Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Το Ισλάμ αλλάζει την Τουρκία

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 31
Ο Φετουλλάχ Γκιουλέν, 74 χρόνων σήμερα, θεωρείται διεθνώς ο εμπνευστής ενός νέου κινήματος μετριοπαθούς Ισλάμ. Ο Ερντογάν τον θεωρεί υποκινητή του πραξικοπήματος εναντίον του και ζητεί, προφορικά, από τις ΗΠΑ την έκδοσή του. Ο Φετουλλάχ Γκιουλέν, 74 χρόνων σήμερα, θεωρείται διεθνώς ο εμπνευστής ενός νέου κινήματος μετριοπαθούς Ισλάμ. Ο Ερντογάν τον θεωρεί υποκινητή του πραξικοπήματος εναντίον του και ζητεί, προφορικά, από τις ΗΠΑ την έκδοσή του. Φωτογραφία Αρχείου

Η αύξηση των ιερατικών σχολείων και πώς διαμορφώνει νέες συνειδήσεις. Ο ρόλος του ιμάμη Φετουλλάχ Γκιουλέν, η εκκλησιαστική εκπαίδευση και η νέα ταυτότητα που διεκδίκησε η Τουρκία ήδη μετά το τέλος της Αραβικής Άνοιξης. Ένα κείμενο που δημοσιεύθηκε στο Books' Journal 31, Μάιος 2013, και θα μπορούσε να βοηθήσει στην κατανόηση όσων συνέβησαν στο μεταξύ αλλά, κυρίως, στην κατανόηση της απόπειρας πραξικοπήματος κατά του προέδρου πλέον Ερντογάν. [ΤΒJ]

Η Τουρκία είναι η μόνη μουσουλμανική χώρα που κατάφερε, από την ίδρυσή της, να διαχωρίσει την εκκλησία από το κράτος. Αλλά αυτό το καθεστώς αναιρείται πλέον σταδιακά. Έπειτα από μία δεκαετία διακυβέρνησης, οι ισλαμιστές έχουν διεισδύσει καταλυτικά στον κρατικό και στον διοικητικό μηχανισμό. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι όλες τις προηγούμενες δεκαετίες τόσο οι κεμαλιστές όσο και οι στρατιωτικοί είχαν πάντα πλήρη συνείδηση ότι η Τουρκία ήταν αυστηρά μουσουλμανική χώρα με πολύ έντονα θρησκευτικά ρεύματα σε διαρκή χειραγώγηση. Κανένας πολιτικός δεν αρνήθηκε τη σημασία αυτής της ομοιογενούς μουσουλμανικής μάζας, είτε ήταν Σουνί είτε Αλεβί. Μετά το 2002, οπότε κυριάρχησε το ισλαμικό Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ερντογάν, η δυναμική αυτής της άλλοτε περιθωριοποιημένης μάζας των θρησκευόμενων μουσουλμάνων καλλιεργήθηκε με επιθετική κοινωνική πολιτική και με μεγάλες παρεμβάσεις, ειδικά στον τομέα της παιδείας. Η άνοδος του πολιτικού Ισλάμ και των στρατευμένων ισλαμιστών συντόνισε τις κινήσεις και τη στρατηγική της, στοχεύοντας στην εκπαίδευση μιας νέας γενιάς δραστήριων πιστών. ως αποτέλεσμα βοήθησε στην αύξηση των ιερατικών imam hatip σχολείων. Σε αυτό συνέβαλε σημαντικά και η διάδοση του κινήματος του Φετουλλάχ Γκιουλέν, που καλλιεργεί διεθνώς μια μορφή ήπιου Ισλάμ.

Αν και αυτά θεωρούνται σύγχρονες εξελίξεις, μπορεί κανείς να διακρίνει τη σταθερή πορεία τους ήδη από το 1980. Οι στρατιωτικοί παρείχαν και συντόνιζαν διακριτική προστασία και στήριξη της θρησκείας, ως αντίβαρο στην άνοδο του κομμουνισμού. «Μια πράσινη ζώνη γύρω από την κόκκινη απειλή», έλεγαν στην Τουρκία, και αυτή η πολιτική είχε τις ευλογίες των ΗΠΑ.

Είναι μια από τις αντιξοότητες, καθώς συχνά δίνονται απλοϊκές ερμηνείες για τους τούρκους στρατηγούς και το τι αντιπροσωπεύουν. Οι στρατιωτικοί στήριζαν και την ορθόδοξη Σουνί θρησκεία και τα imam hatip σχολεία, ενώ επίσης στήριζαν και τις διάφορες αδελφότητες και αιρέσεις που ανθούσαν στη νοτιοανατολική Τουρκία. Ακόμα και σε εποχές που το ορθόδοξο Σουνί Ισλάμ δεν εύρισκε στήριξη, οι αδελφότητες (tarikats) δεν σταμάτησαν ποτέ τη διακριτική τους εξάπλωση μετά το 1923, συνέχισαν μάλιστα να υπάρχουν όλα τα χρόνια της εθνικιστικής μανίας του Κεμάλ Ατατούρκ. Υπήρχε πάντα μια κυβερνητική καχυποψία για τη δράση των tarikats, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τις αδελφότητες να έχουν πολλούς πιστούς και μεγάλη πολιτική δύναμη, γιατί ανέκαθεν προωθούσαν πολιτικούς στην εξουσία. Ένας από τους πολιτικούς αυτούς ήταν ο πρόεδρος Τουργκούτ Οζάλ, που ανήκε στους Νακσιμπεντί, ενώ το σημερινό κίνημα του Φετουλλάχ Γκιουλέν ακουμπά στους Νουρή Νουρτζουλάρ.

Όλα αυτά τα διαφορετικά ρεύματα του Ισλάμ είναι στην ουσία αντίθετα στον εθνικισμό, ειδικά μάλιστα στην Τουρκία, όπου ακόμα καλλιεργούνται ο εθνικισμός και η λατρεία του Ατατούρκ, οι ισορροπίες είναι πολύ δύσκολες. Αλλά τώρα, που το Ισλάμ ανέρχεται (ελεγχόμενα) μέσω της παιδείας, στόχος είναι η δημιουργία μιας νέας γενιάς στρατευμένων ισλαμιστών που θα έχουν κατά προτεραιότητα τη θρησκεία ως πολιτικό όπλο.

 

 

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

Αυτό το όπλο προετοιμάζεται στα imam hatip[1] σχολεία τα οποία εκπαιδεύουν μία νέα τάξη θρησκευόμενων πολιτών, όχι για να γίνουν χοτζάδες, όπως ήταν ο αρχικός τους προορισμός, αλλά για να αναλάβουν δράση στην κρατική μηχανή. Αυτό, στις μέρες μας, είναι θέμα ζωτικής σημασίας για το AKP, καθώς προσπαθεί να ανατρέψει εκ βάθρων την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1997 που στόχευε σε εκκοσμίκευση της παιδείας και είχε περιθωριοποιήσει τα ιερατικά σχολεία.

Τι έκανε προς αυτή την κατεύθυνση η κυβέρνηση Ερντογάν; Πρόσφατα, επέτρεψε στους μαθητές των imam hatip σχολείων να μπορούν να κάνουν μετεγγραφή σε κανονικά γυμνάσια, για να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούνν διαφορετικές σχολές στο πανεπιστήμιο. Το AKP κατόρθωσε, έτσι, να αλλάξει τη φύση και το στόχο των imam hatip σχολείων, δημιουργώντας ένα παράλληλο και εναλλακτικό εκπαιδευτικό σύστημα στο σύστημα της κοσμικής παιδείας. Ήταν ίσως το μεγαλύτερο χτύπημα στο σύστημα εκκοσμικευμένης εκπαίδευσης αλλά και στο χαρακτήρα του τουρκικού κράτους. Η αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος που επέφερε η κυβέρνηση Ερντογάν είναι θεμελιώδης. Η νέα μεταρρύθμιση κάνει την υποχρεωτική παιδεία, από 8ετή που ήταν έως σήμερα, 12ετή. Μόνο που αυτή η 12ετής φοίτηση θα χωρίζεται σε τρεις τετραετίες: τέσσερα χρόνια πρωτοβάθμια εκπαίδευση, τέσσερα χρόνια μέση εκπαίδευση και τέσσερα χρόνια γυμνάσιο ή λύκειο. Γι’ αυτό η μεταρρύθμιση αυτή κωδικοποιήθηκε με το σλόγκαν: «4 + 4 + 4».[2]

Η φαεινή ιδέα για την αναμόρφωση της μέσης εκπαίδευσης προέρχεται από μια πονηρή πολιτικού χαρακτήρα κίνηση. Πολλοί μαθητές επιτρέπεται να επιλέξουν μαθήματα χάρη στα οποία, σιωπηρά, θα οδηγηθούν σε θεολογικές σπουδές. Το αποτέλεσμα έγινε άμεσα ορατό με την τρομακτική αύξηση των μαθητών την πρώτη σχολική χρονιά μετά τη μεταρρύθμιση. «Ανοίξαμε 411 imam hatip Liseleri (Λύκεια) και τα υπόλοιπα 730 θα είναι imam hatip Οrtaokulu (μέσης εκπαίδευσης)», τόνισε ο τούρκος υπουργός Παιδείας.[3]

Τώρα ο αριθμός των μαθητών στα imam hatip σχολεία μέσης εκπαίδευσης είναι 110 χιλιάδες, ενώ στα ιερατικά Λύκεια οι μαθητές ξεπέρασαν τις 130 χιλιάδες. Ο αριθμός αυτός, έπειτα από χρόνια συνεχούς μείωσης με το παλιό σύστημα, ξεπέρασε όλες τις προσδοκίες της κυβέρνησης. Όταν το ΑΚΡ ήρθε στην εξουσία το 2003 μόνο το 2% των μαθητών πήγαιναν στα imam hatip σχολεία. Οι στρατηγοί είχαν κάνει «καλή δουλειά» με το νόμο του 1997. Όμως το AKP, με πολύ αποφασιστικό τρόπο, άλλαξε τα δεδομένα και ακύρωσε όλα τα επιτεύγματα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1997.

Τα imam hatip σχολεία, που ώς το 1980 είχαν μερικές χιλιάδες μαθητές, από τη χούντα του Εβρέν και μετά αυξήθηκαν απότομα, φτάνοντας τους 187.803 μαθητές το 1997.[4] Είχαν βρει πρόσφορο έδαφος και αναπτύχθηκαν χωρίς διακοπή, τόσο με το ANAP (Anavatan Partisi) του Tουργκούτ Oζάλ όσο και με το DyP (Dogru yol Partisi) του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, και αυτό εν πλήρει εγρηγόρσει. Πολιτικοί με μεγάλη εμβέλεια όπως ο Οζάλ και ο Ντεμιρέλ γνώριζαν ότι προετοιμάζουν μελλοντικούς ισλαμιστές. Αυτά τα imam hatip σχολεία μετέτρεψαν τη θρησκεία σε πολιτική συνείδηση, αποκτώντας ιδιαίτερη εμβέλεια αφού, με διάφορες τροπολογίες, μπορούσαν οι μαθητές τους να εισάγονται σε όλες τις σχολές, και όχι μόνο στη Θεολογική, όπως θα ήταν λογικό. Τέτοια στελέχη, με βαθιά θρησκευτική παιδεία από ιερατικά σχολεία, λόγω των πανεπιστημιακών τους σπουδών, πέρασαν στην κρατική μηχανή στελεχώνονταςτον διοικητικό μηχανισμό.

Συνήθως, οι μαθητές των imam hatip σχολείων αρκούσαν για να καλύπτονται οι ανάγκες σε κληρικούς ή σε δασκάλους των θρησκευτικών. Πλέον, όμως, ήταν πολλοί περισσότεροι, αρκετοί μάλιστα ήταν δραστήριοι και εργάστηκαν για να συμφιλιωθεί μαζί τους η αγορά εργασίας, κάτι που μέσα σε 25 χρόνια έγινε πραγματικότητα. Τη δεκαετία του 1990, τα σχολεία αυτά έφτασαν σε ποσοστό το 11% των μαθητών. Έχοντας μάλιστα χάσει τον παλιό χαρακτήρα τους διαμορφώθηκαν σαν ξεχωριστή, παράλληλη παιδαγωγική δομή. Επιτρέποντας δε και στα κορίτσια να φοιτούν σε ιερατικά σχολεία, έπαυαν αυτομάτως τα σχολεία αυτά να καταρτίζουν μόνο μέλλοντες κληρικούς. Ήδη, λοιπόν, τα προσχήματα είχαν χαλαρώσει και ο πυρήνας των στρατευμένων στο Ισλάμ νέων μεγάλωνε απειλητικά. Για τους σκληρούς κεμαλιστές στην εξουσία και τους στρατιωτικούς το θέμα ήταν πολύ σοβαρό. Γι’ αυτό, το 1997, οι ισλαμιστές του Κόμματος της Ευημερίας, που ήταν στην κυβέρνηση συνασπισμού με το ΑΝΑΡ, συγκρούστηκαν για το θέμα της παιδείας. Η σύγκρουση εκείνη έλαβε μεγάλες διαστάσεις.

Εξαιτίας των διαστάσεων αυτών, μετά την κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού με τους ισλαμιστές του Ερμπακάν, οι στρατιωτικοί πίεσαν για τη μεγάλη εκπαιδευτική αναμόρφωση. Εκείνη την εποχή οι κεμαλιστές αποφάσισαν ότι όλα τα παιδιά στην Τουρκία έπρεπε να έχουν υποχρεωτική οκταετή εκπαίδευση σε κοσμικά σχολεία. Μπορούσαν να αναζητήσουν εξειδίκευση σε επαγγελματικά σχολεία μόνο στο ένατο έτος. Με αυτή τη μεταρρύθμιση καταργήθηκε το γυμνάσιο. Ώς εκείνη τη χρονιά, η υποχρεωτική εκπαίδευση σε κοσμικά σχολεία ήταν πενταετής και τα παιδιά μπορούσαν να ακολουθήσουν επαγγελματικό προσανατολισμό στο έκτο έτος. Πίσω από τη μεταρρύθμιση του 1997 ήταν ορατή η πολιτική σκοπιμότητα να ελεγχθεί η ανερχόμενη δύναμη του Ισλάμ. Ο κίνδυνος των κομμουνιστών είχε εξαφανιστεί. Οι στρατιωτικοί, καταργώντας το γυμνάσιο και παρατείνοντας την υποχρεωτική εκπαίδευση, απομάκρυναν τον επαγγελματικό προσανατολισμό και τα imam hatip σχολεία τα οποία ανήκαν σε αυτή την κατηγορία. Στο ένατο έτος, οι μαθητές θα είχαν γερή εκκοσμικευμένη παιδεία που θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στις συντηρητικές απόψεις των βαθιά θρησκευόμενων δασκάλων.

Υπό την πίεση των στρατιωτικών, η κυβέρνηση ψήφισε τους νέους νόμους για την παιδεία. Τότε άλλαξαν οι κανονισμοί πρόσβασης σε αυτά και οι μαθητές μπορούσαν να γραφτούν σε imam hatip σχολεία στο ένατο έτος αντί για το έκτο. Ο νέος νόμος υποχρέωνε επίσης όλους τους αποφοίτους των imam hatip σχολείων να μπαίνουν μόνο στη Θεολογική Σχολή, αποκλείοντας όλες τις άλλες σχολές ως επιλογή στους αποφοίτους των ιερατικών σχολείων. Ωστόσο, με τη νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 4+4+4, όλοι αυτοί οι νόμοι είναι παρελθόν – μαζί με τους αποδεκατισμένους στρατιωτικούς.

Η πλειονότητα των Τούρκων είχε πιστέψει ότι ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους είχε παγιωθεί στα 80 χρόνια εφαρμογής της κληρονομιάς του Ατατούρκ.[5] Όμως,αυτή η βεβαιότητα αναιρέθηκε τα 10 χρόνια διακυβέρνησης των ισλαμιστών, που δημιούργησαν μία γέφυρα με τη θεοκρατική οθωμανική διακυβέρνηση. Ο βασικός στόχος του κεμαλισμού (kemalizm) ή ατατουρκισμού (ataturkculluk) ήταν να αντικαταστήσουν το Ισλάμ και τον οθωμανισμό με τον τουρκικό εθνικισμό, για να μπορέσουν να καταστρέψουν τα δεσμά της νέας γενιάς των Τούρκων με το παρελθόν της θεοκρατικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[6] Παρά τις συντονισμένες προσπάθειες, όμως, των πρώτων μεταρρυθμιστών και εθνικιστών, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι η εκκοσμίκευση της Τουρκίας δεν ήταν ποτέ πλήρης, όπως πολλοί ήθελαν να πιστέψουν. Είχαν γίνει σπασμωδικές κινήσεις και είχαν επιβάλει απόψεις χωρίς την απαιτούμενη ενέργεια και τον χρόνο για να αφομοιωθούν.

Κατ’ αρχάς υπήρχαν πολλές ενδείξεις για την επίμονη και βαθιά ριζωμένη πίστη στο λαό για τους δερβίσηδες (seyhs), ειδικά στην Ανατολία.[7] Άλλωστε, αυτό είναι εμφανές στο πόσο δημοφιλείς είναι και σήμερα οι διάφορες αδελφότητες στη Νοτιο-Ανατολική Τουρκία. Τη δεκαετία του 1930, η πίεση για εκκοσμίκευση της Τουρκίας ήταν πολύ έντονη. Παρ’ όλο που η κυβέρνηση ποτέ δεν υιοθέτησε ένα επίσημο καθεστώς κατά του Ισλάμ, εν τούτοις ήθελε να ξεριζώσει τη δύναμη των οργανωμένων θεοκρατικών δομών. Ένα βασικό βήμα ήταν η απαγόρευση της θρησκευτικής εκπαίδευσης για να εμπεδωθούν οι νομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις[8] που εφαρμόστηκαν στα πρώτα στάδια της Δημοκρατίας της Τουρκίας.[9] Όμως αυτή η απαγόρευση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και του μαθήματος των θρησκευτικών εφαρμόστηκε μόνο 25 χρόνια και, το 1949, το μάθημα των θρησκευτικών επιτράπηκε ξανά. Ήδη τον Οκτώβριο του 1951 τα μαθήματα των θρησκευτικών είχαν γίνει υποχρεωτικά στην πέμπτη και στην έκτη τάξη του δημοτικού.

 

 

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΦΕΤΟΥΛΛΑΧ ΓΚΙΟΥΛΕΝ

Τα imam hatip σχολεία είναι η απόδειξη μεγάλου μέρους της ισλαμικής διείσδυσης η οποία, μαζί με τη ραγδαία άνοδο του κινήματος του Φετουλλάχ Γκιουλέν, έχει ανησυχήσει σοβαρά όλους τους κεμαλιστές. Το γεγονός ότι οι ισλαμιστές ήρθαν για να μείνουν και κατάφεραν να διεισδύσουν στον κρατικό μηχανισμό και στη δημόσια ζωή έχει γίνει συνείδηση. Ο Γκιουλέν, που ζει στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ από το 1998, έχει επενδύσει τεράστια ποσά στην εκπαίδευση εντός και εκτός Τουρκίας. Έχει ιδρύσει ένα παγκόσμιο δίκτυο σχολείων που απλώνεται από την Κεντρική Ασία, την Ινδονησία, το Πακιστάν και το Σουδάν και διδάσκει μια μορφή ανεκτικού και μετριοπαθούς Ισλάμ. Αυτή τη στιγμή χρηματοδοτεί πάνω από 500 σχολεία σε 90 χώρες και έχει ένα μεγάλο πανεπιστήμιο και νοσοκομεία στο Βόρειο Ιράκ. Όμως, δεν αρκείται στον τομέα της εκπαίδευσης. Έχει επεκταθεί σε πολλές επιχειρήσεις σε διάφορους τομείς και ειδικά στον Τύπο. Το βασικό, όσον αφορά την Τουρκία, είναι ότι ο Γκιουλέν κατάφερε να διαθέτει αυξημένη πρόσβαση στον Τύπο με δικές του εφημερίδες και με κύριο όργανο την εφημερίδα Zaman.[10] Έχει επίσης φροντίσει να χρηματοδοτήσει ακόμα και ΜΚΟ. Οι σκεπτικιστές πιστεύουν ότι ο Γκιουλέν, ένας πολύ εμπαθής στα κηρύγματά του θρησκευτικός ηγέτης, είναι σκληροπυρηνικός, αλλά έχοντας καταφέρει να δημιουργήσει μετριοπαθή εικόνα, έχει γίνει συμπαθής και προσιτός και για εκπροσώπους άλλων θρησκειών, κυρίως στη Δύση. Πολλοί στην Τουρκία θεωρούν τον Γκιουλέν αντίβαρο στον υπερεθνικισμό, αν και κανείς δεν έχει συζητήσει ανοιχτά τους πόρους χρηματοδότησής του. Η τύχη πολλών δημοσιογράφων που προσπάθησαν να διερευνήσουν τα οικονομικά του και τις διασυνδέσεις του ήταν πολύ κακή: συχνά βρέθηκαν κατηγορούμενοι και φυλακισμένοι για λάθος λόγους. Έχει επίσης αποδειχτεί ότι πρόσωπα που άσκησαν κριτική για το κίνημα μπορεί να δεχτούν συκοφαντικές επιθέσεις.[11]

Ο Φετουλλάχ Γκιουλέν, 71 χρόνων σήμερα (σ.σ. το 2013), θεωρείται διεθνώς ο εμπνευστής ενός νέου κινήματος μετριοπαθούς Ισλάμ, το οποίο πρόσκειται στο τάγμα Νουρ ή Νουρτζουλάρ (ή έχει προκύψει από ένα σχίσμα του).[12] Ο ιδρυτής αυτού του τάγματος, ο Νουρσί, πίστευε ότι δεν χρειάζεται ισλαμικό κράτος για να μεταδώσει κανείς την ισλαμική πίστη και τις αρχές της.[13] Αυτή είναι μία πολύ βολική φιλοσοφία για τη Δύση, επειδή έχει μια φιλειρηνική προσέγγιση, σε αντίθεση με το στρατευμένο Ισλάμ. Για τον Γκιουλέν υπάρχουν βίντεο από κηρύγματά του το 2000 στα οποία είχε νουθετήσει τους πιστούς του στον δικαστικό κλάδο και στον δημόσιο τομέα «να εργαστούν υπομονετικά για την εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού κράτους», αν και ο ίδιος αθωώθηκε από τις σχετικές κατηγορίες που του είχαν αποδοθεί το 2006. Σήμερα υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι οι οπαδοί του, γνωστοί ως fethullahci, έχουν διεισδύσει στην αστυνομία[14] και όχι μόνο. Πολλοί φοβούνται ότι η Δύση τον στήριξε από πολύ παλιά γιατί τη συνέφερε. Ήδη το 1987 υπήρχαν σοβαρές κατηγορίες για φονταμενταλιστές που είχαν διεισδύσει στο στρατό[15] ενώ σήμερα οι οπαδοί του έχουν εξαπλωθεί σε όλο το σύστημα εξουσίας. Γι’ αυτό η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα βοηθήσει στη δημιουργία μιας νέας γενιάς που θα συνεχίσει απλά στην εξουσία και θα πολεμήσει για την εξάπλωση του ισλαμισμού, καταλύοντας τα βασικά προπύργια των κεμαλιστών.

Η σημερινή Τουρκία περνά περίοδο μεγάλων αλλαγών. Ο ρόλος της στην παγκόσμια σκηνή έχει αλλάξει. Μετά την αραβική άνοιξη και τον εμφύλιο στη Συρία, η Τουρκία προσπαθεί να γίνει ο εκπρόσωπος του ορθόδοξου Σουνί ισλαμικού κόσμου. Χάρη στη γεωγραφική της θέση και στον πρόσφατο διαχωρισμό του κόσμου σε χριστιανικό και μουσουλμανικό, η Τουρκία έχει ένα εμφανές πλεονέκτημα ως συμπαγής μωαμεθανική χώρα με κοσμικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, μπορεί να εκμεταλλευτεί την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ και να μετατραπεί στο φυσικό διάζωμα μεταξύ της Δύσης και του πιο απομονωμένου και εχθρικού ισλαμικού κόσμου.


[1] Imam (ιερέας) hatip (κήρυκας). Τα imamhatipσχολεία είναι ιερατικά σχολεία που εκπαιδεύουν κληρικούς. Τόσο ο Ταγίπ Ερντογάν όσο και ο Αμπντουλλάχ Γκιουλ είναι απόφοιτοι ιερατικών σχολείων. Ιδρύθηκαν τη δεκαετία του 1950, αλλά αργότερα μεταμορφώθηκαν από αυστηρά σχολεία για χοτζάδες σε εναλλακτική μορφή παιδείας. Τα imamhatipσχολεία παρέχουν πρωινό και μεσημεριανό σε όλους τους μαθητές δωρεάν, προσελκύοντας τις κατώτερες λαϊκές τάξεις.

[2] Andrew Finkel, “What’s 4 + 4 + 4?”, International Herald Tribune, 23/3/2012, σ. 6.

[3]Τα πιο πρόσφατα στοιχεία προέρχονται από τη συνέντευξη του υπουργού Παιδείας OmerDincer, όπως δημοσιεύονται στην εφημερίδα Sabah, 3/9/2012, στην αρχή του σχολικού έτους 2012-2013.

[4] Soner Cagaptay, “Turkiye’ de Laikligin ve Dis Poltikan in Geleceyi”, The Washington Institute for Strategic Studies, Μάρτιος 2008, σ. 64.

[5]Η επίσημη ιδεολογία του κεμαλισμού ανακοινώθηκε τον Μάιο 1931 στο Τρίτο Συνέδριο του κόμματος, όπου υιοθετήθηκαν οι «έξι θεμελιώδεις και αναλλοίωτες αρχές» του ρεπουμπλικανισμού, του εθνικισμού, του λαϊκισμού, του κρατισμού, της εκκοσμίκευσηςκαι της επανάστασης/μεταρρύθμισης. Αυτές οι αρχές έγιναν τα έξι βέλη του RPP, του κόμματος του Ατατούρκ. Ψηφίστηκαν τον Φεβρουάριο 1937 και το τροποποιημένο άρθρο 2 του συντάγματος λέει: «Το τουρκικό κράτος είναι ρεπουμπλικανικό, εθνικιστικό, λαϊκιστικό, κρατικό, εκκοσμικευμένο, και επαναστατικό και μεταρρυθμιστικό», βλ. Feroz Ahmad, The Making of Modern Turkey, Routledge, London 1993, σ. 63.

[6] Ό.π.,σ.61.

[7] Berbard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, Oxford University Press, London 1968, σ. 416.

[8] D.A. Rustow, “Politics and Islam in Turkey 1930-1935” in R.N. Frye, ed., Islam and the West, The hague, 1957, σ. 84.

[9]Κανένα καινούργιο τζαμί δεν κτίσθηκε στην Άγκυρα και τα τζαμιά που ήδη υπήρχαν χρησιμοποιούνταν για κοινωνικούς σκοπούς. Η Αγία Σοφία είχε μετατραπεί σε τζαμί από τον Μωάμεθ τον Κατακτητή το 1453 και για 500 χρόνια θεωρούνταν σύμβολο της υπεροχής του ισλαμισμού έναντι του χριστιανισμού από τους μωαμεθανούς. Σε μία μυστική συνάντηση του υπουργικού συμβουλίου τον Οκτώβριο 1934, επί Ατατούρκ, μετατράπηκε σε μουσείο παύοντας να είναι τόπος λατρείας. Με τη δικαιολογία της ανακαίνισης, έμεινε κλειστή και μόνο μετά το 1991 επιτράπηκε σε πολύ ειδικές περιπτώσεις η λειτουργία της ως τόπος λατρείας.

[10] Zaman started back in the eighties as an obscure religious paper, but, today it has according to Fatih Altayli a sales circulation of 30,000, but, distribution of over 600,000. It is a quite well known fact that they pressure people for subscription. It is also indicative of political preference particularly in smaller towns and villages where interrelations with authorities are very important.

[11] “In Μany Ways Turkey’s Islamists Seem to have Got Things Right. But it Took Them a Long Time to Emerge from the Country’s Army-Guided Secularism”, The Economist, 6/8/2011.

[12]Είναι ενδιαφέρον ότι το BBCWorld, στην είδηση“TurkishInvestigationintoIslamicSectexpanded”, 21/6/ 1999, σχολίασε: «Ο τούρκος εισαγγελέας δήλωσε ότι η έρευνα για τη δράση του αρχηγού του πιο δημοφιλούς θρησκευτικού τάγματος θα συνεχιστεί, έπειτα από ισχυρισμούς στον Τύπο ότι σχεδίαζε την ανατροπή του κράτους. Τις περασμένες μέρες, κανάλια της τουρκικής τηλεόρασης αναμεταδίδουν μαγνητοφωνημένα σχόλια του Φετουλλάχ Γκιουλέν, αρχηγού της αίρεσης των Νουρ, στα οποία παροτρύνει τους οπαδούς του στις δικαστικές και διοικητικές υπηρεσίες να εργαστούν υπομονετικά μέχρι να αναλάβουν την διακυβέρνηση του κράτους. Ο κ . Γκιουλέν απέρριψε τις κατηγορίες. Η αίρεση ή η αδελφότητα των Νουρ είναι εξαιρετικά πλούσια και στηρίζει σχολεία και πανεπιστήμια στην Τουρκία, την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή». Ο Φετουλλάχ Γκιουλέν είναι σήμερα, σαφώς, ο καθοδηγητής πίσω από το κυβερνητικό κόμμα του ΑΚΡ.

[13]«Οι άνθρωποι στην Ανατολία είχαν αισθανθεί ότι οι αρχές τους και η ταυτότητά τους απειλούνταν από τις δυτικές αξίες. Η φιλοσοφία του Νουρσί και τα γραπτά του Risale-INur εξηγούσαν καλύτερα τα προβλήματα του λαού προσφέροντας στα λαϊκά στρώματα μια εκδοχή για την πίστη τους που ταίριαζε στη δική τους πραγματικότητα. Ο Νουρσί πέθανε το 1960. Όμως το Risale-iNurδεν είχε στόχο ούτε ήθελε να αντικαταστήσει το Κοράνι. Ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένας σχολιασμός του Κορανίου και της σχέσης του με τις σύγχρονες επιστήμες και τις τρομερές δοκιμασίες που επηρεάζουν τον μουσουλμανικό κόσμο»: Sukran Vahide, Islam in Modern Turkey, SUNΥ Press, Albany 2005. σσ. 349-350.

[14] Zahide Ucar, Gorunmeyen Dusmanve Cokus, 3/2/2009: http://www.internetajans.com

[15] Andrew Finkel and Willian hale, “Politics and Procedure in the 1987 Turkish General Election” στο Andrew Finkel and Nukhet Sirman (ed.), Turkish State, Turkish Society, London Routledge, 1990, σσ. 119-120.

Κατερίνα Μυστακίδου

Δίδαξε δημοσιογραφία στο ομώνυμο τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για πολλά χρόνια ανταποκρίτρια ελληνικών ΜΜΕ στην Τουρκία. Βιβλία της: Οι μεταμορφώσεις του Καραγκιόζη (1998), Η Μεγάλη Ιδέα στον Τύπο του Γένους (2004), Ένδοξη δουλεία (2008).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά