Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Τα πάντα γεννιούνται από το τίποτα

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Σταύρος Μαλιχούδης Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 36
Ο Παύλος Φύσσας σε συναυλία του. Ο Παύλος Φύσσας σε συναυλία του. Ιδιωτικό αρχείο

Συμπληρώνεται ένας χρόνος από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, έπειτα από συμπλοκή με στελέχη της Χρυσής Αυγής - ένα περιστατικό που συντάραξε την κοινή γνώμη και άλλαξε την αντιμετώπιση της νεοναζιστικής οργάνωσης από το κράτος, οδηγώντας στη δικαστική διερεύνηση της φονικής, κατά τα φαινόμενα, πρακτικής της κατά μεταναστών και προσώπων που διεκδικούν τη διαφορετικότητα - συλλογική και ατομική. Ο Παύλος Φύσσας ήταν, από την άποψη αυτή, διαφορετικός, αφού (με το ψευδώνυμο Killah-P) ήταν μουσικός του χιπ χοπ. Ενός μουσικού ρεύματος ιδιότυπου και ξεχωριστού. Εις μνήμην του Παύλου Φύσσα, αναδημοσιεύουμε (από το τεύχος 36 του Books' Journal, Οκτώβριος 2013) το κείμενο που ακολουθεί:

 

Νύχτα Τρίτης 17 προς Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013. Πειραιάς.
Ένας πατέρας δύο παιδιών, σαράντα πέντε χρόνων, αφήνει εσπευσμένα το σπίτι του τα μεσάνυχτα, απαντώντας στο υπηρεσιακό του τηλέφωνο. Μια παρέα λίγων ατόμων, με κοπέλες ανάμεσά τους, έχει ήδη δεχθεί επίθεση από έναν αυτόκλητο λόχο. Λίγο αργότερα, αποστολή εξετελέσθη: ο Killah-P ξεψυχάει, λίγα μέτρα από το σπίτι του, στη γειτονιά του, από μια μαχαιριά που χαρακτηρίζεται επαγγελματική.
Ουδεμία έκπληξη προκαλεί το προφίλ του κατ’ ομολογία του δολοφόνου, όπως σκιαγραφείται τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Κάπως έτσι θα τον φανταζόταν ο καθένας, εμφανισιακά όσο και ψυχολογικά. Επίσης, ουδεμία έκπληξη προξενεί η ύπαρξη τέτοιου είδους ανθρώπου στους κόλπους της Χρυσής Αυγής. Και δυστυχώς, ουδεμία έκπληξη προκαλεί το ότι ως στόχος επιλέχθηκε το συγκεκριμένο θύμα: ενεργό μέλος της χιπ χοπ κοινότητας τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, δραστήριος και ευαίσθητος, που αγαπούσε την ζωή, την ενότητα, τον άνθρωπο. Και θα δούμε το γιατί.

 

Το χιπ χοπ στην Ελλάδα

Η εγχώρια χιπ χοπ σκηνή, σε ολόκληρο το εύρος και το μήκος της διάστασής της, συνταιριάζει και εκπροσωπεί τα ακριβώς αντίθετα από ό,τι η Χρυσή Αυγή. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους που τρέφονται με το μίσος, την πρόκληση πόνου, τη βία, το χιπ χοπ, σε καιρούς που ολοένα και δυσκολεύουν, δραστηριοποιείται διαρκώς και εναργέστερα, στηρίζοντας με πείσμα τα πιο αγνά, γλυκά και ανθρώπινα ιδανικά.
Η επίσημη Χρυσή Αυγή, αρκετά χρόνια πριν και μέσω του περιοδικού της, είχε καταφερθεί εναντίον του ξενόφερτου κινήματος. Για την κουλτούρα των σύγχρονων ελλήνων ναζί, το ραπ δεν αποτελεί καν μουσική ή μελωδία, αυτοί που τραγουδούν είναι νέγροι εγκληματίες, ενώ τα γκράφιτι βρωμίζουν τους τοίχους.
Κάθε καλλιτεχνικό ρεύμα και κίνημα ακολουθεί έναν συγκεκριμένο ξεχωριστό δρόμο, ανάλογα με τις συνθήκες της κοινωνικής πραγματικότητας στην οποία γεννιέται και ριζώνει. Καταλαμβάνει τον ελεύθερο χώρο και, όπου αυτός δεν υπάρχει, τον δημιουργεί ή τον ανακαλύπτει, μέσα από το στάδιο της δημιουργίας, ερχόμενο σε ρήξη ή, αντιθέτως, συμπράττοντας με άλλες δυνάμεις. Εκ των πραγμάτων, λόγω και της ιδιαίτερης πραγματικότητας που όλοι γνωρίζουμε, το χιπ χοπ στην Ελλάδα ακολούθησε μια αυτόνομη πορεία, αποτελώντας κάτι περισσότερο από την αντανάκλαση της κοινωνίας, μετουσιωμένο σε ένα πλατύ, αχανές κοινωνικό κίνημα. Ήταν και είναι εδώ για να φωνάξει αυτά που δεν πρέπει να ακουστούν, να δείξει όσα μένουν κρυμμένα (για να παραφράσω τον κατά Τζορτζ Όργουελ ορισμό της δημοσιογραφίας).
Εξαπλώθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν βλέπουν και δεν μιλάνε, σε αυτούς που καταλαβαίνουν όσα τους βολεύει να καταλάβουν. Γλίστρησε με χρώμα, ήχο, χορό και ζωή, ανάμεσα σε αυτούς που δεν υποστηρίζουν, αλλά επιμένουν να πολεμούν τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία, την κοινωνική απομόνωση, προσπαθώντας να ταρακουνήσει τη συνείδησή τους. Μπήκε σε σχολεία-φυλακές γεμάτα κάγκελα, υποκατέστησε ακατάλληλους και απρόσιτους καθηγητές αλλά και το ακραίως βαθμοθηρικό, ανταγωνιστικό σύστημα. Πήρε το ρόλο των γονιών, αυτών που ήταν σαν να έλειπαν διαρκώς από το σπίτι αλλά και αυτών που, όταν βρίσκονταν εκεί, ήταν πνευματικώς απόντες. Ήταν ταυτόχρονα δάσκαλος, πατέρας μα και μεγαλύτερος αδερφός, μέσα από το πρόσωπο του μεγαλύτερου χιπ-χοπά της γειτονιάς, μα και των δίπλα. Ανέλαβε να προσφέρει γνώσεις, στήριξη και παιδεία σε παιδιά, συνδυάζοντας εμπειρικό κεφάλαιο και γνώση της ζωής, την καλώς εννοούμενη αλητεία και την κληρονομιά του ρεμπέτικου που διαμηνύει την άμεση, προσωπική επαφή στην εποχή της αποξένωσης, το ενδιαφέρον για τον δίπλα, ενώ όλα γύρω μας –ίσως και το σπίτι μας– γκρεμίζονται. Ήταν εκεί για να καταγγείλει, να διαμαρτυρηθεί, να αντιδράσει, να αντισταθεί και να αφυπνίσει, μέσα στο γκρίζο, αστικό περιβάλλον. Μέσα στην ύπνωση και τον ωχαδερφισμό. Το σημαντικότερο όλων, βρέθηκε ταγμένο στην πραγματικά σπουδαία αποστολή: να ευαισθητοποιήσει, να προβληματίσει, να υποστηρίξει τη διαφορετικότητα και να ενισχύσει την ανεκτικότητα. Να υπενθυμίσει πως είμαστε άνθρωποι και πως δεν πρέπει να αφήσουμε απάνθρωπους καιρούς να μας κάνουν σαν τα μούτρα τους. Γι’ αυτό νευριάζει η Χρυσή Αυγή.

Παίζουν μπάλα στο ίδιο ταλαιπωρημένο χωράφι. Στα σχολεία. Εκεί ψαρεύει η Χρυσή Αυγή τις επόμενες στρατιές φανατισμένων, εκεί βρίσκονται τοίχοι και θρανία γεμάτοι στίχους και ζωγραφιές. Κάθε σχολείο έχει παιδιά που βάφουν και ραπάρουν, λιγότερο ή περισσότερο ντροπαλά. Παιδιά που αν δεν χορεύουν και αν δεν σκρατσάρουν ή δεν σκαρώνουν μουσικές, ενθουσιάζονται στις συναυλίες όταν βλέπουν άλλους να το κάνουν. Όπως έχει και παιδιά που καταλήγουν, νωρίς, στον άλλο χώρο, στο στρατόπεδο: τα βήματα των παιδιών είναι αβέβαια σε αυτή την ηλικία και δικαιολογούνται. Υπάρχει όμως και ένα γεγονός, το οποίο οφείλει να λάβει κανείς σοβαρά υπ’ όψη: η Χρυσή Αυγή δεν υπάρχει στα πανεπιστήμια ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ.

 

Το αντίθετο ακριβώς

Τέσσερα στοιχεία: ραπ, γκραφίτι, μπρέικ ντανς, ντι τζέινγκ. Μπορεί κανείς να τα αποδεχθεί και να πιστέψει σε αυτά, ή όχι. Δεν υπάρχει αρχηγός τα μπράβο του οποίου πρέπει να επιζητείς, δεν υπάρχει κανείς που σημειώνει τις επιδόσεις σου στο τετραδιάκι, δεν υπάρχει υποχρέωση σε κανέναν παρά στον εαυτό σου. Τα τέσσερα αυτά στοιχεία συνοψίζουν την υγεία, την αγάπη. Τη ζωή.
Το ραπ είναι ελευθερία έκφρασης. Γοητευτική αμεσότητα λόγου, έκθεση συναισθημάτων και ιδεών – κάτι που θέλει θάρρος και βοηθάει. Ταυτόχρονα, είναι η ενίσχυση και ενθάρρυνση της ελευθερίας αυτής. Θέλω να μιλάς ονομάζεται ο δίσκος του Ήρωα, που κυκλοφόρησε το 2010, και το σύνθημα αυτό κυκλοφορεί ακόμη στους τοίχους των πόλεων, μέσα από στένσιλ και γκραφίτι. Η έκφραση –με όποιον τρόπο την επιτυγχάνει κανείς– είναι από τα πλέον σημαντικά στη ζωή. Εδώ, επιθυμείται: σε συναυλίες, μικρόφωνα μένουν ανοιχτά για όποιον, γνωστό ή άγνωστο, πιστεύει πως έχει κάτι να πει. Στα 2010, ένας πιτσιρικάς στα 13 μοιράζεται τη σκηνή ενός κατάμεστου ΑΝClub, με πολλά από τα γνωστότερα εγχώρια ονόματα, αφού προηγουμένως είχε συμμετάσχει στο mixtape ενός εξ ίσου γνωστού DJ. Σε τραγούδι της Hit N Rap ομάδας –μιας από τις πλέον ενεργές που αποδεικνύει έμπρακτα πόσο αποτελεσματικά μπορεί να πραγματωθεί η αυτοοργάνωση όταν γίνεται με μεράκι–, ένας από τους συμμετέχοντες αναφέρει: «πιστεύω στα ιδανικά θρησκεία, οικογένεια...», θέση που απέχει αρκετά από τις απόψεις των περισσοτέρων. Κανείς δεν τον μαχαίρωσε, κανείς δεν τον περίμενε έξω από καφετέρια, αντιθέτως μοιράστηκαν το τραγούδι τους μαζί του. Αυτό είναι το ραπ. Ενίσχυση της πολυφωνίας, θέληση να υπάρχουν άνθρωποι που εκφράζονται, που θα μαθαίνουν να κουβαλούν το βάρος του λόγου τους. Γιατί, αλήθεια, στην οργάνωση της Χρυσής Αυγής ποιος μπορεί και τολμά να διαφωνήσει με τον Αρχηγό; Ποιος μπορεί να τον αμφισβητήσει;
Το χιπ χοπ είναι χρώμα. Όχι μόνο στους τοίχους, που υποφέρουν από την ανάσα του καυσαερίου. Είναι συντήρηση, αξιοποίηση και παραγωγή πολιτισμού: οι παραγωγοί στηρίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε ελληνικά τραγούδια περασμένων δεκαετιών, τα οποία πειράζουν – ακόμη και στο εξωτερικό χρησιμοποιούνται παραδοσιακές, ελληνικές λούπες. Το μπαγλαμαδάκι ακούγεται σε τραγούδια Κολομβιανών. Στα τραγούδια ενσωματώνονται αποσπάσματα από ελληνικές ταινίες και ομιλίες, που μοιάζουν ξεχασμένες. Επίσης, ο νέος παραγωγός, καθώς βυθίζεται στο προϋπάρχον υλικό, έρχεται σε επαφή με το βάθος της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μαθαίνει να εκτιμάει. Όσον αφορά τα γκράφιτι, μια ώριμη ματιά στο κέντρο της πόλης αρκεί για να πείσει τον καθένα. Ο γκρι τοίχος χειρότερος δεν γίνεται, μόνο για όσους φοβούνται το χρώμα. Γίνεται τόπος επαφής – μέσω αυτού η σύγχρονη νεολαία επικοινωνεί όχι μόνο με την προηγούμενη, τη «νιώθω τύψεις για όσα έχω κάνει», αλλά και με την επόμενη. Ενημερώνει, καταγγέλλει, ευαισθητοποιεί, τέρπει. Από το πουθενά βγαίνουν τα πάντα. Μια κενή σελίδα και ένας άβαφος τοίχος συμβάλλουν στην ανάδειξη ταλέντων: από τα σπλάχνα της κοινότητας έχουν βγει αληθινοί ποιητές και ζωγράφοι, το έργο των οποίων μόνο σεβασμό μπορεί να προκαλέσει. Παράλληλα, υπάρχει η σύνδεση με τις υπόλοιπες ασχολίες, που κρατάνε τους νέους ξύπνιους και έξω από το σπίτι: όπως το παρκούρ, το σκέητ και τα bmx – ασχολίες όπου η αδρεναλίνη αποκτάται χωρίς το κυνήγι μεταναστών.

Αμφίβολο εάν θα βρει κανείς κάποιον που να ασχολείται με τα παραπάνω και να συμπαθεί, έστω, την Χρυσή Αυγή.


 
Ο φόβος

Γι’ αυτό φοβάται η Χρυσή Αυγή το χιπ χοπ. Γιατί φοβάται το όμορφο, την αγάπη και την ενότητα. Φοβάται την ελευθερία σκέψης και έκφρασης, γιατί απειλεί το στρατιωτικής δομής, συγκεντρωτικό σύμπλεγμά της, όπου μόνο ο Αρχηγός έχει το δικαίωμα να εκφέρει άποψη και τα νέα μέλη εκπαιδεύονται να τρώνε κλωτσιές δίχως να μιλάνε. Φοβάται την αγάπη και το χαμόγελο, το γέλιο και το χρώμα. Αρκεί, για να το καταλάβει κανείς, να ρίξει μια ματιά στις φωτογραφίες από τις κατασκηνώσεις και τις συγκεντρώσεις της Χρυσής Αυγής: η όμοια, άχρωμη ενδυμασία, τα δήθεν σοβαρά πρόσωπα, τα ξυρισμένα κεφάλια, οι φουσκωμένες εκφράσεις. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι ελεύθεροι και δεν θα είναι ποτέ όσο γυρεύουν την επιβράβευση του Αρχηγού, όσο χρειάζονται εντολές. Και, αντίστοιχα, ο Αρχηγός χωρίς αυτούς δεν είναι τίποτα.
Σε πλήρη αντιδιαστολή με τις εκδρομές τους βρίσκεται το ταξίδι ζωής ενός μικρού που ενθουσιάζεται με το χιπ χοπ: οι πρώτες, δειλές εξορμήσεις στο κέντρο της Αθήνας και στον Πειραιά για συναυλίες, όπου κοιτάζει με δέος τους καλλιτέχνες και χαίρεται όταν του δίνουν το χέρι τους ή τους αναγνωρίζει στο κοινό. Οι δικές του απόπειρες, οι δικές του γνωριμίες, οι δικές του διαπιστώσεις, τα μέρη και τα πρόσωπα που γίνονται γνώριμα και καρφιτσώνουν αναμνήσεις. Και, αργότερα, τα ταξίδια εκτός της πόλης, στην επαρχία, οι γνωστοί που έγιναν φίλοι και προοδεύουν στο πλάι του. Συναυλίες σε παραλίες και σε πλατείες το καλοκαίρι, σε μαγαζιά το χειμώνα. Γειτονιές παίρνουν ζωή μέσα από τις συναυλίες αυτές, επαρχιακές πόλεις ξαναγεννιούνται, ταλέντα βρίσκουν το δρόμο τους για έκφραση, τα πάντα γεννιούνται από το τίποτα.
Ο λόγος όμως, για τον οποίο, η Χρυσή Αυγή φοβάται το χιπ χοπ, δεν σχετίζεται μονάχα με το ιδεολογικό πλαίσιο: πως, δηλαδή, τραγουδάει την αγάπη, ενώ αυτοί κηρύσσουν το μίσος, με φωτιά και λεπίδα. Η αιτία βρίσκεται στο ότι, καθώς πρόκειται για δυο χώρους που παίζουν μπάλα στο ίδιο χωράφι (νεολαία) και καθώς συνυπάρχουν επί χρόνια, η Χρυσή Αυγή μπορεί να αναγνωρίσει την πραγματική δύναμη του χιπ χοπ, που της χαλάει τις δουλειές.
Όσον αφορά το ραπ, για παράδειγμα –μια που ο δολοφονημένος έκανε μουσική–, αξίζει κανείς να προσπαθήσει, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης και των δυσκολιών που, πιθανότατα, θα προκληθούν λόγω της μη εξοικείωσής του με αυτό το ιδιαίτερο είδος, να έρθει σε επαφή με τραγούδια σημαντικά για όλους μας. Κομμάτια όπως η «Πολισμανία» (Βαβυλώνα), το «Νεοέλληνα Άκου» (Άγνωστοι Γνωστοί), το «Παραμύθι» και το «Φταίω και Εγώ» (F.F.C), το «Ελλάς Ελλήνων» (Στίχοιμα), «Ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει» (TxC), «Αστυνομία Σκέψης» (Deadlock), «Όνειρα Σβήνουν» (ΒΠεις), «Μέσα στην πόλη» (Μηδενιστής), «Πού βασίζεις την ευτυχία» (Ανάφλεξη), «Καλώς ήλθες παράξενε στον τόπο μου» (Active Member) εντάσσονται χονδρικά στο 2000, αποτυπώνουν όμως με ακρίβεια όχι μόνο την κοινωνία της εποχής τους, όχι μόνο τη σύγχρονη πραγματικότητα. Θλιβερή διαπίστωση αποτελεί το γεγονός πως τα τραγούδια αυτά θα εκφράζουν πιθανότατα και τα επόμενα, μελλοντικά χρόνια, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Γι’ αυτό και αξίζει κανείς να τα ακούσει – ας μην αποθαρρυνθεί από τα περίεργα ψευδώνυμα και τη γρήγορη ροή του λόγου.
Σε αντίθεση με τον μέσο «νοικοκυραίο» (ας μου επιτραπεί ο σολοικισμός) που γνώρισε τη Χρυσή Αυγή τους τελευταίους μήνες, με την αρωγή πολύπλευρων, αντιφατικών δραστηριοτήτων, όπως επιλεκτικά συσσίτια και αιμοδοσίες, διανομή φρούτων και κρεάτων, ναζιστικοί χαιρετισμοί, χαστούκια στο σύστημα και μια ρητορική μίσους, η χιπ χοπ κοινότητα είχε άμεση και αντίθετη, φυσικά, σχέση με τον εν λόγω χώρο, πριν αυτός ακόμη καταλήξει στο Κοινοβούλιο. Η χιπ χοπ σκηνή ήξερε τα καλά παιδιά, που βοηθούν γιαγιάδες να κάνουν τα ψώνια τους στη λαϊκή ή να «σηκώσουν» απ’ την τράπεζα τον σχεδόν ανύπαρκτο μισθό τους, πριν φορέσουν τα ψεύτικα χαμόγελα του κοινοβουλευτισμού, πριν γίνουν εξώφυλλα σε life-style περιοδικά: όταν δεν μαχαίρωναν Πακιστανούς, αλλά Αλβανούς.
Όσο υπάρχει ραπ στην Ελλάδα, υπάρχει αναφορά και στη δράση τους. «Νεοναζί καλός μόνο νεκρός» τραγουδούσαν το 1987 οι F.F.C – ένα συγκρότημα που στη μνήμη των ακροατών του θεωρείται ιερό, εκτιμάται από τους πάντες και συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τη Χαρούλα Αλεξίου. Οι Terror X Crew, εν συνεχεία, ακολούθησαν μια ιδιόμορφη πορεία, που θα αναλύσουμε παρακάτω. Πριν από το τέλος του προηγούμενου αιώνα, τάραξαν ολόκληρη την Ελλάδα με τον αντιεξουσιαστικό και ανατρεπτικό στίχο και τον επαναστατικό ήχο τους. Στο «Να τους δω να τρέχουν», θα πουν:

 

όντας σώφρων πολίτης, θεωρούμαι αλήτης, γιατί δεν είμαι γιάπης, δεν είμαι Χρυσαυγίτης.

 

Κι αλλού:

 

Οι παππούδες οι καημένοι, ρωτάνε σαν χαμένοι, μήπως ήρθαν οι γαμημένοι οι ναζί, που κανένας τους δεν θα ’πρεπε να ζει […] το όνομα μου σε μαύρες λίστες, επικηρυγμένος από τις αρχές και από φασίστες.

 

Ο TNS, το 2004, στο «Όπως παλιά», θα πει:

 

[…] ώσπου μια βραδιά κάτι παιδιά κύκλωσαν τον εμσή, ξύλο από ναζί έβαλα στις τσέπες μου, γιατί ήτανε πολλοί,

γνωρίζοντας στο κοινό τις πρακτικές τους, που τώρα βλέπουμε στην πράξη.

Οι αναφορές αυτές μετράνε ήδη περισσότερα από δέκα χρόνια πίσω τους. Εντάσσονται σε μια εποχή, όπου η Χρυσή Αυγή δεν δίσταζε να κυκλοφορεί με ναζιστικά εξώφυλλα, να υμνεί τον Χίτλερ, τον Γκαίμπελς, τον Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ. Τα πιο πρόσφατα χρόνια, ακόμα κι όταν το ναζιστικό κόμμα επιχείρησε να αποποιηθεί την ευθεία σχέση με τη ναζιστική ιδεολογία, δεν υπάρχει συγκρότημα που να μην έχει έναν τουλάχιστον στίχο εναντίωσης. Οι Ορθολογιστές, στο «Όσο κάτι μας ενώνει», που κυκλοφόρησαν το 2010 αυτόνομα και ανεξάρτητα, περιγράφουν τη σύγχρονη πτυχή πλεύσης τους με το στίχο: «στείλε μες στο άσυλο ασφαλίτες, χρυσαυγίτες, κι αφού τα κάψουν όλα πες τους φοιτητές αλήτες». Ο Άγνωστος Χειμώνας, στο κουπλέ του, στο «Χτυπάνε τύμπανα», λέει: «είμαι της εποχής που φεύγαν με κλωτσιές από τα live του Βορίδη τα παιδάκια της Αυγής». Ο Νarrow, από τους Intifada, ένα από τα πλέον ανερχόμενα σχήματα που κάνουν αισθητή την παρουσία τους μέσα από συναυλίες σε καταλήψεις, πανεπιστήμια και πάρκα, έχει αφιερώσει το τραγούδι του «Χρυσά Αυγά» στην επίκληση αναγκαίων ανθρωπιστικών αξιών. Τέλος, το πιο τραγικό: ο Θανάσιμος, μουσικά και όχι μόνο αδερφός του Killah-P, με συνεργασία και φιλία χρόνων πολλών, αναρωτιέται μεταξύ άλλων στη «Βόμβα», που κυκλοφόρησε το 2007: «γιατί να υπάρχει η Χρυσή Αυγή;»

Τι απάντηση να του δώσει σήμερα κανείς – και ποιος.

  

Οι μετεγγραφές

Το ραπ είναι ελκυστικό για τον νέο. Κυρίως λόγω της αμεσότητας του στίχου, της αμφισβήτησης που συνεπάγεται, μα και της ταύτισης που επέρχεται καθώς, συνήθως, ο καλλιτέχνης εκφράζεται σε πρώτο πρόσωπο. Παράλληλα, η ευρύτερη κοινότητα καλύπτει τις ανάγκες πολλών για κοινωνικοποίηση, αποδοχή, συνύπαρξη. Έτσι φτάνουν πολλοί νέοι στην πόρτα του – άλλοι τη διαβαίνουν και μένουν για πάντα μέσα, άλλοι την αφήνουν ανοιχτή και φεύγουν πριν εκείνη κλείσει, άλλοι μπαινοβγαίνουν.
Μέρος της τελευταίας κατηγορίας χαρακτηρίζεται και χαρακτηρίζει το ίδιο τον εαυτό του, με κάτι οξύμωρο. Το ραπ είναι αντιφασιστικό από τη φύση του, στα ενδότερα του πυρήνα του. Εξ άλλου, μέση οδός δεν υπάρχει. Ή μαζί, ή χώρια. Πώς γίνεται, λοιπόν, άτομα που προσδιορίζουν τους εαυτούς τους ως φασίστες ή ναζί, να ακούν τραγούδια αντιφασιστών καλλιτεχνών;
Το παραπάνω μπορεί να διαπιστώσει κανείς, πρώτα απ’ όλα, από το Διαδίκτυο. Κάτω από τραγούδια υπάρχουν πολλά σχόλια τέτοιου είδους, όπου χρήστες δηλώνουν: «εγώ φασίστας είμαι, αλλά μου αρέσει ο Τάδε». Ο Τάδε μπορεί να έχει εκατό τραγούδια αντιφασιστικά, εκείνοι όμως κλείνουν τα αυτιά τους στα συγκεκριμένα και ακούνε εκείνο το ένα που τους αρέσει. Ή μπορεί να ακούν και τα άλλα – συμβαίνει πολύ συχνά και αποτελεί δείγμα της πνευματικής και ψυχολογικής αστάθειας της εποχής μας. Πώς μπορεί να ακούει κάποιος τη μουσική κάποιου –να ταυτίζεται μαζί της, γιατί τέτοιο είναι το είδος της μουσικής αυτής που τραγουδάς τους στίχους του άλλου σαν δικούς σου– ο οποίος δεν θα τον συμπαθούσε; Αυτό συμβαίνει, κυρίως, και με την περίπτωση των Active Member, οι οποίοι τυγχάνουν θερμής αποδοχής από κάθε χώρο, και στις συναυλίες τους, που θεωρούνται μαγικές, συχνάζουν και άτομα, εναντίον των οποίων απευθύνονται τα αντιφασιστικά συνθήματα που κραυγάζει το κοινό. Όμοια και με τους F.F.C.
Στις σύγχρονες συναυλίες του Αρτέμη και του Ευθύμη (τα δύο από τα τρία μέλη των τέως Terror X Crew, όπου αναφερθήκαμε προηγουμένως) μπορεί να παρατηρήσει κανείς πολλά παιδιά με ξυρισμένα κεφάλια, τα οποία έχουν επισημανθεί από χρόνια, από την εποχή που άρχιζαν να πληθαίνουν, στις αρχές της νέας χιλιετίας. Αφορμή αποτέλεσε η στροφή των καλλιτεχνών, όταν από τον εθνομηδενιστικό, γεμάτο οργή στίχο που καταφερόταν εναντίον κράτους, πατρίδας, στρατού, κατεστημένου, αφοσιώθηκαν στην εξύμνηση της Αρχαίας Ελλάδας, στην υποστήριξη της εθνικής ταυτότητας, στην αποδοχή και την υιοθέτηση του χριστιανισμού, αποκηρύσσοντας, επίσης, τις έως τότες διεθνιστικές απόψεις τους. Ένας δίσκος που κυκλοφόρησαν είχε τίτλο Έσεται ήμαρ – συνήθης χαιρετισμός μεταξύ των μελών της Χρυσής Αυγής, η οποία στις 13/7/2001 τους αφιέρωσε στο περιοδικό της ένα εξώφυλλο, παρά την περιφρόνηση του μουσικού είδους μέσα από το οποίο εκφράζονταν, για «την προσφορά τους στην υπηρεσία των εθνικών συμφερόντων». Αντίστοιχα, το Εθνικό Μέτωπο του Μάκη Βορίδη, βουλευτή σήμερα της ΝΔ, τους βράβευσε, επίσης, για την προσφορά τους. Το γεγονός αυτό έφερε αντιδράσεις στην κοινότητα, με αρκετούς καλλιτέχνες να απευθύνουν  μπηχτές και να γράφουν τραγούδια εναντίον τους, με τους ίδιους τους καλλιτέχνες πάντως να δηλώνουν πως όποιο κόμμα και αν τους βράβευε θα δέχονταν το βραβείο. Γεγονός πάντως αποτελεί ότι τα παιδιά με τα ξυρισμένα κεφάλια στις συναυλίες τους αυξήθηκαν, χωρίς, όμως, εκείνοι να έχουν εκφράσει ανοιχτά την υποστήριξή τους σε συγκεκριμένο κόμμα ή πολιτικό χώρο ακόμα και σήμερα. Προσωπική εκτίμησή μου είναι ότι δεν τρέφουν την παραμικρή συμπάθεια προς το κόμμα του μίσους – εξάλλου, ο Ευθύμης ήταν στην κοινή συνέντευξη Τύπου που δόθηκε για τη δολοφονία του Killah-P.

 

Το αύριο όμορφο

Σήμερα, το χιπ χοπ είναι εδώ, ανταποκρινόμενο στις ανάγκες της εποχής του, ως ευρύ κοινωνικό κίνημα. Δίχως κομματικό ή άλλο καπέλωμα, δίχως δόγμα, ιερατείο, δεσμά και όρια. Από χρόνια φώναζε για τα προβλήματα – παρά τα όσα συνέβαιναν στους κόλπους του, παρά τις διχόνοιες και τις κόντρες που ταλαιπώρησαν πολύ. Έστω και αν δεν κατάφερε να του δώσουν σημασία, ώστε να αποφευχθούν πολλά δεινά. Τα τελευταία χρόνια, το χιπ χοπ δίνει και δεν παίρνει, αυτό είναι που δεν μπορεί να συλλάβει η Χρυσή Αυγή, αυτό είναι που τη φοβίζει. Με τον ίδιο τρόπο που οι περισσότεροι δημοσιογράφοι αδυνατούν να πιστέψουν πως ο δολοφονημένος δεν ανήκε πουθενά. Οι περισσότερες συναυλίες και τα φεστιβάλ, τα τελευταία χρόνια, γίνονται για ένα σκοπό, που συχνότατα δεν αφορά οφέλη των καλλιτεχνών, οι οποίοι παίζουν δωρεάν και με ό,τι μέσα υπάρχουν. Ενδεικτικά, ανασύρει η μνήμη μου: συναυλίες για άτομα που χρήζουν ιατρικής περίθαλψης, για την προστασία πάρκων που επρόκειτο να μετατραπούν σε πάρκινγκ, για το Χαμόγελο του Παιδιού, για τους μετανάστες, για τους απεργούς της Χαλυβουργικής, για τα δικαστικά έξοδα του Κ. Σακκά τελευταία. Άνθρωποι τραγουδούν ενισχύοντας ανθρώπους, με τους οποίους μπορεί να μη συμφωνούν πλήρως. Αντιφασιστικές συναυλίες γίνονται σε ολόκληρη την Ελλάδα. Από την Κρήτη ώς την Ξάνθη, από τη Μυτιλήνη ώς την Κέρκυρα. Οι κυκλοφορίες γίνονται ανεξάρτητα και αυτόνομα, το ίδιο και οι συναυλίες. Η μουσική σκηνή συμπορεύεται με άλλες, αδελφές σκηνές, όπως η ρέγκε. Μπορεί να διαβάσει κανείς τη δημοσιευμένη ανακοίνωση του Χρίσου Πανοηλία για το ποιόν του δολοφονημένου, όταν γυρνούσε στο κέντρο της Αθήνας μοιράζοντας κουβέρτες σε αστέγους. Η μουσική δεν είναι μόνο ό,τι πιάνει το αυτί μας.   
Τα άτομα του χώρου μπορεί να μην έχουν τις ίδιες ιδέες, τις ίδιες πολιτικές θέσεις. Να μην έχουν την ίδια προοπτική για το πώς ακριβώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, να διαφωνούν σε πολλά ζητήματα. Άλλοι είναι πρακτικά στρατευμένοι μέσα από την υπεράσπιση κάποιου χώρου, άλλοι όχι. Ίσως στην τελική δεν υπάρχει καν χώρος, μόνο άνθρωποι, προσπάθεια και στιγμές. Μέσα από την τέχνη τους, όμως, συστρατεύονται όλοι στα ίδια ιδανικά, τα όντως σημαντικά: στην ελευθερία, στην αγάπη, στην αφύπνιση, στην ευαισθητοποίηση και στην ενίσχυση του αισθήματος της αλληλεγγύης σε όλους, για όλους.  Στο σεβασμό για τον άνθρωπο και τη ζωή.
Τώρα που διαβάζετε το άρθρο αυτό, το διάστημα από το γράψιμό του ώς τη δημοσίευσή του, μέλη του χώρου που γνώριζαν τον δολοφονημένο Παύλο Φύσσα σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του θα έχουν ήδη προβεί σε κάποιες ενέργειες συνένωσης και σύμπλευσης, από καιρό απαιτούμενες. Κανείς τους δεν είναι, κανείς δεν υπήρξε άγιος. Η κοινότητα περιέχει –όπως μια τοπική ποδοσφαιρική ομάδα ή ένας παραδοσιακός σύλλογος– όλα τα στοιχεία της παθογένειας της ελληνικής κοινωνίας. Ωστόσο, τώρα είναι η ευκαιρία της, να σταθεί στο πλευρό του πολίτη, ασπίδα μπροστά του. Να φανεί αντάξια των περιστάσεων. Είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει για να τιμήσει έναν άνθρωπο που έφυγε από τη ζωή επειδή απλώς αγαπούσε τους ανθρώπους.
Ο κόσμος δεν πρόκειται να αλλάξει, ίσως ούτε και η δομή της κοινωνίας αυτής, στο άμεσο μέλλον. Ένα όμως είναι σίγουρο. Από τα σπλάχνα της κοινότητας του χιπ χοπ θα βγουν παιδιά ευαίσθητα, πλακατζήδες όπως ο Killah-P, που θα αγαπάνε την ζωή, τις ευθύνες και την έκφραση, θα μιλούν όταν οι άλλοι σωπαίνουν και θα μιλούν και για εκείνους που σιωπούν. Δεν θα βγουν παιδιά που κυκλοφορούν με μαχαίρια, άντρες που χτυπάνε τις γυναίκες και τα παιδιά τους, δήθεν μάγκες που ανεβάζουν το αμάξι τους στο πεζοδρόμιο, γιατί έτσι γουστάρουν. Και σίγουρα, σίγουρα όμως, δεν πρόκειται να βγουν άνθρωποι, που το κινητό τους θα χτυπάει τα μεσάνυχτα, για να πάνε να καθαρίσουν κάποιον.

ΥΓ. Όσα αναφέρονται στο άρθρο αποτελούν καθαρά προσωπική άποψη του συγγραφέα του. Δεν εκπροσωπείται κανένας άλλος, πέραν αυτού.

 

Σταύρος Μαλιχούδης. Επικοινωνιολόγος. Συμμετέχει στη συλλογική έκδοση Μιλάμε για την Ελλάδα (2013) και ετοιμάζει μια μελέτη για την κοινωνική και την πολιτιστική επίδραση του χιπ χοπ.

 

 

1 σχολιο

  • Ο Παύλος ήταν σπουδαίο παιδί. Και επιδραστικός καλλιτέχνης.
    Μ.Ζ.

    Συνδεσμος σχολιου
    Μιχάλης Ζώης Μιχάλης Ζώης Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014 12:05

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά