Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Ένας σκοτεινός εξουσιαστής

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 23
Ο Βλάντιμιρ Πούτιν κυνηγάει με βέλη που περιέχουν αναισθητικό μια τίγρη σε ζωολογικό κήπο τον Αύγουστο του 2008. Ο Βλάντιμιρ Πούτιν κυνηγάει με βέλη που περιέχουν αναισθητικό μια τίγρη σε ζωολογικό κήπο τον Αύγουστο του 2008. Ρωσική Προεδρία

Masha Gessen, Βλαντίμιρ Πούτιν. Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο, μετάφραση από τα αγγλικά: Τιτίνα Σπερελάκη, Πατάκη,  385 σελ.

To σύστημα Πούτιν είναι αυταρχικό, καταπιεστικό, περιφρονεί τα στοιχειώδη δικαιώματα και χειραγωγεί το κράτος δικαίου. Η βιογραφία του εκ νέου προέδρου της Ρωσίας από τη Μάσα Γκέσεν συνθέτει τα απεχθή χαρακτηριστικά ενός πολιτικού που, αν και πασχίζει να πείσει για την πίστη του στη δημοκρατία, στην πραγματικότητα συμπεριφέρεται σαν δικτάτορας της Μέσης Ανατολής – ή σαν κάπο μιας καλά οργανωμένης μαφίας. Αναδημοσίευση από το Τεύχος 23.

Στις 3 Δεκεμβρίου 2011, παραμονή των βουλευτικών εκλογών στη Ρωσία, η Μάσα Γκέσεν γυρνούσε με το αυτοκίνητό της στους δρόμους της Μόσχας. Παρατηρούσε τον κόσμο, προσπαθούσε να ανιχνεύσει τη διάθεσή του, να πιάσει το κλίμα εκείνης της ιδιαίτερης μέρας. Ενδεχομένως δεν έκανε τίποτε περισσότερο απ’ ό,τι θα έκανε κάθε δημοσιογράφος στη θέση της. Υπήρχε, όμως, μια διαφορά. Σε αυτές τις εκλογές, η Μάσα Γκέσεν είχε αποφασίσει να ψηφίσει έπειτα από πολλά χρόνια συνειδητής αποχής από τις κάλπες. Ήταν μια επιλογή την οποία υπαγόρευε ένας διαφορετικός άνεμος που έπνεε στη Μόσχα, η βεβαιότητα ότι το κόμμα της Ενωμένης Ρωσίας θα έβγαινε λαβωμένο από την εκλογική διαδικασία, η αίσθηση ότι τίποτε δεν θα ήταν πια το ίδιο για τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Το βράδυ των εκλογών η φιλελεύθερη Ρωσία γιόρταζε. Η Μάσα Γκέσεν πέρασε από συγκεντρώσεις και σπίτια φίλων, βρήκε πολλούς σαν κι αυτή που είχαν πάει έπειτα από πολλά χρόνια να ψηφίσουν, η συγκίνηση ήταν διάχυτη, η αισιοδοξία περίσσευε. Η αίσθηση αυτή επιβεβαιώθηκε την επομένη. Η Ενωμένη Ρωσία βγήκε πρώτο κόμμα αλλά με ποσοστό που δεν ξεπέρασε το 50%, δηλαδή πολύ κάτω από το 66% των προηγούμενων εκλογών. Οι καταγγελίες για νοθεία έκαναν το «θρίαμβο» να μοιάζει με ταπεινωτική ήττα. Αυτές δεν ήταν εκλογές που μπορούσαν να εκτονώσουν το κλίμα. Η οργή ξεχείλιζε, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ζητούσε ανοικτά επανάληψη της διαδικασίας, οι Μοσχοβίτες οργανώνονταν στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Οι 3.000 της πρώτης διαδήλωσης έγιναν 5.000 στην επόμενη. Το ραντεβού για το συλλαλητήριο του Σαββάτου ανέβασε τις προσδοκίες στα ύψη. Η Γκέσεν μέτραγε τα «likes» και τα «θα πάω» στο facebook. Και αγωνιούσε. Θα έρθουν όλοι όσοι έχουν κάνει κλικ με το ποντίκι; Η πλατεία Μπολότναγια θα γεμίσει στο σαββατιάτικο ραντεβού της 10ης Δεκεμβρίου;  Η αγανάκτηση θα νικήσει την αδιαφορία; Πραγματικός θρίαμβος. Ο κόσμος είναι πολύ περισσότερος από 35.000. Οι πιο ενθουσιώδεις θα κάνουν λόγο για 150.000. Το Κρεμλίνο σιωπά, η τηλεόραση σπάει τη δική της σιωπή. Είναι εμφανές, κάτι έχει αλλάξει. Ή μήπως όχι;

Η Μάσα Γκέσεν κλείνει τη βιογραφία του Βλαντίμιρ Πούτιν με αυτό το σύντομο χρονικό των εκλογών, ένα μικρό προσωπικό ημερολόγιο για εκείνες τις ημέρες που συγκλόνισαν τη Μόσχα. Μετά τη διαδήλωση της 10ης Δεκεμβρίου φεύγει για την ντάτσα της με την αίσθηση ότι η Ρωσία δεν έχει παραδοθεί στον Πούτιν, ότι ο άνθρωπος που σκόπευε να γίνει ξανά πρόεδρος για να κυβερνήσει άλλα δώδεκα χρόνια τη χώρα του δεν θα είχε πια το ίδιο περιθώριο κινήσεων. Ο Πούτιν θα υποχρεωνόταν να αλλάξει, γιατί η Ρωσία δεν ήταν πια η ίδια. Αλλά οκτώ μήνες από τότε, η αίσθηση δεν είναι πια αυτή. Εκείνες οι διαδηλώσεις που ζητούσαν μια «Ρωσία χωρίς τον Πούτιν» μοιάζουν με μακρινή ανάμνηση. Οι ηγετικές φυσιογνωμίες του κινήματος μπαινοβγαίνουν στη φυλακή. Και μια δίκη αποδεικνύει ότι τα όρια του κυνισμού του «Ανθρώπου δίχως πρόσωπο» είναι ανεξάντλητα. Από αυτή την άποψη, η βιογραφία του Πούτιν που υπογράφει η Μάσα Γκέσεν σκιαγραφεί το σκοτεινό πορτρέτο που έλειπε από το κάδρο μιας εξαιρετικά δυσάρεστης επικαιρότητας.

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ PUSSY RIOT

Η καταδίκη των τριών μελών του συγκροτήματος Pussy Riotσε δύο χρόνια φυλάκιση για την εισβολή στον Ιερό Ναό Του Σωτήρος και την πανκ προσευχή με την οποία ζήτησαν από την Παναγία να απαλλάξει τη Ρωσία από τον Πούτιν ξεγυμνώνει το πρόσωπο μιας «αψεγάδιαστης δικτατορίας» (1). Οι τρεις γυναίκες καταδικάστηκαν για χουλιγκανισμό. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το κίνητρό τους ήταν το θρησκευτικό μίσος. Εκπρόσωπος της Εκκλησίας είχε διαβεβαιώσει ότι η Ναντέζντα Τολοκονίκοβα, 23 ετών, η Μαρία Αλέκινα, 24, και η Εκατερίνα Σαμούσεβιτς, 29 ετών, «θα τιμωρηθούν σε αυτήν και την άλλη ζωή».

Η Μάσα Γκέσεν παρακολούθησε από κοντά τη δίκη των τριών γυναικών. Και είχε περιγράψει με ακρίβεια στους New York Times τις συνθήκες της διεξαγωγής της (2). Ήταν μια δίκη-παρωδία που θα ζήλευε ακόμη κι ένα σταλινικό καθεστώς. Η πρόεδρος της έδρας θεωρεί τον δαιμονισμό ασθένεια που μπορεί να διαγνωσθεί ιατρικά, οι αστυνομικοί εμποδίζουν την είσοδο στους μάρτυρες υπεράσπισης και η έδρα σπεύδει να τους κηρύξει απόντες, η αίθουσα εκκενώνεται έπειτα από τηλεφώνημα για βόμβα εκτός από τις τρεις κατηγορούμενες που παραμένουν στον γυάλινο κλωβό τους, η απόφαση είναι ένας παραληρηματικός φιλιππικός, ένας παράλογος ποταμός 40 λεπτών. Αυτά είναι μερικά από τα «χάι λάιτς» μιας δίκης που δεν θα έκανε υπερήφανο κανένα δικαστικό σύστημα στον κόσμο, ένα δείγμα απονομής δικαιοσύνης πέρα και έξω από τους κανόνες της δημοκρατίας. Οι τρεις γυναίκες κρατήθηκαν επί πέντε μήνες στις φυλακές έως ότου αρχίσει η δίκη τους, ενώ στο δικαστήριο μεταφέρονταν κάθε μέρα σιδηροδέσμιες.

Η καταδίκη προκαλεί έντονες αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο (3). Αλλά το Κρεμλίνο αδιαφορεί. Η διεθνής κατακραυγή δεν φτάνει στη Μόσχα, παρά σαν μακρινός απόηχος μιας ενοχλητικής παρέμβασης. Και εκείνη η σύσταση του Βλαντίμιρ Πούτιν προς το δικαστήριο να δείξει επιείκεια απομένει έσχατο δείγμα κυνισμού.

Ο ΚΥΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ

Στο πορτρέτο που σκιαγραφεί η Μάσα Γκέσεν, ο κυνισμός είναι παρών ως εργαλείο ερμηνείας ενός «Ανθρώπου δίχως πρόσωπο». Από τέτοιου τύπου εργαλεία, όμως, δεν τεκμαίρεται ο τρόπος που ασκείται η εξουσία. Τα τεκμήρια πρέπει να αναζητηθούν στη μέθοδο. Και στην περίπτωση του Βλαντίμιρ Πούτιν, η μέθοδος είναι αυτή ενός πράκτορα της FSB (πρώην KGB). Η Μάσα Γκέσεν πιάνει από εκεί την άκρη του κουβαριού και επανέρχεται συχνά στην ίδια αφετηρία για να συσχετίσει τον Πούτιν και τους πολιτικούς του σχεδιασμούς με μερικές από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που έζησε η Ρωσία τις τελευταίες δεκαετίες.

Υπάρχει ένα αόρατο νήμα που συνδέει την τρομοκρατική επίθεση στο Μπεσλάν με την κατάληψη του θεάτρου της Μόσχας από τσετσένους αντάρτες. Αλλά, κυρίως, υπάρχει ένας τρόπος αντίληψης των πραγμάτων, ένα φίλτρο πρόσληψης της πραγματικότητας. Από μία άποψη, συμπυκνώνεται σε μια φράση: «Φαντάσου ένα παιδί που ονειρεύεται να γίνει στέλεχος της KGBόταν όλοι οι άλλοι θέλουν να γίνουν κοσμοναύτες». Ήταν η εποχή που ο Γκαγκάριν κατακτούσε το διάστημα. Αλλά και η εποχή που οι μυστικές υπηρεσίες επένδυαν στη δημιουργία μιας λαμπερής εικόνας για τη μυστική αστυνομία.

Αυτή είναι η δεκαετία του 1960 στη Σοβιετική Ένωση. Η βιογράφος του Πούτιν εντοπίζει τον μικρό Βλαντίμιρ εκείνων των χρόνων στο Λένιγκραντ. Εκεί θα γεννηθεί, οκτώ χρόνια μετά τη ναζιστική πολιορκία που άφησε βαθύτατα τραύματα στην πόλη. Είναι ένας κόσμος πείνας και καταστροφής, φτώχειας και θανάτου. Η Μάσα Γκέσεν εντάσσει την οικογένεια Πούτιν σε ένα είδος προνομιούχων:

Αν εξετάσει κανείς τις λεπτές αποχρώσεις της μεταπολεμικής σοβιετικής φτώχειας, οι Πούτιν  φαίνονται ουσιαστικά πλούσιοι. Με δεδομένη τη μόνιμη αδυναμία τους στο γιο τους, μερικές φορές τα αποτελέσματα ήταν ασυνήθιστα. Για παράδειγμα, στην πρώτη τάξη ο Βλαντίμιρ φορούσε ρολόι, ένα αξεσουάρ σπάνιο και ακριβό που προσέδιδε κύρος σε άτομο οποιασδήποτε ηλικίας τη συγκεκριμένη εποχή και στο συγκεκριμένο μέρος.

Είναι από αυτές τις λεπτομέρειες που μπορεί κανείς να υποδεχθεί ευχάριστα ή αδιάφορα σε μια βιογραφία. Αλλά στην περίπτωση του Βλαντίμιρ Πούτιν κάθε λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερη αξία. Η Μάσα Γκέσεν βιογραφεί ένα υποκείμενο ερμητικά κλειστό, εσωστρεφές και με μια κρυψίνοια την οποία η επαγγελματική του διαστροφή κάνει να μοιάζει σχεδόν φυσική. Για να σκιαγραφηθεί με ακρίβεια το πορτρέτο, πρέπει να ενωθούν όλα τα κομμάτια του παζλ –  ή όσα βρεθούν από αυτά. Ο Πούτιν συστήθηκε στο ευρύ κοινό κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με μια βιογραφία που ετοιμάστηκε σε τρεις βδομάδες και με υλικό έξι πολύωρες συνεντεύξεις που παραχώρησε ο ίδιος στους βιογράφους του. Στην ουσία πρόκειται για μια υπαγορευμένη αγιογραφία κι επομένως ελάχιστα διαφωτιστική. «Ίσως το πιο παράδοξο στοιχείο στην ανάρρηση του Πούτιν στην εξουσία να είναι πως οι άνθρωποι που τον ανέβασαν στο θρόνο ήξεραν γι’ αυτόν λίγο  περισσότερα απ’ όσα ξέρετε εσείς», πληροφορεί στους αναγνώστες της η Μάσα Γκέσεν.

Οι «άνθρωποι» είναι σχεδόν ένας, ο Μπόρις Μπερεζόφσκι, ολιγάρχης που είχε επενδύσει στον Μπόρις Γιέλτσιν και, μετά το τέλος του, αναζητούσε ένα πρόσωπο για να καλύψει το κενό εξουσίας. Γιατί τον Βλαντίμιρ Πούτιν; Κατά πάσα πιθανότητα, γιατί φαινόταν ο ιδανικός αχυράνθρωπος.

Την εποχή εκείνη, ο Πούτιν ήταν αντιδήμαρχος στην Αγία Πετρούπολη. Ήταν ο τελευταίος σταθμός της διαδρομής ενός ανθρώπου χωρίς καμία αναγνωρισιμότητα, που είχε αφήσει πίσω, πολύ πίσω τη φήμη του νταή του σχολείου, τις κακές μαθητικές επιδόσεις, την ημέρα του 1968, στα 16 του χρόνια, που εμφανίστηκε στα γραφεία της KGB στο Λένιγκραντ ζητώντας να στρατολογηθεί ως κατάσκοπος. Ο Πούτιν έκανε το όνειρό του πραγματικότητα. Δεν έζησε, όμως, ποτέ τη ζωή του κατασκόπου – τουλάχιστον όχι στην εκδοχή που φανταζόταν ως παιδί, έφηβος και, κατά πάσα πιθανότατα, ως ενήλικος. Η Μάσα Γκέσεν καταγράφει με την εμπειρία της θεραπαινίδας της ερευνητικής δημοσιογραφίας το πιο ενδιαφέρον για τον αναγνώστη κομμάτι της καριέρας του Πούτιν στον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών. Κι αυτό είναι στη Δρέσδη της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, όπου ο σοβιετικός κατάσκοπος ανέλαβε να συγκεντρώνει πληροφορίες για τη Δύση, να συγκεντρώνει δηλαδή κυρίως αποκόμματα εφημερίδων συνεισφέροντας στα βουνά άχρηστων πληροφοριών της KGB. Ο Πούτιν ήταν τότε 35 χρόνων. Κι αυτή ήταν η ζωή του ως πράκτορα:

Οι Πούτιν έκαναν οικονομίες και δεν αγόραζαν τίποτα  για το προσωρινό τους διαμέρισμα, ελπίζοντας να επιστρέψουν στην πατρίδα τους με αρκετά χρήματα για να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο. Ο Πούτιν έπινε μπύρα και πάχυνε. Σταμάτησε να προπονείται ή έστω να γυμνάζεται και πήρε πάνω από δέκα κιλά – μια καταστρεπτική προσθήκη στη μικρόσωμη και αρκετά αδύναμη σιλουέτα του. Κατά τα φαινόμενα, έπασχε από σοβαρή κατάθλιψη […] Ήταν στη Δύση –τόσο προσιτή και τόσο απρόσιτη για κάποιον σαν τον Πούτιν (κάποιοι άλλοι Σοβιετικοί τοποθετημένοι στη Γερμανία είχαν το δικαίωμα να πηγαίνουν στο Δυτικό Βερολίνο)–, όπου οι άνθρωποι είχαν τα πράγματα που ο Πούτιν ποθούσε πραγματικά. Κοινοποίησε τις επιθυμίες του στους ελάχιστους Δυτικούς με τους οποίους ερχόταν σε επαφή – μέλη της ριζοσπαστικής ομάδας Φράξια Κόκκινος Στρατός που έπαιρναν κάποιες από τις διαταγές τους από την KGBκαι μερικές φορές έρχονταν στη Δρέσδη για εκπαίδευση.  «Πάντα ήθελε να έχει πράγματα», μου είπε για τον Πούτιν ένα πρώην μέλος της RAF. Υπήρχε όμως μια διαφορά ανάμεσα στον τρόπο που δέχονταν τα πράγματα οι πράκτορες της Στάζι και στον τρόπο με τον οποίο τα προσέγγιζε ο Πούτιν: «Οι Ανατολικογερμανοί δεν περίμεναν από εμάς να πληρώσουμε, έτσι τουλάχιστον έκαναν και μια προσπάθεια να πουν: “Πόσα σου χρωστάω;”. Κι εμείς λέγαμε: “Τίποτα”. Ενώ ο Βόβα δεν είχε ποτέ διανοηθεί να ρωτήσει: “Τι σου χρωστάω;”».

Η Μάσα Γκέσεν κάνει λόγο για «ακόρεστη απληστία». Πρόκειται για μια πτυχή της προσωπικότητας του Πούτιν που δεν έχει φωτιστεί αρκετά. Ενδεχομένως, επειδή δεν είναι εύκολο να στοιχειοθετηθεί. Η δημοσιογραφική έρευνα είναι απαγορευτική και εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, το σύστημα εξουσίας τέτοιο που θα εγκλώβιζε οποιαδήποτε πρωτοβουλία διερεύνησης σε θεσμικό επίπεδο. Κι όμως. Στα τέλη  του Αυγούστου, μια ισχυρή δέσμη φωτός έλουσε τον τρόπο ζωής του Βλαντίμιρ Πούτιν με τη δημοσιοποίηση έρευνας την οποία πραγματοποίησαν ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γέλτσιν, Μπόρις Νεμτσόφ, και ο δημοσιογράφος Λεονίντ Μαρτινιούκ. Η περιγραφή δεν προσιδιάζει στον ηγέτη μιας δημοκρατικής χώρας, αλλά στους εμίρηδες του Περσικού Κόλπου και τους δικτάτορες της Μέσης Ανατολής. Οι χρυσοποίκιλτες λεπτομέρειες στη διακόσμηση του προεδρικού αεροσκάφους (ή ενός από αυτά), οι είκοσι ντάτσες ή τα 15 ελικόπτερα κάνουν τα 11 ρολόγια αξίας μισού εκατομμυρίου ευρώ να μοιάζουν με ασήμαντη λεπτομέρεια (8). Αν αληθεύουν όλα αυτά, ο Βλαντίμιρ Πούτιν χρησιμοποιεί τον δημόσιο πλούτο περίπου όπως τον χρησιμοποιούσε ο Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη ή ο Μπεν Άλι στην Τυνησία. Η Μάσα Γκέσεν ακούγεται πειστική όταν γράφει:

Όπως όλα τα αφεντικά της μαφίας, δεν έκανε διάκριση ανάμεσα στην προσωπική του περιουσία, στην περιουσία της φατρίας του και στην περιουσία όσων χρωστούσαν χάρη στη φατρία του.  Όπως όλα τα αφεντικά της μαφίας, συσσώρευε πλούτο με απροκάλυπτες ληστείες. Στα τέλη του 2007, τουλάχιστον ένας ρώσος ειδήμων της πολιτικής –κάποιος που μάλλον έχει πρόσβαση στο Κρεμλίνο– εκτιμούσε τα προσωπικά καθαρά κέρδη του Πούτιν στα 40 δισεκατομμύρια δολάρια. (9)

ΚΑΤΑΠΙΕΣΤΗΣ

Υπάρχει ένα είδος γοητείας που ασκεί ο Βλαντίμιρ Πούτιν στην κοινή γνώμη της χώρας του αλλά και στο ακροατήριο της δικής μας χώρας. Υπάρχουν ελληνικά κόμματα που, στην παράδοση του «Ξανθού  Γένους» βλέπουν σε αυτή τη Ρωσία έναν πιστό σύμμαχο, για τον οποίο φαντασιώνονται ότι θα μας καταλαβαίνει περισσότερο και θα μας προδίδει λιγότερο από τη Δύση. Υπάρχει ένα ειδικό κοινό, καθόλου ευάριθμο, που θεωρεί ότι η δημοκρατία και ο σεβασμός στους κανόνες της, το κράτος δικαίου και η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων είναι σχετικές αξίες, ότι μπορούν να υποκαθίστανται από λεονταρισμούς απέναντι στους «ισχυρούς», από επιδείξεις πυγμής, από επιθετικές δηλώσεις. Αρκεί να δίδεται η αίσθηση της ανάκτησης του χαμένου κύρους, να προσφέρεται η ικανοποίηση ότι κάποιος υψώνει ένα ανάχωμα αντίστασης, να κατασκευάζεται η μαγική εικόνα μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων.

Η εμφανής δυσανεξία του Βλαντίμιρ Πούτιν απέναντι στην ελευθερία του Τύπου ή η περιφρόνηση των ατομικών δικαιωμάτων χαρακτηρίζουν ένα καταπιεστικό καθεστώς, όχι μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Η Μάσα Γκέσεν αφιερώνει ένα κεφάλαιο στον θάνατο των μέσων ενημέρωσης, άλλο ένα στο ξήλωμα της δημοκρατίας, ένα τρίτο στην κυριαρχία του τρόμου. Η μέθοδος είναι πάντα αυτή των μυστικών υπηρεσιών. Υπάρχουν μαρτυρίες που βεβαιώνουν ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν, όταν ήταν ακόμη αντιδήμαρχος στην Αγία Πετρούπολη, είχε εγκαταστήσει ένα ευρύ σύστημα κοριών με το οποίο παρακολουθούσε φίλους και αντιπάλους. Υπάρχουν στοιχεία που πιστοποιούν ότι στις τρομοκρατικές επιθέσεις στο σχολείο του Μπεσλάν και το θέατρο της Μόσχας είχαν ευθεία ανάμιξη οι μυστικές υπηρεσίες και ότι ενήργησαν με τέτοιον τρόπο ώστε να μεγιστοποιηθεί το μέγεθος της τραγωδίας. Πλήθος ενδείξεων συνδέουν το Κρεμλίνο με τις δολοφονίες των ενοχλητικών φωνών – η δολοφονία της δημοσιογράφου Αννας Πολιτκόφσκαγια στις 7 Οκτωβρίου 2006, έξω από το διαμέρισμά της στη Μόσχα, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παντού και πάντα, ο μεγεθυντικός φακός της έρευνας ανακαλύπτει ίχνη του συστήματος Πούτιν. Υποψίες και στοιχεία, φήμες και ενδείξεις συνθέτουν μια άλλοτε θολή αλλά και πολλές φορές ευκρινή εικόνα μιας ασφαλώς ζοφερής πραγματικότητας.

«Όλα αυτά τα ενδεχόμενα μοιάζουν απίθανα και, αν εξεταστούν όλα μαζί, μοιάζουν σχεδόν παράλογα. Η απλή και προφανής αλήθεια είναι πως η Ρωσία του Πούτιν είναι μια χώρα όπου οι πολιτικοί αντίπαλοι και οι ανοιχτοί επικριτές συχνά δολοφονούνται, και μερικές φορές τουλάχιστον η εντολή προέρχεται απ’ ευθείας από το γραφείο του προέδρου», γράφει η Μάσα Γκέσεν. Η φιλελεύθερη Ρωσία διεκδικεί τον ζωτικό της χώρο, αλλά κάποιος της κόβει σταθερά και μεθοδικά το οξυγόνο. Είναι ένας άνθρωπος τον οποίο, άλλοτε, ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Γκέρχαρντ Σρέντερ είχε υποδεχθεί ως «αψεγάδιαστο δημοκράτη», ένας πολιτικός για τον οποίο πολλοί πίστεψαν κάποτε ότι θα αποκαθιστούσε τη χαμένη αξιοπρέπεια μιας χώρας που είχε ταλαιπωρηθεί από τις δυσκολίες της μετάβασης από ένα ανελεύθερο καθεστώς σε μια στιβαρή δημοκρατία και είχε πληγωθεί από έναν κουρασμένο και μέθυσο πρόεδρο.

Αλλά η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν εξακολουθεί να πληγώνεται και να πληγώνει. Ο Πούτιν έχει εξαντλήσει κάθε περιθώριο συνταγματικής νομιμότητας. Έθεσε τη δικαστική εξουσία υπό τον έλεγχό του, οι κυβερνήτες των επαρχιών έγιναν μαριονέτες του, η αντιπολίτευση αδυνατεί να εκφραστεί σε συμπαγείς πολιτικούς σχηματισμούς εξ αιτίας παράλογων γραφειοκρατικών εμποδίων που συνιστούν σχεδόν απαγορευτική τη δημιουργία τους.  Εξελέγη δύο φορές πρόεδρος, έκανε ένα διάλειμμα στην πρωθυπουργία για να μην παραβιάσει το Σύνταγμα και τώρα επέστρεψε στη θέση του στο Κρεμλίνο όπου, όπως όλα δείχνουν, θα κάνει τα πάντα για να μείνει έως το 2024.

Τα σημάδια, όμως, ήταν εμφανή από τότε:

Αν κάποιος στη Ρωσία ή έξω από αυτήν είχε κάνει τον κόπο να δώσει προσοχή, όλες οι ενδείξεις για τη φύση του νέου καθεστώτος βρίσκονταν εκεί λίγες μόλις βδομάδες μετά την άνοδο του Πούτιν στον προσωρινό του θρόνο. Η χώρα, όμως, ήταν απασχολημένη με την εκλογή ενός φανταστικού προέδρου και ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος δεν θα άρχιζε να αμφισβητεί την επιλογή της παρά πολλά χρόνια αργότερα (6).

Η Μάσα Γκέσεν σκιαγραφεί με αδρές γραμμές το πορτρέτο αυτού του «Ανθρώπου δίχως πρόσωπο». Για να μας παραδώσει ένα πεζογραφικό ντοκουμέντο από το οποίο δεν περισσεύει τίποτα.


 

  1. Περ. Der Spiegel, 13/8/2012.
  2. Εφημ. The New Υork Τimes, 13/8/2012.
  3. Αντιθέτως, υποτονικές έως ανύπαρκτες ήταν οι αντιδράσεις στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένα κόμμα της Βουλής δεν εξέδωσε ανακοίνωση για την καταδίκη των τριών γυναικών. Έντονη ήταν, από την άλλη πλευρά, η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  4. Βλαντίμιρ Πούτιν. Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο, σ. 69
  5. ό.π., σσ. 91 – 92.
  6. ό.π., σ. 208.
  7. Ξ
  8. Εφημ. Τα Νέα, 31/8/2012.
  9. ό.π., σελ. 338.            

Περικλής Δημητρολόπουλος

Δημοσιογράφος στα Νέα

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά