Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Κρατικά βραβεία και (αν)αξιοκρατία

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Θ.Κ. Στεφανόπουλος Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 47
Οι σελίδες 214-215 της βραβευθείσας μετάφρασης. Οι σελίδες 214-215 της βραβευθείσας μετάφρασης.

Ο λόγος περί του βραβείου απόδοσης έργου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στα νέα ελληνικά. Αν ό,τι διαβάσετε παρακάτω κριθεί βάσιμο (και δεν μπορεί να μην είναι βάσιμο) κάποια όχι ήσσονος σημασίας ερωτήματα απαιτούν επειγόντως απαντήσεις από τον αρμόδιο υπουργό, από την επιτροπή και από την Ακαδημία Αθηνών. [ΤΒJ. Αναδημοσίευση από το τεύχος 47 του Books' Journal, που κυκλοφορεί]

 

Όπως ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό, πριν από τρία χρόνια θεσπίστηκε, πλάι στα άλλα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία, και ετησίως απονεμόμενο «βραβείο απόδοσης έργου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στα νέα ελληνικά» (κατηγορία: «λογοτεχνική μετάφραση», σύμφωνα με το ΦΕΚ).

Αν θεωρήσουμε ότι η απονομή κρατικών βραβείων για τα έργα της τέχνης του λόγου έχει κάποιο νόημα, θα χαρακτήριζα θετικό γεγονός την (καθυστερημένη) θέσπιση ενός τέτοιου βραβείου. Αν η απονομή του κατάφερνε να παράσχει εις βάθος χρόνου εχέγγυα αξιοκρατίας, το συγκεκριμένο βραβείο θα μπορούσε και να ενθαρρύνει – ή, αν θέλετε, να επιβραβεύσει – κάποιους μεταφραστές που έχουν αφιερώσει πολλά χρόνια της ζωής τους στην αναμέτρηση με δυσδάμαστα αρχαία κείμενα και να ευαισθητοποιήσει ευρύτερα για τη σημασία που έχει η ποιότητα των μεταφράσεων, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η εκπαίδευση, και να λειτουργήσει ίσως θεραπευτικά και για χρόνιες μεταφραστικές παθογένειες, όπως είναι οι σκανδαλώδεις αναθέσεις από κρατικούς θεατρικούς οργανισμούς χρηματοφόρων μεταφράσεων δραματικών έργων της αρχαιότητας σε πρόσωπα των οποίων η αρχαιομάθεια δεν υπερβαίνει τα όρια του (γνωστού στους παλαιότερους) αναγνωσματαρίου του Γ. Ζούκη.

Η βράβευση κατά τα δύο πρώτα έτη δύο εγκρατών μεταφραστών με πλούσιο μεταφραστικό έργο, του Δημήτρη Μαρωνίτη και του Νίκου Σκουτερόπουλου, προκάλεσε ευλόγως αισιοδοξία για την προοπτική του θεσμού, την ίδια στιγμή όμως δεν επέτρεψε να επισημανθούν κάποιες εξ αρχής προβληματικές πτυχές της όλης διαδικασίας. Μετά την πρόσφατη, τραυματική, όπως θα φανεί παρακάτω, τρίτη απονομή, επιβάλλεται, προτού γίνει ολοσχερής η απαξίωση του εν λόγω βραβείου – οπότε δεν θα έχει νόημα η ύπαρξή του – να αναδειχθούν οι πτυχές αυτές και να καταλογιστεί σε καθέναν από τους εμπλεκόμενους το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί, αν οι ίδιοι δεν θελήσουν να το αναλάβουν, έστω εκ των υστέρων.

Ιδιαιτέρως προβληματική είναι κατ’ αρχάς η συγκρότηση της οικείας εννεαμελούς επιτροπής. Σύμφωνα με το σχετικό ΦΕΚ η επιτροπή, η οποία είναι κοινή και για τη βράβευση της καλύτερης μετάφρασης λογοτεχνικού έργου από ξένη γλώσσα στα νέα ελληνικά και τανάπαλιν, «αποτελείται από ένα μέλος Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. γνωστικού αντικειμένου σχετικού με την ελληνική ιστορία, κοινωνία ή πολιτική, ένα μέλος Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. γνωστικού αντικειμένου σχετικού με τη μετάφραση, ένα μέλος Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. γνωστικού αντικειμένου σχετικού με τη φιλολογία, δύο κριτικούς, δύο νεοελληνιστές και δύο μεταφραστές».

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το ΦΕΚ, στην επιτροπή που κρίνει τις μεταφράσεις από τα αρχαία ελληνικά δεν είναι υποχρεωτικό να συμμετέχει ούτε ένας αρχαιοελληνιστής![1] Παρότι λένε ότι το λογικώς αυταπόδεικτο δεν χρήζει αποδείξεως, εν προκειμένω φαίνεται πως πρέπει να ‘αποδειχθούν’ και τα αυτονόητα.     

Αν είναι λοιπόν να απονέμεται και στο μέλλον το συγκεκριμένο βραβείο, θεωρώ αυτονόητο ότι ικανός αριθμός των μελών της οικείας επιτροπής πρέπει να είναι διακεκριμένοι – ει δυνατόν, οι τα πρώτα φέροντες – αρχαιοελληνιστές και οπωσδήποτε πολιτογραφημένοι στην πόλη των μεταφραστών. Επειδή μάλιστα από τη διατύπωση στο ΦΕΚ («μέλος Δ.Ε.Π. …»), που μοιάζει ανησυχητικά με συντεχνιακού τύπου διατάξεις που διέπουν εκλογές διδασκόντων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, συνάγεται ότι αποκλείονται από μέλη της επιτροπής οι ομότιμοι καθηγητές, ως εάν άμα τη αφυπηρετήσει αποσχηματίζονται επιστημονικά (!), θα πρόσθετα ότι πρέπει να προβλεφθεί ρητώς η (δυνητική) συμμετοχή και ομοτίμων, γιατί θα ήταν, πιστεύω, παράλογο να αποκλείονται από μέλη της επιτροπής διακεκριμένοι (ομότιμοι) Καθηγητές με άποψη για τη μετάφραση, όπως ο Κακριδής, ο Μαρωνίτης ή ο Σηφάκης (για να αναφέρω μόνο κάποιους από τους παλαιότερους), και να μπορούν να συμμετέχουν «μέλη Δ.Ε.Π.» που δεν έχουν μεταφράσει στη ζωή τους ούτε μία αράδα αρχαίου ελληνικού κειμένου. Η αυξημένη συμμετοχή ελληνομαθών αρχαιοελληνιστών είναι, θα έλεγα, όρος σοβαρότητος της όλης διαδικασίας, επειδή αυτοί περισσότερο από κάθε άλλον είναι σε θέση να διαπιστώσουν το πρώτιστο κατά την αξιολόγηση, ποιοι δηλαδή μεταφράζουν εκ του πρωτοτύπου και ποιοι εκ μεταφράσεων, αφού η λογική της θέσπισης ειδικού βραβείου δεν μπορεί να είναι να βραβεύονται μεταφράσεις εκ μεταφράσεων!

Εκτός από την προβληματική σύνθεση της επιτροπής, προβληματική γίνεται η απονομή, όταν, όπως συνέβη φέτος, η επιτροπή δεν κινείται αυστηρά μέσα στο πλαίσιο της προκήρυξης και στην ουσία καταστρατηγεί και το γράμμα και το πνεύμα της. Αναφέρομαι ειδικότερα στο γεγονός ότι, ενώ κατά την προκήρυξη το βραβείο απονέμεται για την «απόδοση έργου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στα νέα ελληνικά» (κατηγορία: «λογοτεχνική μετάφραση»), το δημοσιοποιημένο σκεπτικό της βράβευσης επικαλείται και τις «επιπρόσθετες ερμηνευτικές σημειώσεις». Πρέπει και πάλι να λεχθεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή, αν το πνεύμα της προκήρυξης ήταν να βραβεύσει «επιπρόσθετες ερμηνευτικές σημειώσεις», θα είχε προκηρυχθεί βραβείο για ερμηνευτική έκδοση έργου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, όχι βραβείο μετάφρασης. Δεδομένου μάλιστα ότι αυτό που πρωτίστως κρίνεται είναι η λογοτεχνικότητα των μεταφράσεων, η αναφορά στην ύπαρξη ερμηνευτικών σημειώσεων είναι, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο απαράδεκτη όπως θα ήταν παρόμοια αναφορά στο σκεπτικό της βράβευσης μυθιστορήματος ή ποιητικής συλλογής.

Υπαινίχθηκα προηγουμένως ότι η φετινή βράβευση υπήρξε τραυματική και οφείλω να τεκμηριώσω τον ισχυρισμό. Προτάσσω τις απολύτως απαραίτητες πληροφορίες.

Στον λεγόμενο «βραχύ κατάλογο» για το έτος 2012 περιλαμβάνονταν οι μεταφράσεις τεσσάρων έργων, τριών μεταγενεστέρων πεζών και ενός ποιητικού της κλασικής εποχής. Ειδικότερα περιλαμβάνονταν η μετάφραση των Ιερών λόγων του Αίλιου Αριστείδη (2ος αι. μ.Χ.) από τον Γ. Γιατρομανωλάκη (εκδ. Άγρα), η μετάφραση των ίδιων λόγων από την Ε. Κούκη (εκδ. Σμίλη), η μετάφραση του Προτρεπτικού επί φιλοσοφίαν του Ιαμβλίχου (3ος/4ος αι. μ.Χ.) από τον Λ. Γ. Μπενάκη (εκδ. Ακαδημίας Αθηνών) και η μετάφραση της Μήδειας του Ευριπίδη από τον γράφοντα (εκδ. Κίχλη). Το βραβείο απονεμήθηκε εξ ημισείας στον Γ. Γιατρομανωλάκη και στον Λ. Μπενάκη, ο πρώτος από τους οποίους άμα τη ανακοινώσει δήλωσε ότι «για λόγους προσωπικού γούστου και αυτοσεβασμού» δεν δέχεται «τη μοιρασιά», με συνέπεια η μόνη μετάφραση που τελικά βραβεύτηκε να είναι αυτή του Λ. Μπενάκη.

Πριν από τη βράβευση, δεν είχα διαβάσει καμία από τις άλλες τρεις μεταφράσεις που μαζί με τη Μήδεια συγκρότησαν τον «βραχύ κατάλογο», μετά την ανακοίνωση ωστόσο είχα την εύλογη περιέργεια να φυλλομετρήσω τις δύο βραβευθείσες. Επειδή εμπλέκομαι προσωπικά στη διαδικασία, θα ήταν άτοπο εκ μέρους μου να υποδείξω ποιο έργο έπρεπε να βραβευθεί, μπορώ όμως να αποδείξω πέραν πάσης αμφιβολίας ποιο από τα βραβευθέντα έργα δεν έπρεπε να βραβευθεί. Το έργο αυτό είναι η ποικιλοτρόπως προβληματική μετάφραση του Προτρεπτικού από τον Λ. Μπενάκη (με τον οποίο προσωπικά δεν έχω απολύτως τίποτα).

Διευκρινίζω προκαταρκτικώς ότι δεν θα αναφερθώ στη συνέχεια στο αν η συγκεκριμένη μετάφραση θα μπορούσε, με όποιο περιεχόμενο και να δώσουμε στον όρο ‘λογοτεχνία’, να χαρακτηριστεί λογοτεχνική, όπως απαιτεί η υπαγωγή (κατά την προκήρυξη) στην κατηγορία «λογοτεχνική μετάφραση». Δεν θα αναφερθώ επίσης ούτε στα πάμπολλα τυπογραφικά λάθη (έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών!) ούτε στην εν πολλοίς απροβλημάτιστη ως προς το ύφος του πρωτοτύπου μεταφορά στα νέα ελληνικά ούτε στις ασαφείς και ενίοτε ακατανόητες αποδόσεις.[2] Θα αναφερθώ μόνο σε εξόφθαλμες παρανοήσεις του αρχαίου κειμένου. Για να είναι μάλιστα αντικειμενικότερη η τεκμηρίωση, δεν θα προβώ επιλεκτικά σε σταχυολόγηση λαθών, αλλά θα αναπαραγάγω μία σελίδα από τη βραβευθείσα μετάφραση, συγκεκριμένα τη σελίδα 215 (στην κορυφή), και θα σχολιάσω επιτροχάδην μόνο τα οφθαλμοφανέστερα λάθη. Όποιος γνωρίζει γραφή και ανάγνωση δεν θα δυσκολευτεί να καταλάβει.

Στη σελίδα αυτή υπάρχουν κατ’ αρχάς δύο παρανοήσεις τις οποίες, με πλήρη επίγνωση της βαρύτητας του χαρακτηρισμού, θα χαρακτήριζα αδιανόητες. Αναφέρομαι ειδικότερα στη μετάφραση του παρατιθέμενου (στην αρχή της σελίδας) αποσπάσματος του Ηρακλείτου (θυμ γάρ φησι μάχεσθαι χαλεπόν. τι γρ ν χρηίζ γίγνεσθαι, ψυχς νέεται), το οποίο, ενώ σε άλλη σελίδα του βραβευθέντος βιβλίου (28*) παρατίθεται κατά την ορθή ως προς το επίμαχο σημείο μετάφραση του Ε. Ρούσσου («Με την επιθυμία ν’ αντιμάχεσαι είναι βαρύ. γιατί αυτό που θέλει […]»), στη μετάφραση του Λ. Μπενάκη κυριολεκτικώς κακοποιείται («Είναι επιζήμιο [sic] να αγωνίζεσαι με όπλο τον θυμό [sic], γιατί αυτό που με τη χρήση του [sic – ο μεταφραστής μπερδεύει το χρζω με το χρμαι!] προκύπτει [...]»). Αναφέρομαι επίσης στη μετάφραση της απλούστατης στα αρχαία ελληνικά φράσης (μέση 2ης παραγράφου) ζε γρ θυμς σπερ λέβης πυρ θαλπόμενος, η οποία, ενώ αυτονοήτως σημαίνει «γιατί βράζει ο θυμός όπως ακριβώς ο λέβητας που θερμαίνεται από τη φωτιά», στη βραβευθείσα μετάφραση αποδίδεται με το «γιατί ο θυμός έχει ζωή [sic –ο μεταφραστής μπερδεύει το ζέω (= βράζω) με το ζ!], όπως συμβαίνει και στον λέβητα [δηλαδή δεν «έχει ζωή» μόνο ο θυμός, αλλά και ο λέβητας!], όσο τον συντηρεί η φωτιά [αλήθεια, τι σημαίνει το: «συντηρεί η φωτιά» (τον λέβητα);]».

Δεν είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα με την αρχή της δεύτερης παραγράφου («πρόσθετη μαρτυρία […] βρίσκεται σε κίνδυνο»). Παραθέτω κατ’ αρχάς το αρχαίο κείμενο με υπογραμμισμένους τους όρους που προφανώς αποδίδονται κατά το δοκούν: Τούτ δ συμμαρτυρε κα τξς. τν ξίδα ποστρέφειν π σαυτο. πρς ν γρ ν τύχπεστραμμένη, πίληπτοςσται. Τρεις επισημάνσεις: (α) Το αρχαίο τξς δεν σημαίνει ό,τι το νεοελληνικό «το εξής», σημαίνει (αναφερόμενο στον σχολιασμό του ενός μετά το άλλο των παραγγελμάτων που παρατέθηκαν προηγουμένως συνοπτικά) «το αμέσως επόμενο» (παράγγελμα) σε σχέση με αυτό που προηγήθηκε, εν προκειμένω το δέκατο (κατά την αρίθμηση της μετάφρασης), που χαρακτηρίζεται «αμέσως επόμενο» ως προς το ένατο που σχολιάστηκε αμέσως πριν. (β) ξίς σύμφωνα με το λεξικό των LiddellScott (παραθέτω, για λόγους ευκολίας, κατά τη μετάφραση του Κωνσταντινίδη) σημαίνει «‘ξιδερόν’, αγγείον προς εναπόθεσιν όξους», όχι«αιχμή του ξίφους». (γ) πίληπτος σημαίνει, κατά το ίδιο λεξικό, «συλληφθείς επ’ αυτοφώρω» και «αξιοκατάκριτος, επίμεμπτος, επιλήψιμος», όχι «βρίσκεται σε κίνδυνο». Αν αναζητήσει κάποιος «επιπρόσθετες ερμηνευτικές σημειώσεις», οι οποίες, σύμφωνα με το σκεπτικό της βράβευσης, «διευκολύνουν την πρόσληψη των κειμένων και διαφωτίζουν επαρκέστατα τον αναγνώστη που θέλει να μυηθεί σε αυτά», θα διαπιστώσει ότι εδώ, που είναι απολύτως απαραίτητες, απλώς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και λίγο παρακάτω, παρότι το κείμενο χαρακτηρίζεται αθεράπευτα φθαρμένο με cruxπριν από τη λέξη γνώμη (οθέν … μερίζων γνώμη)και η απόδοση «δεν μετριάζει το φρόνημά του» προδήλως προϋποθέτει άλλο κείμενο από το τυπωμένο.

Στην τελευταία παράγραφο το σαφέστατο παράγγελμα φορτίον συνανατιθέναι, συγκαθαιρεν δ μή (μεταφράζω πρόχειρα: «να βοηθάς κάποιον να σηκώνει ένα φορτίο, όχι όμως να το αποθέτει») ‘εκλογοτεχνίζεται’ με την επιλογή στην απόδοση του κακόζηλου «απορρίχνω» («Στο να σηκώνει ο άλλος το φορτίο του να βοηθάς, όχι στο να το απορρίχνει […] »). Στην ίδια παράγραφο η επίσης απολύτως σαφής πρόταση τε γρ μίλει κατ’ νθρώπους (sc. ο Ηρακλής), που σημαίνει «γιατί όταν ο Ηρακλής ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους», αποδίδεται με το «γιατί όταν ο Ηρακλής ερχόταν [από πού άραγε;] στους ανθρώπους», ενώ από την απόδοση του οκ κ τοποκνεν με το «όχι από τεμπελιά» συνάγεται ότι ο μεταφραστής δεν λαμβάνει υπόψη του ότι η βασική σημασία του ποκνείναι ‘διστάζω’, όχι ‘τεμπελιάζω’ – χαρακτηριστικό του Ηρακλή ήταν, ως γνωστόν, ότι δεν εδίσταζε μπροστά σε τίποτα, ότι ήταν ατρόμητος.[3]

Εδώ τα πράγματα δεν μιλούν απλώς , κυριολεκτικώς βοούν από μόνα τους, και τούτο γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με συγγνωστά ολισθήματα, αλλά με χονδροειδείς παρανοήσεις. Η βράβευση αυτής της μετάφρασης, η οποία εκθέτει, φαντάζομαι, τα μέλη της επιτροπής, υπονοεί και το εξοργιστικό ότι τόσο η μετάφραση του Αίλιου Αριστείδη από την Ε. Κούκη όσο και η μετάφραση της Μήδειας από τον γράφοντα, που δεν κρίθηκαν άξιες βραβεύσεως, είναι χειρότερες από τη βραβευθείσα! Κατά το σκεπτικό της βράβευσης, η βραβευθείσα μετάφραση «διακρίν[εται] για την αρτιότητά τ[ης]: αποδίδ[ει] το ύφος και τα νοήματα τ[ου] πρωτοτύπ[ου] σε γλώσσα φιλολογική-λογοτεχνική και με τρόπο εύληπτο. Οι επιπρόσθετες ερμηνευτικές σημειώσεις διευκολύνουν την πρόσληψη των κειμένων και διαφωτίζουν επαρκέστατα τον αναγνώστη που θέλει να μυηθεί σε αυτά.» Τα σχόλια είναι, νομίζω, περιττά.

*

Αν τα πράγματα είναι όπως τα εξέθεσα – και δυστυχώς είναι –, κάποια όχι ήσσονος σημασίας ερωτήματα απαιτούν επειγόντως απαντήσεις από τον αρμόδιο υπουργό, από την επιτροπή και από την Ακαδημία Αθηνών.

1) Ο υπουργός θα επικυρώσει τη βράβευση έργου που αποδεδειγμένως βαρύνεται με ανεπίτρεπτα λάθη, θα διατηρήσει τους πρωτεργάτες αυτής της επιλογής στη θέση τους και θα επιβαρύνει τον φορολογούμενο με την προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία αγορά αντιτύπων του βραβευθέντος έργου; Επιπλέον, θα επιτρέψει να κρίνουν και στο μέλλον τις μεταφράσεις από τα αρχαία ελληνικά πρόσωπα που δεν γνωρίζουν αρχαία ελληνικά ή θα πράξει το αυτονόητο, να αναθεωρήσει δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο για τη συγκρότηση της επιτροπής στο πνεύμα που υποδείχθηκε παραπάνω;

2) Τα μέλη της επιτροπής που δεν έχουν ιδιαίτερη εξοικείωση με τον χώρο της αρχαιογνωσίας και που θέλω να πιστεύω ότι καλόπιστα συντάχθηκαν αρχικά με την εισήγηση του διορισθέντος ως ειδικού, θα διαχωρίσουν τώρα τη θέση τους ή θα στηρίξουν διά της σιωπής των μια βράβευση η οποία για κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο συνιστά πρόκληση;

3) Η Ακαδημία Αθηνών, η οποία μόνο να σεμνύνεται δεν δικαιούται που περιέλαβε στις εκδόσεις της το πόνημα αυτό, θα το αποσύρει ή θα επιλέξει να εκτίθεται διαχρονικώς;

  ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ  

Είχα ολοκληρώσει το κείμενό μου, όταν, στις 29.7.14, δύο και πλέον μήνες μετά την υποβολή συναφούς αιτήματος (27.5.14), έλαβα απόσπασμα από το πρακτικό της οικείας επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού. Tώρα που γνωρίζω την πλήρη και ακριβή διατύπωση του σκεπτικού τόσο της βράβευσης όσο και του καταρτισμού του βραχέος καταλόγου, διαπιστώνω ότι οι αρετές που πιστώνονται στο πόνημα του Λ. Μπενάκη (επιστημονική βαρύτητα και κύρος, φιλολογική πιστότητα, προσαρμογή με θαυμαστό τρόπο στη νεοελληνική μας γλώσσα) είναι αυτές ακριβώς που απουσιάζουν κραυγαλέα από την έκδοσή του.

Oι αναφορές της επιτροπής σε «επιπρόσθετες ερμηνευτικές σημειώσεις», σε «εκτενείς εισαγωγές» και «πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές», οι οποίες προσδίδουν, λέει, «ιδιαίτερη επιστημονική βαρύτητα» και «εμπνέουν εμπιστοσύνη στον αναγνώστη για την αξιοπιστία και το επιστημονικό κύρος» του πονήματος, συνιστούν, όπως υποστήριξα ήδη στο αρχικό κείμενό μου, καταστρατήγηση και του γράμματος και του πνεύματος της προκήρυξης, η οποία αφορά σε βράβευση για την «απόδοση έργου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στα νέα ελληνικά», και όχι για βιβλιογραφίες κτλ. Ωστόσο, ακόμα και με τους όρους που αυθαίρετα θέτει το σκεπτικό της βράβευσης, αν δηλαδή ληφθούν υπόψη αυτά τα ‘πρόσθετα’ (σημειώσεις, βιβλιογραφίες κτλ.), η επιτροπή εκτίθεται έτι μάλλον, και γιατί είναι σόλοικο να αποφαίνεται για την επιστημονική εγκυρότητα ενός πονήματος επιτροπή της οποίας τα οκτώ από τα εννέα μέλη εξ αντικειμένου (λόγω άλλης ειδικότητας) δεν μπορούν να κρίνουν την επιστημονική εγκυρότητά του και γιατί αυτά τα ‘πρόσθετα’ που επικαλούνται, αν αποδεικνύουν κάτι, αυτό είναι η απουσία επιστημονικής εγκυρότητας.

Παραθέτω κάποια τεκμήρια μη εγκυρότητας, που δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να τα καταλάβει.

Μόνο ως curiosumαναφέρω ότι η βιβλιογραφία δεν συντάσσεται αλφαβητικά, όπως είναι αυτονόητο, αλλά χρονολογικά (!), και μάλιστα από άποψη (βλ. σελ. 18*). Στην «έγκυρη» εισαγωγή το όνομα επιφανούς φιλολόγου εμφανίζεται με τρεις διαφορετικούς τρόπους (L. T. Hemsterhuys [σελ. 17*], Hemsterhusius [σελ. 29*], Τ. Hemsterhuis [σελ. 30*]), στον τίτλο της εργασίας του αναγράφεται λανθασμένα το εκλατινισμένο όνομα του Ιάμβλιχου (σελ. 30*), ενώ δίνονται δύο διαφορετικές χρονολογίες για την ίδια έκδοση (1688 [σελ. 17*] και 1788 [σελ. 30*]). Στην ίδια «έγκυρη» εισαγωγή ο βραβευθείς δεν ενημερώνει αξιόπιστα τον αναγνώστη ακόμα και για το ποια είναι η πρώτη νεοελληνική μετάφραση του Προτρεπτικού, δηλ. του έργου που μεταφράζει, αυτή πάντως δεν είναι η αναφερόμενη στη σελ. 17* μετάφραση του Α.Α. Πέτρου (2002). Στις επίσης «έγκυρες» σημειώσεις, χωρίς καμία αναφορά στο ζήτημα της γνησιότητας, ο Πλούταρχος εμφανίζεται να έχει γράψει έργο με τίτλο Στρωματείς (σελ. 231, υποσ. 262), ενώ για τα αποσπάσματα του Ευριπίδη χρησιμοποιείται ακόμα (σελ. 165, υποσ. 230) πεπαλαιωμένη έκδοση του έτους 1898, παρά το γεγονός ότι από το 2004 υπάρχει νέα, μνημειώδης έκδοση.

Για την υποτιθέμενη «φιλολογική πιστότητα» παραπέμπω στις ανεπίτρεπτες παρανοήσεις που επεσήμανα ήδη στο αρχικό κείμενό μου. Για να μη θεωρηθεί ωστόσο ότι αυτές είναι μεμονωμένες «ατυχείς» περιπτώσεις, αναφέρω –ενδεικτικώς!- τρεις ακόμα περιπτώσεις, δύο από τη σελ. 193 και μία από τη σελ. 161.

Protr 100.18  to     Protr 100.21 ε μν δ γνοιτ τις ξ ρχς φσιν τοινδε χων͵ τρωτος τν χρτα νοσς τε καπαθς καπερφυς καδαμντινος τ τε σμα κα τν ψυχν͵

Σελ. 193 «Αλλά κι αν γινόταν να γεννηθεί κάποιος […] απρόσβλητος από αρρώστειες και απαλλαγμένος από τα πάθη και με μια λέξη υπεράνθρωπος, με σώμα και ψυχή γερά σαν το διαμάντι […]» (υπογραμμίζω τα προβληματικά σημεία). Τρεις επισημάνσεις: (α) Το αρχαίο παθής δεν σημαίνει εν προκειμένω «απαλλαγμένος από τα πάθη», αλλά «απαλλαγμένος από παθήματα». (β) Το εμπρόθετο «με μια λέξη» ούτε υπάρχει στο αρχαίο κείμενο ούτε εξάγεται από τα συμφραζόμενα, προστίθεται αυθαιρέτως από τον μεταφραστή. (γ) Το αρχαίο επίθετο δαμάντινος σημαίνει ‘χαλύβδινος’ και δεν έχει να κάνει με διαμάντια. (Στη σελ. 26* το ίδιο χωρίο αποδίδεται με ακόμα μεγαλύτερη «φιλολογική πιστότητα» με το «γερά και λαμπερά [sic] σαν διαμάντι».)

Λίγες αράδες παρακάτω στην ίδια σελίδα (193) διαβάζουμε μια περίοδο που δεν βγάζει νόημα: «Κι αν λοιπόν τίποτα δεν μας μείνει από τα εξωτερικά αγαθά, κι αν δεν μας λείπουν ορισμένα ανθρώπινα ελαττώματα (sic), έχει μεγάλη αξία να εφαρμόζουμε το δίκαιο, γιατί αυτό είναι το πολυτιμότερο από όλα.» Το (διαφυγόν) νόημα του αρχαίου κειμένου είναι ότι ακόμα και αν το δίκαιο δεν εξασφαλίζει κανένα εξωτερικό πλεονέκτημα ή ακόμα και αν συνεπάγεται και απώλειες (λαττώματα, ο μεταφραστής αγνοεί την ακριβή σημασία της αρχαίας λέξης λαττώματα) για τον άνθρωπο, πρέπει να ενεργούμε σύμφωνα με το δίκαιο, γιατί αυτό είναι το πολυτιμότερο για όλους – το πσι του αρχαίου κειμένου είναι γένους αρσενικού, όχι ουδετέρου («από όλα»).

Protr 101.8  to     Protr 101.10 κν μηδν ον τν ξωθεν περιγγνηται κν λαττματ τινα συμβαννθρπινα͵ δικαιοπραγεν ξιον͵ ς τοτου ντος πσι τιμιωττου.

Σελ. 161 Στο παρατιθέμενο απόσπασμα από την πλατωνική Πολιτεία (518c), που αναφέρεται στον μύθο του σπηλαίου, μέσα σε μια από τις πάμπολλες μακαρονικές περιόδους της μετάφρασης κάτι μη πραγματικό αποδίδεται, ερήμην του κειμένου και αντίθετα προς τη λογική, ως πραγματικό. Παραθέτω την (λανθασμένη) απόδοση του Λ. Μπενάκη μαζί με την επίμαχη παραβολική φράση του αρχαίου κειμένου και την ορθή απόδοση άλλου μεταφραστή:(Λ. Μπενάκης): «όπως τα μάτια δεν γίνεται παρά με ολόκληρο το σώμα να στραφούν στο φως από το σκοτάδι […] (οον εμμα μ δυνατν νλλως σν λ τ σώματι στρέφειν πρς τ φανν κ το σκοτώδους)». Ορθά μεταφράζει ο Ν. Σκουτερόπουλος: «Όπως ακριβώς αν δεν υπήρχε (υπογραμμίζω) άλλος τρόπος να στρέφει κανείς τα μάτια του από το σκοτάδι στο φως παρά μόνο στρέφοντας ολόκληρο το σώμα[…]». Τρεις σειρές πιο κάτω, στην ίδια περίοδο, ολοκληρώνεται η «προσαρμογή με θαυμαστό τρόπο» στα νέα ελληνικά με το γραφικό «ν’ ανθέξει»![4] Σταματώ εδώ αυτή την άχαρη περιδιάβαση. Αν χρειαστεί, θα επανέλθω.

 


[1] Το ότι φέτος ένα από τα 9 μέλη της επιτροπής, ο κ. Β. Κωνσταντινόπουλος, Αναπληρωτής καθηγητής του εδρεύοντος στην Καλαμάτα Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, έχει συναφές γνωστικό αντικείμενο (Αρχαία Ελληνική Φιλολογία: Δομή, Ύφος, Σχόλια των Ελληνικών Κειμένων) δεν πρέπει να θεωρηθεί οπωσδήποτε πρόοδος, αφού σύμφωνα με το αναρτημένο βιογραφικό του δεν έχει δημοσιεύσει ούτε μία σελίδα μετάφρασης αρχαίου κειμένου. Επειδή μάλιστα δεν αποκλείεται ο εν λόγω να καθόρισε, ως ο μόνος ειδικός, και την τελική επιλογή της επιτροπής, καλό θα ήταν να γίνουν γνωστές τόσο οι μεταφραστικές περγαμηνές του όσο και τα κριτήρια επιλογής του.

[2] Βλ., ενδεικτικώς, σελ. 201: «Κι όπως είναι φυσικό, η προτροπή αυτή, με βάση τις συνηθισμένες έννοιες θα μας οδηγήσουν όμως πάλι σ’ αυτόν και θα μας συνδέσουν με τη σωστή πορεία οι παραινέσεις, που θα αναλύσουμε, διατυπωμένες κατά την πυθαγορική διδασκαλία, ως γέφυρα ή σκάλα, που οδηγεί από κάτω προς τα επάνω κι από άλλα μεγάλα βάθη προς τα ύψη, ανασύροντας και ανυψώνοντας τη σκέψη κάθε ανθρώπου, που θα αφιερώσει ειλικρινά την προσοχή του.»

[3] Για να μη θεωρηθεί πάντως ότι μόνο η συγκεκριμένη σελίδα βαρύνεται με τέτοια λάθη, από πλειάδα παραδειγμάτων  αναφέρω ενδεικτικώς ένα: στη σελ. 189 το απολύτως σαφές οὐ τὰς ἐκ τῶν νόμων λέγω ζημίας (ταύτας μὲν γὰρ καὶ εὐλαβηθῆναι ἔστι καὶ φυλάξασθαι), που σημαίνει «δεν εννοώ τις ποινές που προβλέπουν οι νόμοι (γιατί από αυτές μπορεί και να προφυλαχθεί κάποιος και να τις αποφύγει)», αποδίδεται με το «όχι αυτές που έχουν φυσική προέλευση (γιατί αυτές πρέπει να τις σεβαστεί κανείς αλλά και να τις προβλέψει»!).

[4] Εκτός από τα «απορρίχνω» και «ν’ ανθέξει», η βραβευθείσα μετάφραση περιλαμβάνει και διατυπώσεις όπως «απομακρύνουν … μακρυά» (σελ. 7) ή «το πλοίο […] το αγκυροβολεί» (σελ. 111 –μεταβατικό ‘αγκυροβολώ’!).

 

 

 

Θ. Κ. Στεφανόπουλος. Καθηγητής του Αρχαίου θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών και μεταφραστής αρχαίων ελληνικών κειμένων.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά