Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Η κοινοτοπία του κακού ως κλισέ

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Κ.Π. Αναγνωστόπουλος Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 47
Banksy, Η Κοινοτοπία της Κοινοτοπίας του Κακού. Banksy, Η Κοινοτοπία της Κοινοτοπίας του Κακού. Banksy

Εύκολα υποκύπτει κανείς στον πειρασμό να στριμώξει αυτό τον όρο κάπου στα κείμενά του. Αποτέλεσμα: η «κοινοτοπία του κακού» κατάντησε κλισέ. Αλλά να τη χρησιμοποιεί ως κλισέ και ο καθηγητής Νίκος Μαραντζίδης; (αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 47)

Είναι τόσο κομψή φράση, ώστε εύκολα υποκύπτει κανείς στον πειρασμό να τη στριμώξει κάπου στα κείμενά του. Αποτέλεσμα: η «κοινοτοπία του κακού» –υπότιτλος του διάσημου βιβλίου της Χάννα Άρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Έκθεση για την κοινοτοπία του κακού (μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, Εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2009)– κατάντησε κλισέ με το οποίο εξηγούνται τα πάντα: από το Ολοκαύτωμα και τη γενοκτονία της Ρουάντα μέχρι τις πρακτικές των καπνοβιομηχανιών, τη συμπεριφορά των πιλότων βομβαρδιστικών και τις εγκληματικές πράξεις ανθρώπων της διπλανής πόρτας που μας κάνουν να «πέφτουμε από τα σύννεφα». Ευδοκιμούν, επίσης, διαδικτυακές ασυναρτησίες του τύπου «Η κοινοτοπία του κακού, είναι μια πλευρά της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου» ή ότι η αμερικανική ιδεολογία ενσαρκώνει την κοινοτοπία του κακού. Από μιαν άποψη, η κοινοτοπία του κακού αντικατοπτρίζει την πολιτισμική κοινοτοπία μας. 

Πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν πρόσφατα από τη δίκη του Άντολφ Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ (1961) και την έκδοση του βιβλίου Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ (1963). Οι εκδηλώσεις, εκθέσεις και συνέδρια που οργανώθηκαν, οι εκδόσεις βιβλίων, ο πίνακας του Banksy[i] και η Χάννα Άρεντ της Μαργκαρέτε φον Τρότα έδειξαν ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον και για τα δύο αυτά γεγονότα. Όντως, δεν νοείται το ένα δίχως το άλλο. Η δίκη της Ιερουσαλήμ συνέβαλε στην εννοιολογική, νομική και ηθική αποσαφήνιση των γενοκτονιών και επέβαλε την αναγνώριση του Ολοκαυτώματος. ο δε Άιχμαν της Άρεντ αναδείχθηκε σε σύμβολο της κοινοτοπίας του κακού, του νέου παραδείγματος που έκτοτε δέσποσε στις ερμηνείες της ναζιστικής θηριωδίας.

Οι δύο επέτειοι συνέπεσαν διεθνώς με την έξαρση του ρατσισμού και της βίας, και την απειλητική εμφάνιση ακροδεξιών και φασιστικών κομμάτων. Υπάρχει επείγουσα ανάγκη να κατανοηθούν αυτά τα φαινόμενα. Ως εκ τούτου, η Χάννα Άρεντ δικαίως ξαναδιαβάζεται: ο ολοκληρωτισμός, η βία και το κακό ανήκουν στον σκληρό πυρήνα του έργου της. Και φυσικά η κοινοτοπία του κακού, αναλλοίωτα ελκυστική, έχει τα πρωτεία σε προσπάθειες ανάλυσης των νέων αυτών δεδομένων της πολιτικής ζωής. Μόνο που εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε συγχύσεις.

Μια τέτοια άστοχη χρήση της διαβάζουμε στο άρθρο του καθηγητή Ν. Μαραντζίδη («Η Κοινοτοπία του Κακού και το πνεύμα του ολοκληρωτισμού», Καθημερινή, 6/7/2014). Επιχειρώντας να ερμηνεύσει τον αναίτιο και απαράδεκτο ξυλοδαρμό του από τρεις νεαρούς λόγω των απόψεών του, απορρίπτει ως ανεπαρκείς εξηγήσεις τον φανατισμό και την έλλειψη λογικής, και σημειώνει: «Κατά τη γνώμη μου, το πιο βασικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων που μπορούν να κάνουν τέτοιες πράξεις ή να τις υποστηρίξουν δημόσια, είναι η ανικανότητά τους να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και το κακό. Πρόκειται γι’ αυτό, που η φιλόσοφος Χάννα Άρεντ περιέγραψε ως κοινοτοπία του κακού». Ποιος είναι ο κύριος παράγοντας αυτής της ανικανότητας; Η ιδεολογία και δη οι «μεγάλες μεσσιανικές ιδεολογίες: κομμουνισμός, αναρχισμός, φασισμός, φονταμενταλισμός. Όλες οι παραπάνω εγκαθίδρυσαν ολοκληρωτικά καθεστώτα όπου κατέλαβαν την εξουσία» (παρεμπιπτόντως, στον αναρχισμό πρέπει να μπει ερωτηματικό).

Η πρώτη σκέψη διαβάζοντας αυτές τις γραμμές είναι ότι δεν υπάρχει αίσθηση των μεγεθών. Η Άρεντ καταλήγει στην κοινοτοπία του κακού έχοντας ως κύριο υλικό το ναζιστικό καθεστώς, μια γενοκτονία και έναν αντισυνταγματάρχη των SS, στέλεχος της χιτλερικής γραφειοκρατίας, ο οποίος οργάνωσε τη μεταφορά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης εκατομμυρίων ενηλίκων και παιδιών. Αν μη τι άλλο, ξενίζει ο παραλληλισμός (το εννοιολογικό τσουβάλιασμα;) όλων αυτών με μια χώρα σε κρίση αλλά πάντως δημοκρατική, μια (οσοδήποτε απαράδεκτη) βιαιοπραγία, και τρεις εικοσάχρονους δράστες. Όταν ο Μαραντζίδης ρωτάει «Ποια μπορεί να είναι η αντίσταση στην κοινοτοπία του κακού;» συμπεραίνω ότι η χώρα μας μολύνθηκε ή κινδυνεύει να μολυνθεί από το αρεντικό κακό. Όχι γενικώς από την πολιτική ή τη ρατσιστική βία, από την οποία διαθέτουμε μπόλικη, αλλά από τη βία μικρών, μικρομεσαίων και ενδεχομένως μεγάλων Άιχμαν, δηλαδή αυτομάτων τα οποία ουδέποτε συνειδητοποιούν το τι κάνουν. Εδώ αναφύονται συγχρόνως απορίες για το τι διαβάζουμε στην Άρεντ και ζητήματα ουσίας. 

Στο βιβλίο της Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, η Άρεντ θεωρεί μείζονος σημασίας την «ηθική κατάρρευση» των αστών, γεγονός το οποίο θα πρέπει, ισχυρίζεται, να το αντιμετωπίσουμε κατάματα, διότι στο ναζιστικό καθεστώς το πρόβλημα «δεν ήταν οι εχθροί αλλά το τι έκαναν οι φίλοι». και διότι δεν μπορεί να υποβαθμιστεί η σημασία του από τις δικαιολογίες των Γερμανών μεταπολεμικά ότι ενδόμυχα μεν ήσαν αντίθετοι με τον Χίτλερ, αλλά σιωπούσαν για να αποφύγουν τα χειρότερα.

 

Επιμένω σ’ αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας [στον ρόλο των Εβραϊκών Συμβουλίων], που η δίκη της Ιερουσαλήμ δεν το εξέθεσε δημοσίως στις πραγματικές του διαστάσεις, γιατί μας βοηθάει να δούμε σε βάθος όλη την ηθική παρακμή (moral collapse) που έφεραν οι ναζί στην αξιοσέβαστη ευρωπαϊκή κοινωνία, όχι μόνο στη γερμανική αλλά και σε όλων σχεδόν των χωρών, όχι μόνο στους θύτες αλλά και στα θύματα (Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, σ. 103).

 

Η «κοινοτοπία του κακού» εμφανίζεται άπαξ, και δίχως περαιτέρω διευκρίνιση, στην τελευταία παράγραφο ακριβώς πριν από τον Επίλογο. Αφού περιέγραψε τις κλισέ εκφράσεις του Άιχμαν πριν από τον απαγχονισμό του –τα «γκροτέσκα και ανόητα τελευταία του λόγια»–, η συγγραφέας καταλήγει:

 

Θαρρείς και συνόψιζε, αυτά τα τελευταία λεπτά, το μάθημα που μας είχε διδάξει η μακρόχρονη μαθητεία στην ανθρώπινη μοχθηρία – το μάθημα της φοβερής κοινοτοπίας του κακού, που ξεπερνά τη γλώσσα και τη σκέψη (Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, σ. 197).

 

Στο Υστερόγραφο, που προστέθηκε στη δεύτερη έκδοση του 1965, διευκρινίζεται σύντομα το νόημα της φράσης, και εκτενέστερα στην Εισαγωγή του TheLifeoftheMind(New York: Harcourt, Brace, Jovanovich, 1978), το οποίο δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό της, με επιμέλεια της στενής φίλης της, συγγραφέως Μαίρυ ΜακΚάρθυ (MaryMcCarthy). Η Άρεντ επισημαίνει ότι η «κοινοτοπία του κακού» κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση ως προς τη λογοτεχνική, θεολογική ή φιλοσοφική παράδοση του φαινομένου του κακού. «Το κακό, έχουμε μάθει, είναι κάτι δαιμονικό. ενσάρκωσή του είναι ο Σατανάς», είναι ο Εωσφόρος που εξέπεσε εξαιτίας της superbia του, η μνησικακία του Ριχάρδου του 3ου, ο φθόνος του Κάιν. Εν τούτοις, ομολογεί πως βρέθηκε μπροστά σε πρωτόγνωρη κατάσταση:

 

Εντυπωσιάστηκα από μιαν έκδηλη ρηχότητα στον δράστη που καθιστούσε αδύνατο να ανιχνευθεί το αδιαμφισβήτητο κακό των πράξεων του σε οιοσδήποτε βαθύτερες ρίζες ή κίνητρα. Οι πράξεις ήσαν τερατώδεις, αλλά ο δράστης –τουλάχιστον αυτός ακριβώς που δικαζόταν– ήταν πολύ συνηθισμένος, κοινότοπος (commonplace), και μήτε δαιμονικός μήτε τερατώδης. Δεν υπήρχε σημάδι πάνω του εδραίων ιδεολογικών πεποιθήσεων ή ιδιαίτερων αχρείων κινήτρων, και το μόνο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό που κάποιος θα μπορούσε να διακρίνει στην παρελθούσα συμπεριφορά του, καθώς και στη συμπεριφορά του κατά τη δίκη και την προδικαστική εξέταση της αστυνομίας, ήταν κάτι πλήρως αρνητικό: δεν ήταν η ανοησία, αλλά η απουσία σκέψης» (The Life of the Mind, σ. 4).

 

Συνεπώς, το κακό δεν εκπορεύεται μόνο από δαιμονικά, παθολογικά άτομα, από «σαδιστικά τέρατα». Το κακό μπορεί να προέλθει και από συνηθισμένους ανθρώπους που βρίσκονται απλώς σε εξαιρετικές καταστάσεις – και είναι αυτή την καινοτόμο σκέψη της που θα ονομάσει κοινοτοπία του κακού. Ο Άιχμαν τής είναι ένας «συνηθισμένος», μη «τερατώδης» άνθρωπος μέσα σε ένα αρρωστημένο σύστημα, ένας άχρωμος γραφειοκράτης σε μια τεράστια διοικητική μηχανή, ένα αυτόματο που εκτελεί δίχως σκέψη εντολές.

Στον μισό αιώνα που κύλησε από το 1963 έχουν δημοσιευθεί πολλές ιστορικές και άλλες μελέτες που υποστηρίζουν ότι η αρεντική θεωρία του κακού είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αμφιλεγόμενης αξίας –ακόμη και όταν συνδυάζεται με τα πορίσματα των πειραμάτων του Stanley Milgram και του Philip Zimbardo– και, στη χειρότερη, τροχοπέδη για την κατανόηση των γενοκτονιών και των γενοκτόνων. Ειδικότερα, όσον αφορά τον Άιχμαν («το χειροπιαστό μοντέλο όσων έχω να πω»), η Άρεντ αποδεικνύεται μάλλον «αφελής». Βάσει νέων ιστορικών στοιχείων, σοβαροί μελετητές ισχυρίζονται ότι στη δίκη είδε την εικόνα του κατηγορούμενου που έπλασαν ο ίδιος και ο συνήγορός του. Απεναντίας, όπως και οι άλλοι στον ναζιστικό διοικητικό μηχανισμό που δεν λέρωναν τα χέρια τους με αίμα, ο πραγματικός Άιχμαν ήταν δραστήριος, δημιουργικός, πλήρως αφοσιωμένος στο έργο του, και ταυτισμένος ιδεολογικά με τον ναζισμό. Δεν θα μπορούσε να ειπωθεί καλύτερα (Y. Lozowick (2002), Hitler’s Bureaucrats: The Nazi Security Police and the Banality οf Evil, Continuum, London: 279):

 

Ο Άιχμαν και η φάρα του δεν έφθασαν να δολοφονούν Εβραίους συμπτωματικά ή επειδή προσβλήθηκαν ξαφνικά από απουσία σκέψης, ή υπακούοντας τυφλά εντολές ή σαν μικρά γρανάζια σε μια τεράστια μηχανή. Δούλεψαν σκληρά, σκέφθηκαν επίμονα, υπήρξαν πρωτοπόροι επί πολλά έτη. Υπήρξαν αλπινιστές του κακού.

 

Ο Νίκος Μαραντζίδης γράφει ότι «[κ]ατά τη γνώμη μου, το πιο βασικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων που μπορούν να κάνουν τέτοιες πράξεις ή να τις υποστηρίξουν δημόσια, είναι η ανικανότητά τους να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και το κακό. […] Αυτά τα άτομα κι όταν κάνουν το μεγαλύτερο κακό δεν το αντιλαμβάνονται…». Δύο παραγράφους παρακάτω διαβάζουμε: «Γι’ αυτόν τον λόγο η κτηνώδης βία έναντι των αντιπάλων τους γίνεται αντιληπτή από τους οπαδούς αυτών των ιδεολογιών ως “δίκαιη”». Ένα εκ των δύο: ή δεν αντιλαμβάνονται το κακό. ή το θεωρούν «δίκαιο», άρα αξιολογούν, άρα επιλέγουν, και άρα ενσυνειδήτως κάνουν ό,τι κάνουν – το αν αυτό που θεωρούν δίκαιο είναι, γενικά ή ειδικά, καλό ή κακό είναι άλλο ζήτημα. Η υπόθεση της κοινοτοπίας του κακού συνάδει μόνο με το πρώτο. Η ιδέα ότι η απάνθρωπη συμπεριφορά απορρέει από ανικανότητα κρίσης προϋποθέτει με τη σειρά της ανικανότητα σκέψης. Δεν μπαίνω στα θέματα αυτά. Επισημαίνω απλώς ότι οι απαντήσεις της Άρεντ δεν είναι ικανοποιητικές (π.χ. ο διαχωρισμός της κρίσης από τη σκέψη), εν μέρει ίσως επειδή δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το The Life of the Mind (και φυσικά δεν περιμένω να τις βρω στο περιορισμένου αριθμού λέξεων άρθρο του Μαραντζίδη).

Ωστόσο, η Άρεντ θέτει ορισμένες σαφείς προϋποθέσεις για την κοινοτοπία του κακού, τις οποίες δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Μπορεί να ισχυριστεί κανείς σοβαρά ότι στη σημερινή Ελλάδα υπάρχει «ηθική κατάρρευση», η οποία μάλιστα εκτείνεται «στους θύτες αλλά και στα θύματα»; Πώς σχετίζεταιη «μεσσιανική ιδεολογία» –βασική αιτία, κατά τον Μαραντζίδη, της ανικανότητας να διακρίνει κάποιος τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και το κακό– με την κατά την Άρεντ απουσία στον Άιχμαν «εδραίων ιδεολογικών πεποιθήσεων»; Η κοινοτοπία του κακού για να λειτουργήσει πρέπει η κοινωνία, πάντα κατά την Άρεντ, να έχει φθάσει στο σημείο να θεωρεί φυσιολογική την ολοκληρωτική, ακραία βία, και η αποδοχή αυτή προϋποθέτει ότι ο ολοκληρωτισμός και ο τρόμος κατέλαβαν την εξουσία. Ευτυχώς, η χώρα μας βρίσκεται πολύ μακριά από αυτό το σημείο.

Ο Νίκος Μαραντζίδης θα πρέπει να απαντήσει επίσης στο ερώτημα γιατί, ενώ υπάρχουν μαζικοί φορείς μεσσιανικών ιδεολογιών στη χώρα, οι περιπτώσεις κοινότοπου κακού είναι περιορισμένες – προφανώς θεωρώ ότι η Κερατέα, οι Σκουριές και τα παρόμοια είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από περιπτώσεις κοινοτοπίας του κακού. Συνεπαγωγές του τύπου μεσσιανική ιδεολογία άρα βία, που αγνοούν τις ελληνικές ιδιομορφίες, οδηγούν στο παράδοξο οι εξαιρέσεις να είναι σημαντικότερες από τον κανόνα. Έτσι, ο μαζικότερος φορέας κομμουνιστικής ιδεολογίας στη χώρα μας είναι το ΚΚΕ, το οποίο μάλιστα αυτοπροσδιορίστηκε στο 18ο συνέδριο ως φιλοσταλινικό. Θεωρεί κανείς σήμερα αυτό το κόμμα παραγωγό βίας; Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι τα μέλη του είναι ανίκανα να διακρίνουν το καλό από το κακό; Παρά τον σταλινοειδή μεσσιανισμό του και τις επαναστατικές κορώνες, το ΚΚΕ αποδεικνύεται στην πράξη εξόχως συντηρητική δύναμη (είναι αλήθεια, πότε πότε με λίγη επαναστατική γυμναστική για ξεμούδιασμα…), ίσως πιο συντηρητική και από την Εκκλησία, και με μοναδικό μέλημα την αναπαραγωγή του εαυτού του. Παρομοίως, θα χαρακτήριζε κανείς τους μαχαιροβγάλτες, λούμπεν, φουσκωτούς χρυσαυγίτες υποδειγματικές περιπτώσεις της κοινοτοπίας του κακού – αντίγραφα του άχρωμου γραφειοκράτη Άιχμαν της Άρεντ; Όντως, μια «μεσσιανική ολοκληρωτική ιδεολογία» μπορεί να παραγάγει «κτηνώδη βία». Μόνο που για να συμβεί αυτό πρέπει παράλληλα να υπάρξουν διεργασίες κανονικοποίησης του κακού. Και αυτές οι διεργασίες μόνο κοινότοπες δεν είναι, όπως έχουν δείξει οι Alex Haslam και Stephen Reicher.

Επισημαίνω ένα τελευταίο, ατυχές σημείο του άρθρου του Νίκου Μαραντζίδη. Γνωρίζουμε ότι η ρητορεία του μίσους χρησιμοποιεί εικόνες και μεταφορές ζώων. Οι Γερμανοί παρουσίαζαν τους Εβραίους σαν ποντίκια και σκουλήκια, και οι Χούτου τους Τούτσι σαν κατσαρίδες. Ο Μαραντζίδης αδικεί τον εαυτό του όταν υιοθετεί αυτή τη ρητορεία του μίσους, γράφοντας ότι όσοι πιστεύουν σε μεσσιανικές ιδεολογίες μπορεί υπό κατάλληλες συνθήκες να μεταμορφωθούν σε γουρούνια. Πώς μπορεί να υπάρξει σεβασμός «του άλλου και της ανεκτικότητας», όπως σωστά προτείνει, όταν βλέπουμε π.χ. τα μέλη κοινοβουλευτικών κομμάτων ή τους μουσουλμάνους σαν εν δυνάμει γουρούνια; Ή, για να το κάνω ακόμη χειρότερο, τι θα αποτρέψει κάποιον να βλέπει με τον ίδιο τρόπο τους ψηφοφόρους αυτών των κομμάτων ή διάφορες χριστιανικές φονταμενταλιστικές ομάδες που υπάρχουν στη χώρα.      

Συνοψίζοντας, ακούγεται τόσο ωραία η φράση «κοινοτοπία του κακού» ώστε δύσκολα θα την αποχωριστούμε, ακόμη κι αν αποδειχθεί μικρής πραγματολογικής αξίας. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου της, υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ της Άρεντ και του διαπρεπούς μελετητή του εβραϊκού μυστικισμού Γκέρσομ Σόλεμ (GershomScholem), η οποία μάλιστα κατέληξε στον τερματισμό της μακρόχρονης φιλίας τους. Ο Σόλεμ χαρακτήρισε «σλόγκαν» την «κοινοτοπία του κακού». Η Άρεντ απάντησε ορθά ότι είναι άδικος χαρακτηρισμός για μια φράση που δεν είχε ξαναχρησιμοποιηθεί. Ωστόσο, η φράση κατάντησε όντως σλόγκαν, και εκ των υστέρων μπορούμε να πιστώσουμε διορατικότητα στον Σόλεμ.

Η επίκληση της κοινοτοπίας του κακού προκειμένου να εξηγηθούν περιστατικά πολιτικής βίας και άλλα ακραία φαινόμενα στη χώρα μας είναι ατυχής και παραπλανητική. Το κοινότοπο κακό, όπως αποτυπώνεται στα γραπτά της Άρεντ, ουδεμία σχέση έχει με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα (στην πραγματικότητα πιστεύω ότι είναι εξόχως προβληματική θεωρία). Συνεπώς, αν θέλουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στην ελληνική κοινωνία, αλλιώς πρέπει να σκεφτούμε. Και για να αποφύγουμε τα εύκολα συμπεράσματα όταν καταπιανόμαστε με αυτές τις δυσκολίες, κυρίως απαιτείται να έχουμε συνεχώς κατά νου τα λόγια του Τζωρτζ Μέρεντιθ: «More brain, O Lord, more brain!».



[i] Ο Banksy αγόρασε έναν ευτελή πίνακα τοπίου, πρόσθεσε έναν ναζί αξιωματούχο να ατενίζει το τοπίο, βάπτισε τον πίνακα «Η Κοινοτοπία της Κοινοτοπίας του Κακού», και ο νέος πίνακας εκπλειστηριάστηκε αποφέροντας 615.000 δολάρια που διατέθηκαν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Κατόπιν, άλλοι αντέγραψαν τον πίνακα του, πρόσθεσαν ένα μπαλόνι στο οπτικό πεδίο του ναζί και, υπό το νέο του όνομα «Η Κοινοτοπία της Κοινοτοπίας της Κοινοτοπίας του Κακού», τον εξέθεσαν επίσης σε διαδικτυακό πλειστηριασμό. Ατέρμονη κοινοτοπία…

 

 

 

Κ.Π. Αναγνωστόπουλος. Καθηγητής ΔΠΘ, Πρόεδρος-Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ). Τελευταίο βιβλίο του Το αόρατο και το ορατό χέρι (2011).

 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά