Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Ο ανοίκειος και δημοκρατικός πρίγκιπας

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 66
Ο Πρινς (1958-2016). Φωτογραφία τραβηγμένη από τηλεοπτική μετάδοση συναυλίας του. Ο Πρινς (1958-2016). Φωτογραφία τραβηγμένη από τηλεοπτική μετάδοση συναυλίας του. Ann Althouse

Prince: Ο άνθρωπος που διεκδίκησε την εναλλακτικότητα από την ποπ κουλτούρα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 66, Μάιος 2016.

 

 

Η θλιβερή σύμπτωση του θανάτου του Πρίγκιπα της ποπ (Πρινς) με αυτόν του Δούκα της ροκ (Νταίηβιντ Μπόουι) την ίδια χρονιά έχει εύλογα αρχίσει να αναλύεται ποικιλότροπα. Πέρα από το παγκόσμιο μνημόσυνο που επιτρέπουν με συγκλονιστικό τρόπο τα socialmedia να γίνει (μέσα από την ανάρτηση τραγουδιών, φωτογραφιών και αναμνήσεων που τους αφορούν) γι’ αυτές τις δύο μεγάλες φυσιογνωμίες της μουσικής βιομηχανίας, η απώλειά τους υπογραμμίζει ορισμένα ζητήματα που ξεπερνούν την απλή ιδιότητά τους ως μουσικών.

 

Ειδικά η περίπτωση του Πρινς, αυτής της εμβληματικής φυσιογνωμίας της ποπ-φανκ και των πρώτων βίντεο κλιπ της δεκαετίας του 1980, έρχεται να υπενθυμίσει σε εμάς σήμερα πόσο άστοχος είναι ο λόγος όσων αναφέρονται σε εκείνη την περίοδο είτε νοσταλγώντας την «αθωότητά» της είτε αποδοκιμάζοντας την ελαφρότητά της. Γιατί ο συγκεκριμένος μουσικός, πέρα από τις πολυσήμαντες μουσικές επιρροές που συνάρθρωσε, πέρα από την πάντα απροσδόκητη «σκηνική παρουσία» που καλλιέργησε, αποτέλεσε μέρος ενός μεγάλου «κινήματος» που ποτέ δεν ονομάστηκε έτσι, ποτέ δεν έκανε μανιφέστο του εαυτού του, ούτε ίσως είχε συνείδηση της ύπαρξης του, αλλά σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. Ή, για να το πούμε ακόμη ακριβέστερα, ήταν μια ολόκληρη «εποχή», τα ’80ς.

 

Για να μείνουμε στις περισσότερο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες αυτής της εποχής, αυτού του άτυπου κινήματος, τον Μάικλ Τζάκσον, τη Mαντόνα και τον Πρινς, θα λέγαμε ότι όλοι τους, και ο καθένας ξεχωριστά, έβαλε το λιθαράκι του σε αυτό που θα ονομάζαμε επανάσταση της ποπ μουσικής.  Όλοι τους και ο καθένας ξεχωριστά έβαλαν ένα τέλος στις συγκρουσιακές διακρίσεις γύρω από τις μουσικές υποκουλτούρες που τότε μαίνονταν, αφομοιώνοντας πολλά (μουσικά ή στυλιστικά) στοιχεία από αυτές και καθιστώντας τες απολύτως αποδεκτές, mainstream, δημοφιλείς. Όλοι τους έκαναν την ποπ μουσική όχι κτήμα των «καλών» παιδιών (αφού άλλωστε αυτά έπαψαν να υπάρχουν συμβολικά και πραγματικά), αλλά αντιθέτως των παράξενων και των ανήσυχων, κυρίως στη σφαίρα της σεξουαλικότητας και των ατομικών δικαιωμάτων. Η περίπτωση μάλιστα του Πρινς είναι ακόμη πιο ιδιαίτερη, γιατί πέρα από τις ευφάνταστες εναλλαγές εμφάνισης και τις ατελείωτες μουσικές επιτυχίες μέσα από πολλούς και διάφορους μουσικούς δρόμους (όπως έκαναν και οι άλλοι δύο), είχε μια περίεργη, μέχρι και αμυντική στάση απέναντι στη δημοσιότητα. Η απέχθειά του προς το διαδίκτυο και τον «εκδημοκρατισμό» του είναι ενδιαφέρουσα και ενδεικτική.

 

Ο Πρινς ηγείται και ανήκει στο «κίνημα» της ποπ που αποδεικνύει ότι αυτή δεν έχει σχεδόν τίποτα να ζηλέψει σε εναλλακτικότητα και ριζοσπαστικότητα από τους χώρους της underground υποκουλτούρας στην οποία συνήθως αναζητούνται τα δαιμόνια της καλλιτεχνικής έμπνευσης, αφού την έχει πλήρως ενσωματώσει και ξεπεράσει. Ακόμη και το στοιχείο της ρευστοποίησης –της έμφυλης, φυλετικής ή άλλης– ταυτότητας, αυτή η εικονοκλαστική και ταυτόχρονα εικονολατρική ποπ έρχεται να το πραγματευτεί με πολύ πιο πλούσιους και λιγότερο στερεοτυπικούς τρόπους, από τις θεωρούμενες αντικουλτούρες (πανκ, ραπ, χεβι μέταλ κ.λπ.). Ο Πρινς (αυτή η υβριδική μετεξέλιξη του Τζίμμυ Χέντριξ σε κιθαριστικούς και φυσιογνωμικούς όρους), δεν μπορούσε να έχει φανατικούς οπαδούς, ειδικά στην Ελλάδα, μια κατά βάση συντηρητική κοινωνία, όπως είχαν ας πούμε πιο σκοτεινοί και περιθωριακοί μουσικοί της «συμβατικής» αντισυμβατικότητας.  Ήταν όμως σχεδόν σε όλους αγαπητός, είχαν όλοι χορέψει ή σιγοτραγουδήσει σε κάποια ντισκοτέκ το “Kiss”, είχαν όλοι –ή σχεδόν όλοι– χαμογελάσει συγκαταβατικά με τις αλλοπρόσαλλες εμφανίσεις του και τις ηδονιστικές χορογραφίες του.

 

Ο Πρινς ήταν ανεπανάληπτο φαινόμενο.

 

Γιατί κατάφερνε να πετύχει τόσο μουσικά όσο και στυλιστικά βαθμούς ανοικείωσης που πολλοί ρέκτες της «κουλτούρας» και της αντισυμβατικότητας ποτέ δεν θα καταφέρουν να πλησιάσουν.

 

Γιατί  ταυτόχρονα εξοικείωσε μέσα από τις δημιουργίες και την performance του το μαζικό κοινό στην ιδέα ότι η εναλλακτικότητα δεν είναι για λίγους και ανώτερους, αλλά μια δημοφιλής, δημοκρατική ανάγκη.

 

Γιατί, δυστυχώς, η μίμησή του μπορεί να επιφέρει μόνο καρναβαλικά αποτελέσματα όπως αυτά που βλέπουμε στη Eurovision.

 

Γιατί το ποπ υβρίδιο δεν αντιγράφεται χωρίς τραγελαφικά αποτελέσματα, αφού το ίδιο είναι ήδη αντιγραμμένο και αυτοσαρκαστικό, φορέας μοντερνισμού και ταυτόχρονα η κριτική του.

 

 

 

Βασίλης Βαμβακάς

Λέκτορας επικοινωνίας στο τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει γράψει το βιβλίο: Εκλογές και επικοινωνία στη Μεταπολίτευση. Πολιτικότητα και θέαμα (2006).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά