Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Οι ηγέτες, οι εκδότες και η καραμέλα της διαπλοκής

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 64
O Χρήστος Παπανίκος σχολιάζει τον υπουργό Επικρατείας, Νίκο Παππά. O Χρήστος Παπανίκος σχολιάζει τον υπουργό Επικρατείας, Νίκο Παππά. Χρήστος Παπανίκος

Η έννοια της διαπλοκής υπήρξε από την αρχή ρευστή και μεταλλασσόμενη. Οι κατήγοροι έχουν γίνει κατ’ επανάληψιν κατηγορούμενοι – και τούμπαλιν. Έχει χρησιμοποιηθεί άλλωστε από πολλούς και για πολλούς σκοπούς: πολιτικούς και επιχειρηματικούς. Μια κατηγορία πασπαρτού, η οποία ωστόσο διαχρονικά έχει  αποδειχθεί  εξαιρετικά αποτελεσματική. (Αναδημοσίευση από το Books' Journal 64, Μάρτιος 2016).

Ως όρος χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον τη δεκαετία του 1990, για να εκφράσει την αγαστή συνύπαρξη επιχειρηματικών, εκδοτικών και πολιτικών συμφερόντων που, κατά τους επικριτές της, λυμαίνονταν τα δημόσια έργα και επιχειρούσαν να ελέγξουν τις πολιτικές εξελίξεις μέσω της ιδιοκτησίας μέσων ενημέρωσης. Κατ’ αρχήν αξιοποιήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία. Πρώτα για να αποδώσει σε αυτή την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη και, στη συνέχεια, ως το βαρύ όπλο της κριτικής του Καραμανλή εναντίον της κυβέρνησης Σημίτη. Όλοι θυμούνται την προσωπική επίθεση του αρχηγού, τότε, της αξιωματικής αντιπολίτευσης στον πρωθυπουργό, τον οποίο κατονόμαζε ως «αρχιερέα της διαπλοκής».  Σε αυτή τη δεύτερη φάση, σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο Συνασπισμός του Νίκου Κωνσταντόπουλου, με τον αρχηγό του ΣΥΝ ωστόσο να δέχεται στη συνέχεια και ο ίδιος κριτική, καθώς μετά την πολιτική ακολούθησε, για ένα μικρό διάστημα, καριέρα προέδρου σε ΠΑΕ. Αυτή η σύγχυση των ρόλων ήταν εξ αρχής πρόβλημα. Έτσι, με την πάροδο του  χρόνου, και η ΝΔ βρέθηκε από κατήγορος κατηγορούμενη – ενώ το ίδιο συνέβη και με ορισμένους εκδότες.

Προβληματικός ήταν εξ αρχής και ο ορισμός της διαπλοκής. Στη δεκαετία του 1990, για παράδειγμα, η προσωποποίηση της διαπλοκής θεωρήθηκε ο επιχειρηματίας Σωκράτης Κόκκαλης, ο οποίος όμως είχε ελάχιστη συμμετοχή σε μέσα ενημέρωσης. Σήμερα, τη θέση των επιχειρηματικών συμφερόντων έχουν πάρει σε μεγάλο βαθμό οι τράπεζες, με το τρίγωνο της διαπλοκής να ορίζεται πλέον μεταξύ πολιτικής, ΜΜΕ και τραπεζών. Το πρόβλημα  τώρα είναι ότι τα αποκαλούμενα συστημικά ΜΜΕ εκβιάζουν για να πάρουν όλο και μεγαλύτερα δάνεια, τα οποία δίνει η εκάστοτε κυβέρνηση με αντάλλαγμα την εξαγορά επιρροής. Πρόκειται, κατά την τρέχουσα θεωρία, για ένα «σύστημα» διαπλοκής που επιχειρεί να ποδηγετήσει την ελληνική κοινωνία εξυπηρετώντας τα συμφέροντά του. Φυσικά, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Πρώτον, είναι αλήθεια ότι τα ΜΜΕ είχαν προνομιακή πρόσβαση στη χρηματοδότηση, τα κόκκινα δάνεια όμως είναι ένα γενικότερο φαινόμενο και δεν περιορίζονται στον τομέα της ενημέρωσης. Όπως και στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας, έτσι και στα ΜΜΕ η διόγκωση των χρεών οφείλεται στην οικονομική κρίση. Εξαίρεση φυσικά ο τηλεοπτικός σταθμός ALTER, στον οποίο οφείλεται και το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων δανείων σε ΜΜΕ.

Δεύτερον, η σχέση τραπεζών και ΜΜΕ ήταν ετεροβαρής και σε βάρος μάλλον των ΜΜΕ. Οι τράπεζες, με άλλα λόγια, εξαγόραζαν την ησυχία τους εκμεταλλευόμενες την οικονομική ανάγκη κυρίως των εφημερίδων. Κάτι που βόλευε φυσικά και τις επιχειρήσεις, αλλά και τους συνδικαλιστές, καθώς πολλά ΜΜΕ  παρέμεναν στη ζωή και συνέχισαν να προσφέρουν θέσεις εργασίας, χωρίς να χρειαστεί να βρουν δικά τους κεφάλαια. Αποτέλεσμα, να συντηρηθεί για καιρό μια φούσκα στα ΜΜΕ και να συμπαρασυρθούν και σχετικά υγιείς επιχειρήσεις.

Τρίτον, δεν είναι καθόλου βέβαιο οτι τα δάνεια αγοράζουν πολιτική επιρροή. Αντιθέτως, θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί ότι τα ΜΜΕ, και ειδικότερα η τηλεόραση, με μια σειρά από δημοφιλείς εκπομπές συνέβαλαν καθοριστικά στην αποδόμηση της «πολιτικής των Μνημονίων» την περίοδο 2010-2015. Άλλωστε, συνήθως, η όποια πολιτική επιρροή είναι ρηχή και υπό προθεσμία. Αυτό φάνηκε καθαρά από τον τρόπο που ορισμένα ΜΜΕ πραγματοποίησαν εντυπωσιακές αλλαγές στην πολιτική τους γραμμή, επιχειρώντας να προσεταιριστούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Κάποια το έκαναν με επιτυχία, κάποια άλλα πάλι όχι.

Τέταρτον, ορισμένοι όμιλοι που μπορεί να θεωρηθούν ως οι πιο συστηματικοί επικριτές του ΣΥΡΙΖΑ είναι συγκριτικά οι πιο υγιείς οικονομικά, με τον μικρότερο τραπεζικό δανεισμό και χωρίς οικονομικά συμφέροντα που να σχετίζονται με το κράτος. Θεωρούνται, ωστόσο, κατ’ εξοχήν εκπρόσωποι της διαπλοκής.  Έτσι, όπως στην αφέλειά τους ομολογούν πια αρκετοί υπουργοί, η διαπλοκή γίνεται το πρόσχημα για να επιχειρηθεί να σιγάσουν ενοχλητικές φωνές. Χαρακτηριστικό αλλά όχι μοναδικό παράδειγμα, ο Χριστόφορος Βερναρδάκης που χαρακτήρισε πρόβλημα δημοκρατίας την αυτονόμηση των ΜΜΕ.

Πέμπτον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν ισχυροί επιχειρηματίες με προσβάσεις στα ΜΜΕ που έχουν εξ ίσου ισχυρές προσβάσεις στο κράτος. Παρ’ ότι ορισμένοι είναι οι ίδιοι ιδιοκτήτες ΜΜΕ, πολλοί έχουν αφανείς προσβάσεις που είναι ενίοτε και πολύ πιο αποτελεσματικές. Η διαπλοκή, με άλλα λόγια, δεν αφορά ειδικά τα ΜΜΕ. Σχετίζεται με τη σωστή εφαρμογή των νόμων.

Όλα αυτά θα συνηγορούσαν στην ανάγκη μιας σοβαρής συζήτησης που θα αφορά τα προβλήματα της ενημέρωσης. Αντ’ αυτής, μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης είναι πεπεισμένη ότι η διαπλοκή ειναι το πιο σημαντικό πρόβλημα της χώρας και ότι  το κλείσιμο καναλιών και η τιμωρία του μιντιακού κατεστημένου είναι απαραίτητο μέρος της λύσης. Έτσι, η προσπάθεια διαμόρφωσης από τον ΣΥΡΙΖΑ  ενός καθεστωτικού περιβάλλοντος στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ όχι μόνο δεν προκαλεί διαμαρτυρίες αλλά, τουλάχιστον από ορισμένους, γίνεται δεκτή με επιδοκιμασίες.   Το χειρότερο ωστόσο για την ποιότητα της δημοκρατίας είναι ότι γι’ αυτή τη μερίδα των πολιτών η δυνατότητα ψύχραιμου διαλόγου και η επικοινωνία με τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς έχει ακυρωθεί, καθώς έχει απαξιωθεί ο «αγγελιοφόρος». Αυτό είναι αποτέλεσμα μιας συστηματικής καμπάνιας εναντίον των ΜΜΕ, στην οποία πολλές φορές πρωταγωνίστησαν και δημοσιογράφοι. Πρόκειται για μια στρεβλή εικόνα των μέσων ενημέρωσης που έχει διαμορφωθεί με διαδικασίες ανάλογες με εκείνες που προσδιόρισαν πολιτικές συμπεριφορές. Με αυτή την έννοια μπορεί η αποκωδικοποίησή τους να βοηθήσει να καταλάβουμε τις ιδεολογικές συντεταγμένες της κρίσης. Να επιστρέψουμε λοιπόν στα αυτονόητα.

Αυτονόητο 1: δεν είναι όλα τα Μέσα ίδια (ούτε όλοι οι δημοσιογράφοι). Υπάρχουν σοβαρές εφημερίδες και σκανδαλοθηρικές εφημερίδες. Σάιτ στο Ίντερνετ που ενημερώνουν και σάιτ που απλώς λειτουργούν ως όργανα εκβιασμού και εκχωρούνται σε όποιον κάνει την υψηλότερη προσφορά.  Έντυπα ή κανάλια που διατηρούν μια σχέση εμπιστοσύνης με τους αναγνώστες / τηλεθεατές και, αντίστοιχα, Μέσα που στηρίζονται στον εντυπωσιασμό, στο ψέμα και στη διαστρέβλωση. Το να δημιουργείς μια ψευδή εικόνα για το σύνολο των Μέσων προβάλλοντας τα αρνητικά παραδείγματα αποτελεί αδικαιολόγητη γενίκευση που, τελικώς, εξυπηρετεί τη συκοφάντηση όσων Μέσων δεν είναι αρεστά.

Αυτονόητο 2: η έννοια της διαπλοκής έχει περισσότερο προπαγανδιστική χρηστικότητα παρά ερμηνευτική. Ετσι ενώ ξεκίνησε για να περιγράψει την προνομιακή πρόσβαση ορισμένων ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης  σε κρατικές προμήθειες, πέρασε στην εξασφάλιση δανείων από τις τράπεζες, για να καταλήξει να αποδίδεται σε κάθε Μέσο και σε καθέναν που εξέφραζε «μνημονιακές» θέσεις. Εδώ, ο μηχανισμός της διολίσθησης επιτυγχάνεται με τον στιγματισμό, βάζοντας δηλαδή ταμπέλες στα (μη αρεστά) ΜΜΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο χαρακτηρισμός «συστημικά» ΜΜΕ, λες και υπάρχουν «μη συστημικά». Προφανώς υπάρχουν αντι-συστημικά, αυτό όμως περιγράφει πολιτική θέση και, αν μη τι άλλο, αποδεικνύει τον λογοκριτικό τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η κατηγορία της διαπλοκής.

Αυτονόητο 3: η ταυτότητα ενός μέσου δεν προσδιορίζεται μονοσήμαντα από το καθεστώς της ιδιοκτησίας. Το παράδειγμα αντιμνημονιακών φωνών, αρθογράφων ή εκπομπών σε «συστημικά» ΜΜΕ ειναι χαρακτηριστικό. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να πούμε ότι λειτουργεί το αρνητικό φιλτράρισμα που δεν επιτρέπει να αναγνωρίσουμε κάτι το οποίο δεν συμφωνεί με τις δικές μας προκατασκευασμένες ιδέες. Η ίδια διαδικασία, βέβαια, οδηγεί στην απαξίωση, στα μάτια ορισμένων, των πιο σοβαρών μέσων ενημέρωσης, τα οποία, ανεξάρτητα από την πολιτική γραμμή με την οποία μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί, υπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τις ανάγκες ενημέρωσης και φιλοξενούν σοβαρά ρεπορτάζ ή/και πλούσια αρθογραφία. Ετσι φτωχαίνει τελικά ο δημόσιος διάλογος και κλείνουν οι νοητικοί ορίζοντες των πολιτών.

Στην εμπέδωση της αρνητικής εικόνας για τα ΜΜΕ λειτουργούν βέβαια και μια σειρά άλλοι μηχανισμοί που ενισχύουν τις προκαταλήψεις τις οποίες πολλοί έχουν. Ενδεικτικά:

 

Δίκη προθέσεων. Ακόμα και όταν ένα Μέσο ή ένας δημοσιογράφος εκφράζουν θέσεις με τις οποίες συμφωνούμε, εμείς ξέρουμε «γιατί» το κάνει.

Μαύρο-άσπρο. Συνήθως σκεφτόμαστε μανιχαϊστικά και αδυνατούμε να δούμε αποχρώσεις. Έτσι δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε θέσεις που δεν συμπίπτουν με τις απόψεις μας και τις απορρίπτουμε συλλήβδην.

Συναισθηματική σκέψη. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις θεωρούμε αυτονόητες ορισμένες θέσεις χωρίς να τις υποβάλουμε σε κριτικό έλεγχο. Ετσι η οργή για τα κακώς κείμενα, η οποία με την κρίση έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις, στρέφεται εναντίον δικαίων και αδίκων, με τα ΜΜΕ και τους γνωστούς δημοσιογράφους από τους πιο βολικούς στόχους.

Αδυναμία ανταπόδειξης. Οταν έχουμε μια άποψη αδυνατούμε να δεχθούμε  στοιχεία που την αμφισβητούν, αντιθέτως βρίσκουμε  στοιχεία που την επιβεβαιώνουν ακόμα και αντιστρέφοντας την πραγματικότητα. Κλασικό παράδειγμα, οι προειδοποιήσεις για το κλείσιμο των τραπεζών θεωρήθηκαν από πολλούς ως προτροπή ή, ακόμα χειρότερα, ως η αιτία του κλεισίματός τους.

 

Όλα αυτά φυσικά δεν λειτουργούν σε κενό. Εντάσσονται στη γενικότερη εισβολή του λαϊκισμού στον τρόπο σκέψης και στον δημόσιο διάλογο. Σε ό,τι αφορά τα ΜΜΕ, ωστόσο, κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε ανήκεστο βλάβη και συμβάλλουν στη δημιουργία ενός μιντιακού τοπίου όπου, για πολλούς, το σοβαρό και το περιθωριακό, η αλήθεια και το ψέμα, το νηφάλιο και το εξωφρενικό, συνυπάρχουν σε ισότιμη βάση. Και βέβαια, αν κλείσουν τέσσερα κανάλια ή αν μετονομαστούν από γενικού ενδιαφέροντος σε ενημερωτικού, τίποτα δεν θα αλλάξει. Το αντίθετο. Με τη διαδικασία του πλειστηριασμού είναι περίπου βέβαιο ότι θα πλειοδοτήσουν αυτοί για τους οποίους ένα κανάλι, εκτός από την αξία ως επένδυση, έχει και «κρυφή» αξία, για την οποία θα ειναι διατεθειμένοι να πληρώσουν παραπάνω. Κρυφή αξία για να αποκτήσουν πολιτικές προσβάσεις ή άλλα πλεονεκτήματα. Σε κάθε περίπτωση, είναι οξύμωρο  να βγαίνουν οι άδειες σε πλειστηριασμό και να ισχυρίζεσαι ότι κόβεις τον ομφάλιο λώρο ενημέρωσης - οικονομικών συμφερόντων.

Στο διά ταύτα, κάθε προσπάθεια διοικητικής παρέμβασης στην ενημέρωση είτε θα είναι ατελέσφορη είτε θα λειτουργήσει για να περιορίσει ενοχλητικές φωνές φτωχαίνοντας τη Δημοκρατία. Αυτή είναι και η διεθνής εμπειρία, χωρίς την παραμικρή εξαίρεση. Αντιθέτως, είναι ενδεχόμενο να αναβαθμιστεί η ενημέρωση αν εκσυγχρονιστεί η εκλογική νομοθεσία και αν οι νόμοι για τη φορολογία, το μαύρο χρήμα, τις κρατικές προμήθειες, τις δαπάνες των κομμάτων και, ιδίως, των υποψηφίων βουλευτών αρχίσουν να εφαρμόζονται συστηματικά.

Σημείωση ΤΒJ: το άρθρο του Παντελή Καψή έχει γραφεί πριν από τη σύλληψη δημοσιογράφων ππου κατηγορούνται ως εκβιαστές και, ασφαλώς, πριν από όλα τα υπόλοιπα γεγονότα που ακολούθησαν.

 

 

Παντελής Καψής

Δημοσιογράφος, σχολιαστής στον τηλεοπτικό ΣΚΑΪ, πρώην διευθυντής στις εφημερίδες Τα Νέα και Το Βήμα. Πρώην υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση Παπαδήμου και υφυπουργός αρμόδιος για τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση στην κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά