Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΥΡΙΖΑ: Ανήκομεν εις την κρίσιν...

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 28 Παρεμβάσεις
Αντινατοϊκή αφίσα. Τα χαρακτηριστικά της: αντανακλαστικά αριστερή ρητορική και αντιμετώπιση των διεθνών σχέσεων με το θυμικό. Αντινατοϊκή αφίσα. Τα χαρακτηριστικά της: αντανακλαστικά αριστερή ρητορική και αντιμετώπιση των διεθνών σχέσεων με το θυμικό. Αρχείο The Books' Journal

Οι τοποθετήσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ για την ανάγκη εξόδου της χώρας από το ΝΑΤΟ ή και για την ανάγκη αυτοδιάλυσης της Βορειοατλαντικής συμμαχίας επαναφέρει στο προσκήνιο τις θέσεις του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την εξωτερική πολιτική και για την άμυνα. Ας δούμε τι λέει το κόμμα που διεκδικεί, σύντομα μάλιστα, την ανάληψη κρατικής ευθύνης. [αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ 28, Φεβρουάριος 2013]

 

 

Πριν από το μνημόνιο έμοιαζαν μακρινές αναμνήσεις, ολίγον βέβαια διασκεδαστικές και μερικές φορές επίκαιρες, οι κοινοβουλευτικοί διάλογοι Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου για το πού ανήκει η Ελλάδα. «Ανήκομεν εις την Δύσιν» ξεκαθάριζε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής βάζοντας ουσιαστικά τα πολιτικά και ιδεολογικά θεμέλια για τη θέση της χώρας στον παγκόσμιο χάρτη, «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» απαντούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου προσπαθώντας με τη γνωστή του συνθηματολογία να εκμεταλλευτεί το γενικευμένο κλίμα αντιαμερικανισμού των πρώτων χρόνων της Μεταπολιτεύσεως.  

Και αν η πρώτη περίοδος του ΠΑΣΟΚ, η περίοδος της αντιπολιτεύσεως, δικαιολόγησε με κάποιες πολιτικές επιλογές (όπως η συμμετοχή στο Κίνημα των Αδεσμεύτων) τη ρητορική για εθνική ανεξαρτησία και για απεξάρτηση από τον έλεγχο των μεγάλων δυνάμεων, η κυβερνητική πρακτική, ειδικά από το 1985 και έπειτα, έδειξε στην πράξη πως ούτε το ΠΑΣΟΚ αμφισβητούσε το ανήκειν της χώρας στη Δύση. Μπορεί η περίοδος του «Μακεδονισμού» να μας έβαλε σε μία βαλκανική περιδίνηση, τελικά όμως δεν κατάφερε να μας βγάλει από τη δυτική μας τροχιά, καίτοι μας κληρονόμησε ένα ακόμη «εθνικό θέμα».

Παρ’ όλες τις βαλκανικές μας περιπέτειες και τις κρίσεις με την Τουρκία (Ίμια, Υπόθεση Οτσαλάν), από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 αρχίσαμε να μπαίνουμε στη «χρυσή» ευρωπαϊκή μας περίοδο, η οποία κορυφώθηκε με την ένταξή μας στην ΟΝΕ, τη στρατηγική του Ελσίνκι, την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. και την Ελληνική Προεδρία του 2003. Ήταν η περίοδος που η Ελλάδα είχε μπει στον σκληρό πυρήνα της Ένωσης επηρεάζοντας μάλιστα και μείζονες αποφάσεις.

Ο εγγενής αντιαμερικανισμός μας, σε συνδυασμό με τις παθογένειες της πολιτικής μας κουλτούρας, το αίσθημα του ανάδελφου έθνους, την αίσθηση του περιούσιου λαού, το σύνδρομο περικύκλωσης και το φόβο της παγκόσμιας σκευωρίας εναντίον μας, ήρθαν στην επιφάνεια με ένταση και συνδέθηκαν με ζητήματα επιβίωσης, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα που σε ορισμένες εκφάνσεις του κλόνισε την παγιωμένη αντίληψη για το ανήκειν της Ελλάδας στη Δύση. Η εξάρτηση της δανειοδότησης μας από τις χώρες της Ε.Ε. και τα σκληρά μέτρα του προγράμματος σταθεροποίησης, σε συνδυασμό με τις αστοχίες και τις αδυναμίες των διαδοχικών κυβερνήσεων να εφαρμόσουν το κομμάτι των μεταρρυθμίσεων, γέννησε μία αντίδραση και σε αρκετές περιπτώσεις μία οργή έναντι στην Ε.Ε., η οποία πήρε διάφορες μορφές: από ερωτήματα για το ποια είναι η θέση μας στην Ένωση μέχρι και σκληρές απορριπτικές προτάσεις για αποχώρησή μας.

Πέρα όπως από το πλαίσιο της πολιτικής ρητορικής, τι σηματοδοτεί για μία χώρα η ένταξή της σε έναν σχηματισμό δυνάμεων, ένα σύστημα αξιών ή μία κουλτούρα, όπως είναι η Δύση; Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος υποστηρίζει:

 

Αν απαιτούμε από το Δημόσιο να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και όχι τους τραπεζικούς λογαριασμούς των λειτουργών του είναι γιατί έχουμε κατά νου κάποια πολιτική πραγματικότητα την οποία μας προσφέρει ο δυτικός κόσμος. Αν απαιτούμε από την Αθήνα να πάψει να είναι ανθρώπινη χωματερή και να γίνει πόλη, δεν έχουμε κατά νου τη Βαγδάτη. Κι αν ξεσηκωνόμαστε με το αίσχος της Χρυσής Αυγής είναι γιατί έχουμε στο μυαλό μας τις ανθρωπιστικές και πολιτισμικές αξίες της Δύσης.

 

Παράλληλα όμως, εμείς οι ίδιοι χρησιμοποιούμε το Δημόσιο για να εξυπηρετήσουμε το ατομικό μας συμφέρον, ψηφίζουμε με πελατειακά κριτήρια, κατεβαίνουμε σε λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες, πετάμε τα σκουπίδια στους κάδους της ανακύκλωσης και πολλά αλλά τα οποία, ιδιαίτερα σε επίπεδο ιδεών, μπορούν να θέσουν σε μεγάλη αμφισβήτηση την απόλυτη ένταξή μας στο δυτικό σύστημα αξιών.

Στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής, τι σήμαινε για τη χώρα η ένταξή μας στο δυτικό στρατόπεδο; Μία ένταξη που σφραγίστηκε με έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Στο μετεμφυλιακό πεδίο η Ελλάδα άρχισε να γίνεται μέρος των ευρωατλαντικών θεσμών. Και αν σε εσωτερικό επίπεδο κυριαρχούσε ακόμη η απειλή του κομμουνιστικού κινδύνου, σε επίπεδο εθνικής ασφάλειας με εξωτερική διάσταση άρχισε να δεσπόζει η απειλή από την Τουρκία. Ως απάντηση στην τουρκική απειλή, η Ελλάδα επί σειρά ετών επένδυσε κυρίως τόσο στο διεθνές δίκαιο και στις διεθνείς συνθήκες σε μία λογική αποτροπής, όσο και στο διαμεσολαβητικό ρόλο των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ

Για να αντισταθμίσει αυτή που διαχρονικά θεωρεί τη σημαντικότερη απειλή για την εθνική της ασφάλεια, η Ελλάδα στηρίχθηκε επίσης σε ένα μείγμα εσωτερικής και εξωτερικής εξισορρόπησης. Επέλεξε στρατηγικά να προωθήσει τα συμφέροντα ασφαλείας της αποτελεσματικότερα ενοποιώντας τις πολιτικές της με αυτές της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αξιοποιώντας αυτούς τους οργανισμούς με τη λογική των «προμηθευτών ασφάλειας».

 

Η ευρωπαϊκή στροφή στην άμυνα

Σε αρχική φάση, η Ελλάδα στηριζόταν σε μια ρεαλιστική αντίληψη των μέσων και των στόχων για την αποτροπή της Τουρκίας, αντικαθιστώντας τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ με την Ε.Ε. σε ένα ρόλο μεσολαβητή και μοχλού πίεσης για την προώθηση της στρατηγικής της μέσα από το μπλοκάρισμα της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας. Το φιάσκο της υπόθεσης Οτσαλάν, η κρίση στο Κόσσοβο και η εθνική προσπάθεια για την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, σε συνδυασμό με την προσπάθεια γενικότερου εκσυγχρονισμού, δημιούργησαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μία εκ βάθρων στροφή στην ελληνική εξωτερική πολιτική.

Σε επίπεδο κουλτούρας η στροφή αυτή σηματοδότησε την πλήρη ενσωμάτωση της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές δομές και τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας της χώρας. Το νέο ιδεολογικό πλαίσιο, πιο λογικό, έπαιρνε αποστάσεις από την ψυχροπολεμική θεώρηση των πραγμάτων και εστίαζε στη φιλελεύθερη λογική της αλληλεξάρτησης. Η νέα στρατηγική της Ελλάδας, η οποία κορυφώθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι το 1999, στηριζόταν στη διττή αξιοποίηση της Ε.Ε., και ως πλαίσιο για την κοινωνικοποίηση της Τουρκίας στο θεσμικό και αξιακό περιβάλλον της Ένωσης και περισσότερο σαν ενεργός παίκτης για την επίλυση των διαφορών Ελλάδας- Τουρκίας.

Ουσιαστικά, δεν μιλάμε απλώς για μία αλλαγή στο στυλ, αλλά για αλλαγή στην ίδια τη φιλοσοφία της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Πρόκειται για διαδικασία επιτυχημένου εξευρωπαϊσμού, η οποία δημιούργησε, τουλάχιστον σε επίπεδο πολιτικών ελίτ και σχεδιαστών πολιτικής, μία νέα ταυτότητα και μία πολιτική λογική εξαρτημένου μονοπατιού (path dependency), η οποία μπορεί από το 2004 να μπήκε σε λογική χαμηλότερης τροχιάς, κυρίως μέσα από την αποσύνδεση της επίλυσης των διαφορών από την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας και την εκ νέου προώθηση διμερών επαφών, όμως σε καμία περίπτωση δεν εγκαταλείφθηκε, ώς το σημείο που η Ελλάδα μπήκε βαθιά στη δίνη της οικονομικής κρίσης, οπότε και κυριάρχησε η προσπάθεια της δημοσιονομικής σταθεροποίησης.

Η κρίση και τα διαδοχικά μνημόνια άλλαξαν ριζικά κάθε πτυχή και σταθερά της πολιτικής στην Ελλάδα. Η εξωτερική πολιτική ιδιαίτερα, σε επίπεδο στρατηγικής, πέρασε σε αμυντική φάση, απουσιάζοντας ακόμη και από τις διαπραγματεύσεις για τη διαχείριση της κρίσης. Ως πρακτική, άρχισε να την καθορίζει η παράλυση, ενώ η ρητορική οδήγησε σε προ-νεωτερικές κραυγές από τις ακραίες πλευρές του πολιτικού φάσματος. Η προ-νεωτερικότητα, πέρα από την όξυνση των κλασικών παθογενειών της πολιτικής μας κουλτούρας, έδωσε τη δυνατότητα μέσω του λαϊκισμού να δημιουργηθούν, τουλάχιστον σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής, κραυγές αντίδρασης στην παγιωμένη δυτική προοπτική της χώρας.

Η πιο κλασική περίπτωση είναι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας. Από την αρχική περίοδο της παρουσίας του στην προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ είχε δώσει δείγματα γραφής μίας ρητορικής αρχικά ευρωσκεπτικιστικής, η οποία στην πορεία άρχισε να ολισθαίνει με γεωμετρική πρόοδο σε παγιωμένες κορώνες αντιιμπεριαλισμού, αντιδυτικισμού και, σε αρκετές περιπτώσεις, αντιευρωπαϊσμού. Όσο ο λαϊκισμός της εύκολης πλειοδοσίας και της μετατροπής των κακών Δυτικών σε στόχους έβρισκε γόνιμο δημοσκοπικό και εκλογικό έδαφος, η αρχική αυτή ρητορεία άρχισε να παίρνει χαρακτηριστικά πολιτικής πρότασης και εναλλακτικού δρόμου.

Στην τελική φάση της ιδεολογικής σχηματοποίησης της πολιτικής του, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως πέρασε και στο σημείο της ένταξης της χώρας στο δυτικό στρατόπεδο. Συνειδητά, από την περίοδο της κυβέρνησης Παπαδήμου και έπειτα, ο Αλέξης Τσίπρας, ευκαιρίας δοθείσης, ξεκαθαρίζει πως δεν αποδέχεται το δόγμα «Ανήκομεν εις την Δύσιν». Επιπρόσθετα έχει χαρακτηρίσει αυτή την επιλογή πεπαλαιωμένη και επικίνδυνη: «βιώνουμε αυτό τον καιρό τις οδυνηρές συνέπειες του μονομερούς ευρωατλαντικού προσανατολισμού της εξωτερικής μας πολιτικής και της καθολικής ενσωμάτωσης της διεθνούς στρατηγικής μας στα συμφέροντα του άξονα ΗΠΑ και Ισραήλ [...] Χρειάζεται επειγόντως ριζικός γεωπολιτικός αναπροσανατολισμός. Το δόγμα “ανήκομεν εις τη Δύση” [sic] δεν είναι μόνο ξεπερασμένο αλλά και επικίνδυνο.» «Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε το πεπαλαιωμένο δόγμα ότι η Ελλάδα ανήκει στη Δύση. Αυτό το σύνθημα τελευταία μετατράπηκε σε σύνθημα “η Ελλάδα παραδόθηκε στη Δύση”».

Όπως φαίνεται από τις δηλώσεις του, δεν μιλάμε απλώς για κριτική στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, αλλά για μια συλλογική αμφισβήτηση της μεταπολιτευτικής ιδεολογίας που εγκαινίασε ο Κωνσταντίνος  Καραμανλής, και στις ιδέες και στη στρατηγική, αλλά και ως προς επί μέρους πολιτικές επιλογές. Ουσιαστικά, ο Αλέξης Τσίπρας αμφισβητεί τις βάσεις πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η εξωτερική πολιτική του συνόλου των κυβερνήσεων από τη μετεμφυλιακή περίοδο ώς σήμερα. Η αμφισβήτηση αυτή δεν αφορά μόνο τις δηλώσεις και τη ρητορική, είναι και ο άξονας πάνω στον οποίο έχει δομηθεί το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την εξωτερική πολιτική.

 

Όπως στον Ψυχρό Πόλεμο

Σε ιδεολογικό επίπεδο παρατηρείται μία λογική βγαλμένη από τις σκληρότερες περιόδους του Ψυχρού Πολέμου, συνδυασμένη με αρχειομαρξιστικές αντιλήψεις για την ανατροπή του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, αλλά και επαναστατικές κορώνες επηρεασμένες από τα ένοπλα κινήματα της Λατινικής Αμερικής και των οργανώσεων των Παλαιστινίων. Το πλέον ενδιαφέρον είναι ότι η βασική ιδεολογική αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ δεν διαφέρει σε τίποτε από αυτή του ΚΚΕ, εκτός από την ξεκάθαρη θέση του δευτέρου για αποχώρηση από την ΕΕ. «Δε συνιστά καθόλου ουτοπία, ο λαός να σηκώσει το ανάστημά του και να απαιτήσει να κλείσουν τώρα οι στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ, να φύγουν τα πυρηνικά όπλα από τα οποία διαθέτει και το Ισραήλ, να γυρίσουν πίσω τα ελληνικά στρατεύματα και να μην υπάρξει καμία εμπλοκή του λαού μας, στους νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους που ετοιμάζονται».

Επίσης, είναι ξεκάθαρη η επιρροή από την Ιδρυτική Διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ, όπως και η υιοθέτηση του προτάγματος της πρώτης περιόδου του ΠΑΣΟΚ για αποχώρηση της χώρας από το ΝΑΤΟ: «Και βέβαια πρέπει η Ελλάδα να αποχωρήσει και από το στρατιωτικό και από το πολιτικό ΝΑΤΟ. Και βέβαια πρέπει να ακυρωθούν όλες οι διμερείς συμφωνίες που έχουν επιτρέψει στο Πεντάγωνο να μετατρέψει την Ελλάδα σε ορμητήριο για την προώθηση της επεκτατικής του πολιτικής. [...] Μα πίσω από το ΝΑΤΟ, πίσω από τις αμερικάνικες βάσεις είναι οι μονοπωλιακές πολυεθνικές επιχειρήσεις και τα ντόπια υποκατάστατά τους. Ακυρώνονται οι διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες που έχουν οδηγήσει την Ελλάδα σε οικονομική, πολιτική και στρατιωτική εξάρτηση από τα μονοπωλιακά συγκροτήματα της Δύσης και ιδιαίτερα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού...».

Ακόμη και στις βασικές πολιτικές επιδιώξεις της ΕΔΑ μπορεί κανείς να συναντήσει αναλογία θέσεων: «ανάπτυξη κρατικών βιομηχανιών για να μειωθεί η εξάρτηση της χώρας από τις Δυτικές Δυνάμεις και να αυξηθούν οι ευκαιρίες για εργασία [...] Κατάργηση κάθε στρατιωτικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ καθώς και των βαρύτατων αμυντικών δαπανών που συνεπαγόταν αυτή, φιλικές σχέσεις με το Σοβιετικό Μπλοκ...».

Αντίστοιχα είναι διαμορφωμένες και οι πολιτικές προτεραιότητες που συμπεριέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ στο πρόγραμμά του για την εξωτερική πολιτική. Εντατικοποίηση των σχέσεων με τη Ρωσία, αναβάθμιση των επαφών με την Κίνα, την Ινδία και τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, μη συμμετοχή σε ανθρωπιστικές επεμβάσεις, αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, διμερής επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, αποχώρηση από τη στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, αναβάθμιση του ρόλου του ΟΗΕ κ.λπ.

Ουσιαστικά, ο άξονας της εξωτερικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ιδιόμορφο μείγμα διμερισμού, μέσα από την καλλιέργεια σχέσεων με σειρά από χώρες, αλλά παράλληλα και αντιιμπεριαλιστικού διεθνισμού για τη δημιουργία συμμαχικού μετώπου με μία σειρά από «εταίρους» διαφορετικού μεγέθους, γεωπολιτικής σημασίας, στρατηγικής κουλτούρας και πολιτισμικής αντίληψης. Το πιο σημαντικό είναι η υποβάθμιση της ΕΕ και του κομβικού ρόλου στον οποίο είχαν επενδύσει διαδοχικές κυβερνήσεις από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, καθώς δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στην ΕΕ στα δώδεκα σημεία- προτεραιότητες του προγράμματος.  

Στο πλαίσιο της αντιμνημονιακής του πολιτικής, ο ΣΥΡΙΖΑ εντάσσει απλουστευτικά και συλλογικά την ΕΕ στο στρατόπεδο των ιμπεριαλιστών νεοφιλελεύθερων στο πλαίσιο ενός απροσδιόριστου σοσιαλιστικού διεθνισμού. Ενώ ο Αλέξης Τσίπρας, σαν Ζαχαριάδης του 21ουαιώνα, αναζητά συμμαχίες για τη δημιουργία ενός νέου συνασπισμού δυνάμεων με πολυήμερα ταξίδια στην Αργεντινή και στη Βραζιλία. Ο πολυπολικός κόσμος που με τόση λαχτάρα καλωσορίζουν στον ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας κόσμος που χαρακτηρίζεται από αστάθεια, οι βεβαιότητες και η ασφάλεια της νεωτερικότητας καταρρίπτονται καθημερινά, ενώ η παγκόσμια κοινότητα έχει μπροστά της δύο δρόμους, την οργανωμένη/κανονιστική μετανεωτερικότητα της ενίσχυσης των θεσμών, των περιφερειακών ολοκληρώσεων, με κυρίαρχο μοντέλο αυτό της ΕΕ ή την άναρχη μετανεωτερικότητα του απολικού κόσμου, μία εφιαλτική πραγματικότητα που μοιάζει πολύ με το  ιδεολόγημα του ΣΥΡΙΖΑ.

Σε στρατηγικό επίπεδο, η υποβάθμιση του ρόλου της ΕΕ και η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ θα δημιουργήσουν ένα χαοτικό και επικίνδυνο κενό ασφάλειας (security gap) για την Ελλάδα, το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει να καλυφθεί από διμερείς συμμαχίες με χώρες που, εκτός της Ρωσίας, έχουν τελείως διαφορετικές στρατηγικές πρωτοβουλίες και διαφορετικές στρατηγικές κουλτούρες. Παράλληλα, αυτό που ξεχνά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πως οι αναδυόμενες χώρες συμμετέχουν σε fora, όπως οι G-20, στα οποία η Ελλάδα δεν συμμετέχει, οπότε αποτελεί ουτοπία την ώρα που οι συζητήσεις για την μεταρρύθμιση και την αναβάθμιση του ΟΗΕ, από πλευράς της ΕΕ, εστιάζουν στην ενιαία εκπροσώπηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ο ΣΥΡΙΖΑ να προτείνει «θεωρητικές» συμμαχίες με αντικαπιταλιστικές και αντιφιλελεύθερες δυνάμεις.

Η αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ για την εξωτερική πολιτική αντικατοπτρίζει τη διαφορά μεταξύ διεθνούς και παγκόσμιας κοινωνίας. Στη διεθνή κοινωνία, την κοινωνία του 20ού αιώνα, κυριάρχησε το σύστημα ισορροπίας της ισχύος, ένα σύστημα στον πυρήνα του οποίου βρισκόταν η αντίληψη της ισχύος ως πρωτόγονη δύναμη, ένα σύστημα η ισορροπία του οποίου στηριζόταν στην προώθηση συμφωνιών συμφερόντων και στόχων. Η πολυπλοκότητα των προβλημάτων του 21ου αιώνα μάς καλεί για τη μετάβαση στο σύστημα της παγκόσμιας κοινότητας, σε ένα κανονιστικό σύστημα όπου η αντίληψη της ισχύος βασίζεται στη διακυβέρνηση μέσω της συναίνεσης και της νομιμοποίησης ενώ η οργάνωση γίνεται γύρω από κοινές αξίες με στόχο τη δημιουργία μίας «ντοϋτσιανής» κοινότητας παγκόσμιας ασφάλειας.

 

ΝΑΤΟ - ΕΕ: Προμηθευτές ασφάλειας

Ως χώρα έχουμε επενδύσει μεγάλο κομμάτι της ασφάλειάς μας στη λογική της εξωτερικής εξισορρόπησης της απειλής μέσα από τους διεθνείς θεσμούς. Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ αντιμετωπίζονται διαχρονικά από την Ελλάδα ως προμηθευτές ασφάλειας που θα καλύψουν το εθνικό αμυντικό «έλλειμμα». Σήμερα, την εποχή που η ατζέντα της ασφάλειας διευρύνεται και εμβαθύνεται, που οι απειλές έχουν πάρει υπερεθνικό χαρακτήρα και οι συγκρούσεις συνδέονται όλο και περισσότερο με το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο, δεν υπάρχουν περιθώρια για διάλυση του ΝΑΤΟ ούτε για υποβάθμιση του ρόλου της ΕΕ.

Είναι λυπηρό η Ελλάδα να μη συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση για την «έξυπνη άμυνα» και το σχεδιασμό αμυντικής πολιτικής σε περίοδο οικονομικής κρίσης ούτε στην ευρύτερη διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Και είναι ακόμη πιο δυσάρεστο ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης να ανασύρει ψυχροπολεμικά και αρχειομαρξιστικά ιδεολογήματα για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα ασφαλείας του σήμερα. Μπορεί η περιοδεία στη Βραζιλία να ήταν μία καλή ευκαιρία για συναντήσεις και φωτογραφίες με τον πρώην πρόεδρο Λούλα, δεν φέρνει όμως αποτελεσματικές λύσεις για την εξωτερική διάσταση του προβλήματος των μεταναστευτικών πιέσεων. Μπορεί η Αργεντινή να μας διδάξει μαθήματα χρεοκοπίας, αλλά δεν μπορεί να μας εγγυηθεί τη φύλαξη των συνόρων μας. Δεν αρκεί η αποχώρησή μας από το ΝΑΤΟ για να αποφύγουμε το τρομοκρατικό χτύπημα από μία φονταμενταλιστική οργάνωση. Ακόμη και αν δεν ανήκουμε στη Δύση, πρέπει κάπου να ανήκουμε, σύμφωνα όμως με όρους πολιτισμικούς, στρατηγικούς και πολιτικούς, η σωτηρία μας εξαρτάται από τη θέση μας στη Δύση, και όχι από κάποια μετανεωτερική κομμουνιστική διεθνή η οποία θα δικαιολογεί τις δηλώσεις αποτροπής επενδύσεων σε ξένα ΜΜΕ και τις επισκέψεις στο αυτονομιστικό κόμμα της Καταλονίας.

Κι ώς τότε, ανήκομεν εις την κρίσιν.

 

 

Υστερόγραφο, μετά την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στην Αμερική και τις εκεί δηλώσεις του για το μνημόνιο και για το ΝΑΤΟ: Έχουν περάσει μερικές δεκαετίες από τη στιγμή που η πολιτική αντιμετωπίζεται ως διεπίπεδο και κάποιες φορές τριεπίπεδο παίγνιο. Στη περίπτωση της πολιτικής ρητορικής, η επανάσταση  της τεχνολογίας κατήργησε την κλασική επιλογή «άλλα λέμε έξω και άλλα λέμε μέσα». Αυτό θα έπρεπε να το έχει αντιληφθεί και ο κ. Τσίπρας πριν από το ταξίδι του στις ΗΠΑ. Η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ είναι προγραμματική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ, γι’ αυτό και το έθεσαν με επιμονή στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ. Αν ο κ. Τσίπρας θέλει να προσπαθήσει να μπει  στο δρόμο της κανονικότητας πρέπει να συνειδητοποιήσει πως ένα χτύπημα στην πλάτη και μια χλιαρή δήλωση δεν ανατρέπουν μια προγραμματική δέσμευση. Επίσης, μια θετική αναφορά στον αντισημιτισμό δεν αλλάζει την πρόβλεψη για διάλυση της συμμαχίας με το Ισραήλ. Δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις ΗΠΑ για να αντισταθμίσεις τη Γερμανία και δεν μπορούν οι ΗΠΑ να επιλύσουν την κρίση της Ελλάδας.

 

Έχει δίκιο ο κ. Τσίπρας, δεν μπορεί μια χώρα να συμφωνεί σε όλα με μια άλλη. Πρέπει όμως να γνωρίζει ποιες είναι οι θέσεις της για να πραγματοποιήσει διπλωματικές επαφές και όχι να τις αναζητεί ανάμεσα σε διαμαρτυρίες συνιστωσών και δημοσκοπικές πιέσεις

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Διεθνολόγος με ειδικότητα στα θέματα ασφάλειας και καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Πριν το Μνημόνιο δεν έβλεπες.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά