Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Από την ηθικολογία στην επιθετικότητα

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40

Η έννοια του ηθικού πλεονεκτήματος αποτελεί ένα εύρημα των συμβούλων πολιτικής επικοινωνίας. Η χρησιμότητά του βρίσκεται στο ότι μεταφέρει την αντιπαράθεση από το πολύπλοκο πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας σε ένα απλοϊκό σχήμα, όπου αρκεί να ξεχωρίσουν οι τίμιοι από τους διεφθαρμένους για να λυθούν τα προβλήματα. Εκείνος που χρησιμοποιεί το εύρημα του ηθικού πλεονεκτήματος εκμεταλλεύεται τη φυσική και αυτονόητη απέχθεια των πολιτών απέναντι σε φαινόμενα διαφθοράς και κακής διαχείρισης. Πολλοί πολιτικοί ηγέτες χρησιμοποίησαν στο παρελθόν το χαρτί της ηθικής υπεροχής, καθώς επιπλέον συγκαλύπτει κενά και ανακολουθίες της πολιτικής τους πρότασης. Ο  Κώστας Καραμανλής ως αρχηγός της αντιπολίτευσης υποσχόταν να εξοικονομήσει 15 δισ. ευρώ το χρόνο από την πάταξη της σπατάλης και της διαφθοράς. Όλοι ξέρουμε τη συνέχεια.

Το ηθικό πλεονέκτημα ήρθε ξανά στην επικαιρότητα όταν ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να το απονείμει στον εαυτό του:

       Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα, οφείλω να το ομολογήσω, δεν έχουμε κυβερνήσει. Θα κριθούμε, θα κυβερνήσουμε σύντομα.Αλλά έχουμε ένα μεγάλο ηθικό  πλεονέκτημα.[1] 

Το γεγονός ότι κάποιοι δεν έχουν κυβερνήσει ώς σήμερα, πράγματι, τους απαλλάσσει από αρκετά βάρη, αλλά δεν επαρκεί για να περιγράψει το μέλλον. Η περίπτωση της Χρυσής Αυγής το επιβεβαιώνει με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο. Το κύριο επιχείρημα των εκπροσώπων της αναφέρεται στα δήθεν καθαρά τους χέρια, τα αμόλυντα από τις αμαρτίες του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης.

Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται κάποιος. Εκεί περιλαμβάνονται οι πράξεις, οι παραλείψεις, οι θεωρητικές αναφορές και τα πολιτικά πρότυπα του καθενός. Ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε όλα τα προηγούμενα χρόνια τη συνεχή επέκταση των δημοσίων δαπανών, χωρίς να   ενοχλείται από το γεγονός ότι, κατά ένα μεγάλο μέρος, οι δαπάνες αυτές γίνονταν με δανεικά και μεγάλωναν συνεχώς το δημόσιο χρέος. Όχι μόνο δεν εντόπιζαν καμιά σπατάλη, αλλά κατηγορούσαν τις κυβερνήσεις ότι ξοδεύουν λίγα. Στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει τα αποτελέσματα, ενώ υπερασπίζεται τις δομές που τα δημιούργησαν. Ακόμη και μετά τη χρεοκοπία δεν εντοπίζει κανένα συντεχνιακό προνόμιο και υπερασπίζεται τους ευνοημένους του πελατειακού συστήματος σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

Στην άσκηση της πολιτικής δεν έχει σημασία η ένταση με την οποία διεκτραγωδεί  κάποιος μια κατάσταση, αλλά η σοβαρότητα των λύσεων που προτείνει. Ας πάρουμε για παράδειγμα το πρόβλημα της ανεργίας, όπου το ζήτημα είναι  το πώς θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.  Ακόμη και αν θεωρήσουμε εφικτό να πληρωθούν με κανονικά χρήματα οι 100.000 προσλήψεις στο Δημόσιο, που είχε  εξαγγείλει ο Αλέξης Τσίπρας, χρειάζεται να δημιουργηθούν και εκατοντάδες χιλιάδες νέες δουλειές στον ιδιωτικό τομέα, για τις οποίες απαιτούνται και ξένες επενδύσεις. Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι επενδυτές επιλέγουν μια χώρα υπολογίζοντας σε μελλοντικά κέρδη. Βοηθάει, όμως, το επενδυτικό κλίμα η αντιεπιχειρηματική ρητορεία, η προειδοποίηση ότι θα χάσουν τα λεφτά τους όσοι επενδύσουν στις αποκρατικοποιήσεις, οι εξαγγελίες ότι θα κρατικοποιηθούν όλες οι τράπεζες και θα γίνει μονομερής διαγραφή του χρέους; Τυχόν πραγματοποίηση αυτών των απειλών –εκτός των άλλων– αντίκειται στους βασικούς κανόνες της Ε.Ε.  και θα προκαλούσε το πάγωμα όλων των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων προς την Ελλάδα, με συνέπεια νέα απώλεια εισοδημάτων και θέσεων εργασίας.

Η ηθικολογία, τις περισσότερες φορές, συνυπάρχει με την υποκρισία. Είναι  ακραία υποκριτικό και ανήθικο να εξαπατάς τους πολίτες με την υπόσχεση ότι θα επαναφέρεις με έναν νόμο και έναν άρθρο τα πράγματα στο 2009, χωρίς να λες πού θα βρεις προηγουμένως τα δισεκατομμύρια του πρωτογενούς ελλείμματος (24 τη χρονιά εκείνη), που σήμερα, λόγω της συρρίκνωσης της οικονομίας, θα ήταν πολύ περισσότερα. Μια μοναδική απάντηση στο μεγάλο αυτό ερώτημα έδωσε το περασμένο καλοκαίρι ο –θεωρούμενος συνετός– Γιάννης Δραγασάκης:

Με δεδομένη, π.χ., τη δημοσιονομική στενότητα, θα έπρεπε να είχαμε εκδώσει ήδη ομόλογα ειδικού σκοπού που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτικό μέσο πληρωμής και να θέσουμε σε εφαρμογή εναλλακτικά μέσα δημιουργίας ρευστότητας.[2]

Τη ανάλυση των συνεπειών ενός τέτοιου εγχειρήματος αναλαμβάνει ο Χρήστος Ζάρκος στην ιστοσελίδα της Αριστερής  Πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ iskra.gr:

[…] [Σ]ε μια χώρα που βρίσκεται στη θέση της Ελλάδας, με τονπληθυσμότης σεεξαθλίωσηκαι αποκλεισμένηαπό τις αγορές,τα ομόλογα αυτά δεν θα τα έπαιρνε εθελοντικά κανένας, παρά μόνο αναγκαστικάκαι στην πραγματικότητα δεν θα ήταντίποταπαραπάνω από «σκουπίδια», πολύ περισσότερο αν ηαναγκαστική έκδοσήτους διευρύνετο.

Τοχειρότερο, όμως, είναι ότιη έκδοση αυτών των ομολόγων, ωςσυμπληρωματικό νόμισμα, θα κινδύνευε να διαμορφώσειπολίτες δύο ταχυτήτων: αυτούς τουςυπερπρονομιούχουςπολίτες που θα κατέχουν ή θα πληρώνονται σεευρώκαι αυτούς που θα εισπράττουν «σκουπιδόχαρτα».

Αν, μάλιστα, το κράτος φτάσει στο σημείονα πληρώνει γενικευμένα με ομόλογαόχι μόνουπηρεσίεςαλλά καιμισθούς, τότε αυτόςθα είναι ένας πολύ εύσχημος τρόποςγια τηναπαξίωσητων τελευταίων και γιαπραγματικούς μισθούςπου θα κινούνται πολύ κάτω από τα επίπεδα της Βουλγαρίας (αναφερόμαστε στηνπραγματική αγοραστική αξία των μισθώνκαιόχι στην ονομαστική τιμή των κρατικών ομολόγωνπου θα δίνονται για την πληρωμή των μισθών).[3]

Αυτοσχεδιασμοί σαν τον παραπάνω –για τον οποίο δεν ξανακούστηκε κάτι– δείχνουν την προγραμματική ένδεια της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία όσο βρίσκεται αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα των εύκολων υποσχέσεών της καταφεύγει, όλο και πιο πολύ, στην ηθικολογία. Από εκεί ξεκινάει η επιθετικότητα κατά των ξένων και των  πολίτικών αντιπάλων και περιλαμβάνει την πλήρη ηθική απαξίωσή τους (χούντα, ανθέλληνες, μερκελιστές, υπηρέτες ξένων συμφερόντων) για να καταλήξει στο σύνθημα ή εμείς ή αυτοί. Όλα αυτά θα μπορούσαν να συζητηθούν εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο για την έξοδο από την κρίση και οι άλλοι επέμεναν, καταστροφικά, στο δικό τους. Όπως αποδεικνύουν οι αλλεπάλληλες στροφές γύρω από την παραμονή στο ευρώ (με τελευταία αυτή στο Τέξας), το μόνο σταθερό σχέδιο είναι η υπόσχεση για παροχές χρημάτων που δεν υπάρχουν, η οποία στηρίζεται σε διάφορα κατά καιρούς πυροτεχνήματα σαν αυτό των ομολόγων ειδικού σκοπού.

Ενδεικτικός για την κατασκευή της αντιπαλότητας είναι ο τρόπος που  αναφέρονται στην κοινωνία τα στελέχη από το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Μιλούν για την κοινωνία σαν να πρόκειται για ένα φυσικό πρόσωπο, ενιαίο και αδιαίρετο. «Η κοινωνία βάζει τις κόκκινες γραμμές», «μόνο η κοινωνία βάζει το όριο της παραβατικότητας». Τέτοιες τοποθετήσεις θέλουν να αγνοούν τη δεδομένη –και για τη Μαρξιστική Θεωρία– διαίρεση της κοινωνίας σε επιμέρους υποσύνολα (ταξικά, ιδεολογικά κ.ά.). Μιλούν οι ίδιοι αυθαίρετα εξ ονόματος της δήθεν ενιαίας κοινωνίας, αποκρύπτοντας τις αντιθέσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της. Ενεργούν  στη λογική του συνθήματος νόμος είναι το δίκιο του εργάτη, το οποίο αποκλείει την περίπτωση δύο εργάτες να έχουν διαφορετική άποψη για το τι είναι δίκαιο και συμφέρον (για παράδειγμα, ένας εργάτης αποδέχεται την προσωρινή εκ περιτροπής εργασία σε μια ζημιογόνα επιχείρηση, ενώ άλλος όχι). Στην ουσία, το σύνθημα λέει: νόμος είναι το δίκιο του εργάτη, όπως το αντιλαμβάνομαι και το εκφράζω εγώ, ο μόνος αρμόδιος.

Η πραγματική κοινωνία είναι ένας χώρος πολλαπλών αντιθέσεων. Η αποδοχή, η διαχείριση και η επιδίωξη της υπέρβασης των αντιθέσεων αυτών είναι το  ζητούμενο  στη δημοκρατία. Και στη Δημοκρατία η κοινωνία εκφράζεται μέσα από θεσμούς. Πίσω από όποιον μιλάει σαν ο αποκλειστικός εκφραστής εννοιών όπως ο λαός, το έθνος και η κοινωνία, κρύβεται μια μικρή ή μεγάλη αντιδημοκρατική νοοτροπία .

Η ηθικολογία,  η επίκληση της κοινωνίας και η επιθετικότητα είναι τρεις φάσεις της διαδικασίας χειραγώγησης της αγωνίας των πολιτών. Οι οποίοι, σαν τους θεατές των παλιών ταινιών, θα πρέπει να ταυτιστούν με τους καλούς στον αγώνα εναντίον των κακών. Η  επίθεση στους αντιπάλους με όρους εξόντωσης απευθύνεται σε μια ήδη διαμορφωμένη πολεμική αντίληψη. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρώπης που ακόμη επιβιώνουν η ακραία πολιτική βία –που περιλαμβάνει και την τρομοκρατία– και ο χουλιγκανισμός. Η δικαιολογία –που χρησιμοποιείται και για τη Χρυσή Αυγή– ότι τα οικονομικά προβλήματα γενούν τη βία δεν ισχύει, καθώς σε χώρες με πολύ μεγαλύτερη φτώχεια δεν έχουμε ανάλογα φαινόμενα. Αντίθετα, τον Δεκέμβριο του 2008 η βία ξέσπασε σε συνθήκες ευμάρειας με πρωταγωνιστές, κυρίως, παιδιά μεσαίων και εύπορων στρωμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ τότε δικαιολόγησε και υποστήριξε τα βίαια επεισόδια, καθώς είδε σε αυτά να πραγματοποιείται η φαντασίωση της επερχόμενης εξέγερσης.

Η πολιτική βία και η τυφλή αντιπαλότητα στην Ελλάδα είναι μέσο προσωπικής αυτοπραγμάτωσης και κοινωνικής επικοινωνίας. Όπως και ο κοινός χουλιγκανισμός, δεν αφήνει χώρο επιβίωσης στον αντίπαλο. Απαιτεί την άμεση και πλήρη εξόντωσή του. Με αυτή τη διαμορφωμένη πραγματικότητα έρχεται να επικοινωνήσει το σύνθημα ή εμείς ή αυτοί. Το μέγεθος της πρόκλησης φαίνεται αν αντιπαραβάλουμε τον εμφυλιοπολεμικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ στη στρατηγική της συνύπαρξης που επεξεργάστηκε και εφάρμοσε σε συνθήκες απίστευτης αγριότητας ο Νέλσον Μαντέλα, η οποία ξανάρθε στην επικαιρότητα με το θάνατό του.

Δίπλα σε όλα τα παραπάνω πρέπει να σταθούμε στο γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας και οι σύντροφοί του αναζητούν τα πρότυπά τους στον τριτοκοσμικό λαϊκισμό της Βενεζουέλας και της Αργεντινής, οι οποίες, παρά τους πλούσιους φυσικούς τους πόρους, βολοδέρνουν μέσα στην ακραία φτώχεια, τον υπερπληθωρισμό, την έλλειψη αγαθών και την εγκληματικότητα. Ζούμε δίπλα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες όπου το υψηλό βιοτικό επίπεδο συνδυάζεται με τις μεγαλύτερες κατακτήσεις  σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας στις ελευθερίες, στα δικαιώματα, στο κοινωνικό κράτος, στην προστασία των μειονοτήτων. Βεβαίως, καμία χώρα  δεν έχει λύσει όλα της τα προβλήματα, όπως και κανένας άνθρωπος άλλωστε. Ωστόσο, το ερώτημα είναι τι κάνει τον Αλέξη Τσίπρα και τους συντρόφους του, αντί να μελετήσουν και να παραδειγματιστούν από τα ευρωπαϊκά επιτεύγματα, να προτιμούν τα αποτυχημένα κράτη της λατινικής Αμερικής. Είναι η ιδεολογική προτίμηση σε μορφές κοινωνικής οργάνωσης και σε μεσσιανικούς τρόπους για να έρθουν «οι μάζες στο προσκήνιο», που συνυπάρχει με το θαυμασμό σε κομμουνιστικά καθεστώτα, απέναντι στα οποία μένουν στη… γοητεία της επανάστασης, χωρίς να ενδιαφέρονται να ψάξουν το τι πήγε στραβά.

Η ελληνική κρίση αποδείχτηκε πολύ βαθύτερη από τις αντίστοιχες άλλων χωρών της ευρωζώνης. Σίγουρα το σημείο εκκίνησης ήταν χειρότερο, ενώ οι επιπτώσεις από τον τρόπο παρέμβασης των ευρωπαϊκών παραγόντων είναι υπό διερεύνηση. Αυτό, όμως, που θα πρέπει να εξετάσουμε ιδιαίτερα είναι η επίπτωση που είχε στο βάθεμα της ύφεσης το πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας. Πολιτικοί, ΜΜΕ και πολίτες παρασύρουν ο ένας τον άλλο σε έναν επικίνδυνο –αν όχι αυτοκαταστροφικό– χορό. Την ώρα που οι άλλοι δούλευαν εντατικά, εμείς είχαμε  δύο διαδοχικές κυβερνήσεις που έκαναν ότι δεν έβλεπαν το πρόβλημα. Εμείς –και κανείς άλλος– είχαμε  αντιπολιτεύσεις που διακήρυτταν ανώδυνες λύσεις. Εμείς πιστέψαμε παραμύθια για Ρώσους, Κινέζους και τον ομογενή με τα 600 δισ. δολάρια – όταν οι 10 πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο έχουν όλοι μαζί 400. Μόνο εμείς είχαμε νεκρούς, καταστρέψαμε το κέντρο της πρωτεύουσας, προκαλέσαμε μείωση του τουρισμού. Και τελικά, μόνο εμείς κινδυνεύουμε να βγούμε από το ευρώ. Πολλοί κέρδισαν από την πολιτική ανωμαλία, ενώ άλλοι απλώς εκτονώθηκαν. Όμως τα αδύναμα στρώματα πληρώνουν επιπλέον κόστος εξαιτίας της. Κόστος, το οποίο ήταν ήδη μεγάλο και από την επιμονή του πολιτικού συστήματος να προστατεύει τους πελάτες του αντί τα μεγάλα θύματα της κρίσης, όπως οι μακροχρόνια άνεργοι.

Ζούμε σε μια εποχή που τα ζητήματα, εκτός από δύσκολα. είναι και αρκετά σύνθετα. Κάθε θέση, κάθε κίνηση, κάθε εξαγγελία θα πρέπει να κρίνεται αυστηρά. Κανείς δεν είναι αθώος και κανείς δεν μπορεί να θεωρείται φιλολαϊκός επειδή δηλώνει αριστερός. Ο τελευταίος αριστερός ηγέτης στην Ευρώπη ήταν ο Δημήτρης Χριστόφιας. Παρέλαβε την ανεργία στην Κύπρο κάτω από το 4% και την παρέδωσε στο 16%, χωρίς μνημόνια και τρόικες. Αυτά τα κληροδότησε -μαζί  με πολλά άλλα- στους διαδόχους του.


[1] Δηλώσεις Αλέξη Τσίπρα, 26/11/2013.

[2] Το Βήμα, 4/8/2013.

[3] http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=12966:omologa-dragasakis-mardas&catid=58:oikonomiki-politiki&Itemid=182

Σπύρος Βλέτσας

Κινηματογραφιστής και συγγραφέας. Σκηνοθέτησε τις μικρού μήκους ταινίες Κατάθεση και Προς το τέλος της διαδρομής. Το 2006 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή του, Επί των στρωμάτων. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, Ευ ζην, όχι lifestyle! (2009). 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά