Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Η κόλαση είμαστε εμείς

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Τρεις θέσεις για την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναφορικά με τον αποκλεισμό των ομόφυλων ζευγαριών από το σύμφωνο συμβίωσης στην Ελλάδα

Τι κοινό έχει το να θέλεις να χτίσεις έναν τοίχο με βάση την ιταλική αρχιτεκτονική στη γαλλική επαρχία του 19ου αιώνα με το να επιθυμείς να αναγνωρίσεις νομικά τη σχέση σου με άτομο του ιδίου φύλου σε μία άλλη ευρωπαϊκή επαρχία (ας την ονομάσουμε Ελλάδα) του 21ου; Ιδού η απάντηση από την πένα του Σταντάλ:

Ένας τέτοιος νεωτερισμός θα στοίχιζε στον αστόχαστο [...] την αιώνια ρετσινιά τού μη υγιώς σκεπτομένου, και θα τον θεωρούσαν χαμένο κορμί οι φρόνιμοι και μετριοπαθείς πολίτες, εκείνοι ακριβώς που διαφεντεύουν την υπόληψη του καθενός [...]. [...] οι φρόνιμοι αυτοί [...] ασκούν τον πιο καταθλιπτικό δεσποτισμό που μπορεί ποτέ να υπάρξει. [...] Η τυραννία της κοινής γνώμης –και, Θεέ μου, ποιας κοινής γνώμης!– [...].[1]

Η τυραννία της κοινής γνώμης βρίσκεται στο επίκεντρο του σύντομου σχολίου μας για/με αφορμή την απόφαση στην υπόθεση Βαλλιανάτου και λοιπών κατά Ελλάδος,[2] που εξέδωσε, τον Νοέμβριο 2013, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η απόφαση καταδίκασε την ελληνική πολιτεία, κρίνοντας ότι ο αποκλεισμός των ομόφυλων ζευγαριών από το σύμφωνο συμβίωσης που εκείνη νομοθέτησε το 2008 συνιστά παράνομη διάκριση σε βάρος τους. Σπεύδουμε να επισημάνουμε ότι, παρά τα όσα (επι)κριτικά έπονται, η απόφαση συνιστά θετική εξέλιξη προς την κατεύθυνση της άρσης της ιστορικής αδικίας στην οποία υπόκεινται τα ομόφυλα ζευγάρια. Με την απόφασή του αυτή, το δικαστήριο έθεσε πανευρωπαϊκό standard και δημιούργησε νομολογιακό προηγούμενο. Τα όριά της, επομένως, εκτείνονται πέραν της Ελλάδας.

Όπως φανερώνει και ο τίτλος, σκοπός του κειμένου είναι να επιχειρηματολογήσει επί τριών θέσεων, στις οποίες αντιστοιχούν και οι παράγραφοι που ακολουθούν. Συνοπτικά, οι θέσεις αυτές είναι οι εξής:

α) Υπάρχει μία παρανόηση ως προς το τι ακριβώς αξιώνει από την Ελλάδα η απόφαση˙ δεν απαιτείται αναγκαστικά επέκταση του συμφώνου στα ομόφυλα ζευγάρια.

β) Λόγω εγγενών σε αυτό περιορισμών, το δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα μόνον υπό το πρίσμα της απαγόρευσης διακρίσεων και όχι υπ’ αυτό της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η οποία όμως μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τη βάση της συζήτησης εντός της ελληνικής κοινωνίας και των θεσμών.

γ) Η ελληνική πολιτεία απέτυχε να προλάβει την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ δυσκολεύεται να διεξάγει διάλογο στη δέουσα βάση για τη θεραπεία αυτής.

Αυτό που ενώνει τις τρεις αυτές επιμέρους θέσεις είναι... η τυραννία της κοινής γνώμης. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Με απλά λόγια, τι είπε το δικαστήριο, οι απορρέουσες συνέπειες και οι παρανοήσεις:

Το 2008, η Βουλή των Ελλήνων νομοθέτησε το σύμφωνο συμβίωσης ως εναλλακτική του γάμου μορφή αναγνώρισης των εννόμων σχέσεων ετερόφυλων ζευγαριών (ν. 3719/2008). Πρόκειται για μία light μορφή δέσμευσης ενώπιον συμβολαιογράφου, η οποία επιφέρει νομικές συνέπειες, ρυθμίζοντας περιουσιακά και κληρονομικά θέματα, αλλά και ευρύτερα θέματα οικογενειακού δικαίου. Παρά τις αρχικές σκέψεις να είναι το σύμφωνο ανοιχτό σε όλα τα ζευγάρια ανεξαιρέτως, αλλά και τις προειδοποιήσεις αρμοδίων φορέων για αντισυνταγματικότητα του νόμου που θα απέκλειε τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του, η ελληνική πολιτεία αποφάσισε ο νόμος να αφορά μόνο ετερόφυλα ζευγάρια.

Οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το δικαστήριο να κρίνει αν ο αποκλεισμός τους από τον νόμο αυτόν λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού παραβιάζει την απαγόρευση των διακρίσεων σε σχέση με την οικογενειακή ζωή. Στο σημείο αυτό απαιτείται η πρώτη σημαντική διασαφήνιση. Τα δικαστήρια περιορίζονται να απαντούν με βάση το νόμο σε ερωτήματα που τους τίθενται. Το συγκεκριμένο δικαστήριο δεν κλήθηκε να αποφασίσει, και άρα δεν έκρινε, αν τα ομόφυλα ζευγάρια δικαιούνται, γενικά και αόριστα, να κατοχυρώνεται η σχέση τους μέσα από σύμφωνο συμβίωσης. Αντίθετα, απάντησε, και μάλιστα καταφατικά, στο πολύ συγκεκριμένο ερώτημα που του τέθηκε, δηλαδή αν ο εν λόγω νόμος εισήγαγε παράνομη διάκριση.

Η διασαφήνιση αυτή είναι κρίσιμη για την κατανόηση του τι ακριβώς λέει η απόφαση, αλλά και του τι μέλλει γενέσθαι, ώστε η Ελλάδα να συμμορφωθεί με αυτή. Απηχεί τη νομική διάκριση μεταξύ των λεγομένων αρνητικών και θετικών υποχρεώσεων στο χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διάκριση αυτή έχει μεγάλο θεωρητικό βάθος, το οποίο όμως δεν είναι κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση. Αρκεί να σημειώσουμε ότι η αρνητική διάσταση του δικαιώματος δημιουργεί υποχρέωση ουδετερότητας, η οποία συνίσταται στο να μην ενεργεί το κράτος κατά τρόπο που θα προκαλέσει αντίθετο με το δικαίωμα αποτέλεσμα. Για να μην υπάρξει, δηλαδή, παραβίαση της αρνητικής διάστασης του δικαιώματος απαιτείται σχέση αιτιότητας ανάμεσα στην κρατική ενέργεια και στο αποτέλεσμα: το κράτος οφείλει να μην κάνει κάτι ώστε να μην επέλθει το παράνομο αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, το κράτος και τα όργανά του δεν πρέπει να σκοτώνουν, να παρακολουθούν το τηλέφωνό μας ή να μας εμποδίζουν να εκφραζόμαστε ελεύθερα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αρνητική υποχρέωση σημαίνει ότι το κράτος οφείλει, κατ’ αρχήν, να μη χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά στη μεταχείριση ετερόφυλων και ομόφυλων ζευγαριών. Στον αντίποδα, οι θετικές υποχρεώσεις επιβάλλουν στο κράτος, όχι απλώς να αποφεύγει πράξεις που προκαλούν παράνομο αποτέλεσμα, αλλά να δρα ώστε να μας προστατεύει από καταστάσεις (π.χ. φυσικό φαινόμενο) ή πρόσωπα (π.χ. ιδιωτική εταιρεία) που απειλούν ή περιορίζουν τα δικαιώματά μας. Παρ’ όλο που ο υπαίτιος για την παραβίαση δεν είναι το κράτος, αυτό οφείλει να δραστηριοποιηθεί για να μας προστατεύσει. Πρέπει, για παράδειγμα, να διώκει και να τιμωρεί μια εταιρεία που παρακολουθεί το τηλέφωνό μας ή να νομοθετεί αυστηρά πολεοδομικά κριτήρια ασφάλειας σε σεισμογενείς περιοχές και να ελέγχει την εφαρμογή τους.

Για να επανέλθουμε στην υπόθεσή μας, οι προσφεύγοντες, σοφά ποιώντας (για λόγους που εξηγούνται παρακάτω) και έχοντας, προφανώς, πλήρη γνώση της προηγούμενης νομολογίας του δικαστηρίου, δεν ακολούθησαν μαξιμαλιστική στρατηγική. Διαμόρφωσαν την επιχειρηματολογία τους με άξονα την αρνητική υποχρέωση του κράτους που προκύπτει από την απαγόρευση των διακρίσεων και όχι την ενδεχόμενη θετική υποχρέωση για προστασία του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή. Δεν ζήτησαν από το δικαστήριο να διακηρύξει, γενικά, ότι τα κράτη υποχρεούνται να αναγνωρίζουν νομικά τις σχέσεις ομόφυλων ζευγαριών, αλλά ότι ο συγκεκριμένος νόμος του 2008 έκανε κάτι που τα κράτη απαγορεύεται να κάνουν: αποκλείοντας από το πεδίο εφαρμογής του τα ομόφυλα ζευγάρια, προκάλεσε (εξ ου και η αιτιότητα) παράνομη διάκριση σε βάρος τους.

Πρώτο, επομένως, κρατούμενο: η απόφαση αφορά ρητά την αρνητική πτυχή του δικαιώματος και τον συγκεκριμένο νόμο. Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι θα ασχοληθεί με αυτή τη διάσταση και μόνο. Άρα, η απόφαση δεν αφορά γενικότερα αν και κατά πόσο τα κράτη έχουν υποχρέωση να αναγνωρίσουν νομικά τις σχέσεις ομόφυλων ζευγαριών (παράγραφος 75 της απόφασης).

Προχωρούμε τώρα στη δεύτερη επεξήγηση, ιδίως για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη νομική λειτουργία της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, αυτά δεν είναι απόλυτα. Αυτό σημαίνει ότι, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να περιοριστούν. Αν, για παράδειγμα, μία εφημερίδα ετοιμάζεται να αποκαλύψει τη διάταξη του στρατού πριν τη μάχη, λόγοι εθνικού συμφέροντος επιβάλλουν να της απαγορευτεί η κυκλοφορία. Αν κάποιος διαπράττει φόνο στο σπίτι του, επιτρέπεται στην αστυνομία να εισέλθει για να τον αποτρέψει. Το θεωρητικό ζήτημα των περιορισμών των δικαιωμάτων είναι βαθύτατο, πολυδαίδαλο, αλλά και αξιακά φορτισμένο, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις στάθμισης δικαιωμάτων (όταν, για παράδειγμα, η ελευθερία καλλιτεχνικής έκφρασης συγκρούεται με το δικαίωμα στην θρησκευτική ελευθερία). Αρκεί εδώ να επισημανθεί ότι, πέρα από την ύπαρξη ενός σκοπού που δικαιολογεί τον περιορισμό του δικαιώματος (επέμβαση στην οικία για να σωθεί μια ζωή), επιβάλλεται τα μέσα που χρησιμοποιεί το κράτος για την επίτευξη του σκοπού να είναι πρόσφορα και να μην πλήττουν το δικαίωμα δυσανάλογα. Η ιδέα αυτή παραπέμπει στην αναγκαιότητα του περιορισμού ενός δικαιώματος και στη λεγόμενη αρχή της αναλογικότητας. Για παράδειγμα, ο τραυματισμός κατά τη σύλληψη παρανομούντος δικαιολογείται μόνο στο μέτρο που αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για να προστατευθεί η επαπειλούμενη αξία/δικαίωμα, όπως η ζωή του συλλαμβάνοντος ή του θύματος.

Δεύτερο, επομένως, κρατούμενο: ένα δικαίωμα, όπως αυτό του να μην υποστεί κάποια/ος διάκριση λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, μπορεί να περιοριστεί υπό προϋποθέσεις, όπως το τεστ αναλογικότητας μέσων και σκοπού, για να επιδιωχθεί ένας υπέρτερος αξιακά στόχος ή ευρύτερα το καλό της κοινωνίας (δημόσιο/γενικό συμφέρον).

Συνδυάζοντας κάποιος τα δύο σημεία που επισημάνθηκαν μόλις ανωτέρω, έχει, σχεδόν πλήρη, το «χάρτη» της απόφασης. Το δικαστήριο, αφού διευκρίνισε ότι κρίνει μόνον αν ο ελληνικός νόμος διαχωρίζει τους πολίτες με βάση τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό κατά παράβαση της αρνητικής διάστασης του σχετικού δικαιώματος, εξέτασε αν υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν την διάκριση αυτή. Όπως έχουμε ήδη προοικονομήσει, οι δικαιολογητικοί λόγοι που παρουσίασε η ελληνική κυβέρνηση απορρίφθηκαν και ο νόμος κρίθηκε παράνομος (οιονεί αντισυνταγματικός). Αμφότεροι οι λόγοι που προέβαλε η Ελλάδα για να δικαιολογήσει τον περιορισμό του συμφώνου στα ετερόφυλα ζευγάρια, η προστασία δηλαδή των δικαιωμάτων των παιδιών εκτός γάμου (μονογονεϊκές οικογένειες) και η έμμεση ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας στην παραδοσιακή της μορφή, είναι θεμιτοί και θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσουν διαφορετική μεταχείριση των ομόφυλων ζευγαριών (παράγραφος 83). Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, είναι σαφές ότι η σχετική ρύθμιση αποσκοπούσε πρωτίστως στην κατοχύρωση του συμφώνου συμβίωσης ως εναλλακτικής του γάμου (παράγραφος 86). Ο νόμος αυτός δημιουργεί μία βάση αναγνώρισης εννόμων σχέσεων από την οποία δεν υπάρχει (ούτε και ουσιαστικά προβλήθηκε) κανένας λόγος να εξαιρούνται τα ομόφυλα ζευγάρια (παράγραφοι 89 και 92). Με απλά λόγια, ο αποκλεισμός των ομόφυλων ζευγαριών από το σύμφωνο είναι άσχετος με (και άρα μη αναγκαίος για) την προστασία των παιδιών εκτός γάμου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Με αυτό το σκεπτικό, το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ελληνική Βουλή θέσπισε νόμο που είναι αντίθετος με την απαγόρευση των διακρίσεων, η οποία, σημειωτέον, στο νομικό πλαίσιο λειτουργίας του δικαστηρίου, δεν έχει αυτοτελή υπόσταση, αλλά μπορεί να γίνει αντικείμενο επίκλησης μόνον σε συνδυασμό με κάποιο άλλο δικαίωμα. Στη συγκεκριμένη υπόθεση το δικαίωμα αυτό είναι η οικογενειακή ζωή.

Εδώ μπαίνουμε στο τρίτο σημείο που χρήζει διασαφηνίσεως. Προκειμένου να μπορεί μία κοινωνική ομάδα να επικαλείται την απαγόρευση διακρίσεων εις βάρος της ως προς την απόλαυση ενός δικαιώματος, όπως η οικογενειακή ζωή, το δικαίωμα αυτό πρέπει να της έχει αναγνωρισθεί. Στην περίπτωση των ομόφυλων ζευγαριών, αυτό είχε ήδη γίνει από το δικαστήριο με προηγούμενη απόφασή του, όπου είχε αποφανθεί ότι και τα ομόφυλα ζευγάρια απολαμβάνουν το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή (παράγραφος 73). Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό το δικαστήριο είχε αντλήσει επιχειρήματα χρησιμοποιώντας μία ιδιαίτερα κρίσιμη ερμηνευτική μέθοδο. Για λόγους που σχετίζονται άμεσα με την τυραννία της κοινής γνώμης, όπως εξηγούμε διεξοδικότερα στη δεύτερη θέση που αναπτύσσουμε στη συνέχεια, το συγκεκριμένο δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί επί ευαίσθητων κοινωνικών ζητημάτων, όπως η ευθανασία, η άμβλωση ή ζητήματα βιοηθικής, προβαίνει σε μία μορφή συγκριτικής ανάλυσης με την οποία διερευνά πώς ρυθμίζεται το θέμα στο δίκαιο των κρατών υπό τη δικαιοδοσία του (αλλά και ευρύτερα). Αυτό του επιτρέπει να διαπιστώνει, αφ’ ενός, ποιες είναι οι νόρμες, οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και οι τάσεις στα κράτη (που αντανακλούν τις τάσεις στις εθνικές κοινωνίες, την κοινή, δηλαδή, γνώμη) και, αφ’ ετέρου, αν υπάρχει εξέλιξη στα κοινωνικά ήθη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι υπάρχει συναίνεση στα ευρωπαϊκά κράτη και τις κοινωνίες τους επί ενός ζητήματος, θεωρεί εαυτό ικανό να αναγνωρίσει νομολογιακά την εξέλιξη αυτή, θέτοντας ουσιαστικά ένα standard πανευρωπαϊκό. Έτσι, κατοχυρώνει, τρόπον τινά, ένα νέο δικαίωμα ή, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, μία πτυχή αυτού. Όταν «ωριμάζουν» οι συνθήκες, το δικαστήριο διαπιστώνει την ύπαρξη συναίνεσης στις κοινωνίες της Ευρώπης, μεταφράζει με τη νομολογία του την κοινωνική εξέλιξη σε νομική και, αυτόματα, περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια που έχουν τα κράτη να νομοθετούν αναλόγως των επικρατούντων σε αυτά ήθη. Η απουσία συναίνεσης, αντιθέτως, συνεπάγεται ότι τα άκρα όρια διακριτικής ευχέρειας του κάθε κράτους είναι ευρύτερα, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα του δικαστηρίου να θέσει εκείνο τα standards.

Τρίτο, λοιπόν, κρατούμενο: καλώς η κακώς (θέμα στο οποίο επανερχόμαστε στη συνέχεια), τα κοινωνικά ήθη που επικρατούν στην Ευρώπη επηρεάζουν τη δικαιοδοτική ισχύ του δικαστηρίου, αλλά και το εύρος ευχέρειας που έχουν τα κράτη να νομοθετήσουν κατά το δοκούν.

Η τελευταία επισήμανση μας δίνει και την πλήρη εικόνα της απόφασης. Τόσο το σκεπτικό, όσο και η μεθοδολογία που χρησιμοποιεί το δικαστήριο στην υπόθεση Βαλλιανάτου δεν προκαλούν καμία έκπληξη, καθώς απηχούν την παγιωμένη νομολογία του σε παρόμοια θέματα. Αυτό που επέτρεψε στο δικαστήριο να κρίνει την υπόθεση στη βάση της οικογενειακής ζωής είναι η προηγούμενη νομολογία του, με την οποία είχε ήδη κρίνει ότι υπάρχει συναίνεση στην Ευρώπη ως προς το ότι τα ομόφυλα ζευγάρια δικαιούνται να απολαμβάνουν οικογενειακής ζωής – κάτι που, συνακόλουθα, σημαίνει ότι το μοντέλο οικογένειας που έχει κατά νου η ελληνική κοινή γνώμη δεν είναι το μοναδικό αποδεκτό στην κοινωνία. Επιπλέον, η ύπαρξη τάσης στις ευρωπαϊκές έννομες τάξεις να μην εξαιρούν των συμφώνων συμβίωσης τα ομόφυλα ζευγάρια, επιτρέπει στο δικαστήριο να μην αναγνωρίσει διακριτική ευχέρεια στην Ελλάδα να κρίνει η ίδια αν τα κρατούντα σε αυτήν ήθη, η κοινή της γνώμη μεταφραζόμενη σε γενικό συμφέρον, δικαιολογούν τις διακρίσεις σε βάρος μίας συγκεκριμένης μορφής οικογένειας. Αυτό εξηγεί γιατί το δικαστήριο υπογράμμισε (παράγραφος 91) ότι, ενώ δεν υπάρχει πανευρωπαϊκή συναίνεση, αναδύεται μία τάση αναφορικά με τη νομική κατοχύρωση των ομόφυλων ζευγαριών. Αυτό που είναι ξεκάθαρο ως προς την τάση αυτή είναι ότι, όταν τα κράτη προβλέπουν εναλλακτικές του γάμου μορφές αναγνώρισης, αυτές αφορούν και τα ομόφυλα ζευγάρια.

Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, μπορούμε να εξάγουμε τρία κρίσιμα συμπεράσματα ως προς το τι υποχρεώσεις δημιουργεί η απόφαση στην ελληνική πολιτεία.

Πρώτο συμπέρασμα: Το σύμφωνο συμβίωσης, ως έχει, είναι παράνομο διότι δημιουργεί αδικαιολόγητη διάκριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, αποκλείοντας από το πεδίο εφαρμογής του τα ομόφυλα ζευγάρια. Άρα, ο νόμος αυτός πρέπει είτε να τροποποιηθεί από τη Βουλή, είτε να ερμηνευθεί διασταλτικά από την (βραδυπόρο και συνήθως συντηρητική) ελληνική δικαιοσύνη, ώστε να μην αποκλείονται από την εφαρμογή του τα ομόφυλα ζευγάρια. 

Δεύτερο συμπέρασμα: Η απόφαση αυτή αναγνώρισε την ύπαρξη τάσης στην Ευρώπη να μην εξαιρούνται τα ομόφυλα ζευγάρια των (διαφόρων μορφών) συμφώνων συμβίωσης. Περιορίζεται, επομένως, η διακριτική ευχέρεια όλων των κρατών (όχι μόνο της Ελλάδας) και, στη βάση αυτού που νομικά αποκαλείται ερμηνευτικό δεδικασμένο, απαγορεύεται σε αυτά, εφ’ όσον επιθυμούν να αναγνωρίζουν τις οικογενειακές σχέσεις με μορφή διαφορετική του γάμου, να κάνουν διακρίσεις σε βάρος των ομόφυλων ζευγαριών. Με άλλα λόγια, η υπόθεση έχει αυξημένη σημασία για το σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών, όπως εξ άλλου προδίδει και η παραπομπή της στην Ευρεία Σύνθεση των δεκαεφτά δικαστών, καθώς η απόφαση θέτει έναν κοινό, πανευρωπαϊκό πήχυ για όλα τα κράτη. Όσα από αυτά επιθυμούν να έχουν σύμφωνο, θα πρέπει να μεριμνήσουν ώστε η ισχύς του να εκτείνεται σε αμφότερα τα ετερόφυλα και τα ομόφυλα ζευγάρια.

Τρίτο συμπέρασμα: Η απόφαση δεν ασχολήθηκε με τη θετική διάσταση του δικαιώματος. Δεν διερεύνησε, άρα ούτε αποφάνθηκε για το αν τα κράτη υποχρεούνται να νομοθετήσουν εναλλακτικές του γάμου μορφές νομικής κατοχύρωσης της οικογένειας. Υπόρρητα, ωστόσο, συνάγεται ότι τέτοια υποχρέωση δεν υπάρχει διότι, όπως με ενάργεια διαπιστώνει το δικαστήριο, στην παρούσα τουλάχιστον φάση εξέλιξης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, δεν υπάρχει συναίνεση μεταξύ των κρατών για το αν πρέπει να κατοχυρώνονται νομικά τα ομόφυλα ζευγάρια. Το δικαστήριο σαφώς υπονοεί ότι, σήμερα, το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή –φορείς του οποίου είναι και τα ομόφυλα ζευγάρια– δεν αξιώνει από τα κράτη να προβλέψουν επί τούτου τη νομική κατοχύρωση της σχέσης ομόφυλων ζευγαριών. Αυτό το συμπέρασμα εξηγεί και το λόγο για τον οποίο χαρακτηρίσαμε σοφή την επιλογή των προσφευγόντων να περιορίσουν τη διαμαρτυρία τους στη σε βάρος τους διάκριση και να μη διεκδικήσουν να αναγνωρίσει το δικαστήριο γενικότερα το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών στη νομική κατοχύρωση των σχέσεών τους. Αν είχαν ακολουθήσει μαξιμαλιστική στρατηγική, τόσο η συγκεκριμένη απόφαση, όσο και η προηγούμενη νομολογία του δικαστηρίου, μας επιτρέπουν να υποστηρίξουμε ότι θα είχαν χάσει τη δίκη, με το συνεπαγόμενο «επικοινωνιακό» αντίκτυπο στο επίπεδο, κυρίως, των εντυπώσεων.

Τι, όμως, σημαίνουν οι διαπιστώσεις αυτές αναφορικά με την υποχρέωση της Ελλάδας να συμμορφωθεί με τη σε βάρος της απόφαση; Ας διαλύσουμε, κατ’ αρχάς, μία στρεβλή εντύπωση που φαίνεται να δημιουργείται. Προς το παρόν, δεν υπάρχει υποχρέωση του κράτους να προβεί στην νομική αναγνώριση των σχέσεων ομόφυλων ζευγαριών. Ωστόσο, ως έχει, ο νόμος είναι αντίθετος με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Είτε τα δικαστήρια θα πρέπει να βαφτίσουν το κρέας ψάρι, επεκτείνοντας την ευνοϊκή ρύθμιση σε όσους παρανόμως εξαιρούνται αυτής, είτε η Βουλή χρειάζεται να αλλάξει τον νόμο και να διορθώσει την παρανομία που η ίδια προκάλεσε.

Το δικαστήριο λέει κάτι πολύ απλό στην Ελλάδα – και μέσω αυτής και στα άλλα κράτη: «Είναι επιλογή σας αν επιθυμείτε να θεσπίσετε σύμφωνο συμβίωσης. Εφ’ όσον όμως το θεσπίσετε, υποχρεούστε να μην αποκλείετε τμήματα της κοινωνίας λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.». Τούτο σημαίνει ότι ο νομοθέτης μπορεί να θεραπεύσει τη διαπιστωθείσα ανισότητα στη μεταχείριση που δημιουργεί ο νόμος, είτε με κατάργηση του συμφώνου (εξίσωση προς τα κάτω) είτε με επέκταση του πεδίου εφαρμογής του και στα ομόφυλα ζευγάρια (εξίσωση προς τα πάνω). Εναπόκειται στη βούληση του νομοθέτη να διαλέξει το δρόμο που επιθυμεί. Όσοι διατείνονται ότι η απόφαση υποχρεώνει την Ελλάδα να επεκτείνει το σύμφωνο στα ομόφυλα ζευγάρια, είτε δεν μιλούν ειλικρινώς είτε έχουν κατανοήσει πλημμελώς την απόφαση. Στο επόμενο μέρος του κειμένου τασσόμαστε ανοιχτά και με επιχειρήματα υπέρ της επέκτασης του συμφώνου στα ομόφυλα ζευγάρια στη βάση της πλήρους ισότητας. Η προτίμησή μας, όμως, αυτή δεν μας επιτρέπει να υπονομεύσουμε την ακαδημαϊκή μας ακεραιότητα και να παραποιήσουμε τα λεγόμενα του δικαστηρίου. Δηλώνουμε, λοιπόν, κατηγορηματικά ότι το ελληνικό κράτος μπορεί να συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση ακόμα κι αν καταργήσει το σύμφωνο συμβίωσης για όλα ανεξαιρέτως τα ζευγάρια.

Αναγνωρίζουμε, ωστόσο, ότι μία τέτοια επιλογή θα έπληττε τις έννομες σχέσεις όσων ετερόφυλων ζευγαριών επέλεξαν να δεσμευθούν στη βάση του συμφώνου, γεγονός που μας φέρνει ενώπιον μίας άλλης «κατάρας» στην έρευνα στην Ελλάδα: τη συχνή απουσία έγκυρων και επίσημων στοιχείων. Δεν θα κουράσουμε τον αναγνώστη περιγράφοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε στην προσπάθεια ανεύρεσης στοιχείων.[3] Προκύπτει, πάντως, ότι συγκεντρωτικά στοιχεία δεν υπάρχουν, ενώ φαίνεται ότι στην Αθήνα έχουν συναφθεί περί τα διακόσια σύμφωνα. Τυχόν κατάργηση του συμφώνου θα θέσει το ερώτημα των εννόμων συνεπειών των ήδη υπαρχόντων συμφώνων και της συνεπαγόμενης παρέμβασης στην οικογενειακή ζωή των ζευγαριών που το συνήψαν. Διάφορα σενάρια διαγράφονται, τα οποία εν πολλοίς εκφεύγουν των στενών ορίων του παρόντος. Αν, για να δοθεί ένα παράδειγμα, ο νόμος καταργούσε τα ήδη συνημμένα σύμφωνα, τα ζευγάρια αυτά θα μπορούσαν να προσφύγουν στο ίδιο δικαστήριο διαμαρτυρόμενα για την παραβίαση στην οικογενειακή ζωή τους. Θα ετίθετο σε εφαρμογή και πάλι η προαναφερθείσα αρχή της αναλογικότητας προκειμένου να κριθεί αν οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που θα επικαλούνταν η Ελλάδα (συμμόρφωση με απόφαση του δικαστηρίου) δικαιολογούν την κατάργηση των συγκεκριμένων συμβατικών σχέσεων. Κρίσιμα «όπλα» υπέρ του ελληνικού κράτους στην αβέβαιη αυτή «μάχη» θα ήταν η μεταβατική περίοδος που θα πρέπει να προβλεφθεί, ώστε να έχουν χρόνο τα ζευγάρια αυτά να επαναδιαμορφώσουν την οικογενειακή τους κατάσταση, αλλά και η προαναφερθείσα απουσία θετικής υποχρέωσης για τα κράτη να διαθέτουν εναλλακτικές του γάμου μορφές νομικής αναγνώρισης της οικογένειας. Ωστόσο, θα ήταν ειλικρινά κρίμα ο μόνος λόγος για τον οποίο η Ελλάδα θα κατοχυρώσει τα ομόφυλα ζευγάρια να είναι η αδυναμία εγκατάλειψης (path dependency)του άστοχου νόμου του 2008.

Γιατί η Ελλάδα πρέπει, τουλάχιστον, να επεκτείνει το σύμφωνο συμβίωσης

Αντιθέτως, υπάρχουν πλείστοι όσοι λόγοι για τους οποίους η Ελλάδα πρέπει να επιλέξει να τροποποιήσει τους νόμους της στην κατεύθυνση της πλήρους ισότητας ομόφυλων και ετερόφυλων ζευγαριών. Όχι επειδή, λανθασμένα, νομίζει ότι της το επιβάλλει ένα δικαιοδοτικό όργανο της Ευρώπης, αλλά επειδή αυτό αξιώνει μία από τις δομικές αρχές της δημοκρατίας. Αναφερόμαστε στην αρχή της ισότητας, η οποία, για λόγους που δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ, δεν κατοχυρώνεται ρητά στο νομικό πλαίσιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη βάση του οποίου λειτουργεί το Δικαστήριο του Στρασβούργου. 

Όταν διακυβεύεται ζήτημα με αμφίσημα ηθικά ερείσματα στην κοινωνία (και την κοινή της γνώμη), γεννάται ερώτημα ως προς το ποιος και με ποια κριτήρια έχει τον τελικό αποφασιστικό λόγο. Πρόκειται για ερώτημα με πολιτικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, το οποίο το συγκεκριμένο δικαστήριο έχει λύσει με τρόπο που επιδέχεται, μεν, κριτικής (όπως κάθε «τρόπος» απάντησης στο συγκεκριμένο δίλημμα), αλλά συνάδει με τη φύση του ως διεθνούς δικαστηρίου. Η αρμοδιότητά του προέρχεται από τη βούληση των κυριάρχων κρατών που του εμπιστεύθηκαν τον δικαιοδοτικό ρόλο του. Με απλά λόγια, το δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί τη δοτή εξουσία του, η οποία και περιορίζεται από το νομικό πλαίσιο (τη διεθνή σύμβαση) στη βάση του οποίου λειτουργεί. Προκειμένου, λοιπόν, το δικαστήριο να μην υπερβεί τις εξουσίες του, περιορίζοντας παράνομα την εθνική κυριαρχία, όπως έχει ήδη εξηγηθεί, όποτε τίθεται ενώπιον ευαίσθητων ηθικών ερωτημάτων που διχάζουν τις κοινωνίες καταφεύγει στην ερμηνευτική μέθοδο της ευρωπαϊκής συναίνεσης. Μέσω αυτής, επιδιώκει να λειτουργήσει ως «παλμογράφος» των κοινωνιών και να αφουγκραστεί τις τάσεις που αναδύονται στο εσωτερικό των κρατών. Για να ανταποκριθεί στον θεσμικό του ρόλο, επιλέγει να «ακολουθεί» τις εθνικές κοινωνίες και να μην «επιβάλλει» δικαιοπολιτικές επιλογές που δεν έχουν ωριμάσει στο φυσικό τους πολιτικό περιβάλλον. Αυτό εξηγεί και το προαναφερθέν παράδοξο, να απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού σε σχέση με το σύμφωνο, όχι όμως σε σχέση και με το γάμο.

Το οξύμωρο είναι προφανές, όχι μόνο σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο παράδειγμα και το δίπολο γάμος/σύμφωνο, αλλά στην ευρύτερη προβληματική της προστασίας των δικαιωμάτων. Επαναλαμβάνουμε ότι δεν υπάρχουν «εύκολες» λύσεις και ότι είναι κατανοητές οι εγγενείς αδυναμίες του συγκεκριμένου δικαστηρίου. Δεν μπορούμε, όμως, παρά να σημειώσουμε ότι είναι παράδοξο τα θεμελιώδη δικαιώματα του οιουδήποτε να εξαρτώνται από τις «ορέξεις» της κοινής γνώμης, από το αν υπάρχει συναίνεση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και από τυχόν πλειοψηφικά ρεύματα. Δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε, επίσης, ότι οι περιορισμοί του εν λόγω δικαστηρίου δεν δεσμεύουν την εσωτερική έννομη τάξη, η οποία και καλείται να νομοθετήσει (και, κυρίως, οι δικαστές της να ερμηνεύσουν) με «μπούσουλα» την αρχή της ισότητας, ανεξάρτητα από τη βούληση ή τη συναίνεση της κοινής γνώμης. Η επέκταση του συμφώνου στα ομόφυλα ζευγάρια ούτε απαιτείται από το δικαστήριο, ούτε «αξίζει» να γίνει καθαρά ωφελιμιστικά, με το σκεπτικό ότι τυχόν πλήρης κατάργησή του θα φέρει και πάλι την Ελλάδα υπόλογη στο μέλλον, όταν θα έχει κάποια στιγμή ωριμάσει η θετική υποχρέωση αναγνώρισης των ομόφυλων σχέσεων. Δεν παραγνωρίζουμε ότι τυχόν επιλογή του Κοινοβουλίου να αποσύρει πλήρως το σύμφωνο, ώστε να αρνηθεί κάθε είδους αναγνώριση στα ομόφυλα ζευγάρια, θα αποτελέσει μία ηχηρή «ψήφο» ενάντια στην ευρωπαϊκή τάση που παρατηρεί το δικαστήριο υπέρ της νομικής αναγνώρισης των σχέσεων ομόφυλων ζευγαριών. Ωστόσο η τάση πανευρωπαϊκά είναι σαφής. Είναι θέμα χρόνου να αναγνωρίσει το δικαστήριο θετική υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων των ομόφυλων ζευγαριών.

Η επέκταση του συμφώνου στα ζευγάρια αυτά θα είναι ένα πρώτο θετικό βήμα. Όχι όμως επαρκές, ούτε και ακίνδυνο. Δεν είναι ακίνδυνο ακριβώς λόγω της προαναφερθείσας τάσης. Φανταστείτε σε δέκα χρόνια από τώρα να διαπιστώσουμε ότι, ενώ το σύμφωνο αφορά τόσο τα ετερόφυλα, όσο και τα ομόφυλα ζευγάρια, λόγω του αποκλεισμού της δεύτερης κατηγορίας από το γάμο, τα μεν ετερόφυλα ζευγάρια δεσμεύονται στη βάση ενός πλαισίου που ονομάζεται «γάμος», τα δε ομόφυλα στη βάση ενός παρεμφερούς πλαισίου που ονομάζεται «σύμφωνο». Πόσο, αλήθεια, θα διέφερε κάτι τέτοιο από την απαγόρευση στις ισλαμικές χώρες να μπαίνουν οι γυναίκες στο ίδιο βαγόνι με τους άντρες ή από το διαχωρισμό στο παρελθόν των μαύρων από τους λευκούς στα σχολεία ή στα μέσα μεταφοράς στην Αμερική και στο περίφημο, πλην ρατσιστικό, separate but equal. Πέρα, όμως, από τον κίνδυνο αυτό που ελλοχεύει, τυχόν επέκταση του συμφώνου στα ομόφυλα ζευγάρια που δεν θα συνοδεύεται από άλλες «επεκτάσεις» στη βάση της ισότητας, θα συνιστά ανεπαρκές ημίμετρο. Και για όσους θέτουν το εύλογο ερώτημα περί υιοθεσίας, η απάντησή μας, αν και λακωνική, λόγω των περιορισμών στην έκταση, είναι σαφής. Το δικαστήριο της υπόθεσης Βαλλιανάτου έχει εύστοχα παρατηρήσει στο παρελθόν ότι η υιοθεσία γίνεται με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, προκειμένου αυτό να αποκτήσει οικογένεια και όχι το αντίστροφο, να αποκτήσουν, δηλαδή, οι θετοί γονείς ένα παιδί. Στο όνομα, λοιπόν, όχι μόνο της ισότητας, αλλά και του συμφέροντος του παιδιού, αναρωτιόμαστε. Ποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει λογικά ότι, in extremis, είναι προτιμότερο για ένα ορφανό παιδί να παραμείνει δίπλα στο πεδίο της μάχης στη Συρία, παρά στη θαλπωρή ενός ομόφυλου ζευγαριού στην Ευρώπη ή ότι ένα παιδί με ειδικές ανάγκες θα έχει καλύτερη τύχη σε ένα ίδρυμα παρά σε ανάδοχη, για παράδειγμα, οικογένεια ομοφύλων; Ποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχουν ήδη ομοφυλόφιλοι που έχουν παιδιά με παρένθετη μητέρα, για παράδειγμα, ή υιοθετημένα, μεγαλώνοντάς τα από κοινού με την/τον de facto σύντροφό τους; Δεν είναι, λοιπόν, υποκριτικό να θεωρείται η απόλυτη απαγόρευση της υιοθεσίας πάντα συμβατή με τα συμφέροντα του παιδιού, αντί να γίνεται στάθμιση στη βάση της προαναφερθείσας αρχής της αναλογικότητας;

Το συμπέρασμα, επομένως, δεν μπορεί παρά να είναι ότι οι γενικές αρχές του Δικαίου δεν εφαρμόζονται κατά περίσταση, κατά το δοκούν ή à la carte, ανάλογα με την ιδεολογία της πλειοψηφίας ή τα καπρίτσια κοινωνικών ομάδων πίεσης. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το διακύβευμα στη Βαλλιανάτου εκφεύγει από το στενό πλαίσιο των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων ή της ορθής νομικής αντιμετώπισης του συμφώνου συμβίωσης στη βάση του ευρωπαϊκού δικαίου δικαιωμάτων του ανθρώπου. Το διακύβευμα εδώ, πάνω και πέρα απ’ όλα, είναι το νοηματικό και κανονιστικό περιεχόμενο της αρχής της ισότητας σε μία δημοκρατική κοινωνία που οφείλει να αντιλαμβάνεται τον πλουραλισμό και την ανοχή στη διαφορετικότητα ως έννοιες σύμφυτες με την ίδια την δημοκρατία.

Γιατί δεν αισιοδοξούμε: το πρόβλημα πίσω από την υπόθεση Βαλλιανάτου

Η αναφορά μας στη δημοκρατία είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν αισιοδοξούμε ότι οι θεσμοί της στην Ελλάδα θα κινηθούν προς την κατεύθυνση της ισότητας, ή ότι δεν θα το κάνουν επειδή εσφαλμένα νομίζουν ότι κάποιοι το επιβάλλουν. Επειδή όμως ευθύνες υπάρχουν, ας βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά και ας τις επιμερίσουμε. Η υπερασπιστική γραμμή της κυβέρνησης στην υπόθεση Βαλλιανάτου ήταν ατυχής στο σύνολό της. Πρέπει, όμως, να παραδεχτούμε ότι οι νομικοί εκπρόσωποί της βρέθηκαν να παίζουν «με τα μαύρα» και με απώλειες σημαντικών «κομματιών» πριν ακόμα ξεκινήσει η παρτίδα της ακροαματικής διαδικασίας στη σκακιέρα της δίκης. Η απόφαση του δικαστηρίου είναι στίγμα για τη λειτουργία του Κοινοβουλίου μας. Είναι μάλλον εντυπωσιακό ότι η κυβερνητική πλειοψηφία το 2008 επέλεξε να αγνοήσει επιδεικτικά τόσο το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής, όσο και την Εθνική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αμφότερα τα θεσμικά αυτά όργανα εξέφρασαν ευθέως τις ενστάσεις τους για τη νομιμότητα του σχετικού νομοσχεδίου, σε περίπτωση που η ρύθμιση περί συμφώνου συμβίωσης περιοριζόταν σε ετερόφυλα ζευγάρια, κάτι που ασφαλώς δεν διέλαθε της προσοχής του δικαστηρίου (παράγραφοι 12, 13). Είναι, ασφαλώς, εξ ίσου ακατάληπτο πώς ο νομοθέτης εμφανίζεται να αγνοεί ότι η αρχή της ισότητας αποτελεί θεμελιώδη συνταγματικό κανόνα της εσωτερικής έννομης τάξης και όχι απλώς διεθνή υποχρέωση της χώρας. Παρά ταύτα, η Βουλή του 2008 ψήφισε ένα νόμο την αντισυνταγματικότητα του οποίου γνώριζε, επιβαρύνοντας τη χώρα με το νομικο-πολιτικό κόστος διεθνούς καταδίκης, παραβιάζοντας το σύνταγμα και τις διεθνείς υποχρεώσεις της, αλλά, κυρίως, τα δικαιώματα των πολιτών της. Η δε κυβέρνηση του 2008 και ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης ενέδωσαν στις πιέσεις της κοινής γνώμης, αλλά και της εκκλησίας, η οποία μίλησε περί πορνείας(!) (όπως δεν παραλείπει να αναφέρει η απόφαση στην παράγραφο 11) και επικαλέστηκαν, εμμέσως πλην σαφώς, το πολιτικό κόστος για να προτείνουν νόμο που γνώριζαν ότι αντιβαίνει στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σαν φάρσα, μετά την καταδικαστική απόφαση, η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται. Ουδείς, στο βαθμό τουλάχιστον που γνωρίζουμε, δεν εξηγεί ότι η απόφαση δεν απαιτεί αναγκαστικά επέκταση του συμφώνου. Καλοπροαίρετοι, αλλά συνάμα άκριτοι υποστηρικτές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων κόμματα του Κοινοβουλίου οψίμως ευαίσθητα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, σπεύδουν να υποστηρίξουν ότι η επέκταση του συμφώνου είναι μονόδρομος, χωρίς να αξιολογούν ότι στη δημοκρατία, την οποία υπηρετούν, δεν μετρά μόνο ο σκοπός, αλλά και τα μέσα, ότι η δαιμονοποίηση του δικαστηρίου ως δήθεν άτεγκτου ευρωπαϊκού θεσμού που συνθλίβει την ελληνική «ιδιαιτερότητα» στις μυλόπετρες του εκσυγχρονισμού και των αρχών της Δύσης έχει μελλοντικό κόστος, ότι η κοντόφθαλμη στάση τους θεραπεύει το σύμπτωμα κι όχι τη ρίζα του προβλήματος. Από την άλλη, ο μεσαιωνικός, παρά μεσσιανικός, λόγος του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ, εξισώνει τη σεξουαλική επιλογή με κακουργηματική πράξη.[4] Πέραν του ότι η γλώσσα της μισαλλοδοξίας των σχετικών επιστολών[5] είναι καθαυτή εντελώς ασύμβατη με τις αρχές στις οποίες βασίζεται ο πολιτισμός μας και η δημοκρατία, ο ιεράρχης «παίζει» εν ου παικτοίς, αφού υποδεικνύει στους αρμόδιους κρατικούς φορείς να εφεσιβάλουν την απόφαση, αγνοώντας προφανώς ότι, στην εν λόγω περίπτωση, τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, αλλά και συνταγματολόγος, Ευάγγελος Βενιζέλος, στην απαντητική του επιστολή[6] έθεσε, πράγματι, τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτεία και την εκκλησία, υποστήριξε όμως ότι η επέκταση του συμφώνου είναι υποχρέωση του κράτους λόγω της απόφασης του δικαστηρίου...   

Ίσως η πιο χαρακτηριστική παθογένεια στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα αφορά την παραμόρφωση του εννοιολογικού περιεχομένου της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο ρόλος του βουλευτή σε ένα αληθινά δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης είναι να καταφάσκει τη λαϊκή κυριαρχία μέσα στο πλαίσιο της συνταγματικής νομιμότητας και όχι να ταυτίζεται με την εφήμερη πλημμυρίδα ή άμπωτη της κοινής γνώμης. Η προσήλωση στις βασικές συνταγματικές παραδοχές δεν πρέπει να εξαρτάται από δημοσκοπικά ευρήματα ή απόψεις και επιθυμίες. Κάθε συζήτηση σχετικά με την εφαρμογή ή μη των νομικών υποχρεώσεων του κράτους για ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού περιττεύει. Αυτή ακριβώς η έννοια της συνταγματικής νομιμότητας έγκειται στην απαρέγκλιτη τήρηση των θεμελιωδών αρχών του δικαιικού συστήματος που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, ανεξάρτητα από μικροκομματικά συμφέροντα, πολιτικές αντιπαραθέσεις ή ιδεολογικές αγκυλώσεις.

Θα υπήρχε, ίσως, κάποια χαραμάδα ελπίδας αν η ελληνική δικαιοσύνη μπορούσε να αρθεί στο ύψος του συνταγματικού της ρόλου και να ελέγξει τις άλλες δύο λειτουργίες της κρατικής εξουσίας. Αμφότεροι οι γράφοντες έχουμε βαρεθεί να υποστηρίζουμε ότι ένας λόγος που χωλαίνει η ρηχή ακόμα δημοκρατία μας είναι η χαμηλής ποιότητας δικαιοσύνη της – ιδίως στα ανώτερα κλιμάκια. Θα ήμασταν αναμφισβήτητα αιθεροβάμονες αν αναμέναμε από την πλειονότητα των ελλήνων δικαστών να έχουν ήδη κάνει κτήμα τους τα λόγια ενός εκ των συντακτών του αμερικανικού συντάγματος, του Τόμας Τζέφερσον, ο οποίος στο προεδρικό διάγγελμά του, το 1801, διακήρυττε:

ΕΣΟΧΗ

[ό]λοι, επίσης, θα έχουν κατά νου την ιερή αυτή αρχή, ότι, ενώ η βούληση της πλειοψηφίας πρέπει πάντα να υπερισχύει, η βούληση αυτή πρέπει να είναι εύλογη· ότι η μειονότητα έχει ίσα δικαιώματα, που πρέπει να προστατεύονται με ισονομία και των οποίων η παραβίαση θα συνιστούσε καταπίεση.[7] 

Θα μας αρκούσε για αρχή να εγκατέλειπε η ελληνική δικαιοσύνη τον κακώς εννοούμενο νομικό «πατριωτισμό» της[8] και να συμμορφωνόταν με τη σχετική νομολογία του δικαστηρίου,[9] θεραπεύοντας διαπιστωμένες παραβιάσεις και προλαμβάνοντας την επανάληψή τους, αλλά και νέες διεθνείς καταδίκες. Αφού επιτευχθεί το απλό αυτό πρώτο βήμα και σταματήσουν τα ελληνικά δικαστήρια να παρανομούν, μπορούμε μετά ίσως να συζητήσουμε πώς θα μπορέσουν να ελέγξουν συνταγματικά τις άλλες εξουσίες και να προστατεύσουν τις όποιες μειονότητες από την τυραννία της κοινής γνώμης. Μέχρι τότε, παραφράζοντας τον Σαρτρ, η κόλαση θα είμαστε εμείς.


[1]Stendhal, Tο κόκκινο και το μαύρο, μετάφραση Γ. Σπανού, Εξάντας, Αθήνα 1987, σελ. 21.

[2] Η απόφαση είναι προσβάσιμη στην ιστοσελίδα του δικαστηρίου: [hudoc.echr.coe.int/sites/eng/Pages/search.aspx#{"fulltext":["vallianatos"],"documentcollectionid2":["GRANDCHAMBER","CHAMBER"],"itemid":["001-128294"]}].

[3] Τα οποία συλλέξαμε χάρη στην πολύτιμη βοήθεια της συμβολαιογράφου Αθηνών, κας Αικατερίνης Τριχιά, την οποία και ευχαριστούμε δημοσίως. 

[4][www.imp.gr/home/epikaira-arxeio/12-daynews/664-προς-κ-βενιζέλο-η-αληθής-εκκλησία-του-χριστού-δεν-στηλιτεύει-ποτέ-τον-αμαρτωλό.html].

[5] [www.imp.gr/home/epikaira-arxeio/12-daynews/654-καλούμε-την-κυβέρνηση-να-μην-προχωρήσει-στην-υλοποίηση-αυτής-της-ύβρεως-κατα-του-θεού-και-των-ανθρώπων.html].

[6] [www.evenizelos.gr/162-mme/2011-07-18-13-34-32/4267-2013-12-08-20-46-53].

[7] [www.bartleby.com/124/pres16.html]. Η μετάφραση δική μας.

[8] Για παράδειγμα, Άρειος Πάγος, 1471/2013, 26-04-2013, [www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=1MQQY5NX16W9OFYZC8DF1G39QVFWEL&apof=1471_2013].

[9]Bekir-Oustaκαι λοιποί κατά Ελλάδος, 11-10-2007, [hudoc.echr.coe.int/sites/eng/Pages/search.aspx#{"fulltext":["bekir%20ousta"],"documentcollectionid2":["GRANDCHAMBER","CHAMBER"],"itemid":["001-82662"]}]. Η απόφαση καταδικάζει την Ελλάδα γιατί απαγορεύει σε μειονοτικούς Έλληνές πολίτες να ιδρύσουν σωματείο με το όνομα «Σύλλογος Νεολαίας Μειονότητας Ν. Εβρου». 

Βασίλης Τζεβελέκος

Νομικός, με ειδίκευση στο Διεθνές Δίκαιο. Είναι δικηγόρος στην Αθήνα και λέκτορας στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Hull.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Διαγενεακή αλληλεγγύη Όταν ο Ερντογάν έχει δίκιο

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά