Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Η απόφαση 9/2016 και τα «υπερχρεωμένα νοικοκυριά»

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 68
Edwin Αustin Αbbey, Δικαιοσύνη. εικόνα από το βιβλίο του E.V. Lucas, Edwin Austin Abbey, Royal Academician, The Record of His Life and Work, 1921. Edwin Αustin Αbbey, Δικαιοσύνη. εικόνα από το βιβλίο του E.V. Lucas, Edwin Austin Abbey, Royal Academician, The Record of His Life and Work, 1921. Edwin Αustin Αbbey

Η υπ' αρ 9/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου Κρήτης.

Αριθμ πρωτ.  58/2013 (http://www.ltas.gr/articles_det.asp?artid=346&aid=23)

Με την απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου Κρήτης 9/2016, απορρίφθηκε αίτηση δύο αιτούντων δημοσίων υπαλλήλων για την υπαγωγή τους στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Γιατί η απόφαση, που συνιστά νομολογία, ήταν απολύτως δίκαιη. [TBJ]

Την Παρασκευή 24/6/2016 το πρωί, περίπου στις 09.00, άκουσα στον ραδιοσταθμό ΣΚΑΪ –κάτι που δεν συνηθίζω, αλλά έτυχε να οδηγώ και ήταν ο μόνος διαθέσιμος ραδιοφωνικός σταθμός–, από μια νεαρή (εκτιμώντας τη φωνή της) δημοσιογράφο, την περιγραφή της απόφασης του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου 9/2016, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση δύο αιτούντων δημοσίων υπαλλήλων για την υπαγωγή τους στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Παρατέθηκε ακριβής περιγραφή της απόφασης, αλλά το εντυπωσιακό ήταν τα καταφρονητικά σχόλια της δημοσιογράφου για την απαράδεκτη (υποθέτω ότι στην ουσία εννοούσε «επονείδιστη») απόφαση. Το σχόλιο εμφορούνταν από άκρατο λαϊκισμό και, κυρίως, «χάιδεμα» των αυτιών των ακροατών του σταθμού (που θα περίμενα να μην είναι ακροατές ευεπίφοροι σε παρόμοιες λαϊκιστικές κορώνες).

Ι. Τα πραγματικά περιστατικά της αίτησης. Οι αιτούντες (νοσοκομειακός γιατρός και νοσηλεύτρια με ένα μικρό παιδί και μισθούς 2.100 και 1.200 ευρώ αντίστοιχα) ζήτησαν την υπαγωγή τους στο νόμο διότι «έχουν ήδη περιέλθει, όπως ισχυρίζονται, σε κατάσταση μόνιµης αδυναμίας πληρωµής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους». Αυτοί προέβησαν σε συνολικό δανεισμό ύψους (150.000 +90.000 +160.000 +70.000 +70.000 +3.242,27 +1.283,04) 544.365,31 ευρώ, εκ του οποίου ποσού δανεισμού οφείλουν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης (Φεβρουάριος 2013) 532.052,70 ευρώ. Από το ποσό αυτό, στεγαστικά δάνεια είναι οι 540.000 ευρώ. Η πιστώτρια Τράπεζα εξασφάλισε τις απαιτήσεις της από τα ως άνω δάνεια με την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της ως άνω κύριας κατοικίαςτων αιτούντων που ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο τους.

ΙΙ. Τα αποδειχθέντα από τη διαδικασία. Από τα παρατιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης στοιχεία προκύπτει ότι (1) η συνολική καταβλητέα μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των δανείων αυτών, ανερχόταν περίπου στο ποσό των 3.300 ευρώ μηνιαίως. Την ίδια στιγμή, το μηνιαίο καθαρό εισόδημα του πρώτου των αιτούντων ανερχόταν το 2005 έως και το 2010 περίπου σε 3.600 ευρώ (1.800 ευρώ μισθός και 1.800 ευρώ εφημερίες, ενώ μετά το 2010 ο μηνιαίος μισθός του ανέρχεται στο ποσόν των 2.100 ευρώ, δηλαδή 1.480 ευρώ μισθός και 650 ευρώ εφημερίες), ενώ της δεύτερης των αιτούντων, ο μέσος καθαρός μηνιαίος μισθός μεταξύ 2005 και 2010 ανερχόταν στα 1.400 ευρώ, μετά δε το 2010 διαμορφώθηκε στα 1.200 ευρώ. Έτσι, με μηνιαία εισοδήματα 3.600 ευρώ, όφειλαν να πληρώνουν μηνιαίως στην Τράπεζα ως δόση δανείου το ποσό των 3.300 ευρώ. «Έτσι λοιπόν, ήδη από την αρχή της λήψης των παραπάνω δανείων, τα δηλωθέντα εισοδήματα των αιτούντων δεν επαρκούσαν τόσο για την ταυτόχρονη κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, όσο και των βιοτικών αναγκών των». (2) Επίσης: «ο μισθός του πρώτου αιτούντα, σχεδόν ολόκληρος καταναλίσκεται για την πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου, απομένοντας έτσι προς διάθεση και για να καλύψουν τις συνολικές δαπάνες διαβίωσης, ο μισθός της συζύγου, ύψους 1.400 ευρώ, αφού λοιπά εισοδήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, δεν προκύπτουν να υπάρχουν από τα προσαγόμενα στοιχεία, κατά πολύ λιγότερο δηλαδή από το προσδιοριζόμενο, από τους ίδιους μηνιαίο κόστος βιοτικών αναγκών, το οποίο ανέρχεται σε 2.500 ευρώ, σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος των δόσεων για την εξυπηρέτηση των δανείων προς το εισόδημα διαμορφώθηκε στο υψηλό ποσοστό του 70% του μηνιαίου εισοδήματος, όταν ως γενικά αποδεκτός θεωρείται όταν η δόση δεν υπερβαίνει το 40% του μηνιαίου εισοδήματος» (βλ. σχετική απόφαση στο dikastis.blogspot.gr). (3) Οι διαπιστώσεις: (α) «από τα παραπάνω προκύπτει, ότι οι αιτούντες, δεν επέδειξαν συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι ήδη από τον χρόνο λήψης των ως άνω δανείων, το 2008 διέβλεπαν ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, καθ’ όσον το μοναδικό αξιόλογο αλλά και σταθερό οικογενειακό εισόδημα ήταν ο μισθός των και οι εφημερίες που πραγματοποιούσε ο πρώτος των αιτούντων, οι οποίες όμως κυμαίνονται και διαφοροποιούνται ανά χρονική περίοδο, παράλληλα δε οι αιτούντες, δεν επικαλούνται, ούτε αποδεικνύουν εισοδήματα από άλλες πηγές, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως συμπλήρωμα του συνολικού ποσού της δόσεως που έπρεπε να καταβάλλουν μηνιαίως στους πιστωτές τους». (β) Ακόμα οι αιτούντες «δημιούργησαν χρέη συνολικού ύψους 544.000 ευρώ, υπερβαίνοντας, το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, με τον αλόγιστο δανεισμό τους, με τη λήψη στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, συνέχισαν δε και μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης να λαμβάνουν δάνεια», όπως δε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας το ποσό των 60.000 ευρώ. Δηλαδή η κατοικία για την οποία ελήφθησαν στεγαστικά δάνεια 540.000 ευρώ εξασφαλίστηκε από την πιστώτρια με προσημείωη υποθήκης. Αυτή όμως η κατοικία έχει –κατά δήλωση του πρώτου αιτούντος– εμπορική αξία σήμερα 150.000 ευρώ. Η απόφαση στη συνέχεια (4)(α) διαπιστώνει την ύπαρξη στους αιτούντες ενδεχόμενου δόλου κατά τη λήψη των δανείων και (β) «καταστρατήγηση και καταχρηστική εφαρμογή των διατάξεων του  νόμου σε βάρος των πιστωτών, αλλά και των συνεπών οφειλετών, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειοψηφία, καθώς η άσκηση του δικαιώματος των αυτού έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, κρίνεται δε, ότι δεν είναι σύμφωνος με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και με το σκοπό των διατάξεων του Ν.3869/2010 και σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου». (5) Διαπιστώνει επίσης ότι: «ο υπέρμετρος δανεισμός των αιτούντων,  με κορύφωση τα έτη 2008, 2009 και 2011, αποσκοπούσε στην επίτευξη από μέρους των επιπέδου διαβίωσης ανώτερου από τις οικονομικές των δυνατότητες και συγκεκριμένα στην απόκτηση μίας οικίας (μεζονέτας) πολυτελούς κατασκευής […] επιφάνειας 290 τ.μ. (αποτελούμενη από υπόγειο 160 τ.μ., ισόγειο 130 τ.μ. και α’ όροφο 130 τ.μ.) επί οικοπέδου 650 τ.μ., επιλέγοντας την «εύκολη» λύση της υπερχρέωσης, προκειμένου να κατασκευάσουν μία νεόδμητη υπερπολυτελή οικία, υπερβολικών διαστάσεων για τα δεδομένα μίας τυπικής τριμελούς οικογένειας, που σαφώς δεν ανταποκρινόταν στα μέτρα των οικονομικών δυνατοτήτων τους ούτε βέβαια στο σκοπό του νομοθέτη [...] που [...] [δεν ήταν] η εξασφάλιση ενός υπερπολυτελούς επιπέδου διαβίωσης που αποβαίνει σε βάρος της Εθνικής Οικονομίας, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των μετόχων, των καταθετών, των πολιτών και αδιανόητο για τα οικονομικά του Ελληνικού Δημοσίου, αφού η διαγραφή τέτοιων χρεών, που έχουν προκύψει για αγορές ή άλλες δραστηριότητες πολυτελείας από απερισκεψία ή κακό οικονομικό προγραμματισμό και η προνομιακή αυτή αντιμετώπιση, ενός μικρού μέρους τέτοιων δανειοληπτών, αδικεί όλους όσοι με δυσκολία ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις των περιορίζοντας το επίπεδο διαβίωσής των, όταν μάλιστα είναι γνωστόν ότι οι όποιες απώλειες των τραπεζών, από τα νοικοκυριά αυτά, αντισταθμίζονται από ακόμη υψηλότερα επιτόκια χορηγήσεων, με ακόμη μεγαλύτερες επιβαρύνσεις για το σύνολο των πολιτών, σε μια πολύ δύσκολη οικονομική συγκυρία για τη χώρα μας,γιατί στην ουσία έτσι μετακυλίεται η αποπληρωμή των οφειλών τους στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αναγκάζεται να στηρίξει χρηματικά τις τράπεζες και κατά συνέπεια στην ελληνική κοινωνία και στους Έλληνες φορολογούμενους», και αναφέρει τις αυστηρότερες προϋποθέσεις που έθεσε ο νόμος μετά την τροποποίησή του αναφορικά με το ύψος των υπό ρύθμιση δανείων, το μέγεθος της υπό προστασία κατοικίας αλλά και το ύψος των δαπανών διαβίωσης.

ΙΙΙ. Η προσέγγιση της απόφασης. (α) Το νομικό μέρος έχει μια ιδιαίτερη στιβαρότητα της ανάλυσης των στοιχείων του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και κυρίως αυτής των εννοιών του ενδεχόμενου δόλου των αιτούντων και της καταστρατήγησης του νόμου, ενώ η αίτηση αποτελεί προσπάθεια καταχρηστικής υπαγωγής στο νόμο. Παρακολουθεί επίσης επισταμένως την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, τη νομολογία αλλά και τη θεωρία. (β) Ευχάριστη εντύπωση προκαλεί η ανάλυση με βάση το άρθρο 4 του Συντάγματος, ότι οι Έλληνες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο, αλλά κυρίως η συναγωγή του επόμενου επιχειρήματος ότι δεν επιτρέπεται η δημιουργία ανισοτήτων «είτε με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικών μέτρων ή προνομίων {προφανώς υπέρ των δανεισθέντων}, είτε με τη μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση που οι πιστωτές χάνουν το μεγαλύτερο μέρος ή και ολόκληρη την απαίτησή τους», γεγονός που αντιβαίνει στο άρθρο 25 του Σ., με αποτέλεσμα –εφ’ όσον γίνει δεκτή η αίτηση– να παραβιαστεί το συνταγματικό δικαίωμα της πιστώτριας για την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της. Εύστοχη δηλαδή προσέγγιση των εννοιών της ισότητας, της προστασίας της περιουσίας και της μη παραβίασης της αναλογικότητας. (γ) Ιδιαίτερα θετική εντύπωση προκαλεί η προσέγγιση των πραγματικών περιστατικών και η ανάδυση των στοιχείων της «ανέμελης και αμέριμνης» συμπεριφοράς των Ελλήνων όλα τα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης: θα ξεχωρίσω το απόσπασμα της απόφασης «η χαριστική συμπεριφορά έναντι τμήματος των πιστωτών, χωρίς κριτήρια και διαδικασίες ειδικά δε σε περιπτώσεις υπέρογκου δανεισμού, δυσανάλογο με την οικονομική του δυνατότητα, θα οδηγούσε αφ’ ενός μεν σε σημαντικές αδικίες σε βάρος αυτών που δεν έχουν δανειστεί ή που έχουν δανειστεί αλλά εξακολουθούν με ιδρώτα και αίμα να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις των», επικέντρωση στο πώς θα βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση (έτσι που γέμισε η Ελλάδα μαιζονέτες και στα διαμερίσματα κατοικούν μόνον «παρακατιανοί», οι απόκληροι δηλαδή της κοινωνίας (ή μήπως τα «κορόιδα» που δεν αγνόησαν το ρίσκο, που μέτρησαν σοβαρά τα εισοδήματά τους και τις δαπάνες τους, πριν προβούν σε υπέρμετρα μεγάλα οικονομικά ανοίγματα, αυτοί δηλαδή που φρόντισαν να «απλώνουν τα πόδια τους όσο τους παίρνει το πάπλωμα»;). Εν τέλει η ελληνική πολιτεία φροντίζει για όλους: με τον αρχικό νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (γνωστό ως Νόμο Κατσέλη) παρασχέθηκε η ευχέρεια στους «έξυπνους», που έκαναν δαπάνες δυσανάλογες προς τα εισοδήματά τους, που αγόρασαν πολυτελή αυτοκίνητα, που έκαναν διακοπές σε όλο τον κόσμο και κατανάλωναν χωρίς αιδώ, να ενταχθούν στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (τα δικαστήρια υπήρξαν αρωγοί αυτής της προσπάθειας, από έλληνες πολίτες άλλωστε συγκροτούνται), να μετακυλίσουν το πρόβλημα στις πιστώτριες τράπεζες, να απαιτηθεί να ανακεφαλαιοποιηθούν αρκετές φορές, αφού κάθε τόσο κατέρρεαν (με τη σοφή οικονομική πολιτική της ελληνικής πολιτείας) και να διογκωθεί εντέλει το δημόσιο χρέος. Προσοχή όμως, αυτό θα το επιβαρυνθούμε όλοι μας («όλοι μας»;), ενώ το ιδιωτικό χρέος το αποφεύγουν οι ιδιώτες και θα το επιβαρυνθούμε και αυτό όλοι μας (και ξανά: «όλοι μας»;). (δ) Εντύπωση επίσης προκαλεί η ορθότατη προσέγγιση της οικονομίας και της οικονομικής ζωής τα χρόνια της κρίσης: ο συνάδελφος δικαστής διαβάζει τουλάχιστον εφημερίδες προσεκτικά και κυρίως σκέπτεται αυτά που συμβαίνουν στη χώρα. Προβαίνει στον σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα «αναστοχασμό» και προφανώς καταλήγει στα ορθά συμπεράσματα: (i) γνωρίζει την «επιθετική πολιτική των τραπεζών» και τη θεωρεί όχι τόσο καθοριστική, αφού οι πολίτες όφειλαν να προσέχουν τον ηθικό κίνδυνο και να σκεφθούν ότι αφού δεν μπορούν ας μην κάνουν δυσανάλογες προς τα εισοδήματά τους δαπάνες. (ii) εν τούτοις προβληματίζεται αν οι τράπεζες ερεύνησαν όλα τα στοιχεία («την πιστοληπτική ικανότητα των χρηματοδοτούμενων πελατών») πριν προβούν στον δανεισμό των αιτούντων και, επειδή θεωρεί βάσιμα ότι κάτι δεν έγινε σωστά, παρέπεμψε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών για τον έλεγχο μήπως οι υπάλληλοι των τραπεζών τέλεσαν το έγκλημα της απιστίας σε βάρος της τράπεζας. (iii) Διερωτώμαι εν τέλει αν έχει ήδη μελετήσει το πρόσφατο βιβλίο του (μακαρίτη πλέον) Ιωάννη Τσαμουργκέλη Ο ρόλος των τραπεζών και του ευρώ στην Ευρωπαϊκή και Ελληνική κρίση. Οι συνένοχοι, και τα όσα συνταρακτικά παραθέτει σχετικά με τις τράπεζες και το ρόλο τους στην κρίση. Έχω δύο αναφορές στην απόφαση που με προβληματίζουν: «οι όποιες απώλειες των τραπεζών, από τα νοικοκυριά αυτά, αντισταθμίζονται από ακόμη υψηλότερα επιτόκια χορηγήσεων» και «η συνυπαιτιότητα των τραπεζών στη λήψη [προφανώς εννοεί «χορήγηση»] δανείων». Εκτός και αν μελετά τόσο προσεκτικά και τις οικονομικές στήλες των εφημερίδων.

Τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν είναι δύο: Το πρώτο θα αφορά την παρουσιαζόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου. Φυσικά θα εξάρω και πάλι την απόφαση αυτή, η οποία αποτελεί ένα υπόδειγμα νομικής κατάρτισης –όχι μόνο στο περιορισμένο πεδίο του Αστικού Δικαίου αλλά και σ’ αυτό του Συνταγματικού και μάλιστα με συνεχή επαφή με την πλέον πρόσφατη νομολογία (κρατούσα και μη) και τη θεωρία– και κυρίως στενής επαφής με την τόσο σκληρή τα τελευταία χρόνια ελληνική πραγματικότητα (στην οποία ταιριάζει το δημώδες για το Γεφύρι της Άρτας, αν και θα αποφύγω προς το παρόν να εκφέρω γνώμη για το αν πρέπει και ποιον/ποιαν ή ποιο να βάλουν στα θεμέλια για να στεριώσει), για την οποία τολμά να βάλει το χέρι επί τον τύπον των ήλων και να οδηγηθεί σε ένα άρτιο συμπέρασμα και που νομίζω ότι πρέπει να μελετηθεί ως υπόδειγμα δικαστικής κρίσης και προσέγγισης (ως ρομαντικός θα ήλπιζα να αρχίσει να διδάσκεται στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών). Εν τέλει «υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο» και (ευτυχώς) όχι μόνον εκεί. Το δεύτερο αναφέρεται στην πρώτη πρόταση του κειμένου. Έκανα αναφορά στο χάιδεμα των αυτιών των ακροατών. Έχουν γραφτεί δεκάδες βιβλία για τον λαϊκισμό και τις εκφάνσεις του, για τα δεινά που συνεχώς προκαλεί, για τις παρενέργειες που καθημερινά επιφέρει. Δεν θα περίμενα ποτέ να ακούσω στον συγκεκριμένο ραδιοσταθμό –του οποίου το καθαρό μυαλό αποτελεί μια όαση γι’ αυτούς που δεν έχει χρειαστεί να δεθούν στο κατάρτι για να μην παρασυρθούν από το τραγούδι των Σειρήνων– τις οιμωγές για την «επονείδιστη» (είπα πως ο χαρακτηρισμός είναι δικός μου) απόφαση του «ανάλγητου» (και αυτός δικός μου είναι, αλλά το νόημα της δημοσιογράφου αυτό ήταν) δικαστή, που αγνοώντας το πρόβλημα του ζεύγους δημοσίων υπαλλήλων απέρριψε την αίτησή τους για υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Ίσως η κυρία δημοσιογράφος έχει ακούσει στον ραδιοφωνικό σταθμό όπου εργάζεται τις αιτίες στις οποίες οφείλονται τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και της ελληνικής κοινωνίας, αλλά ίσως και όχι. Αν ισχύει το πρώτο, τότε κάκιστα λαϊκίζει και χαϊδεύει τα αυτιά των ακροατών για να την ακούσουν και στην επόμενη εκπομπή της, αλλά μπορεί να έχει ένα ελαφρυντικό: ίσως να μην έχει ακούσει Διονύση Σαββόπουλο: «αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει / καλύτερα να μην μας πει κανένα». Αν ισχύει το δεύτερο, τότε «μαύρο φίδι που μας έφαγε», όπως αυτό που μας τρώει τόσα χρόνια από τις αντίστοιχες λαϊκιστικές εφημερίδες, τους άλλους ραδιοφωνικούς σταθμούς και γενικότερα τα ΜΜΕ, για να περιοριστώ στο χώρο από τον οποίο προέρχεται η κυρία δημοσιογράφος. Δυσάρεστη σύμπτωση: στις 28/6/2016 ανακοινώθηκε η υπαγωγή στην πτωχευτική διαδικασία της Μαρινόπουλος Α.Ε. Ποια η σχέση της με την απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος κειμένου, ας το αφήσουμε να μας το εξηγήσει σε άλλη εκπομπή η ίδια δημοσιογράφος.

29/6/2016 

Γιώργος Κτιστάκης

Εισαγγελέας Εφετών Δ.Ν. Βιβλία του: Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών και η άσκηση ποινικής δίωξης (2003), Η ποινική διαδικασία (2005), Η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης (2011).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά