Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Οι πολλές ζωές της Άνγκελα Μέρκελ

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 35
Η Άνγκελα Μέρκελ από τον Αλέκο Παπαδάτο. Η Άνγκελα Μέρκελ από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος

Nikolaus Blome, Angela Merkel. Die Zauder-Künstlerin, Pantheon Verlag, Muenchen 2013, 206 σελ.

Ralf Georg Reuth, Guenther Lachmann,Das erste Leben der Angela M., Piper Verlag, Muenchen 2013, 336 σελ.

Stefan Kornelius, Angela Merkel: Die Kanzlerin und ihre Welt, Hoffman und Campe, Hamburg 2013, 283 σελ.

Gertrud Hoehler, Die Patin. Wie Angela Merkel Deutschland umbaut, Orell Fuessli Verlag, Zuerich 2012, 296 σελ.

Evelyn Roll, Die Erste. Angela Merkels Weg zur Macht, Reinbeck,Hamburg 2005, 396 σελ.

Από το Τεμπλίν της Ανατολικής Γερμανίας μέχρι την καγκελαρία της ενωμένης και ισχυρής Γερμανίας του 21ου αιώνα μεσολάβησαν πολλές περιπέτειες. Πώς η κόρη λουθηρανού ιερωμένου έφτασε να καθορίζει τη μοίρα της ενιαίας Ευρώπης; Ποια είναι η στρατηγική της, πώς καθορίζονται σημαντικές επιλογές της από τα λάθη της; Λίγες μέρες πριν τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2013, ας μάθουμε τα πάντα για την Άνγκελα Μέρκελ, χάρη στις τέσσερις βιογραφίες της που κυκλοφόρησαν φέτος στη Γερμανία – αλλά και σε μια παλαιότερη που ο χρόνος δικαίωσε τα αναλυτικά συμπεράσματά της. [TBJ]

Τον τελευταίο χρόνο (2013) κυκλοφόρησαν στη Γερμανία τέσσερις  βιογραφίες για την Άνγκελα Μέρκελ. Ωστόσο, αξεπέραστο παραμένει το βιβλίο της συντάκτριας στη Sueddeutsche Zeitung Έβελυν Ρολ Το κορίτσι και η εξουσία (όπως τιτλοφορείτο η πρώτη έκδοση του 2001, όμως όταν το βιβλίο ξανακυκλοφόρησε σε νέα, συμπληρωμένη έκδοση, τέσσερα χρόνια αργότερα, βγήκε με τον τίτλο Η πρώτη). Δεν είναι τόσο η γυναικεία ματιά –άλλωστε η χειρότερη βιογραφία της Μέρκελ, αυτή που επελέγη να μεταφρασθεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Λιβάνη, κι αυτή προϊόν γυναικείας ματιάς είναι–, αλλά κυρίως ότι η Ρολ, που γνωρίζει τη Μέρκελ και έχει δαπανήσει πολύ χρόνο για συζητήσεις μαζί της και με όσους τη γνώρισαν στις διάφορες φάσεις της ζωής της, υλοποιεί με αυστηρή συνέπεια τη σχεδόν προγραμματική ρήση του Μαξ Φρις στη δεύτερη σελίδα του βιβλίου της: «Κάθε άνθρωπος εφευρίσκει μία ιστορία που θεωρεί ότι είναι η ζωή του. Ή μία ολόκληρη σειρά ιστοριών...»

Άνγκελα Κάσνερ

Εν αρχή ην ο πατέρας. Για να γνωρίσεις τη Μέρκελ, τα παιδικά και τα εφηβικά της χρόνια, ό,τι τη διαμόρφωσε και της έμαθε να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, ξεκινάς από το Τεμπλίν. «Εδώ όπου ο χρόνος έχει μείνει παγωμένος», όπως γράφει η Ρολ. «Οι άνθρωποι εδώ δεν έχουν χρήματα. Δεν έχουν δουλειά. Δεν έχουν προοπτική. Φαίνεται να μην έχουν μπογιά να βάψουν τα σπίτια τους».

Το Τεμπλίν βρίσκεται 80 χιλιόμετρα βορείως του Βερολίνου, εκεί όπου αρχίζει η Ανατολή. Η πόλη έχει 12.000 κατοίκους. Στην οδό Ρενρελλίνερ άρχιζε το βασίλειο του πατέρα τής Άνγκελα Μέρκελ, Χορστ Κάσνερ: ένα σχολείο για διανοητικά καθυστερημένα παιδιά, στάβλοι με άλογα, ένα εργαστήρι κηπουρικής, αίθουσες σεμιναρίων. Το βασίλειο του πατέρα ήταν ένα βασίλειο του θεού. Έχοντας γυρίσει από τις θεολογικές σπουδές του στο Αμβούργο με τη δυτικογερμανίδα γυναίκα του, Χέρλιντ Γεντς, καθηγήτρια αγγλικών που ουδέποτε μπόρεσε να ασκήσει το επάγγελμά της στην Ανατολική Γερμανία, ο Κάσνερ τροφοδοτούσε πίσω από τα τείχη του βασιλείου του τα παιδιά του με ό,τι απαγορευμένο δεν κυκλοφορούσε έξω – στην επικράτεια της δεύτερης, «της καλύτερης» για πολλούς αντιφασίστες μετά τον πόλεμο, Γερμανίας. Κάθε πρωί, η μητέρα Κάσνερ έστελνε τα παιδιά της στο σχολείο με την παρότρυνση: «Πρέπει να γίνετε καλύτεροι από όλους τους άλλους, διαφορετικά δεν πρόκειται να σας αφήσουν να σπουδάσετε».[i]

Ανάμεσα στις βιογραφίες που κυκλοφόρησαν φέτος περιλαμβάνεται και το βιβλίο των Γκέοργκ Ρόυθ και Γκύντερ Λάχμαν, Η πρώτη ζωή της Άνγκελα Μ. Οι δύο συγγραφείς, στηριγμένοι στα αρχεία της Στάζι για τους ανθρώπους που περιβάλλουν τη Μέρκελ, θεωρούν ότι η εγγύτητά της προς το σύστημα στο οποίο ζούσε ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που θα της άρεσε να φαίνεται. Ενώ όμως οι δύο συγγραφείς εισφέρουν πραγματικά πολύτιμο υλικό για την καθημερινότητα της εκκλησίας, της εκπαίδευσης και της έρευνας στο δεύτερο γερμανικό κράτος, δύσκολα μπορούν να υποστηρίξουν τη θέση τους καθώς, όπως λέει ο γνωστός «πράσινος» Βέρνερ Σουλτς, η Μέρκελ παρουσιάζει μια «τυπική ανατολικογερμανική βιογραφία», μια στάση δύσπιστης απάθειας και σιωπηρής απόρριψης.

Η Ρολ περιγράφει μια στάση τυπική της δυσπιστίας των Δυτικογερμανών όταν, σε ένα συνέδριο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, τίθεται το ερώτημα στη Μέρκελ γιατί η μητέρα της ακολούθησε τον πατέρα της στην Ανατολική Γερμανία και δεν συνέβη το αντίθετο. «Ήταν ερωτευμένη μαζί του», απάντησε. Και πρόσθεσε: «Το καθήκον ενός ιερέα Κάσνερ, που είχε γεννηθεί στο Πρεντσλάουερ Μπεργκ του Ανατολικού Βερολίνου, ήταν να υπηρετήσει το ποίμνιό του στην Ανατολή».[ii]

Η Μέρκελ πάντως γεννήθηκε στη Δύση, στις 17 Ιουλίου 1954, στο Αμβούργο, με το όνομα Άνγκελα Δωροθέα Κάσνερ. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η οικογένειά της θα επέλεγε να εγκατασταθεί στη ρωσική ζώνη, στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου ο Χορστ Κάσνερ θεωρεί υποχρέωσή του να διδάξει το, κατά Λούθηρον, Ευαγγέλιο.

Εκκλησία στο σοσιαλισμό

Ο Χορστ Κάσνερ συντάσσεται πολύ γρήγορα με την άποψη ότι η θέση της ευαγγελικής εκκλησίας την οποία υπηρετεί δεν είναι «με τον σοσιαλισμό ή εναντίον του, είναι στον σοσιαλισμό». Ανήκει σε μια ελιτίστικη μειοψηφία διανοουμένων που συμπαθεί την εκκλησία της απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική. Με τα χρόνια, ωστόσο, πιστεύει ότι η εκκλησία θα γίνει περιθωριακό φαινόμενο στη Λ.Δ. της Γερμανίας, όπως και στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, καθώς όλο και λιγότεροι νέοι άνθρωποι βαφτίζονται, ενώ η εκκλησία, τουλάχιστον στην πρώτη φάση της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού», χάνει την ελκυστικότητά της προς τις νέες ηλικίες. Παρά το γεγονός ότι οι Ρόυθ και Λάχμαν «χρεώνουν» στον πατέρα Κάσνερ μια συγγένεια προς το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο φάκελός του στη Στάζι, που επικαλούνται, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για την εχθρική στάση του.

«Ο Κάσνερ ήρθε από το Αμβούργο /Δυτική Γερμανία και είναι ένας πολέμιος του κράτους των εργατών και των αγροτών»,[iii] γράφουν οι άνδρες των υπηρεσιών ασφαλείας που τον παρακολουθούν. Φυσικά, η Στάζι επιχειρεί να πλησιάσει τόσο τον πατέρα όσο και, αργότερα, την κόρη. Και οι δύο αποδεικνύονται πιο έξυπνοι από εκείνους που επιχείρησαν να τους «στρατολογήσουν»: εκμυστηρεύονται σε άλλους την προσέγγιση των «μυστικών» της κρατικής ασφάλειας και, ταυτόχρονα, κοινοποιούν στα όργανα της κρατικής ασφάλειας ότι δεν είναι σε θέση να κρατήσουν μυστικά (σ.σ. κάτι απολύτως ψευδές, όπως θα φανεί στη συνέχεια). «Δεν θα είμαι σε θέση να κρατήσω μυστικό από τον άνδρα μου τι συζητάω μαζί σας», λέει η Μέρκελ, το 1972, σε εκείνους που επιχειρούν να τη στρατολογήσουν, προσεγγίζοντάς τη στην πρώτη δουλειά της, στο Πολυτεχνείο του Ιλμενάου. Η απόπειρα προσέγγισής της καταρρέει ταυτόχρονα με την εκδήλωσή της. Το θήραμα έχει μάθει την τέχνη της επιβίωσης πιο καλά από τους κυνηγούς.

Όπως ο πατέρας Κάσνερ, έτσι και η κόρη του εκπαιδεύεται από τα πρώτα χρόνια της ζωής της σε έναν ιδιότυπο θετικό πραγματισμό. Η Άνγκελα Κάσνερ δεν αγαπάει τις αυθόρμητες αντιδράσεις, είναι τέρας λογικής, kopfgesteuert, κατευθυνόμενη από το κεφάλι. Στο γυμνάσιο είχε μεγάλη διαφορά από τους άλλους συμμαθητές της, ειδικά στα ρωσικά και στα μαθηματικά. Από την οικογένειά της, μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Χόνεκερ, ήταν η μόνη που κατέληξε στο Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα – η μητέρα της ανέλαβε επικεφαλήςτης περιφέρειας για λογαριασμό των σοσιαλδημοκρατών, ο πατέρας της μπήκε στο «νέο Φόρουμ», την ομάδα από την οποία προήλθαν οι περισσότεροι πολιτικοί της Ανατολικής Γερμανίας.

Η στροφή της Μέρκελ

Το φθινόπωρο του 1989, η Άνγκελα Μέρκελ (το όνομα Κάσνερ ανήκει πλέον στο παρελθόν, καθώς έχει αντικατασταθεί από το όνομα του πρώτου συζύγου της, με τον οποίο χώρισαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980) βρίσκεται με τον σύντροφό της Γιοακίμ Ζάουερ στην Πολωνία, όταν ξεσπά το κύμα φυγής στις δυτικογερμανικές πρεσβείες της Πράγας και της Βουδαπέστης. Σήμερα γνωρίζουμε ότι το άνοιγμα των συνόρων Ουγγαρίας-Αυστρίας δεν ήταν τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα μιας μελετημένης κίνησης από την ηγεσία του Κρεμλίνου για να τελειώνει με τις ηγεσίες των ΚΚ της Τσεχοσλοβακίας, της Λ.Δ. της Γερμανίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, μετά τη συνάντηση της ΚΟΜΕΚΟΝ τον Ιούνιο του 1989.

Η Μέρκελ, γοητευμένη από τη σοβιετική περεστρόικα, διαβάζει στα ρωσικά τα κρίσιμα κείμενα που απαγορεύονται στην ανατολική Γερμανία και μεταβαίνει συχνά στην Πολωνία για να δώσει διαλέξεις με τον Ζάουερ,[iv] με τον οποίο δουλεύουν μαζί στην Ακαδημία Επιστημών της Λ.Δ. της Γερμανίας. Δεν εγκαταλείπει το «πλοίο» με τους άλλους συμπολίτες της, αν και συμμερίζεται τη βαθιά απαισιοδοξία των συνομηλίκων και ομοτέχνων της – ένας από τους οποίους, φεύγοντας από το κοινό τους γραφείο στην Ακαδημία, της χαρίζει ένα βιβλίο: τις Νεκρές ψυχές του Γκόγκολ.[v]

Πάντως, ακόμα και το φθινόπωρο του 1989, όταν ο πατέρας της Χορστ Κάσνερ καλεί στο κήρυγμά του τους πολίτες να πάρουν πιο ενεργά μέρος στο κίνημα κατά του καθεστώτος, η Άνγκελα Μέρκελ προτιμά να δει την εξέλιξη για να αποφασίσει.

Το «Δημοκρατικό Ξεκίνημα» είναι μια πολιτική ομάδα που δημιουργείται με πρωτοβουλία της εκκλησίας από τα κάτω, με τη συμμετοχή κύκλων αντιφρονούντων. Η Μέρκελ, έπειτα από μια σύντομη περιδιάβαση στους σοσιαλδημοκράτες,  καταλήγει σε αυτή την ομάδα. Όπως και στις άλλες ομάδες της αντιπολίτευσης, οι μυστικές υπηρεσίες παίζουν ρόλο, μαζί με ρεφορμιστές κομμουνιστές που θέλουν να ελέγξουν την πολιτική μετάβαση από το νεοσταλινικό καθεστώς του Χόνεκερ σε έναν μεταρρυθμισμένο κομμουνισμό αλά Γκορμπατσώφ – αυτό αποδεικνύουν οι Ρόυθ και Λάχμαν. Αλλά από το σημείο αυτό ως το συμπέρασμα που βγάζουν, ότι η Μέρκελ δηλαδή ήταν κατά τη χρονική εκείνη στιγμή  οπαδός του «κομμουνισμού των μεταρρυθμίσεων», ο δρόμος είναι μακρύς.

Όχι τυχαία ότι η Μέρκελ ήταν οπαδός του σοσιαλισμού αλά Γκορμπατσώφ είναι και η εκδοχή που υποστηρίζει, για άλλους λόγους, και η Γκέρτρουντ Χέλερ (η οποία, όμως, αντλεί τις πληροφορίες της από δεύτερο χέρι). Και οι τρεις συγγραφείς, όμως, συνδεδεμένοι με τους παλιούς συντηρητικούς της Δύσης, αγνοούν ότι, όπως και η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών της Λ.Δ. της Γερμανίας, η Άνγκελα Μέρκελ είναι αδύνατο στο τέλος του 1989 να φαντασθεί κάτι άλλο από σοσιαλισμό με αγορά και ελευθερία έκφρασης.

Η αναμονή της ωστόσο την ωφελεί, όπως και σε πολλές άλλες φάσεις της ζωής της,  σε μία περίοδο κατά την οποία φαίνεται να μην πιστεύει ότι η μικρή στάση της στην πολιτική δεν θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο από μερικούς μήνες. Όπως εκατομμύρια συμπατριώτες της από τα ανατολικογερμανικά κρατίδια, η Μέρκελ έχει άλλες προτεραιότητες εκείνη την εποχή. Όταν άλλοι ανατολικογερμανοί πολιτικοί  ορκίζονται υπουργοί μετά τις πρώτες ελεύθερες εκλογές στην Ανατολική Γερμανία, στις αρχές του 1990, εκείνη, μολονότι έχει οριστεί αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος, αργεί τρεις μέρες να ορκισθεί, καθώς δεν επιθυμεί να διακόψει το ιδιωτικό της ταξίδι με τον σύντροφό της, Γιόακιμ Ζάουερ, στην Ιταλία, τη χώρα που θα γινόταν ο μόνιμος τόπος των διακοπών της.

Όταν εκπνέει το εννιάμηνο της ελεύθερα εκλεγμένης κυβέρνησης της Ανατολικής Γερμανίας, η Άνγκελα Μέρκελ κάνει αίτηση διεκδικώντας να γίνει δημόσια υπάλληλος της ομοσπονδίας. Η αίτηση γίνεται δεκτή. Ταυτόχρονα, γνωρίζεται με τον συντηρητικό «πατριάρχη» Χέλμουτ Κολ και εξασφαλίζει, με τη βοήθεια φίλων της, στους ανατολικογερμανούς χριστιανοδημοκράτες που ψάχνουν απεγνωσμένα για νέα πρόσωπα, την υποψηφιότητά της για την έδρα της περιοχής του Ρύγκεν-Στραλζούντ, μιας από τις φτωχότερες περιφέρειες του φτωχότερου κρατιδίου της Ανατολικής Γερμανίας.

Ο Κολ στο εξής θα την αποκαλεί «το κορίτσι». Την υποτιμά, όπως οι αντίπαλοί του υποτιμούσαν τον ίδιο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αλλά ταυτόχρονα τη χρειάζεται, καθώς οι γυναίκες στα νέα κρατίδια έχουν σημαντικότερο ειδικό βάρος στην πολιτική εκπροσώπηση από ό,τι στα παλιά κρατίδια της δυτικής Γερμανίας. Την προτείνει για υπουργό Νεολαίας και Οικογένειας, εκείνη, μια γυναίκα από την Ανατολή που ζει σε ελεύθερη σχέση χωρίς να έχει παιδιά.

Ένας από τους πρώτους ανθρώπους που η Μέρκελ συμβουλεύεται για την πολιτική στη δυτική Γερμανία είναι ο πολύχρονος αντίπαλος του Κολ και πρώην υπουγός Οικογένειας, Γιόχανες Γκάισλερ. Ο Γκάισλερ λέει για τη Μέρκελ ότι έχει τη στάση του «τυπικού ανατολικογερμανού φιλελεύθερου». Η Έβελυν Ρολ, που αποτύπωσε αυτή την άποψη του Γκάισλερ, γράφει ότι όλοι οι ανατολικογερμανοί πολιτικοί έφθασαν στη Βόννη με μια χυδαία αντίληψη του φιλελευθερισμού. Μερικοί την έχουν ακόμη.

Ο Γκάισλερ λέει ότι εξαιτίας της ανατολικογερμανικής της εμπειρίας, η Μέρκελ θεωρούσε εκ προοιμίου θετικά όσα το καθεστώς αντιμετώπιζε ως δεινά. «Γι’ αυτό η Μέρκελ ήταν στην αρχή υπέρ του καθαρού ανταγωνισμού, για επιδόσεις στην οικονομία της αγοράς, χωρίς να έχει επεξεργασθεί τις έννοιες βαθύτερα», παρατηρεί ο Γκάισλερ μιλώντας στη Ρολ.[vi]

Σήμερα, η Μέρκελ, ως καγκελάριος, μιλάει για «κοινωνία τού εμείς» και έχει προχωρήσει στην αντίληψή της για το επίθετο «κοινωνική» μπροστά από την «οικονομία της αγοράς», έτσι όπως την καθόρισε ο πατέρας του γερμανικού οικονομικού θαύματος, Λούντβιχ Έρχαρτ.

Πατροκτονία

Η ανέλιξη της Μέρκελ στην ηγεσία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος οφείλεται σε τρεις βασικές συγκυρίες, στις οποίες πρωταγωνίστησε.

*Στη νίκη των σοσιαλδημοκρατών στις εκλογές του 1998 με αντίστοιχη ήττα του παλιού μεταπολεμικού χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, και την ανάδειξή της, μαζί με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην ηγεσία του κόμματος, στη θέση της ομάδας Χέλμουτ Κολ.

*Στις βαθύτατες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που εισήγαγε στη Γερμανία με την «Ατζέντα 2010» ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, αλλαγές που δεν είχε την τόλμη να κάνει η μεταπολεμική χριστιανοδημοκρατία του Κολ.

*Στην υπόθεση των «μαύρων ταμείων» το 1999, που έριξαν φως στο σύστημα εξουσίας του Κολ και έδωσαν στη Μέρκελ τη χρυσή ευκαιρία να κάνει εκείνο που φοβόντουσαν να κάνουν οι άνδρες του κόμματος: να «φονεύσουν» τον πολιτικό τους πατέρα.

Η Γκέρτρουντ Χέλερ, στη βιογραφία τής Μέρκελ με τίτλο Η νονά (κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη) καταγράφει τη γερμανίδα καγκελάριο σαν ένα αρπακτικό της εξουσίας, χωρίς αρχές, χωρίς δεσμεύσεις και χωρίς αξίες. Αποδείξεις εισφέρει ελάχιστες, αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος της, καθώς η Χέλερ, σύμβουλος του Κολ, από όλους τους ανθρώπους που έπαιξαν ρόλο στην πολιτική ενηλικίωση της Μέρκελ, έχει μιλήσει μόνο με τον παλιό εργοδότη της. Αν το βιβλίο της διαβασθεί έτσι, ως λίβελος, δηλαδή, του «συστήματος Κολ» κατά της πατροκτόνου κόρης, έχει μια αξία. Αλλά καμία άλλη. Η συγγραφέας, εξ άλλου, δεν κρύβει το γεγονός ότι η σχέση Μέρκελ-Κολ είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της. Έτσι, στις σελίδες 32-35, επιχειρεί τη μάλλον παρακινδυνευμένη –για κάποιαν που αντλεί σχεδόν αποκλειστικά δευτερογενώς πληροφορίες– διάγνωση ότι η Μέρκελ «φονεύει» τον πολιτικό της πατέρα αφού, στη «στροφή» του 1989, έχει «σκοτώσει» τον φυσικό της: «Όταν η θυγατέρα ξεφεύγει από το αυταρχικό σύστημα, το μοντέλο πατέρας-θυγατέρα παρουσιάζεται εκ νέου: ο πανίσχυρος πατέρας είναι ο αρχηγός τού αυταρχικά δομημένου κόμματος», σημειώνει.[vii]

Το συγκεκριμένο μοντέλο της ερμηνείας μοιάζει σωστό, αλλά είναι ανιστόρητο. Ο Κολ θα έχανε τις εκλογές του 1990 αν δεν είχε πέσει το τείχος. Η Δυτική Γερμανία βρισκόταν σε παρατεταμένη οικονομική και κοινωνική στασιμότητα. Ο Κολ άρπαξε την ευκαιρία των συνεπειών της πολιτικής Γκορμπατσώφ, όπως και της έκρηξης της εσωτερικής ζήτησης που ακολούθησε την πτώση του τείχους με την προσθήκη 16 εκατομμυρίων καταναλωτών, για να γίνει, από συνώνυμος της κοινωνικής ακινησίας που κυβερνούσε με μια κλειστή ομάδα εξουσίας εξοντώνοντας κάθε εσωκομματικό αντίπαλο (Γκάισλερ, Μπίντενκοπφ, Ζύσμουθ), εμπνευστής της «νέας Ευρώπης».

Φυσικά, απλώς, κέρδισε χρόνο. Η ήττα του στις εκλογές του 1998 από τον Γκέρχαρντ Σρέντερ ήταν περισσότερο από αναμενόμενη: η κεντροδεξιά που μεγάλωσε τη χώρα ήταν ανίκανη να την ανανεώσει.

Καθαρή εξουσία

Η ήττα προκαλεί τη συγκατοίκηση της Μέρκελ με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, τον πραγματικό νομικό οικοδόμο της γερμανικής επανένωσης. Τρία χρόνια πριν την εκλογική ήττα, ο Σόιμπλε έχει επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων. Η Μέρκελ, πάλι, στις ευρωπαϊκές υποθέσεις είναι άγραφο χαρτί.

Η εκλογή της, όμως, στη θέση της γενικής γραμματέα του κόμματος και, στη συνέχεια, όταν ο Κολ «καθάρισε» τον Σόιμπλε με ένα από τα «εμβάσματα» των «μαύρων ταμείων» που είχε εισπράξει ο ίδιος, η περαιτέρω εσωκομματική άνοδός της, δεν σηματοδοτεί απλά την αλλαγή νοοτροπίας αλλά και την αλλαγή γενιάς. Η Άνγκελα Μέρκελ «είναι μία που έχει γεννηθεί μετά»: μετά τον πόλεμο. Επίσης, δεν είναι νομικός, όπως οι περισσότεροι βουλευτές, αλλά φυσικός, άρα περισσότερο σχετικίστρια. Αυτό δημιουργεί την πεποίθηση σε ανθρώπους όπως η Χέλερ ότι δεν έχει αρχές. Δεν είναι έτσι. Για να κατοχυρώσει μια θέση σε ένα πρόβλημα, η Μέρκελ δοκιμάζει. Αν η θέση της δεν αντέξει στη δοκιμασία, όπως στο εργαστήριο, την αναθεωρεί. Είναι, μετά τον Σρέντερ και τον Γιόσκα Φίσερ, μια από τις πρώτες (ας μου συγχωρηθεί η παραδοξολογία, ελπίζω να είναι σαφές τι εννοώ) μεταπολιτικούς πολιτικούς.

Όταν ο Κολ την κατηγορεί, εν μέσω της ευρωπαϊκής κρίσης, ότι «θα καταστρέψει την Ευρώπη του», εκείνη λέει στους συνεργάτες της ότι «αυτή η Ευρώπη δεν υπάρχει πια». Ο προκάτοχός της στη θέση του γενικού γραμματέα του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, Πέτερ Χίντζε, που τη γνωρίζει καλύτερα από τον Κολ, της πιστώνει ευρύτατη χρήση της θεωρίας των παιγνίων στη σύγχρονη πολιτική, καθώς και τη θέλησή της να εφαρμόσει τα μοντέλα της θεωρίας στις πολιτικές της. «Αν δεν μου βγει αυτό, θα δοκιμάσω αλλιώς...».[viii]

Η Έβελυν Ρολ, το 2001, ρώτησε τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε τι ενδιαφέρει τη Μέρκελ στο «παιχνίδι της πολιτικής» – το ίδιο το παιχνίδι, δηλαδή η καθαρή εξουσία, ή κάποιο θέμα για το οποίο έχει πεισθεί ότι θα μπορούσε κάτι να αλλάξει;

«Μπορώ να βάλω δύο σταυρούς;» ρώτησε ο Σόιμπλε με τη σειρά του, εννοώντας αν του επιτρέπεται να δώσει δύο απαντήσεις. Για να προσθέσει: «Εάν όμως πρόκειται να ισχύσει μία μόνο απάντησή μου, τότε θα έλεγα: την ενδιαφέρει περισσότερο η εξουσία».

«Και είναι αυτή καλή προϋπόθεση για να κάνεις πολιτική σήμερα;» ρωτάει η Έβελυν Ρολ.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, στο σημείο αυτό, είναι καταφατικός. «Νομίζω πως ναι», απαντά.[ix]

Όποια σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο, περιλαμβάνει δηλαδή την αποτυχία στις δυνατότητες μιας πολιτικής, πρέπει να επιλέγει τέτοιες διατυπώσεις ώστε να μπορεί να εξηγήσει στη συνέχεια γιατί άλλαξε προσανατολισμό, γιατί δηλαδή πολιτεύεται σχετικά. Αυτό βεβαίως δυσκολεύει τη δουλειά των παρατηρητών. Σε ένα βαθμό, ωστόσο, η τάση αυτή θα πρέπει να υπήρχε και πριν το 1990…

Η Μέρκελ δεν γνώρισε προσωπικά τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Από εκείνη, όμως, έχει υιοθετήσει τη λογική τού «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση», το περίφημο «There Ιs Νo Αlternative (TINA). Ωστόσο, το ΤΙΝΑ δεν είναι αποτέλεσμα μιας αυταρχικής κουλτούρας διακυβέρνησης, ιδίως, όπως υποστηρίζει η Χέλερ, όταν ενσαρκώνει την εμμονή της Μέρκελ «να προσεγγίσει την πραγματικότητα» με τον τρόπο των θετικών επιστημών;

«Η αλήθεια είναι ότι η Μέρκελ αποπειράθηκε να δημιουργήσει, από μία κοινωνική επιστήμη που λέγεται πολιτική, μια επιστήμη της μηχανικής», παρατηρεί ο Νίκολας Μπλόμε στο δικό του βιβλίο, Άνγκελα Μέρκελ, καλλιτέχνις του δισταγμού.[x]Για να αποδείξει τη θέση του, ο Μπλόμε καταφεύγει στο εξής παράδειγμα: Όταν, στην αρχή του 2010, ετίθετο το θέμα αν οι ευρωπαϊκές χώρες θα έσωζαν μόνες τους την πρακτικά χρεοκοπημένη Ελλάδα ή θα έπαιρνε μέρος και το ΔΝΤ με δισεκατομμύρια και τεχνογνωσία, η Μέρκελ ρούφηξε ό,τι υπήρχε, έμαθε γρήγορα και επεξεργάσθηκε τις δικές της εμπειρίες με την ΕΕ. Αυτό ήταν αρκετό για να σταματήσει τον ίδιο τον υπουργό Οικονομικών της, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Εκείνος, στην αρχή, είχε πει ότι είναι ζήτημα τιμής για τους Ευρωπαίους να ξεκαθαρίσουν την υπόθεση χωρίς το ΔΝΤ. Η Μέρκελ, αντίθετα, επιθυμούσε τη συμμετοχή του ΔΝΤ σαν ακομμάτιστου, υπεράνω υποψίας «παίκτη», αλλά η πλειοψηφία ήταν εναντίον της. Έτσι αποφάσισε να περιμένει, αφήνοντας μάλιστα τους σοσιαλδημοκράτες να την επικρίνουν και να τη σαρκάζουν σε ολόκληρη την Ευρώπη ως «κυρία Όχι». Και είχε δίκιο. Ο χρόνος που κέρδισε από το δισταγμό της δούλεψε υπέρ της συμμετοχής του ΔΝΤ στη διάσωση της ευρωζώνης – κάτι που σήμερα θεωρείται αναμφισβήτητη έξυπνη κίνηση τακτικής.

Η καγκελάριος σκέφτηκε την υπόθεση ξεκινώντας από το πιθανότερο αποτέλεσμά της: αν η διαρκής επιδείνωση του ελληνικού δημόσιου χρέους ήταν μια αποτυχία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εποπτεύσει τα δημόσια οικονομικά, αυτό δεν θα έπρεπε να συμβεί ξανά. Γι’ αυτό το λόγο η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να εποπτεύει την πρακτική εφαρμογή των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα. Στις συσκέψεις πίσω από τις κλειστές πόρτες στην καγκελαρία ακούγονταν λόγια  όπως: «Αυτοί στις Βρυξέλλες υιοθετούν πάντα πιο αισιόδοξα σενάρια που πονούν λιγότερο...».[xi]

Και σήμερα; Τον Ιούνιο, βρέθηκα, μαζί με ορισμένους ακόμα ευρωπαίους δημοσιογράφους στην καγκελαρία. Η Άνγκελα Μέρκελ είχε καλέσει έξι ευρωπαϊκές εφημερίδες για να δώσει συνέντευξη για το θέμα της ανεργίας των νέων. Αλλά εγώ έπρεπε να ρωτήσω για το νέο κούρεμα του ελληνικού χρέους. Έχοντας υπ’ όψη μου τη θέρμη με την οποία υπερασπίσθηκε την έλευση του ΔΝΤ στην Ευρώπη, σκέφθηκα να αναφερθώ στο ΔΝΤ και όχι στην Ελλάδα. Όταν τη ρώτησα αν είχε εκείνη την πρωτοβουλία να έρθει το ΔΝΤ στην Ευρώπη, το πρόσωπό της φωτίσθηκε και, φυσικά, το επιβεβαίωσε. Ακολούθως, της έθεσα το ερώτημα: «Τώρα όμως, το ΔΝΤ, που εσείς καλέσατε, ζητά να κουρευτεί αυτό το χρέος λέγοντας ότι δεν είναι βιώσιμο. Πότε θα κουρευτεί;». Η καγκελάριος Μέρκελ σκοτείνιασε και, σαν να μην ήθελε στο χρονικό αυτό σημείο την ερώτηση, απάντησε ότι «δεν βλέπει κούρεμα του χρέους», κάτι που είχε αποκλείσει την ίδια μέρα και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. «Και αν το ζητήσει το ΔΝΤ;» της αντέτεινα. Σε ανάλογες ερωτήσεις, η Άνγκελα Μέρκελ απάντησε αργότερα ότι δεν είναι σε θέση να συνεχίσει να χρηματοδοτεί ένα χρέος για το οποίο έχει αποδείξεις ότι δεν θα αποπληρωθεί, καλυπτόμενη πίσω από μια διάταξη νόμου που της απαγορεύει να συνεχίσει να χρηματοδοτεί μη βιώσιμο χρέος. Αλλά όσο η μέρα της κάλπης πλησίαζε και το θέμα του κουρέματος του ελληνικού χρέους ετίθετο με μεγαλύτερη ένταση από τον γερμανικό Τύπο, η καγκελάριος Μέρκελ, όπως άλλωστε και ο σοσιαλδημοκράτης Στάινμπρουκ, προτιμούσε να είναι προσεκτική με τα χρήματα των γερμανών φορολογούμενων.

Και το ΔΝΤ; Η μάχη που περιγράφει ο Μπλόμε είχε να κάνει με τα δεδομένα του 2010 και με ένα άλλου είδους πρόβλημα στην αρχή της κρίσης. Το σημερινό πρόβλημα είναιδιαφορετικό. Συνεπώς, ποιος νοιάζεται για τις χθεσινές της θέσεις;

Εκείνο όμως που είναι ίδιο, και το 2010 και σήμερα, είναι πως η Ευρώπη δεν έχει ακόμα βιώσιμο μηχανισμό για να αντιμετωπίσει την κρίση. Και σε αυτό, η Άνγκελα Μέρκελ έχει ευθύνες και ένα προσωπικό χρέος. Διότι το παιχνίδι της αφορά ολόκληρη την ήπειρο.                       

Ένας οδηγός για την Ευρώπη

Όταν η Μέρκελ κέρδισε τις προηγούμενες εκλογές στη Γερμανία, το 2009, είχε επικυρωθεί από τα Κοινοβούλια η συνθήκη της Λισσαβώνας και η Ευρώπη φαινόταν ότι διέθετε ένα μηχανισμό για να προχωρήσει μπροστά. «Η εκτίμηση ήταν λανθασμένη. Προέκυψαν οι ελληνικές στατιστικές και, με αυτές, η συνειδητοποίηση ότι οι Βρυξέλλες μόνες τους δεν ήταν σε θέση να βοηθήσουν. Οι θεσμοί της Ένωσης δεν είχαν τη νομιμοποίηση ούτε τα χρήματα για να παρέμβουν στην κρίση»,[xii] γράφει ο συνάδελφος της Ρολ, επικεφαλής του τμήματος εξωτερικής πολιτικής της εφημερίδας Sueddeutsche Zeitung, Στέφαν Κορνέλιους, στη δική του βιογραφία, Άνγκελα Μέρκελ, η καγκελάριος και ο κόσμος της, στην πιο ενδιαφέρουσα για την Ελλάδα από τις βιογραφίες της Μέρκελ που κυκλοφόρησαν, καθώς διαβάζεται σαν χρονικό της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.

Ο Κορνέλιους, με πολλές και σημαντικές πηγές στην καγκελαρία, που γνωρίζει τη Μέρκελ πάνω από 15 χρόνια, σημειώνει επικαλούμενος την παρατήρηση συνεργάτη της: «Από ένα σημείο [της κρίσης και μετά] δεν πηγαίναμε πλέον στις Βρυξέλλες. Έρχονταν όλοι στο Βερολίνο...».

Η Μέρκελ, απέναντι στους συνεργάτες της, υιοθέτησε τη στάση ότι όσες ξάγρυπνες νύχτες και αν περνούσαν αναζητώντας λύση θα έπρεπε να δείχνουν αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, χωρίς να «βομβαρδίζουν» τον πληθυσμό με πληροφορίες. Από μελέτη που της είχε παρουσιάσει ο πρώην επικεφαλής των σοσιαλδημοκρατών, ένας επίσης Ανατολικογερμανός, ο Ματτίας Πλάτσεκ, είχε μάθει ότι ο κόσμος αντιδρά αρνητικά στον πληθωρισμό των πληροφοριών. Επιχειρώντας να ανατρέψουν την κακή εικόνα που είχαν γι’ αυτούς οι πολίτες για τις μεταρρυθμίσεις του κοινωνικού κράτους, οι σοσιαλδημοκράτες, εκτός από το να χρησιμοποιήσουν τους αριθμούς, θέλησαν να βρουν και να εκθέσουν διάφορα επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν την αύξηση του ορίου σύνταξης στα 67. Εξαιτίας της πολυπλοκότητας των μέτρων που είχαν αποφασισθεί, ο κόσμος πίστευε ότι, ούτως ή άλλως, δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει το παραμικρό.

Το καλοκαίρι του 2011 ανέλαβε επικεφαλής του τμήματος ευρωπαϊκής πολιτικής της καγκελαρίας ο διπλωμάτης Μάγιερ Λάντρουτ. Η Μέρκελ του ζήτησε να εκμεταλλευθεί το χρόνο των διακοπών του για να διατυπώσει, ει δυνατόν με έναν μαθηματικό τύπο, το ευρωπαϊκό πρόβλημα. Ο  Λάντρουτ σχεδίασε δύο καμπύλες, μία κάθετη και μια οριζόντια, σε χαρτί Α4. Το αριστερό μέρος του διαγράμματος καταλαμβανόταν από τις εθνικές πολιτικές των κρατών μελών, ενώ το δεξιό από τις ευρωπαϊκές πολιτικές. Στο τμήμα του διαγράμματος πάνω από την οριζόντια καμπύλη εμφανίζονταν οι πολιτικές που δεν παρουσίαζαν προβλήματα, κάτω απ’ αυτή οι προβληματικές. Στο πάνω δεξιό τμήμα ήταν οι πολιτικές Εσωτερικής Αγοράς, Δικαιοσύνης, Ανταγωνισμού και Περιβάλλοντος. Στο αριστερό μέρος του διαγράμματος, στο τμήμα των εθνικών κρατών, τα πράγματα έμοιαζαν απελπιστικά. Εδώ ήταν οι εστίες της φωτιάς, εδώ ήταν τα προβλήματα που δημιούργησαν από κοινού την κρίση. Μια λύση, κατά τον συντάκτη του διαγράμματος, θα ήταν η «κοινοτικοποίηση» αυτών των πολιτικών. Αλλά πώς να γίνει κάτι τέτοιο  χωρίς να αλλάξουν οι συνθήκες; Στο ερώτημα αυτό φαίνεται αχνά ο δρόμος που παίρνει η Μέρκελ από το δεύτερο μισό του 2011, λίγο πριν από το δεύτερο, το μεγάλο ελληνικό «κούρεμα», που τελικά αποφασίσθηκε το φθινόπωρο εκείνου του χρόνου, αφού το πρώτο μικρό κούρεμα της άνοιξης είχε καταστεί από την εξέλιξη των πραγμάτων ανεπαρκές. «Η Μέρκελ», γράφει ο Κορνέλιους, «έθεσε στον εαυτό της ένα απλό ερώτημα προκειμένου να πάρει την απόφαση: ποιος δρόμος οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα; Κι η απάντηση; Το καλύτερο θα είναι να συντονισθούν τα εθνικά κράτη και να διασφαλίσουν τον έλεγχο της διαδικασίας».[xiii]

Στο σημείο αυτό, ο Κορνέλιους επιχειρεί να δικαιολογήσει τη Μέρκελ σημειώνοντας ότι την απασχολούσαν οι ευαισθησίες των πολιτών. Και παρατηρεί, σωστά, ότι τα κοινωνικά μοντέλα στην Ευρώπη είναι πολύ διαφορετικά το ένα από το άλλο, για να πετύχει κανείς γρήγορα συναίνεση για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, συντάξεων ή για τους φόρους. «Όποιος επιχειρεί να κοινοτικοποιήσει αυτά τα θέματα παίζει με την κοινωνική ειρήνη», γράφει.

Στο μεταξύ, η Μέρκελ έβλεπε, επιπλέον, νομικά εμπόδια και προβλήματα εσωτερικής πολιτικής – και όχι μόνο στη γερμανική εσωτερική πολιτική συζήτηση. Αποφάσισε λοιπόν ότι τα εθνικά κράτη θα προχωρούσαν στις απαραίτητες αλλαγές χωρίς να αλλάξουν οι συνθήκες. Αυτή ακριβώς η αντίφαση καθορίζει και τα όρια της γερμανικής πολιτικής για την Ευρώπη.

Αλλά όποιος επιχειρεί να περιορίσει τις ιδέες της γερμανικής καγκελαρίας  στο σχεδιάγραμμα που παρουσίασε στο Α4 χαρτί του ο σύμβουλος της Μέρκελ μάλλον αντιλαμβάνεται απλοϊκά το δίλημμα της γερμανικής πολιτικής τάξης. Η Μέρκελ λέει συχνά ότι, από όλες τις χώρες σε κρίση, στην Ελλάδα καταλαβαίνουμε λιγότερο την παγκοσμιοποίηση. Και όταν ο συνομιλητής της της ζητά να παρουσιάσει σε αριθμούς το πρόβλημα, απαντά ότι το 9% του πληθυσμού που ζει στην Ευρώπη παράγει το 25% του ακαθάριστου προϊόντος του πλανήτη  και προκαλεί το 50% των δαπανών κοινωνικής πρόνοιας. Για πόσον καιρό ακόμα;

Και δεν είναι μόνο αυτό. Τα διάφορα επίθετα για τη «δημοκρατία της αγοράς» που παραπέμπουν στον Λούντβιχ Ερχαρτ έχουν δώσει τη θέση τους σε έναν νέο όρο: «μια οικονομικά βιώσιμη δημοκρατία». Η Μέρκελ συνδέει αυτές τις αναγκαίες αλλαγές με χρήματα για τις χώρες που υποφέρουν, προκειμένου να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Ο Κορνέλιους, που τη γνωρίζει καλά από τη δεκαετία του 1990, όταν μετά το υπουργείο Οικογένειας ανέλαβε το υπουργείο Περιβάλλοντος στη Βόννη, λέει ότι ενοχλεί τη Μέρκελ να παρουσιάζεται στις χώρες που οι κάτοικοί τους ζουν το βίαιο πρόσωπο της προσαρμογής. Δεν της αρέσει να παριστάνει τη σκληρή μητριά που δύσκολα δίνει χρήματα σε όσους τα έχουν ανάγκη. Και εδώ τίθεται πάλι το ερώτημα: ποια είναι η εναλλακτική λύση; «Να μοιράζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χαρτονομίσματα χωρίς όρους; Να είχε πνιγεί η Ελλάδα με ρευστό από την αρχή της κρίσης; Να είχαν εισαχθεί τα ευρωομόλογα και ένα κοινό ταμείο χρέους; Ανεξάρτητα από όλες τις νομικές και εσωτερικές πολιτικές δυσκολίες, η Μέρκελ έλεγε όχι, διότι τότε θα εξέλιπε κάθε κίνητρο για μεταρρυθμίσεις».[xiv]

Η πολιτική της είναι ότι το ευρώ πρέπει να μείνει ως έχει, με τα 17 μέλη της ευρωζώνης. Αλλά επειδή σκέφτεται και με τη θεωρία των πιθανοτήτων, δεν αποκλείει  την έξοδο της Ελλάδας, με όσο το δυνατόν μικρότερες συνέπειες για τις άλλες χώρες μέλη του κοινού νομίσματος. Μολονότι θέλει να δημιουργεί την εντύπωση ότι ελέγχει τη διαδικασία αντιμετώπισης της κρίσης, η καγκελάριος παραμένει ένας άνθρωπος που αμφιβάλλει. Ο Κορνέλιους θυμίζει ότι μόλις ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ανακοίνωσε, το καλοκαίρι του 2012, το πρόγραμμα της απεριόριστης αγοράς ομολόγων, η εφαρμογή των προγραμμάτων προσαρμογής στις χώρες που αντιμετώπιζαν προβλήματα χαλάρωσε. Ο Κορνέλιους σημειώνει:

Η Ελλάδα διαπραγματευόταν επί μισό χρόνο για τις λεπτομέρειες του δεύτερου προγράμματος το οποίο είχε από καιρό αποφασισθεί και είχε γίνει αποδεκτό από την ελληνική κυβέρνηση. Νέα χρέη άρχισαν με τον καιρό  να συσσωρεύονται. Έτσι άρχισε να αντιλαμβάνεται και πάλι ότι το ευρώ στέκεται και πέφτει με αυτή τη μικρή χώρα, την Ελλάδα. Το φθινόπωρο του 2012, κατηγόρησαν την καγκελάριο ότι αρνείται την πραγματικότητα. Ότι, δηλαδή, η Ελλάδα ουδέποτε θα είναι σε θέση να πληρώσει τα χρέη της και ότι οι πλούσιες χώρες της Ευρώπης, με επικεφαλής τη Γερμανία, θα έπρεπε να αναλάβουν το λογαριασμό. Η Μέρκελ ωστόσο δεν επιθυμούσε να συμφωνήσει σε ένα νέο «κούρεμα» του χρέους – όχι ακόμα τουλάχιστον. Διότι ποιο κίνητρο θα έδινε κάτι τέτοιο, στην Ελλάδα αλλά και στις υπόλοιπες χώρες με προβλήματα; Η Μέρκελ χρειαζόταν την κρίση για να πετύχει το σχέδιό της για μία νέα Ευρώπη. Αν η πίεση μειωνόταν τότε δεν θα προέκυπτε μια οικονομική διακυβέρνηση της Ευρώπης…[xv]

Κι αν όλα πάνε στραβά;

Την άνοιξη του 2010, και ενώ οι τοπικές εκλογές στη Βάδη-Βυττεμβέργη, του παραδοσιακού χριστιανοδημοκρατικού κρατιδίου, κρίνονταν ανάμεσα στο κόμμα της Άνγκελα Μέρκελ και σε εκείνο των «Πρασίνων», που έχουν ιδρυθεί στο κρατίδιο αυτό, έγινε το πυρηνικό ατύχημα της Φουκουσίμα. Ήδη από την εποχή που η Μέρκελ ήταν υπουργός Περιβάλλοντος, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, είχε εκδηλωθεί δημοσίως υπέρ της διατήρησης των πυρηνικών εργοστασίων, κάτι που πήγαζε και από την πεποίθησή της ως φυσικού, ότι η ατομική ενέργεια μπορεί να ελεγχθεί  και να αξιοποιηθεί προς όφελος της οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά η Μέρκελ δεν θα ήταν Μέρκελ αν δεν πίστευε στη διαδικασία trialanderror (δοκιμή και λάθος). Στην πεντηκοστή επέτειο των γενεθλίων της, και ενώ δεν είχε γίνει ακόμα καγκελάριος, γράφει ο Νίκολας Μπλόμε, κάλεσε τον καθηγητή νευροχειρουργικής Χορστ Ζίνγκερ να μιλήσει σε προεκλογική εκδήλωση του κόμματός της. Στο λόγο του, ο Ζίνγκερ σημείωσε ότι «ακριβώς επειδή τα εξελικτικά συστήματα αναπτύσσονται με βάση την αρχή “δοκιμή και λάθος”, πρέπει όλα να γίνονται με μικρά βήματα για να μην οδηγούν σε λάθη που θα έχουν μοιραία αποτελέσματα».[xvi] Η Μέρκελ δεν κρατήθηκε στη συνταγή του Ζίνγκερ, που άλλωστε ήταν και δικός της οδηγός ζωής, και μάλλον πανικόβλητη, προχώρησε με αμφίβολης νομιμότητας διαδικασίες στο κλείσιμο των παλαιότερων πυρηνικών εργοστασίων της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό, πρώτα απ’ όλα για την οικονομία της Γερμανίας, καθώς οι τιμές της ενέργειας εκτινάχθηκαν στα ύψη. Η νότια Γερμανία κινδυνεύει με «ενεργειακή τρύπα» όταν το 2015 κλείσει το πυρηνικό εργοστάσιο του Γκραφενχεϊντφέλντ. Ο πολιτικός φίλος της Μέρκελ, Ανατολικογερμανός Αρνολντ Βάατς,[xvii] θεωρεί αυτή την πολιτική «οικονομικά ανόητη», ενώ και περιβαλλοντικά είναι καταστροφική, καθώς σήμερα, με το κλείσιμο των εργοστασίων που παράγουν ρεύμα από φυσικό αέριο τα οποία δεν καλύπτουν το κόστος τους, όλο και περισσότερο η γερμανική βιομηχανία στρέφεται στον άνθρακα.

Η καγκελάριος Μέρκελ έχει «εξαφανίσει» το θέμα της «πράσινης ατζέντας», αλλά έχει φορτώσει τη χώρα της με ένα κόστος που, μακροπρόθεσμα, είναι πολλαπλάσιο του κόστους της ευρωπαϊκής διάσωσης. Οι ψηφοφόροι δεν την τιμώρησαν γι’ αυτό, καθώς το λάθος λάμβανε απολύτως υπ’ όψη τους φόβους τους. Και αυτή είναι, προφανώς, μία από τις διαφορές αυτού του εγχειρήματος σε σχέση με την επιχείρηση διάσωσης του ευρωπαϊκού νομίσματος.


 

[i] Evelyn Roll, Die Erste, Reinbeck, Hamburg 2005, σελ. 16.

[ii] Ό.π.,σελ. 20.

[iii] Ralf Georg Reuth, Guenther Lachmann, Das erste Leben der Angela M., Piper, Muenchen 2013, σελ. 75.

[iv] Τη χρονιά της επιβολής του στρατιωτικού νόμου, η Μέρκελ μεταβαίνει στην Πολωνία και συλλαμβάνεται κατά την επιστροφή της με υλικό της «Αλληλεγγύης» στην τσάντα της, σύμφωνα με έγγραφα των αρχών ασφαλείας της Λ.Δ. της Γερμανίας, που παραθέτουν οι Reuth και Lachmann, ό.π., σελ. 126. Η Μέρκελ παίρνει το γνωστό ύφος του ανίδεου στην ανάκριση και δηλώνει σε εκείνους που την εξετάζουν ότι δεν γνώριζε πως τα υλικά αυτά ήταν απαγορευμένα στη Λ.Δ. της Γερμανίας.

[v] Πρόκειται για τον συνάδελφό της Μίχαελ Σίντχελμ, με τον οποίο μοιράζονται το ίδιο γραφείο στην Ακαδημία Επιστημών, και αργότερα διευθυντή του θεάτρου στη Βασιλεία, που συγκεντρώνει τις εμπειρίες αυτής της δεκαετίας στο αυτοβιογραφικό βιβλίο Το ταξίδι του Ρόμπερτ. Θα αποτελέσει μια από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες απογοητεύσεις της Μέρκελ η αποκάλυψη ότι ο Σίντχελμ ήταν πληροφοριοδότης της Κρατικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (Στάζι), βλ. Evelyn Roll, Die Erste, Reinbech, Hamburg 2005, σελ. 85-88.

[vi] Ό.π., σελ. 166.

[vii] Gertrud Hoehler, Η νονά. Πώς η Άνγκελα Μέρκελ αποδομεί τη Γερμανία και την Ευρώπη, Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2012, σελ 33.

[viii] Evelyn Roll, Die Erste, Reinbeck, Hamburg 2005, σελ. 241.

[ix] Ό.π.,σελ. 241.

[x] Nikolaus Blome, Angela Merkel. Die Zauder-Künstlerin, Pantheon Verlag, Muenchen 2013, σελ. 56.

[xi] Ό.π.,σελ. 57.

[xii] Stefan Kornelius, Die Kanzlerin und ihre Welt, Hoffmann und  Campe, Hamburg 2013, σελ. 251.

[xiii] Ό.π.,  σελ. 263.

[xiv] Ό.π.,  σελ. 270.

[xv]  Ό.π.,  σελ. 271, 272.

[xv] Nikolaus Blome,Angela Merkel. Die Zauder-Künstlerin, Pantheon Verlag, Muenchen 2013, σελ. 66.

[xv] http://www.dradio.de/dlf/sendungen/interview_dlf/1814787/

Τάσος Τέλογλου

Δημοσιογράφος, συνεργάζεται με την Καθη-
μερινή και συμμετείχε στην ομάδα της τηλεοπτικής εκπομπής
Νέοι Φάκελοι του Σκάι. Βιβλία του, Η γερμανική πολιτική στον γι-
ουγκοσλαβικό χώρο (1996), Φάκελος 17 Νοέμβρη (μαζί με τον
Αλέξη Παπαχελά, 2002) και το πιο πρόσφατο Το δίκτυο. Φάκελος
Siemens (2009).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά