ασθένεια του ισλάμ» (Le Monde, 23 Μαρτίου 2012).

Η κουλτούρα της συγγνώμης, που επεξεργάσθηκαν οι διανοούμενοι της αριστεράς και της άκρας αριστεράς, υπό τη διπλή πατρωνία των Μπουρντιέ και Φουκώ οι  οποίοι διαβάσθηκαν μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των μαχητών της βάσης, πριν εσωτερικευθεί από πολλούς πολιτικούς, διδάσκοντες και δικαστές και, ταυτοχρόνως, διαδοθεί από τα αριστερά Μέσα Ενημέρωσης, βρήκε σε αυτό το πλαίσιο την πιο πρόσφατη επαναδραστηριοποίησή της. Επομένως, αυτό το επιχείρημα συνίσταται στο να καταγγέλλει την μαγική και εγκληματογενή επίδραση ενός «ισλαμόφοβου κλίματος» που βασιλεύει στην Γαλλία, και αυτό, ενώ στην πατρίδα των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη παρατηρείται μία κρατική ισλαμοφιλία (σε ό,τι αφορά τις επίσημες δηλώσεις), και όπου οι διανοούμενοι και οι δημοσιογράφοι συναγωνίζονται σε σεβασμό για το ισλάμ, «θρησκεία της ειρήνης» (γιατί όμως δεν νιώθουν την ανάγκη να πούν το ίδιο για τον χριστιανισμό ή τον εβραϊσμό;). Το τροπάριο είναι γνωστό. Μπορούμε να δούμε εδώ μία μικρή γαλλική παραλλαγή για την μεγάλη εποχή της δυτικής ενοχής για την οποία, από το 1983, με το «Δάκρυ του λευκού ανθρώπου» («
Le Sanglot de lhomme blanc»), ο Πασκάλ Μπρυκνέρ πρότεινε μια διεισδυτική ανάλυση.

 Ας πάρουμε το παράδειγμα μιας πρόσφατης πολιτικής δήλωσης εμπνευσμένης από την κουλτούρα της συγγνώμης. Την επομένη του άγριου αποκεφαλισμού του Ερβέ Γκουρντέλ από μία αλγερινή τρομοκρατική ομάδα (τους «Στρατιώτες του χαλιφάτου») που συνδέεται με το Ισλαμικό Κράτος (EI, Isis, Daech), το σοσιαλιστικό στέλεχος Φρανσουά Καλφόν δήλωσε, χωρίς ντροπή, στο τηλεοπτικό κανάλι i>TELE: «Αν οι μουσουλμανικού θρησκεύματος Γάλλοι φεύγουν για να κάνουν τζιχάντ στην Συρία, είναι γιατί υπήρξε από ορισμένους ανάπτυξη ενός κλίματος ισλαμοφοβίας». Εμβληματική δήλωση που εκφράζει ένα από τα ευρέως συμμεριζόμενα ιδεολογικά δόγματα στους κύκλους της αριστεράς. Σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο ακραίας σύγχυσης, αυτό το στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος έχει παρ’ όλα αυτά την αξία να μην αρνείται το προφανές, δηλαδή ότι οι τζιχαντιστές είναι μουσουλμάνοι. Στοιχίζεται βέβαια με την στανταρισμένη γνώμη σύμφωνα με την οποία οι  τζιχαντιστές είναι μόνο μία «φούχτα» ή μία «μειοψηφία εξτρεμιστών» μουσουλμάνων, αποτελούμενων πρωταρχικά από ημί-τρελους και παραβατικούς, έναντι της «τεράστιας πλειοψηφίας των μουσουλμάνων», που είναι μετριοπαθείς, με υγιές πνεύμα και που «σέβονται τους νόμους της Δημοκρατικής Πολιτείας». Ιδού τι καθησυχάζει, ή τουλάχιστον σκοπεύει να καθησυχάσει τους αγνότερους των ανησυχούντων πολιτών. ΄Αλλοι σχολιαστές ή εκπρόσωποι αποδεικνύονται πιο ριζοσπάστες στο πολιτικά ορθό, προσθέτοντας σε αυτήν την θυματοποιητική παρουσίαση των τζιχαντιστών την άρνηση της ένταξής τους στον κόσμο του ισλάμ. Και καταγγέλλοντας με τελετουργικό τρόπο τα «αμαλγάματα» μεταξύ των καλών μουσουλμάνων και των κακών τρομοκρατών. Με δυο λόγια, η ισλαμοφοβία εξηγεί τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα για την διολίσθηση στον τζιχαντισμό, και το ισλάμ είναι τελείως άσχετο γι αυτό. Δύο επιχειρήματα τα οποία, εμφανιζόμενα συχνά συνδεδεμένα, συγκλίνουν σε μία--τόσο αφελή όσο και ανάξια--δόλια επιχείρηση ξεπλύματος.

Συνεπώς, αυτή η με δύο όψεις ιδεολογική επιχείρηση συνίσταται στο να μεταμορφώνει τους τζιχαντιστές με το να τους παρουσιάζει ως μουσουλμανικά θύματα μιας ισλαμόφοβης Γαλλίας, και ως εκούσιους εξόριστους ή πρόσφυγες που έφυγαν από μία εχθρική χώρα για να πάνε να πολεμήσουν τον τύραννο στην Συρία. Πράγμα που ισοδυναμεί με τον χαρακτηρισμό της Γαλλίας ως ρατσιστικής και συνολικά ισλαμόφοβης χώρας, επικίνδυνης για τους μουσουλμάνους, τα εν δυνάμει θύματά της. Στη συνέχεια, προϋποθέτει, με αντιφατικό τρόπο, ότι δεν λαμβάνονται στα σοβαρά οι δηλώσεις των Γάλλων μουσουλμάνων που έφυγαν για να κάνουν τζιχάντ στην Συρία ή στο Ιράκ, για να πολεμήσουν, λένε, «τους εχθρούς του ισλάμ», τουλάχιστον του ισλάμ που θεωρούν πραγματικό, τον σουνισμό—ή μάλλον τον σαλαφιστικού τύπου σουνισμό τους. Είναι σαν να αποτολμά κάποιος να παρουσιάζει τους τζιχαντιστές ως απλούς δολοφόνους, ξένους προς κάθε θρησκευτική πίστη. Αρα, σαν να τους αρνείται το στάτους των πιστών, ξεχνώντας ότι στην απαρχή του Ισλαμικού Κράτους (όπως παλιότερα και της Αλ-Κάϊντα), υπάρχει η Σαουδική Αραβία, βασίλειο που παρουσιάζει την διπλή ιδιαιτερότητα να είναι ο πρωταρχικός φύλακας της βαχαμπιτικής-σαλαφιστικής ορθοδοξίας και ο μεγάλος χρηματοδότης του ριζοσπαστικού ισλάμ στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.  

 Με αυτή την πολιτικο-σημασιοδοτική αλχημεία, από θύματα της ισλαμοφοβίας οι τζιχαντιστές γαλλικής εθνικότητας μεταμορφώνονται σε βαρβάρους, σε αιματηρούς δολοφόνους που δεν έχουν τίποτα το κοινό με τους αυθεντικούς μουσουλμάνους, υποτιθέμενους εκ φύσεως «μετριοπαθείς». Οι «τρελοί του Αλλάχ» γίνονται σκέτα τρελοί, αναδιπλασιαζόμενοι σε κατά συρροήν δολοφόνους. Έτσι, χωρίς να φοβάται την contradictio in adjecto, ένας ιθύνων της «μουσουλμανικής κοινότητας» στη Γαλλία θα δηλώσει, στις 25 Σεπτεμβρίου 2014, σε τηλεοπτικό κανάλι σχετικά με τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους: «Θέλουν να επιβάλλουν το ισλάμ τους (…), το οποίο μόνον ισλάμ δεν είναι». Είναι σαν να διακηρύσσεται ότι το Ισλαμικό κράτος δεν είναι με τίποτα ισλαμικό. Αλλά, τότε, τι άλλο είναι;

 Είναι σαν να θεωρεί κάποιος ότι οι τζιχαντιστές δεν είναι «πραγματικοί» μουσουλμάνοι που υπακούουν σε μία θρησκευτική διαταγή (την υποχρέωση της τζιχάντ), για τους οποίους η αναφορά στο ισλάμ δεν είναι παρά εργαλείο και πρόσχημα. Ποια είναι όμως τα πραγματικά τους κίνητρα; Οι πραγματικοί τους στόχοι; Ο φόβος του «αμαλγάματος», φόβος που έγινε τελετουργικός, οδηγεί ορισμένους μουσουλμάνους ιθύνοντες, μιλώντας όπως οι πολιτικοί με σκοπό να καλμάρουν το παιγνίδι χωρίς να νοιάζονται για την αλήθεια, να δηλώνουν ότι οι ισλαμιστές του ΙΚ «δεν έχουν καμία σχέση με το ισλάμ». Ούτε η σοβαρότητά τους, ούτε η καλοπιστία τους δεν τίθενται σε αμφισβήτηση, ή τουλάχιστον κατ’ ανάγκην. Ο Ασέν Σαλγκουμί  ή ο Νταλίλ Μπουμπακέρ, για παράδειγμα, ήταν πάντα σαφείς στην εκ μέρους τους και με επιχειρήματα απόρριψη του ισλαμισμού ως φονταμενταλισμού ή τζιχαντισμού.

 Άλλοι εκπρόσωποι του ισλάμ στη Γαλλία, με αυτήν την ευκαιρία, άφησαν ευτυχώς τα διφορούμενα για να καταδικάσουν δημόσια τους τζιχαντιστές. Μόνο να χαιρόμαστε πρέπει γι’ αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τις αντι-τζιχαντικές κινητοποιήσεις που οργανώθηκαν από τις μουσουλμανικές αρχές. Ας ελπίσουμε ότι ο κόσμος θα ακολουθήσει και ότι δεν θα πρόκειται για σπίθα που θα σβήσει. Η ουσία όμως είναι αλλού. Αν αυτοί οι μουσουλμάνοι ιθύνοντες δεν αναγνωρίζονται ή δεν θέλουν να αναγνωρισθούν σε αυτό το πολιτικό και απεχθές πολεμικό ισλάμ, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό δεν υπάρχει. Και ότι συνεχίζει να ασκεί μία γοητεία, λόγω του ίδιου του τού εξτρεμισμού.

 Σε μουσουλμανικούς ή μη κύκλους, οι οποίοι φοβούνται πριν από όλα την επέλαση ενός ισλαμόφοβου κύματος στην Γαλλία, διακηρύσσεται ή αφήνεται να εννοηθεί ότι οι αιματοβαμμένοι βάρβαροι του ΙΚ, τους οποίους υποχρεώνονται να καταγγείλουν όταν σφάζουν και αποκεφαλίζουν δημοσιοποιώντας τις άγριες εικόνες των εγκλημάτων τους, δεν μπορούν παρά να είναι «εντελώς ξένοι από το ισλάμ». Αυτή η θέση, που προέρχεται από τον κοινό τόπο ή από την σαφήνεια με την οποία εκφέρονται οι λανθασμένες ιδέες και λειτουργεί σήμερα ως σύνθημα, είναι αστήρικτη. Πράγματι, είδε ποτέ κανείς εγκληματίες «εντελώς ξένους από το ισλάμ», όσο αιμματοβαμμένοι και αν ήταν, να είναι υποψήφιοι προς θάνατο ως «μάρτυρες», να προσδοκούν να «σκοτωθούν στο μονοπάτι του Αλλάχ» σκοτώνοντας όσο περισσότερους άπιστους «με οποιοδήποτε μέσον»; Να θέλουν να εγκαθιδρύσουν την σαρία σε κάθε κατακτημένη γη; Να μην δίνουν την επιλογή στους πληθυσμούς των κατακτημένων περιοχών παρά μεταξύ του προσηλυτισμού, της υποταγής (με κεφαλικό φόρο, ή τον jizya, για τους dhimmis) ή τον θάνατο; Μία ορισμένη πληθυντική αριστερά, ενδιαφερόμενη για την «αντιρατσιστική» της εικόνα και επιθυμώντας να «μην παίξει το παιγνίδι» των ισλαμόφοβων, υιοθέτησε μία αμφίβολη επιχείρηση απο-ισλαμοποίησης των τζιχαντικών ομάδων. Ξέχασαν ότι το δόγμα της τζιχάντ αποτελεί μέρος των θεμελιωδών διαδασκαλιών του ισλάμ;

 Αν οι αιματηροί τζιχαντιστές δεν εκπροσωπούν το σύνολο των μουσουλμάνων, αποτελούν μία συνιστώσα του παγκόσμιου ισλάμ. Αυτό, ορισμένοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν πλέον να το δουν. Μία δημαγωγική ισλαμοφιλία καθιστά τυφλούς όσους εγκαταλείπονται σε αυτήν. Η αλήθεια είναι σκληρή: αν, για πολλούς μουσουλμάνους, που έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι είναι πλειοψηφία στην Γαλλία (ας επισημάνουμε, παρενθετικά, την απουσία σοβαρών μελετών επί του θέματος), το ισλάμ είναι μία «θρησκεία της ειρήνης», που βιώνεται και ασκείται ως τέτοια, για άλλους είναι μία θρησκεία ιερού πολέμου, η σημαία της μνησικακίας και το πνεύμα της εκδίκησης. Η «τζιχάντ δια του ξίφους» είναι κλήση σε ρεβάνς κατά της Δύσης και των καθεστώτων που θεωρούνται ότι έχουν μολυνθεί από την δυτικοποίηση. Είναι αυτό το μοίρασμα, με ρευστά ενίοτε όρια, μεταξύ της κλίσης για ειρήνη και της κλίσης για αίμα που τροφοδοτεί τους φόβους που προκαλούνται για το ισλάμ. Η πρόσληψη μιας τέτοιας αμφισημίας αρκεί να παραγάγει την ανησυχία.

Εναπόκειται στους αντι-τζιχαντιστές μουσουλμάνους να αποδείξουν την ύπαρξή τους, το βάρος τους και την καλή τους πίστη στο εσωτερικό της ούμμα [της κοινότητας των πιστών], της οποίας η ενότητα, ναρκοθετημένη από την φίτνα (την διχόνοια ή τον στασιασμό στην καρδιά του ισλάμ)[1], αποδεικνύεται φανταστική. Και αυτό, χωρίς να κλωθογυρίζουν, χωρίς να απεκδύονται της ευθύνης αρνούμενοι να αναγνωρίσουν ως μουσουλμανικές αυτές τις ομάδες που δολοφονούν στο όνομα του ισλάμ. ΄Όπως το είχε αναγνωρίσει παλιότερα με κουράγιο και διαύγεια ο Αμπντελβαάντ Μεντέμπ (Abdelwahab Meddeb), απεικονίζουν την «ασθένεια του ισλάμ»[2]. Με αυτήν την παθολογία του ισλάμ πρέπει να αναμετρηθούν σήμερα οι αντι-ισλαμιστές μουσουλμάνοι, όπως και οι μη μουσουλμάνοι που δεν μπορούν να αποστρέφουν το βλέμμα αναμασώντας κλισέ. Ενάντια και σε αυτά τα τρομακτικά τέρατα που γεννήθηκαν από αυτό το ιδεολογικοποιημένο ισλάμ τόσο οι μεν όσο και οι δε πρέπει να οργανώσουν μία δύσκολη και αβέβαιη μάχη, καθ’ ότι απειλούμενη ανά πάσα στιγμή από διαστροφικά αποτελέσματα. Να προσδώσουν, για παράδειγμα, στις τζιχαντικές ομάδες μία σημασία που δεν έχουν, και εξ’ αυτού να ενισχύσουν την έλξη τους. Ή, ακόμα, να κάνουν να αναδυθεί το φάντασμα ενός πολέμου πολιτισμών, αναγόμενος σε μία πολύμορφη σύγκρουση μεταξύ ενός μουσουλμανικού κόσμου αντιμετωπιζόμενου ως ενιαίου μπλοκ και ενός δυτικού κόσμου αναγόμενου από τους εχθρούς του σε έναν ισλαμόφοβο ιμπεριαλισμό, με τους αντίστοιχους συμμάχους τους. Αποκαλυψιακή αντίληψη, που έρχεται σε όσμωση με το σύστημα πίστεων των τζιχαντιστών.

 Επιβεβλημένος από την τζιχαντική επίθεση, ο δρόμος που πρέπει να ακολουθηθεί είναι γεμάτος παγίδες. Την ίδια στιγμή που εισερχόμαστε σε πόλεμο κατά του ισλαμισμού με απάνθρωπο πρόσωπο, πρέπει να προσπαθούμε να βλέπουμε καθαρά, να ζυγίζουμε επακριβώς τις πραγματικές απειλές, χωρίς να υπερβάλλουμε ούτε να ελαχιστοποιούμε, με την αυστηρή πρόθεση να μην παρασυρθούμε από ψευδαισθήσεις που αποκοιμίζουν. Περισσότερο από ποτέ, το μέλλον είναι απρόβλεπτο. Και ακόμα περισσότερο ανησυχητικό.

 

© Andre Taguieff

μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

 


[1]Gilles Kepel, Fitna. Guerre au cœur de l'islam, Παρίσι, Gallimard, 2004

[2]Abdelwahab Meddeb, La Maladie de l'islam, Παρίσι, Le Seuil, 2002·τουΙδίου., Sortir de la malédiction. L'islam entre civilisation et barbarie, Παρίσι, Le Seuil, 2008.

 

 

Pierre-Andre Taguieff. Φιλόσοφος και ιστορικός πολιτικών ιδεών, διευθυντής ερευνών στο CnrS, διδάσκει στο ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: Ο ρατσισμός (1998), Παγκοσμιοποίηση και Δημοκρατία (2002), Ο μύθος των «Σοφών της Σιών» (2006), Θεωρίες συνωμοσίας (2010), Τι είναι αντι-σημιτισμός; (2011), Ο νέος εθνικολαϊκισμός (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά