Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Πριν 70 χρόνια. Το ειρηνικό 1946

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 63
Αφίσα υπέρ του βασιλιά, στο Δημοψήφισμα που έγινε την 1η Σεπτεμβρίου 1946, στο οποίο έλαβε μέρος το ΚΚΕ, αν και οι αποφάσεις για ένοπλη εξέγερση είχαν ήδη ληφθεί. Στο Δημοψήφισμα είχαν τεθεί τρεις ερωτήσεις: ΝΑΙ, να επανέλθει ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ στην Ελλάδα (ο οποίος είχε φύγει μαζί με την ελληνική κυβέρνηση, όταν η χώρα καταλήφθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις τον Απρίλιο του 1941), ΟΧΙ, να μην επανέλθει, ενώ η τρίτη επιλογή ήταν υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Το Ναι στην επιστροφή του Γεωργίου είχε λάβει ποσοστό 69%. Αφίσα υπέρ του βασιλιά, στο Δημοψήφισμα που έγινε την 1η Σεπτεμβρίου 1946, στο οποίο έλαβε μέρος το ΚΚΕ, αν και οι αποφάσεις για ένοπλη εξέγερση είχαν ήδη ληφθεί. Στο Δημοψήφισμα είχαν τεθεί τρεις ερωτήσεις: ΝΑΙ, να επανέλθει ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ στην Ελλάδα (ο οποίος είχε φύγει μαζί με την ελληνική κυβέρνηση, όταν η χώρα καταλήφθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις τον Απρίλιο του 1941), ΟΧΙ, να μην επανέλθει, ενώ η τρίτη επιλογή ήταν υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Το Ναι στην επιστροφή του Γεωργίου είχε λάβει ποσοστό 69%. Ιδιωτικό Αρχείο

Αναμφίβολα, το 1946 ήταν μία κρίσιμη και καθοριστική χρονιά για την Ελλάδα. Οι εμφύλιες συγκρούσεις της περιόδου 1943-44, με αποκορύφωμα τα Δεκεμβριανά, είχαν αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στις συνειδήσεις και στις συμπεριφορές. Η συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945) ήταν μία μάταιη απόπειρα μηδενισμού του κοντέρ της Ιστορίας και επανεκκίνησης εκ του μηδενός. Ως γνωστόν, όμως, φραγή μνήμης δεν υπάρχει, και η αφετηρία μίας ιστορικής περιόδου υπάρχει ως τέτοια μόνο μεθοδολογικά. Στην πραγματικότητα, τα μίση, τα πάθη, οι έχθρες και οι έριδες που έρχονται από το παρελθόν, υπάρχουν, λειτουργούν και διαμορφώνουν τις πολιτικές και τις συνειδήσεις.

Ετσι, το ΚΚΕ έκρινε, πως έπρεπε με την απόκρυψη του καλύτερου οπλισμού του ΕΛΑΣ να παραβιάσει τη συμφωνία πριν καν αυτή υπογραφεί, ενώ φρόντισε να απομακρύνει στις όμορες νεοσύστατες λαϊκές δημοκρατίες όσα στελέχη του είχαν εκτεθεί με τη δράση τους την περίοδο 1943-44.Η λογική της ρεβάνς ήταν αποτυπωμένη στις επιλογές του μετά την ήττα στα Δεκεμβριανά, ήττα που ήταν συντριπτική, καθώς δεν αφορούσε μόνο το στρατιωτικό και το πολιτικό πεδίο, αλλά και το ηθικό. Οι πρωτοφανείς αγριότητες που διέπραξαν η ΟΠΛΑ και η Πολιτοφυλακή αναδιέταξαν τις συμμαχίες, οδηγώντας ουσιαστικά την ΕΑΜική παράταξη στη διάλυση.

Από την άλλη πλευρά, οι αστικές πολιτικές δυνάμεις –νικήτριες και συνασπισμένες πρό του κοινού εχθρού– έπρεπε να διαχειρισθούν έναν ανύπαρκτο κρατικό μηχανισμό, μια χειμαζόμενη οικονομία και μια πενόμενη κοινωνία και, το κυριότερο, να ελέγξουν το πάθος για εκδίκηση όλων αυτών που είδαν τους οικείους τους να φονεύονται ή να βασανίζονται από τις οργανώσεις του ΚΚΕ και από τον ΕΛΑΣ. Είναι ευνόητο πως η συσσώρευση τόσων προβλημάτων καθιστούσε την επίλυσή τους αδύνατη,κάτι που εξ αντικειμένου οδηγούσε στην περαιτέρω όξυνσή τους.

Το φθινόπωρο του 1945 φάνηκε πως η κατάσταση εξομαλυνόταν, καθώς η «λευκή τρομοκρατία» είχε εκφυλισθεί, δρομολογούνταν οι εκλογές και το ΚΚΕ πραγματοποίησε το 7ο Συνέδριό του. Στο τέλος του 1945, κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα επικρατούσε στη χώρα ένα χρόνο μετά. Κανένας δεν μπορούσε να συλλάβει πως οι εντάσεις, οι μεμονωμένες πράξεις βίας εκατέρωθεν, μπορούσαν να έχουν ως κατάληξη τον γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο.

Κι όμως, ο Ζαχαριάδης, από το 7ο Συνέδριο (Οκτώβριος 1945), είχε αρχίσει να επεξεργάζεται την ένοπλη πάλη, γι΄αυτό συγκρότησε την τελευταία μέρα των εργασιών του τη Στρατιωτική Επιτροπή. Είναι παράλογο ένα κόμμα που προσανατολίζεται στη λειτουργία του εντός των θεσμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να καταφεύγει στη σύσταση Στρατιωτικής Επιτροπής. Μάλιστα, ένα μήνα μετά, το Νοέμβριο του 1945, έγινε στο Στρασβούργο σύσκεψη όλων των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων σε επίπεδο γενικών γραμματέων. Το ΚΚΕ εκπροσώπησαν ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο Δημήτρης Παρτσαλίδης και ο Βασίλης Μπαρτζιώτας. Εκεί όλοι άκουσαν τον Ζαχαριάδη να τους ανακοινώνει την απόφασή του για ένοπλο αγώνα. Όπως καταθέτει ο Παρτσαλίδης στην 6η Ολομέλεια του 1956, ο Σουσλώφ του εξήγησε πως αυτή η απόφαση βρισκόταν έξω απο την τακτική του διεθνούς κινήματος, ενώ και οι άλλοι ηγέτες –πλην των Αλβανών, των Γιουγκοσλάβων και των Βουλγάρων– διαφώνησαν.[1]

Μήπως τελικά ο Ζαχαριάδης δεν επιθυμούσε την ενσωμάτωση του ΚΚΕ στις διαδικασίες και στις λειτουργίες του αστικού πολιτεύματος; Μήπως έκρινε πως η λενινιστική πρακτική της σύζευξης της παράνομης με τη νόμιμη μορφή πάλης  έγερνε δραματικά προς την ένοπλη, την παράνομη δραστηριότητα;

Ας δούμε τον θεωρητικό εξοπλισμό, όχι μόνο του Ζαχαριάδη αλλά και των ηγετών των κομμουνιστικών κομμάτων της Γ’ Διεθνούς, που θήτευσαν σχεδόν όλοι στις κομματικές σχολές της Μόσχας. Εκεί διδάσκονταν τον μαρξισμό-λενινισμό μέσα από τα κείμενα του Στάλιν και μελετούσαν το σοβιετικό καθεστώς, καθώς ήταν η μοναδική πατρίδα του σοσιαλισμού. Βέβαια, ο Στάλιν, στις θεωρητικές του αναλύσεις, άφηνε περιθώρια ύπαρξης και άλλων τρόπων μετάβασης στο σοσιαλισμό, αυτός όμως ήταν μόνο ο σοβιετικός σοσιαλισμός. Αποτελούσε παγκόσμιο, μοναδικό πρότυπο. Συνεπώς, αυτή η ιδεολογική γενναιοδωρία του ήταν υποκριτική και άνευ αντικρίσματος, γιατί η δεδομένη κατάληξη –ο σοβιετικός σοσιαλισμός– προσδιόριζε και την οδό, τον τρόπο μετάβασης, που οδηγεί σε αυτόν. Έτσι, μοιραία, το μπολσεβίκικο πραξικόπημα αναγορευόταν στο μοναδικό μοντέλο κατάληψης της εξουσίας και η τεχνική του διδασκόταν στις κομματικές σχολές της Μόσχας.

Με αυτόν τον θεωρητικό εξοπλισμό, ο Ζαχαριάδης και όλοι οι ηγέτες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος έτρεφαν ελάχιστη εκτίμηση για την κοινοβουλευτική δημοκρατία, την οποία, από το 1919, στις χώρες τους, προσπαθούσαν να ανατρέψουν. Η Ιταλία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία με τη βραχύβια σοσιαλιστική δημοκρατία του Μπέλα Κουν, η Ισπανία συγκλονίστηκαν από τις προλεταριακές εξεγέρσεις που πνίγηκαν στο αίμα. Στην Ελλάδα, το αδύναμο και γεμάτο φραξιονισμούς Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ανήμπορο να ακολουθήσει αυτά τα μονοπάτια. Όμως, όταν λόγω της ναζιστικής κατοχής βρέθηκε με οπλισμό, στρατό και δύναμη, το επιχείρησε. Με κεντρικά σχεδιασμένη πολιτική, εξόντωσε μεθοδικά, από την άνοιξη του 1943, όλους τους πιθανούς αντιπάλους και όταν αποτόλμησε, τον Δεκέμβριο του 1944, την τελική επίθεση, ηττήθηκε. Η Αθήνα όμως, επί 33 ημέρες, γνώρισε μία πρωτόγνωρη, σε έκταση και αγριότητα, βία από τις οργανώσεις του ΚΚΕ, που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στη μετέπειτα πολιτική ζωή του τόπου.Οι διανοούμενοι της Αριστεράς, που αρνούνται την ύπαρξη αυτής της βίας με τα χαρακτηριστικά της ιδεολογικής και πολιτικής πάλης, ουσιαστικά αρνούνται μια ολόκληρη ιστορική φάση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Προβάλλοντας στο παρελθόν μεταγενέστερες θεωρητικές επεξεργασίες, καταλήγουν να εκπονούν «ερμηνευτικά» σχήματα απολογητικά των πεπραγμένων του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Ως γνωστόν, τη δεκαετία του 1940, θεωρητικό μοντέλο ειρηνικής μετάβασης στο σοσιαλισμό δεν υπήρχε. Το μόνο υπαρκτό και αποδεκτό ήταν το μπολσεβίκικο πρότυπο κατάληψης της εξουσίας. Τα έργα του Αντόνιο Γκράμσι άρχισαν να τυπώνονται το 1947 και να γίνονται αντικείμενο συζητήσεων τη δεκαετία του 1950. Καρπός αυτής της επώδυνης κυοφορίας ήταν, το 1964, η πολιτική γραμμή του ΚΚ Ιταλίας για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό μέσα από τις διαδικασίες της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Συνεπώς, το 1944 και το 1945, τόσο ο Τορέζ όσο και ο Τολιάτι, παρέδωσαν τα όπλα των παρτιζάνων εξ ανάγκης και όχι εξ επιλογής. Ανέγνωσαν σωστά το συσχετισμό των δυνάμεων και έκριναν πως μια κομμουνιστική επανάσταση στις χώρες τους, με ένα εκατομμύριο περίπου αμερικανούς και βρετανούς στρατιώτες, θα κατέληγε σε σφαγή. Επιπλέον, άνθρωποι και οι δύο των μηχανισμών της Κομιντέρν και γνώστες του τρόπου σκέψης του Στάλιν, αντελήφθησαν πως οι στρατιωτικές επιχειρήσεις πιθανόν να προκαθόριζαν και τις ζώνες επιρροής και λειτούργησαν ρεαλιστικά, επιβάλλοντας την πολιτική τους στους σκληροπυρηνικούς των κομμάτων τους.

Ο Ζαχαριάδης εκτίμησε πως μπορούσε να ανατρέψει τον εσωτερικό συσχετισμό των δυνάμεων, εφ’ όσον είχε την έγκριση και τη βοήθεια των Σοβιετικών. Η ύπαρξη των όμορων λαϊκών δημοκρατιών εξασφάλιζε στις δυνάμεις του ΚΚΕ όχι μόνο τις οδούς της τροφοδοσίας, αλλά και το ψυχολογικό πλεονέκτημα των ελιγμών, της διαφυγής, της περίθαλψης και της πολιτικής στήριξης. Κάτω από αυτό το πρίσμα θα δούμε την κορυφαία απόφαση του Ζαχαριάδη για αποχή από τις εκλογές που, ας σημειωθεί, ελήφθη κάτω από αδιευκρίνιστες κομματικές διαδικασίες και παρά την αντίθετη συμβουλή των Σοβιετικών. Και το κυριότερο, δεν έλαβε υπ’ όψη του τη βούληση των αριστερών πολιτών να ενταχθούν στις λειτουργίες και τους θεσμούς του αστικού πολιτεύματος, βούληση που την αποδείκνυαν με τη μαζική τους συμμετοχή στις συνδικαλιστικές εκλογές και στις μαζικές δημόσιες εκδηλώσεις του ΚΚΕ. Στην εισήγησή του στην Γ’ Συνδιάσκεψη (10-14/10/1950), με μία πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας, ο Ζαχαριάδης ερμηνεύει τις νίκες της Αριστεράς σε αυτές τις αρχαιρεσίες, σαν δείγμα επαναστατικής διάθεσης. Δεν εκτίμησε την κούραση αυτού του κόσμου από την τετράχρονη Κατοχή και τις ενοχές που αισθανόταν ένα μεγάλο μέρος του, για τα εγκλήματα της ΟΠΛΑ και της Πολιτοφυλακής. Επιπλέον, στο ΕΑΜ και στην ΕΠΟΝ στρατεύθηκαν χιλιάδες, γιατί το όραμα ήταν πανεθνικό, ενώ τώρα καλούνταν να λάβουν μέρος σε έναν αγώνα που, σύμφωνα με τις κομματικές απο[2]φάσεις, ήταν ταξικός.

Με αυτές τις λανθασμένες εκτιμήσεις του Ζαχαριάδη, το ΚΚΕ απείχε από τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946, χαρίζοντας ουσιαστικά την παντοδυναμία στον ενωμένο συντηρητικό χώρο. Οι συνέπειες φάνηκαν αμέσως. Γ’ Ψήφισμα και άμεση διενέργεια του δημοψηφίσματος. Αν συμμετείχε στις εκλογές είναι κοινή εκτίμηση όλων πως θα κατακτούσε 90-100 έδρες, στερώντας από την ενωμένη συντηρητική παράταξη (Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων) την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.2 Με αυτή τη διαπίστωση δεν μπαίνουμε στο λαβύρινθο των αλλεπάλληλων «εάν» της εικονικής Ιστορίας, καθώς η βασιμότητά της είναι εγγεγραμμένη στα ίδια τα γεγονότα. Άλλο ζήτημα, βέβαια, πώς θα χρησιμοποιούσε αυτή την κοινοβουλευτική δύναμη ο Ζαχαριάδης.

Στη συνέχεια, οι εξελίξεις ακολούθησαν αναπότρεπτη πορεία που οδήγησε σε κλιμάκωση της αντιπαράθεσης μεταξύ των αστικών κομμάτων και του ΚΚΕ και στην ένταση των ένοπλων συγκρούσεων. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 ήταν αναμενόμενο, όχι όμως σε αυτήν την έκταση. Ανεξήγητη είναι η συμμετοχή του ΚΚΕ σε αυτό, καθώς ήδη είχε λάβει τις αποφάσεις του για τη μορφή του αγώνα που επρόκειτο να δώσει και ήδη οργανωνόταν η παροχή της στρατιωτικής βοήθειας από τις λαϊκές δημοκρατίες. Επιπροσθέτως, οι συνθήκες διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, που ήταν δυσμενέστερες για το ΚΚΕ και τις λοιπές αντιμοναρχικές δυνάμεις από τις συνθήκες διεξαγωγής των εκλογών της 31ης Μαρτίου 1946, επέτειναν το εκρηκτικό πολιτικό κλίμα. Μάλιστα, εξ αιτίας αυτού του λόγου, αντηλλάγησαν βαρύτατοι χαρακτηρισμοί μεταξύ του Ριζοσπάστη και του στενού συνεργάτη του Γεωργίου Παπανδρέου, Λουκή Ακρίτα,[3]που δεν κατανοούσε την αποχή από τις εκλογές και τη συμμετοχή στο δημοψήφισμα.

Τον Οκτώβριο συγκροτείται ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας και, από το Νοέμβριο του 1946, αρχίζει να ρέει άφθονη η στρατιωτική βοήθεια από τις λαϊκές δημοκρατίες. Ετσι, οι 4.000 διάσπαρτοι, ανά την επικράτεια, αντάρτες του καλοκαιριού του 1946, γίνονται, την άνοιξη του 1947, 18.000 μαχητές του ΔΣΕ, άριστα εξοπλισμένοι. Ο εμφύλιος πόλεμος αποτελούσε για τον μαρξισμό-λενινισμό της Γ’ Διεθνούς ένα από τα πολλά πολιτικά όπλα που είχαν στο οπλοστάσιό τους οι κομμουνιστές. Όταν ένας από τους κορυφαίους ηγέτες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, όπως χαρακτήριζε ο ίδιος ο Στάλιν τον Ζαχαριάδη, αποφάσισε να το χρησιμοποιήσει, ήταν επόμενο και η άλλη πλευρά να απαντήσει στην πρόκληση. Πολύ δε περισσότερο που η διακύβευση δεν ήταν μόνο το κοινωνικό καθεστώς, αλλά και ο γεωπολιτικός προσανατολισμός της Ελλάδος – και, κυρίως, η εδαφική της ακεραιότητα.

 


[1] Περικλής Ροδάκης, Νίκος Ζαχαριάδης, εκδ. Επικαιρότητα, 1987, σ. 177-178.

[2] Γ.Θ. Μαυρογορδάτος, «Οι εκλογές και το δημοψήφισμα του 1946. Προοίμιο του εμφυλίου πολέμου», στο συλλογικό έργο, Η Ελλάδα στην δεκαετία 1940-1950, εκδ. Θεμέλιο, 1984, σ. 335.

[3] Αναστάσιος Πεπονής, Προσωπική μαρτυρία, εκδ. Κέδρος, 1970, σ. 162. Ο Α. Πεπονής γράφει: «Η άκρα αριστερά που στις κάλπες των εκλογών είχε γυρίσει την πλάτη της, που λυσαλέα είχε χτυπήσει την κυβέρνηση του Κέντρου που ετοίμαζε τις εκλογές [...] τώρα μπροστά στο Δημοψήφισμα έδειχνε να κάνει στροφή. [...] Ο αρχηγός του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, έγραφε τον Ιούλιο στο Ριζοσπάστη ενυπόγραφα: “Θα πάμε στο Δημοψήφισμα. Έστω και αν το οργανώσουν σε μία φασιστική κόλαση”. Ο Λουκής, κυριολεκτικά –και δίκαια– εξερράγη. Του απάντησε με άρθρο μακρό, εξαντλητικό, και έγραφε σε τίτλο για τον αρχηγό του ΚΚΕ: “Ανισόρροπος ή απατεών;”. Του απάντησε ο Γεώργιος Σιάντος, αν καλά θυμάμαι, και αποκαλούσε τα Καθημερινά Νέα σαπρόφυτο της δημοσιογραφίας...».

Σάκης Μουμτζής

Νομικός, επιχειρηματίας, αρθρογράφος, εσχάτως μελετητής και ερευνητής του Εμφυλίου. Κυκλοφορούν τα βιβλία του Η κόκκινη βία 1943-1946. Η μνήμη και η λήθη της Αριστεράς (2013) και Η κόκκινη βία 1947-1950. Ένοχες σιωπές, αριστεροί μύθοι (2015).

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά