Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Αντιρατσιστικοί νόμοι και περιορισμοί στην ελευθερία έκφρασης

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 33
Έργο του Μαρκ Ρόθκο. Έργο του Μαρκ Ρόθκο. Guggenheim Museum - Bilbao

Μια αναδρομή στο νομοθετικό πλαίσιο και σε ορισμένες καθοριστικές δικαστικές αποφάσεις που περιγράφουν τι συμβαίνει με την αντιρατσιστική νομοθεσία στην Ελλάδα. Επίκαιρη αναδημοσίευση από το Books' Journal 33 (Ιούλιος 2013)

 


«Ο κλασικός φιλελευθερισμός, από τον Λοκ ώς τον Μοντεσκιέ, διακήρυσσε την ελευθερία των ατόμων, αλλά ποτέ δεν τη φανταζόταν ως απεριόριστη ελευθερία. Όπως υπενθύμιζε ο Μπερκ, η ελευθερία στον δημόσιο χώρο γίνεται πάντοτε εξουσία. Για τους στοχαστές του φιλελευθερισμού κάθε απεριόριστη εξουσία είναι κίνδυνος. Όποιος κατέχει εξουσία προσπαθεί να την επεκτείνει και ο πειρασμός της τυραννίας είναι σύμφυτος με την ανθρώπινη συμπεριφορά. Συνεπώς, για την καλή λειτουργία του κράτους, οι εξουσίες πρέπει να περιορίζουν και να αντισταθμίζουν η μια την άλλη. Μόνον έτσι αποφεύγεται ο κίνδυνος του δεσποτισμού»

Τσβετάν Τοντορόφ[1]

 

Η συζήτηση για έναν σχεδιαζόμενο νέο αντιρατσιστικό νόμο με στόχο την εναρμόνιση με την «Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου»[2] της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδήγησε πολλούς και πολλές να επιχειρηματολογήσουν κατά ενός τέτοιου νόμου επικαλούμενοι/ες την ελευθερία της έκφρασης η οποία κατά αυτούς/ές δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό. Η επιχειρηματολογία αυτή όμως ούτε ορθολογική είναι ούτε δικαιωματική, ενώ αντίθετα λειτουργεί ως υπεράσπιση της ελευθερίας μόνο του ρατσιστικού λόγου. Το τελευταίο προκύπτει από το γεγονός πως καμιά από τις φωνές αυτές ή άλλες ανάλογες δεν επέκρινε ποτέ (αν δεν υποστήριξε κάποιες από) τις πολλές νομοθετικές, συνταγματικές και υπερνομοθετικές διεθνοδικαιωματικές διατάξεις που υπάρχουν στην ελληνική έννομη τάξη και επιβάλουν περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης.

Δεκαετία του 1950: διατάξεις περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης
Στον Ποινικό Κώδικα σε ισχύ από το 1951,υπάρχει σειρά άρθρων που τιμωρούν το λόγο όταν προκαλεί διατάραξη της ειρήνης των πολιτών (άρθρα 191-192) ή συνιστά απειλή (άρθρο 333), εξύβριση (άρθρο 361) ή δυσφήμηση (άρθρο 362). Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο για την εξύβριση:


Άρθρο 361: 1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.
2. Όταν η προσβολή της τιμής δεν είναι ιδιαίτερα βαριά, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις και το πρόσωπο του ατόμου που προσβλήθηκε, ο υπαίτιος τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο.

 

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) έγινε νόμος του ελληνικού κράτους δύο χρόνια μετά τον ποινικό κώδικα (με το Ν. 2329/1953) και, επειδή καταργήθηκε με την αποχώρηση της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης επί χούντας, επαναφέρθηκε το 1974 (με το ΝΔ 53/1974). Περιέχει τον εκτενέστερο ορισμό της ελευθερίας έκφρασης ταυτόχρονα όμως με τον εκτενέστερο κατάλογο δυνατών περιορισμών σε αυτή, μεταξύ άλλων και για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων:


Άρθρo10. Ελευθερία έκφρασης
1. Παν πρόσωπoν έχει δικαίωµα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Τo δικαίωµα τoύτo περιλαµβάνει την ελευθερίαν γνώµης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή µεταδόσεως πληρoφoριών ή ιδεών, άνευ επεµβάσεως δηµoσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Τo παρόν άρθρoν δεν κωλύει τα Κράτη από τoυ να υπoβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιoφωνίας, κινηµατoγράφoυ ή τηλεoράσεως εις κανoνισµoύς εκδόσεως αδειών λειτoυργίας.
2. Η άσκησις των ελευθεριών τoύτων, συνεπαγoµένων καθήκoντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ωρισµένας διατυπώσεις, όρoυς, περιoρισµoύς ή κυρώσεις, πρoβλεπoµένoυς υπό τoυ νόµoυ και απoτελoύντας αναγκαία µέτρα εν δηµoκρατική κoινωνία διά την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότηταν ή δηµoσίαν ασφάλειαν, την πρoάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν τoυ εγκλήµατoς, την πρoστασίαν της υπoλήψεως ή των δικαιωµάτων των τρίτων, την παρεµπόδισιν της κoινoλoγήσεως εµπιστευτικών πληρoφoριών ή την διασφάλισιν τoυ κύρoυς και αµερoληψίας της δικαστικής εξoυσίας.

 

2. Δεκαετία 1970: από τη Σύμβαση του ΟΗΕ στον ελληνικό αντιρατσιστικό νόμο

Η χούντα μπορεί να έβγαλε την Ελλάδα (πριν εκδιωχθεί) από το Συμβούλιο της Ευρώπης, αλλά (για άγνωστους λόγους) με το ΠΔ 494/1970 κύρωσε τη Διεθνή Σύμβαση για την Κατάργηση Κάθε Μορφής Φυλετικής Διακρίσεως (ICERD) που επιβάλει στα συμβαλλόμενα κράτη την ποινική δίωξη των διακρίσεων περιλαμβανόμενου του ρατσιστικού λόγου και την απαγόρευση λειτουργίας ρατσιστικών οργανώσεων.

 

Άρθρον 2.- Τα Κράτη μέλη καταδικάζουσι την φυλετικήν διάκρισιν και αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν όπως ακολουθήσωσι, διά παντός καταλλήλου μέσου και άνευ χρονοτριβής,πολιτικήν τείνουσαν εις την εξάλειψιν πάσης μορφής φυλετικής διακρίσεως και όπως ευνοήσωσι την μεταξύ πασών των φυλών συνεννόησιν και προς τον σκοπόν τούτον: […]
δ) έκαστον Κράτος μέλος οφείλει όπως, διά παντός καταλλήλου μέσου, περιλαμβανομένων εάν αι περιστάσεις ήθελον απαιτήσει τούτο και νομοθετικών μέτρων, απαγορεύση και δώση τέλος εις φυλετικήν διάκρισιν ενεργουμένην υπό προσώπων, ομάδων ή οργανώσεων,
Άρθρον 4.- Τα Κράτη μέλη καταδικάζουσι πάσαν προπαγανδιστικήν ενέργειαν και πάσας τας οργανώσεις αίτινες βασίζονται επί ιδεών ή θεωριών περί ανωτερότητος μιας φυλής ή ομάδος προσώπων ενός χρώματος ή εθνολογικής προελεύσεως ή αίτινες προσπαθούσι να δικαιολογήσωσιν ή προάγωσι το φυλετικόν μίσος και πάσης μορφής διάκρισιν,και αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν όπως εφαρμόσωσιν άμεσα και θετικά μέτρα ενδεδειγμένα διά την εξάλειψιν πάσης παροτρύνσεως ή ενεργειών προς τοιαύτην διάκρισιν και, προς τον σκοπόν τούτο, τηρουμένων των αρχών των ενσωματωμένων εις την Παγκόσμιον Δήλωσιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων άτινα ρητώς εκτίθενται εις τον 5ον άρθρον της παρούσης Συμβάσεως όπως μεταξύ άλλων:
α) δηλώσωσι κολάσιμον κατά νόμον παράβασιν, πάσαν διάδοσιν ιδεών βασιζομένων επίτης φυλετικής ανωτερότητος και μίσους, παρότρυνσιν προς φυλετικήν διάκρισιν, ως και πράξεις βίας ή παρότρυνσιν προς διάπραξιν τοιούτων πράξεων εναντίον οιασδήποτε φυλής, ή ομάδος προσώπων άλλου χρώματος ή εθνολογικής προελεύσεως και επίσης την χορήγησιν πάσης βοηθείας διά φυλετικάς δραστηριότητας,περιλαμβανομένης και της χρηματοδοτήσεως αυτών,
β) δηλώσωσι τας παρανόμους οργανώσεις και απαγορεύσωσι τας οργανώσεις ταύτας ως και τας δραστηριότητας οργανωμένης προπαγάνδας και πάντα άλλον τύπον προπαγανδιστικής δραστηριότητος αίτινες παροτρύνουσιν εις την φυλετικήν διάκρισιν και αίτινες ενθαρρύνουσιν αυτήν και όπως δηλώσωσιν ως υπό του νόμου κολάσιμον αδίκημα την συμμετοχήν εις τοιαύτας οργανώσεις ή τοιαύτας δραστηριότητας,
γ) όπως μη επιτρέπωσιν εις τας δημοσίας Αρχάς ουδέ εις τα δημόσια ιδρύματα, εθνικά ή τοπικά, την παρότρυνσιν προς φυλετικήν διάκρισιν ή ενθάρρυνσιν αυτής.

 

Η Ελλάδα μάλιστα κύρωσε την ICERD χωρίς καμιά επιφύλαξη, αντίθετα με άλλες χώρες οι οποίες την κύρωσαν διατυπώνοντας επιφυλάξεις στα άρθρα που ποινικοποιούν τον ρατσιστικό λόγο. Οι ΗΠΑ μάλιστα όχι μόνο διατύπωσαν παρόμοια επιφύλαξη αλλά πρόσθεσαν πως η ICERD δεν έχει υπερνομοθετική ισχύ και δεν κατισχύει των αμερικανικών νόμων. Για τους επιλεκτικούς θαυμαστές των ΗΠΑ υπενθυμίζεται πως η χώρα αυτή έχει το «προνόμιο» να είναι -μαζί με τη Σομαλία που δεν έχει καν κυβέρνηση επί δεκαετίες- η μόνη χώρα στον κόσμο που δεν έχει κυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού καθώς και ίσως η μόνη χώρα που έχει εισάγει νομοθεσία για να νομιμοποιεί καταστάσεις όπως το Γκουαντάναμο ακυρώνοντας τις σχετικές διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης Κατά των Βασανιστηρίων.
Όταν δεν οι ΗΠΑ εξετάσθηκαν από την Επιτροπή του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Βασανιστηρίων για την εφαρμογή της ICERD η Επιτροπή στις 8 Μαΐου 2008 εξέφρασε την ανησυχία της για τις εκτεταμένες επιφυλάξεις των ΗΠΑ στο Άρθρο 4 και κάλεσε τις ΗΠΑ να άρουν ή να περιορίσουν τις επιφυλάξεις τους και πρόσθεσε:«Η Επιτροπή επιθυμεί να επαναλάβει ότι η απαγόρευση κάθε ιδέας που βασίζεται στη φυλετική ανωτερότητα ή στο φυλετικόμίσος είναι συμβατή με την ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης, δεδομένου ότι η άσκηση αυτού του δικαιώματος συνεπάγεται ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις,περιλαμβανόμενης της υποχρέωσης της μη διάδοσης ρατσιστικών ιδεών».[3]

Σε εφαρμογή αυτών των άρθρων της ICERD, η Ελλάδα εισήγαγε τον ισχύοντα αντιρατσιστικό νόμο 927/79:


Αρθρο: 1
1. Όστις δημοσίως, είτε προφορικώς είτε διά του τύπου ή διά γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή παντόςετέρου μέσου εκ προθέσεως προτρέπει εις πράξεις ή ενεργείας δυναμένας να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βίαν κατά προσώπων ή ομάδες προσώπων εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής του, τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή με χρηματικήν ποινήν ή και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων.
2. Διά των εν παρ. 1 ποινών τιμωρείται και όστις συνιστά ή συμμετέχει εις οργανώσεις, αι οποίαι επιδιώκουν ωργανωμένην προπαγάνδαν ή δραστηριότητας πάσης μορφής τεινούσας εις φυλετικάς διακρίσεις.
Αρθρο: 2
Όστις δημοσίως, είτε προφορικώς είτε διά του τύπου ή διά γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή παντός ετέρου μέσου, εκφράζει ιδέας προσβλητικάς κατά προσώπου ή ομάδος προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των, τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρις ενός έτους ή χρηματικήν ποινήν ή και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων.

 

Μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί καμιά 60αριά μηνύσεις με τον αντιρατσιστικό νόμο (σχεδόν όλες από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι) αλλά μόνο μία οδήγησε σε αμετάκλητη καταδίκη, με την απόφαση 5919/18-9-2008 του Α’ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (με Πρόεδρο τον Βασίλειο Πέππα που προήχθη σε αρεοπαγίτη τον Ιούνιο 2013) για αντισημιτισμό (παράβαση του άρθρου 2 του Ν. 927/79) των στελεχών του Ελεύθερου Κόσμου Δημήτριου Ζαφειρόπουλου και Θεόδωρου Χατζηγώγου για σχόλιο του τελευταίου στο φύλλο της 12 Μαρτίου 2006, όπου μεταξύ άλλων αναφερόταν «Δόξα τω Θεώ, ούτε 1.500 Εβραίοι δεν έχουν μείνει στη Θεσσαλονίκη…».[4]

3. Δεκαετία 1990: Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα
Με το Ν.2462/1997 η Ελλάδα κύρωσε με μεγάλη καθυστέρηση το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα που, μεταξύ άλλων, ορίζει την ελευθερία της έκφρασης και τους περιορισμούς σε αυτή, λιγότερους πάντως από αυτούς που προβλέπει η ΕΣΔΑ, και ζητά από τα συμβαλλόμενα κράτη την τιμωρία της επίκλησης του ρατσιστικού μίσους:


Άρθρο 19
1. Κανείς δεν πρέπει να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις τoυ.
2. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Τo δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και της μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, προφορικά, γραπτά, σε έντυπα, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής τoυ.
3. Η άσκηση των δικαιωμάτων, πoυ προβλέπονται στην παράγραφο 2 τoυ άρθρου αυτού, συνεπάγεται ειδικά καθήκοντα και ευθύνες. Μπορεί, επομένως, να υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, oι oπoίoι όμως πρέπει να προβλέπονται με σαφήνεια από τo νόμο και να είναι απαραίτητοι:
α.για τo σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων,
β.για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών.

Άρθρο 20
1. Κάθε προπαγάνδα υπέρ τoυ πολέμου απαγορεύεται από τo νόμο.
2. Κάθε επίκληση εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους, πoυ απoτελεί υπoκίνηση διακρίσεων, εχθρότητας ή βίας απαγορεύεται από τo νόμο.


4. 2009: «Κίτρινες κάρτες» από ΟΗΕ και Συμβούλιο της Ευρώπης για μη δίωξη ρατσιστικού λόγου
Οι χώρες που κυρώνουν διεθνείς συμβάσεις αποδέχονται τον έλεγχο διεθνών επιτροπών εμπειρογνωμόνων για το πώς εφαρμόζουν τις συμβάσεις αυτές. Το καλοκαίρι του 2009, μέσα σε τρεις εβδομάδες, η Ελλάδα δέχθηκε δύο «κίτρινες κάρτες» από τις αρμοδιότερες επιτροπές του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ουσιαστική ατιμωρησία του ρατσιστικού λόγου.
Στις 28 Αυγούστου 2009, η Επιτροπή του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων δημοσιοποίησε τις «Καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων για την Ελλάδα» στις οποίες μεταξύ άλλων αναφέρεται:[5]

«10. Η Επιτροπή ανησυχεί για το ότι το Κράτος μέλος δεν εφαρμόζει αποτελεσματικά τις νομικές διατάξεις που αποσκοπούν στην εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων και ιδίως αυτές που σχετίζονται με την ποινική δίωξη και την τιμωρία των εγκλημάτων με ρατσιστικό κίνητρο.

Η Επιτροπή καλεί το Κράτος μέλος να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή όλων των νομικών διατάξεων που αποσκοπούν στην εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων καθώς και το ότι τα εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο θα διώκονται ποινικά και θα τιμωρούνται με αποτελεσματικό τρόπο. Η Επιτροπή περαιτέρω ζητά από το Κράτος μέλος να παράσχει στην επόμενη έκθεσή του επικαιροποιημένες πληροφορίες όσον αφορά την εκ μέρους των δικαστηρίων εφαρμογή των ποινικών διατάξεων που τιμωρούν πράξεις φυλετικών διακρίσεων, όπως αυτές που περιλαμβάνονται στο Νόμο 927/1979. Τέτοιες πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν τον αριθμό και τη φύση των υποθέσεων ενώπιον της δικαιοσύνης, τις καταδίκες που αποφασίστηκαν και τις ποινές που επιβλήθηκαν, όπως και κάθε αποζημίωση ή άλλης μορφής αποκατάσταση που παρασχέθηκε στα θύματα αυτών τωνπράξεων.

11. Η Επιτροπή ανησυχεί από αναφορές για τη διάδοση ρατσιστικών στερεοτύπων και μισαλλόδοξων σχολίων από συγκεκριμένες οργανώσεις και ΜΜΕ κατά προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές εθνοτικές και φυλετικές ομάδες.

Η Επιτροπή απευθύνει σύσταση στο Κράτος μέλος να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την τιμωρία των οργανώσεων και ΜΜΕ που είναι ένοχα τέτοιων πράξεων. Περαιτέρω απευθύνει σύσταση στο Κράτος μέλος να απαγορεύσει συγκεκριμένα νεο-ναζιστικές ομάδες από την επικράτειά του και να λάβει πιο αποτελεσματικά μέτρα για να διασφαλίσει την ανεκτικότητα απέναντι σε πρόσωπα με διαφορετική εθνοτική καταγωγή.»

 

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2009, εξετάζοντας την εφαρμογή των διεθνών και ευρωπαϊκών συμβάσεων κατά του ρατσισμού από την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) δημοσιοποίησε την «Έκθεση της ECRI για την Ελλάδα (τέταρτος κύκλος επιτήρησης)»[6] στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται:

«(…) Διατάξεις ποινικού δικαίου κατά τουρατσισμού

14. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε στιςελληνικές αρχές να εξετάσουν λεπτομερώς την εφαρμογή των διατάξεων ποινικού δικαίου κατά του ρατσισμού, ώστε να καθορίσουν τους λόγους για τους οποίους εφαρμόζονται σπάνια. Η ECRI συνέστησε επίσης να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή τους.

15. Η ECRI σημειώνει με ικανοποίηση ότι σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Νόμου 3719/2008, που τροποποίησε το Άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα, η διάπραξη ενός αδικήματος στη βάση, μεταξύ άλλων, εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους θεωρείται επιβαρυντικό στοιχείο, όπως προτείνεται στην υπ’αριθμό 7 σύσταση γενικής πολιτικής της εθνικής νομοθεσίας για την καταπολέμησητου ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων.

16. Κάποια άτομα διώχθηκαν επιτυχώς τα τελευταία χρόνια για αντισημιτικές δημοσιεύσεις ή δημοσιεύσεις κατά των Ρομά σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το Νόμο 927/1979 που απαγορεύει την υποκίνηση φυλετικού μίσους.Στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, το Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον εκδότη της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος και έναν από τους πρώην αρθρογράφους του σε πεντάμηνη ποινή με αναστολή σύμφωνα με το νόμο αυτό για ένα άρθρο στο φύλλο της12 Μαρτίου 2006 της εφημερίδας, που περιείχε αντισημιτικές δηλώσεις. Τα ίδια άτομα καταδικάστηκαν επίσης, μαζί με έναν τρίτο κατηγορούμενο για ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα στις 18 Ιουνίου 2006 με γλώσσα που υποκινούσε μίσος κατά των Ρομά. Στις 13 Δεκεμβρίου 2007, ένα άτομο ιδιαίτερα γνωστό για τις ακροδεξιές του απόψεις καταδικάστηκε επίσης, από το Εφετείο Αθηνών σύμφωνα με το Νόμο 927/1979 για ένα εμφανώς αντισημιτικό βιβλίο σε ποινή 14 μηνών με αναστολή και σε 3 χρόνια επιτήρησης. Ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε στις 27 Μαρτίου 2009. Την περίοδο της συγγραφής, πληροφορίες ανέφεραν ότι φορείς της κοινωνίας των πολιτών θα προέβαιναν σε όλες τις δυνατές προσφυγές κατά της απαλλαγής του.

17. Ενώ χαιρετίζει τις παραπάνω εξελίξεις, η ECRI εκφράζει τη λύπη της, καθώς οι αρχές ομολογούν ότι ο Νόμος 927/1979 εξακολουθεί να εφαρμόζεται σπάνια παρόλο που πληροφορίες υποδεικνύουν περιπτώσεις υποκίνησης φυλετικού μίσους στην Ελλάδα. Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν ενημερώσει επιπλέον την ECRI ότι οι παραπάνω περιπτώσεις τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου με δική τους πρωτοβουλία. Επομένως, είναι ακόμη απαραίτητες περισσότερες ενέργειες από την πλευρά του Εισαγγελέα για το σκοπό αυτό, καθώς φαίνεται ότι σπάνια υποβάλλει αυτεπαγγέλτως υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου. Οι ελληνικές αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι, για το σκοπό αυτό, ορίστηκε πρόσφατα ειδικός Εισαγγελέας ως άτομο επικοινωνίας αναφορικά με τέτοιου είδους εγκλήματα και με εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, όλες οι διώξεις βάσει του Νόμου 927/1979 παρακολουθούνται και σχετικά στατιστικά στοιχεία αποστέλλονται στο Εθνικό Εστιακό Κέντρο για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία.

18. Η ECRI συνιστά έντονα στις ελληνικές αρχές να δράσουν σθεναρά για να διασφαλίσουν την τιμωρία των παραβάσεων του Νόμου 927/1979 ώστε να καταπολεμήσουν κατάλληλα την υποκίνηση φυλετικού μίσους.

19. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές η αρχική και η συνεχής εκπαίδευση που παρέχεται σε δικαστές και εισαγγελείς να τονίζει τηνομοθεσία κατά του ρατσισμού γενικά και ιδιαίτερα τους νέους νόμους που προβλέπουν τα ρατσιστικά κίνητρα ενός εγκλήματος να θεωρούνται επιβαρυντικό στοιχείο για την επιβολή της ποινής.

[…] Απονομή δικαιοσύνης

80. Οι ελληνικές αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι η Εθνική Σχολή Δικαστών παρέχει εκπαίδευση για τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικά και τον αγώνα κατά του ρατσισμού ειδικότερα και ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης κοινοποίησε μια εγκύκλιο για το Νόμο 3304/2005 σχετικά με την «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού» . Οι αρχές έχουν επίσης υποδείξει ότι η σχολή διοργανώνει ετήσια σεμινάρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για ζητήματα που αφορούν εκείνους που ζητούν άσυλο και τουςπρόσφυγες και ότι οι υπάρχοντες δικαστές παίρνουν μέρος στα σεμινάρια αυτά. Ωστόσο, η ECRI έχει λάβει αναφορές για κάποιους δικαστές και εισαγγελείς που κάνουν ρατσιστικές δηλώσεις.
81. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να ενισχύσουν την αρχική και την τρέχουσα εκπαίδευση που παρέχεται στους δικαστές και τους εισαγγελείς για θέματα που αφορούν το ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις. Συνιστά επίσης να τους παρέχεται αρχική εκπαίδευση και εκπαίδευση εντός της υπηρεσίας για τη σχετική ελληνική νομοθεσία. Η ECRI συνιστά η εκπαίδευση αυτού του είδους να παρέχεται στους εισαγγελείς και η ίδια δυνατότητα να προσφέρεται και στους δικηγόρους. […]

 

Ο ρατσισμός στον δημόσιο λόγο

86. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε στις ελληνικές αρχές να επιστήσουν την προσοχή των εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης για τους κινδύνους του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας. Στις περιπτώσεις όπου έχουν δημοσιευθεί ρατσιστικά άρθρα, ενθάρρυνε έντονα τις ελληνικές αρχές να προβούν σε κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου να ασκηθεί δίωξη και να τιμωρηθούν οι υπαίτιοι.

87. Οι ελληνικές αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι τα οπτικοακουστικά και έντυπα μέσα ενημέρωσης έχουν υιοθετήσει έναν κώδικα συμπεριφοράς και ότι όσον αφορά τα πρώτα, το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις σε περιπτώσεις ρατσιστικού λόγου και το έχει ήδη κάνει ύστερα από τη δημοσίευση της τρίτης έκθεσης της ECRI. Οι αρχές θεωρούν, ωστόσο, ότι η ελευθερία του λόγου θα πρέπει να υπερισχύει και θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην αύξηση της ενημέρωσης. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, κάποιες περιπτώσεις υποκίνησης φυλετικού μίσους (κατά Εβραίων και Ρομά) έχουν παραπεμφθεί στο δικαστήριο στην Ελλάδα σύμφωνα με το Νόμο 927/1979 και καταδικάστηκαν, καθιερώνοντας έτσι μια νομολογία για τους περιορισμούς της ελευθερίας του λόγου όσον αφορά την υποκίνηση του φυλετικού μίσους. Όπωςαναφέρθηκε και σε άλλα σημεία της έκθεσης, τα μέσα ενημέρωσης, περιλαμβανομένων και κάποιων εφημερίδων δημοσιεύουν αντισημιτικά άρθρα. Οι αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι έχει διενεργηθεί μια εκστρατεία για την πολυπολιτισμικότητα στα μέσα ενημέρωσης για την προώθηση του πολιτισμικού διαλόγου. Ωστόσο, φαίνεται ότι είναι απαραίτητα περισσότερα μέτρα για την αύξηση της ευαισθητοποίησης των μέσων ενημέρωσης για υπεύθυνες αναφορές και για το νόμο για την υποκίνηση φυλετικού μίσους.

88. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να συνεχίσουν να διασφαλίζουν την επιβολή του Νόμου 927/1979 κατά δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης που υποκινούν το φυλετικό μίσος.

89. Η ECRI ενθαρρύνει τις ελληνικές αρχές να ενημερώσουν τα μέσα ενημέρωσης, χωρίς να πλήττουν τη δημοσιογραφική ανεξαρτησία, για την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που παρέχουν δεν δημιουργούν κλίμα εχθρότητας κατά των μελών εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων. Συνιστά επίσης στις αρχές να υποστηρίξουν κάθε πρωτοβουλία που λαμβάνουν τα μέσα ενημέρωσης στον τομέα αυτό και να τους προμηθεύσουν με τους απαραίτητους πόρους για να παρέχουν αρχική εκπαίδευση και εκπαίδευση μέσα στην υπηρεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικά και για τα θέματα ρατσισμού ειδικότερα.

90. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε πιο εκτεταμένη και συστηματική αύξηση της ενημέρωσης και πρωτοβουλίες κατάρτισης που θα στοχεύουν σε δημόσιους υπαλλήλους, αιρετούς αντιπροσώπους και πολιτικούς πάνω σε ζητήματα ρατσισμού και διακρίσεων. Η ECRI επίσης συνέστησε στις ελληνικές αρχές να αναπτύξουν περαιτέρω τις δραστηριότητες αύξησης της ενημέρωσης που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, με τη διοργάνωση, για παράδειγμα, εθνικής εκστρατείας κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας. 

91. Ο επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος (το κόμμα ΛΑ.Ο.Σ.), που έλαβε περίπου 3% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές του 2007, κάνει συχνά δημόσια αντισημιτικές και ρατσιστικές δηλώσεις, κατηγορώντας ακόμη τους μετανάστες για αύξηση των εγκλημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά και της βίας. Έως τώρα, δεν έχει διωχθεί για καμία από αυτές τις δηλώσεις σύμφωνα με το Νόμο 927/1979. Ωστόσο, κάποιοι πολιτικοί ενεργούν πιο υπεύθυνα, όπως αναφέρθηκε στα μέσα ενημέρωσης αναφορικά με το Νομάρχη Αθηνών που εξέφρασε την επιθυμία του να βελτιώσει τις συνθήκες στέγασης των παράνομων μεταναστών στην Πλατεία Ομονοίας της Αθήνας, καθώς ζουν σε συνθήκες υποδεέστερες φυσιολογικών προτύπων.

92. Η ECRI επισημαίνει ανησυχητικές εκθέσεις κάποιων εισαγγελέων, περιλαμβανομένου και του Προϊστάμενου της Εισαγγελίας, που κάνουν ρατσιστικές ή αντισημιτικές δηλώσεις χωρίς να τους επιβάλλονται κυρώσεις. […]

94. Η ECRI παροτρύνει τις ελληνικές αρχές να διασφαλίσουνότι ο Νόμος 927/1979 εφαρμόζεται όσον αφορά όλα τα δημόσια πρόσωπα που χρησιμοποιούν ρατσιστικό λόγο.

 

[…] Αντισημιτισμός

 

167. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε στις ελληνικές αρχές να παρακολουθούν στενά την κατάσταση που αφορά τις αντισημιτικές ενέργειες και δηλώσεις και να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα αύξησης της ενημέρωσης και κυρώσεων προκειμένου να παύσουν τέτοιες πράξεις. […]

170. Οι αντιπρόσωποι της εβραϊκής κοινότητας έχουν επισημάνει ότι η όξυνση της διαμάχης στη Μέση Ανατολή προκαλεί τον αντισημιτισμό σε κάποια ελληνικά μέσα ενημέρωσης και ότι κάποιες εφημερίδες υπερβαίνουν ταωόρια ανάμεσα στην πολιτική ανάλυση της κατάστασης και τον αντισημιτισμό. Οι ελληνικές αρχές δεν έχουν επιβάλει αποτελεσματικές κυρώσεις σε εκείνους που δημοσιεύουν αντισημιτικά βιβλία. Ως προς το σημείο αυτό, η ECRI επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή των ελληνικών αρχών στην υπ’ αριθμό 9 Σύσταση Γενικής Πολιτικής για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού στην οποία καλεί τα κράτη μέλη να ποινικοποιήσουν, μεταξύ άλλων, τη δημόσια μετάδοση ή διανομή γραπτού, εικονογραφημένου ή άλλου αντισημιτικού υλικού.»


Υπεράσπιση της ελευθερίας (μόνο) του ρατσιστικού λόγου στην Ελλάδα
Από τα παραπάνω προκύπτει πως στο ελληνικό κράτος δικαίου υπάρχουν πολλοί περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης και η χώρα έχει μάλιστα ελεγχθεί διεθνώς για τη μη εφαρμογή τους για την τιμωρία του ρατσιστικού λόγου. Για τους περιορισμούς αυτούς, καθώς και για τη διεθνή κατακραυγή, μέχρι το 2007 που δημοσιοποιήθηκε η ποινική δίωξη του αυτοαποκαλούμενου ναζιστή Κώστα Πλεύρη με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο 927/1979, δεν είναι γνωστό να είχε εκφραστεί καμιά κριτική από κανέναν/μία. Η δίκη Πλεύρη και στη συνέχεια η πρόθεση να εισαχθεί νέος αντιρατσιστικό νόμος οδήγησαν σε σειρά δημόσιων παρεμβάσεων υπέρ της απόλυτης ελευθερίας του λόγου και κατά τόσο της δίκης του Πλεύρη όσο και του νέου αντιρατσιστικού νόμου.[7]
Πρώτο κοινό χαρακτηριστικό σχεδόν όλων των κειμένων υπέρ της ελευθερίας του λόγου είναι πως, ενώ ισχυρίζονται πως υπερασπίζονται το λόγο χωρίς περιορισμούς γενικά, στην επιχειρηματολογία τους περιορίζονται στην υπεράσπιση της ελευθερίας μόνο του ρατσιστικού λόγου. Η ποινικοποίηση άλλων μορφών λόγου (εξύβριση και δυσφήμηση, λόγος που προκαλεί διατάραξη της ειρήνης των πολιτών ή συνιστά απειλή, κ.λπ.) δεν επικρίνεται, αν, μερικές φορές, δεν επικροτείται κιόλας. Οι παραβιάσεις της ελευθερίας της έκφρασης των εθνικών μειονοτήτων αρχίζοντας από τον αυτοπροσδιορισμό τους ως Τούρκων και Μακεδόνων, για την οποία επίσης εγκαλείται η Ελλάδα διεθνώς, επίσης δεν επικρίνεται. Το ίδιο συμβαίνει και με την ελευθερία της έκφρασης των αντιρατσιστών. Σχεδόν κανένας από όσους και όσες καταδίκασαν τη δίωξη Πλεύρη στον όνομα της ελευθερίας της έκφρασης δεν έκαναν το ίδιο για τη δίωξη των εκπροσώπων του ελληνικού εβραϊσμού και των αντιρατσιστών επειδή είχαν μηνύσει τον Πλεύρη ως αντισημίτη. Άρα δεν είναι υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης άνευ όρων, όπως ισχυρίζονται. Την επικαλούνται μόνο όπου τους συμφέρει - όπως ακριβώς και ο Πλεύρης.
Μάλιστα αρκετοί από αυτούς και αυτές που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι/ες υποστήριξαν πρόσφατα και το κλείσιμο της ΕΡΤ: όταν δε τους επεσήμαινες πως το κλείσιμο καταδίκασε η ηγεσία του φιλελεύθερου κόμματος ALDE στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η απάντηση ήταν πως το ALDE δεν είναι το πολιτμπυρό των φιλελευθέρων να διερμηνεύει την αυθεντική αλήθεια και πως η πρόσκληση να τοποθετηθούν στις θέσεις αυτές ισοδυναμεί με παπαδίστικα περί ευαγγελίων και μετανοίας που δεν μπορείς να επισημαίνεις σε ανθρώπους με ελεύθερη σκέψη.
Πιο σημαντικό όμως είναι πως κανένας και καμία δεν τολμά να επιχειρηματολογήσει υπέρ των απόψεών του/της συμπεριλαμβάνοντας πώς η Ελλάδα δεν θα διώκει τον ρατσιστικό λόγο όταν έχει τη διεθνή υποχρέωση και μάλιστα όταν έχει δεχθεί τον διεθνή έλεγχο για τη μη συμμόρφωσή της: δεν τολμά γιατί δεν μπορεί. Ας πούμε δεν ακούστηκε άποψη υπέρ της καταγγελίας από την Ελλάδα των διεθνών συμβάσεων που τη δεσμεύουν. Κάποια στιγμή ακούστηκε βέβαια το επιχείρημα πως όπως η Ελλάδα δεν ενσωματώνει άλλες διεθνείς συμβατικές υποχρεώσεις της, ας μην τηρήσει και αυτή.
Ακούγεται επίσης το επιχείρημα πως στο λόγο απαντάς με λόγο. Την απάντηση έχει δώσει ο Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργος Τσιάκαλος:

 

Μόνο τότε έχω το ηθικό δικαίωμα να‘υπερασπίζομαι’ το δικαίωμα των νεοναζιστών στη διάδοση του ψεύδους τους, όταν ο ίδιος κάνω τα πάντα για να υπερασπιστώ και να διαδώσω την αλήθεια. Την αλήθεια για τον πόνο των θυμάτων και των συγγενών τους, για την οριστική εξαφάνιση θαυμάσιων πολιτισμών, για τη μετατροπή εκατομμυρίων ανθρώπων σε κτήνη -εννοώ και τους θύτες!-, για το θάνατο δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων ως αποτέλεσμα του πολέμου. Όποιος δεν το κάνει αυτό και εξαντλεί τη δημοκρατική του ευαισθησία στην υπεράσπιση της ελεύθερης διακίνησης των νεοναζιστικών ιδεών, ηθελημένα ή άθελα, εναποθέτει τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς στα χέρια εκείνων που μετέτρεψαν τον φτωχό λογιστή Γιόζεφ Κράμερ στον εγκληματία πολέμου Γιόζεφ Κράμερ.»[8]

 

Κανένας και καμία από τους υποστηρικτές της ελευθερίας του ρατσιστικού λόγου και επικριτές του αντιρατσιστικού νόμου δεν έχει να επιδείξει έστω και μιαν απόπειρα «να διαδώσει την αλήθεια».
Άλλη ακραία τοποθέτηση είναι η υποστήριξη της απόλυτης ελευθερίας (μόνο) της (ρατσιστικής) έκφρασης με το επιχείρημα πως είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και πως τίποτε δεν μπορεί να είναι πάνω από το Σύνταγμα. Κατ’ αρχή το Σύνταγμα δεν αναφέρεταισε απόλυτη ελευθερία: «Άρθρο 14: Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους». Αντίθετα το Σύνταγμα υπερτονίζει την προστασία της αξίας του ανθρώπου: «Άρθρο 2: Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Επίσης προστατεύει την προσωπικότητα και απαγορεύει τιςδιακρίσεις: «Άρθρο 5: 1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. 2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.» Τέλος, το Σύνταγμα απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος: «Άρθρο 25: […]3. Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται.»
Η συνεκτίμηση όλων αυτών των συνταγματικών διατάξεων στα πλαίσια της εφαρμογής του αντιρατσιστικούνόμου 927/79 έχει γίνει ομόφωνα από τον Άρειο Πάγο στην κατά τα άλλα «επονείδιστη», κατά τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλη Σταθόπουλο, κατά πλειοψηφία απαλλακτική απόφαση 3/2010 στην υπόθεση Πλεύρη:

 

«Οι διατάξειςτου ν. 927/1979 πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά και αυστηρά, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 1 και 16 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 10 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., με τις οποίες κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης των στοχασμών του ατόμου (προφορικά, γραπτά και διά του τύπου) καθώς και η ελευθερία της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας, που αποτελούν εκφάνσεις της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Χώρας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), υπότους περιορισμούς όμως που θέτουν τα άρθρα 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, 2 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και τα συναφή άρθρα των ποινικών εν γένει νόμων. Η άσκηση των συνταγματικών αυτών δικαιωμάτων πρέπει να κρίνεται σε συνδυασμό με την απορρέουσα από τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 2 πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας για σεβασμό και προστασία της αξίας του ατόμου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η φυλετική και εθνική καταγωγή του, στην οποία και ανταποκρίθηκε με τον ν. 927/1979, και προεχόντως, με την επικύρωση, ως μέλος της διεθνούς κοινότητας, με το ν.δ. 494/1970 της υπογραφείσης στις 7-3-1966 Διεθνούς Συμβάσεως.»

 

Όπως είναι γνωστό, η πλειοψηφία του Αρείου Πάγου στη συνέχεια απάλλαξε τον Πλεύρη όχι στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης αλλά γιατί δήθεν καταφερόταν όχι κατά των Εβραίων αλλά κατά των «Εβραιοσιωνιστών που δεν αποτελούν ομάδα προσώπων που εντάσσεται στην έννοια της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής», αιτιολογία που η μειοψηφία του Αρείου Πάγου χαρακτήρισε «πρόσχημα».[9]
Ανάλογη ήταν και η απόφαση 1 BvR23/94/13.4.1994 του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Γερμανία σε προσφυγή του νεο-ναζιστικού κόμματος NPD κατά της θεσμικής πλαισίωσης για τη διεξαγωγή εκδήλωσής του:

 

«Η ελευθερία του λόγου δεν είναι εγγυημένη άνευ όρων […] υπόκειται στους περιορισμούς του Θεμελιώδους Νόμου και της γενικής νομοθεσίας […]. Η ελευθερία του λόγου δεν κατέχει προτεραιότητα έναντι της προστασίας της προσωπικότητας. Αναφορικά με τις εκφράσεις γνώμης που εκλαμβάνονται ως τυπική προσβολή ή ύβρις, η προστασία της προσωπικότητας κατά κανόνα προηγείται της ελευθερίας της γνώμης. Σε ό,τι αφορά τις απαγορευόμενες εκφράσεις, ότι στο Τρίτο Ράιχ δεν υπήρξε δίωξη των Εβραίων, πρόκειται […] για αναληθή ισχυρισμό […] που δεν απολαμβάνει της προστασίας της ελευθερίας της γνώμης».[10]


Κατά συνέπεια, η όποια επιχειρηματολογία υπέρ της απόλυτης ελευθερίας (στην ουσία μόνο) του ρατσιστικού λόγου δεν έχει καμιά συνταγματική ή διεθνοδικαιωματική βάση, πέραν του ότι λειτουργεί υπέρ των ρατσιστών και σε βάρος των θυμάτων τους. Μπορεί να αποτελεί ουτοπικό όραμα κάποιων με φιλοσοφική αναφορά σε κάποιο φιλελευθερισμό,όπως αποτελεί ουτοπικό όραμα κάποιων άλλων (μεταξύ των οποίων και του γράφοντα) με φιλοσοφική αναφορά σε κάποιο αναρχισμό η κοινωνία με απουσία κράτους. Στο διεθνές σύστημα και στο κράτος δικαίου όπου ζούμε όμως, τα ουτοπικά οράματα δενμπορούν να διεκδικούν καθεστώς αρχών δικαίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Τσβετάν Τοντορόφ «Κίνδυνοι για τη δημοκρατία», από τον Θανάση Γιαλκέτση στην Εφημερίδα των Συντακτών, 7 Απριλίου 2013 http://www.efsyn.gr/?p=38084
[2] http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2008:328:0055:0058:EL:PDF
[3] http://daccess-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/G08/419/82/PDF/G0841982.pdf?OpenElement (παράγραφος 18)
[4]http://cm.greekhelsinki.gr/uploads/2008_files/ghm1058_katadiki_elkosmou_antisimitika_greek.doc
[5] Μετάφραση στα ελληνικά από το πρωτότυπο στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση:  http://www2.ohchr.org/english/bodies/cerd/docs/co/CERD.C.GRC.CO.19.doc
[6] http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/ecri/Country-by-country/Greece/GRC-CbC-IV-2009-031-GRC.pdf
[7] Έχουμε συλλέξει μερικά από τα κείμενα αυτά καθώς και σχετικό αντίλογο στο «Ρατσιστικός λόγος, καταχρηστική επίκληση ελευθερίας έκφρασης και αντιρατσιστικός νόμος (συλλογή κειμένων)» https://www.facebook.com/notes/panayote-dimitras/%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%AD%CE%BA%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-/212030405489344
[8] «Ιστορική λεπτομέρεια και τελευταία μάχη - Σύγχρονα κατασκευάσματα των αρνητών των ναζιστικών εγκλημάτων» του Γιώργου Τσιάκαλου http://antifasistikimneme.blogspot.gr/p/blog-page.html
[9] http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=H9946F7BRL9LVHZJYRVYLEKBG78DDI&apof=3_2010
[10] «Συνολική πολιτική κατά του ρατσισμού» της Βασιλικής Γεωργιάδου, Το Βήμα,19/5/2013 http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=513400



Παναγιώτης Δημητράς

Εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), μέλος της Γραμματείας της Ένωσης Ουμανιστών Ελλάδας (ΕΝΩ.ΟΥΜ.Ε.), μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου της Ευρωπαϊκής Ουμανιστικής Ομοσπονδίας και μέλος της Συνέλευσης Εκπροσώπων της Παγκόσμιας Οργάνωσης Κατά των Βασανιστηρίων (OMCT). Συγγραφέας του βιβλίου Αναζητώντας τα χαμένα δικαιώματα στην Ελλάδα. Η σκοτεινή πλευρά της ελληνικής δημοκρατίας (2007).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά