Σάββατο, 01 Μαρτίου 2014

Νo 11, 5_1_2013

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 41
Το μνήμα ενός από τους πολλούς αταύτιστους νεκρούς στο νεκροταφείο Μυτιλήνης. Το μνήμα ενός από τους πολλούς αταύτιστους νεκρούς στο νεκροταφείο Μυτιλήνης. Θωμάς Μαυροφίδης

Τα νούμερα στους τάφους αταύτιστων μεταναστών, στο νεκροταφείο Μυτιλήνης

Ο Νo 4 γεννήθηκε στο Αφγανιστάν και πέθανε στην Ελλάδα το 2007. Ο Νo3 γεννήθηκε επίσης στο Αφγανιστάν και πέθανε στην Ελλάδα το 2008. Ο Νo11 πέθανε στην Ελλάδα το 2013, αλλά δεν ξέρουμε πού γεννήθηκε. Δεν ξέρουμε επίσης την οικογενειακή του κατάσταση, αν είχε σύζυγο, γονείς και παιδιά εν ζωή, αν η σύζυγος γνωρίζει ότι είναι χήρα, αν μπορεί, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του τόπου διαμονής της, να ξαναπαντρευτεί, αν δικαιούται, αυτή και τα παιδιά της, επίδομα χηρείας ή άλλα οικονομικά βοηθήματα.

Δεν ξέρουμε αν αυτός ο άνθρωπος είχε στην κατοχή του ιδιοκτησία που περνάει στους κληρονόμους του ή αν είχε χρέη. Δεν ξέρουμε την ηλικία του -ο ιατροδικαστής που έκανε τη νεκροψία της σορού του θα την υπολόγισε κατά προσέγγιση-, δεν ξέρουμε το επάγγελμά του, τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, το θρήσκευμά του, το γούστο του, τους στόχους και τα όνειρα της ζωής του. Οι Νo11, 3, 4 ξεκίνησαν τη ζωή τους με κάποιο άλλο όνομα, αλλά κανείς δεν ήταν εκεί για να το βεβαιώσει στο θάνατό τους. Στο νεκροταφείο της Μυτιλήνης οι νεκροί ξαναβαφτίζονται με νούμερα που σε τίποτα δε θυμίζουν τα πρόσωπα που υπήρξαν στη ζωή τους.

 Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που επιχειρούν να διασχίσουν τα σύνορα της χώρας μας χωρίς χαρτιά καταλήγουν νεκροί από πνιγμό. Η περίθαλψη των επιζώντων είναι σαφώς η πρώτη προτεραιότητα του πληθυσμού υποδοχής. Η Μανίνα Ντάνου ανέδειξε στο συγκλονιστικό ρεπορτάζ της (http://www.vice.com/gr/read/evdomada-pou-den-tha-jexasw-pote) τις μορφές αλληλεγγύης που αναπτύσσονται ανάμεσα στους νεοφερμένους μετανάστες και στους κατοίκους του νησιού. Η διαχείριση ωστόσο των σορών όσων έχασαν τη ζωή τους στο δραματικό ταξίδι περνάει σε δεύτερη μοίρα. Η ταφή τους γίνεται άτακτα στο χώρο του δημοτικού κοιμητηρίου σχηματίζοντας μια αυτοσχέδια προέκταση συχνά χωρίς μνήματα και λοιπά πέτρινα ή μαρμάρινα διακριτικά. Μόνο μαρμάρινες πλάκες με χειρόγραφες ημερομηνίες και αριθμούς τοποθετούνται κατάχαμα πάνω στο φρέσκο χορτάρι.

Οι τάφοι των μεταναστών στο νεκροταφείο της Μυτιλήνης είναι η πιο απτή απόδειξη ότι, όπως δεν ζούμε όλοι το ίδιο, έτσι δεν πεθαίνουμε και όλοι το ίδιο. Συχνά μάλιστα, πολλοί πεθαίνουν και διαφορετικά από ότι έζησαν. Η διαχείριση του θανάτου ήταν και είναι πάντα υπόθεση της κοινότητας των ζωντανών, που την αποτελούν για κάθε άνθρωπο, τα μέλη της οικογένειάς του, ο κύκλος των φίλων του και, τέλος, η ευρύτερη κοινότητα των άγνωστων συμπολιτών του. Όσοι άνθρωποι πεθαίνουν μακριά από συγγενείς και φίλους επαφίονται στη μέριμνα της κοινότητας των (συμ)πολιτών, στην προσοχή ανθρώπων που δεν γνώρισαν ποτέ και που φροντίζουν να θάψουν τον άγνωστο νεκρό στο όνομα της κοινής ανθρώπινης μοίρας. Ο κινηματογράφος μάς έχει εφοδιάσει εξάλλου με πολλές σκηνές αξιοπρεπούς ταφής, ακόμα και κηδείας, αγνώστων. Το Χόλυγουντ υμνεί την ανιδιοτελή διοργάνωση μιας μεταθανάτιας τελετής διακυρήσσοντας την επιταγή «αν ένας νεκρός βρεθεί στο δρόμο σου, είσαι κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνος για τη σορό του». Οι πρωταγωνιστές κηδεύουν αγνώστους όπως θα ήθελαν κι εκείνοι να είχαν κηδευτεί αν ήταν στη θέση τους, στην εξαιρετική περίπτωση που θα βρίσκονταν νεκροί, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, εγκαταλελειμμένοι, και σε ξένο τόπο.

Η κινηματογραφική αποτύπωση της ανθρώπινης υποχρέωσης για μια αξιοπρεπή φροντίδα του νεκρού σώματος, όχι μόνο των οικείων αλλά και των αγνώστων, απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Στην πραγματική ζωή υπεισέρχεται μία παράμετρος με πολύ μεγαλύτερη ισχύ από αυτή που αφήνεται να διαφανεί που επικαθορίζει σημαντικά τις πρακτικές και τα ήθη γύρω από το θάνατο. Η παράμετρος αυτή είναι το κράτος και πιο συγκεκριμένα, το κράτος στην εθνική του διάσταση. Η υπηκοότητα είναι εξάλλου πρωταρχικός τρόπος προσδιορισμού των ζώντων προσώπων, ενώ εξακολουθεί να τα προσδιορίζει και μετά το θάνατο. Για να το καταλάβουμε αυτό αρκεί να αναλογιστούμε την αντίστροφη πορεία της ζωής και του θανάτου του Νο 11. Γεννήθηκε στο Αφγανιστάν και πέθανε στην Ελλάδα. Κηδεύεται στο αυτοσχέδιο μαζικό νεκροταφείο της Μυτιλήνης ανώνυμα και αυτό χωρίς να είναι βέβαια αρεστό, ούτε σοκάρει, ούτε προκαλεί σκάνδαλο. Τι θα γινόταν όμως αν είχε γεννηθεί στην Ελλάδα και πέθαινε στο Αφγανιστάν; Θα άντεχε η κοινότητα –των συγγενών, των φίλων και των Ελλήνων συμπολιτών – την ταφή κάποιου Γιώργου Παπαδόπουλου ως «Νου11» σε μαζικό αυτοσχέδιο νεκροταφείο της Καμπούλ; Κι ακόμα, τι θα γινόταν αν ο Νο11 ήταν Γάλλος υπήκοος και είχε πνιγεί σε ελληνικά χωρικά ύδατα σε κάποιο ναυάγιο; Ακόμα και αν βρισκόταν ολομόναχος, χωρίς στοιχεία ταυτότητας, χωρίς συγγενείς, φίλους ή γνωστούς στον κόσμο, που θα μπορούσαν να τον ταυτοποιήσουν, θα θαβόταν υπό αυτές τις συνθήκες, χωρίς το όνομά του, και αντ’ αυτού με ένα νούμερο;

Ο τρόπος που πεθαίνουμε στη Δύση έχει υποστεί τεράστιες αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως από το 1970 και μετά. Από κράτος σε κράτος ισχύουν ωστόσο διαφορετικές νομοθεσίες και επικρατούν διαφορετικές εθνικές αντιλήψεις για το ποιες πρέπει να είναι μεταθανάτιες πρακτικές. Τη στιγμή που η κινητικότητα των νεκρών από τόπο σε τόπο είναι μεγαλύτερη από ποτέ (οι σοροί ταξιδεύουν, μπαίνουν σε αεροπλάνα, ανθρώπινα μέλη και όργανα αφαιρούνται για ιατρικούς λόγους και μεταφέρονται για μεταμοσχεύσεις σε άλλες πόλεις και χώρες), η αντίληψη της εθνικής ταυτότητας των νεκρών κερδίζει ολοένα έδαφος. Συγκεκριμένα, από το 1989 στην Ουγγαρία ακολουθήθηκε μια πολιτική επαναπατρισμού των ουγγρικών σορών που είχαν ταφεί σε άλλες χώρες. Διεξάγονταν έτσι «επαναληπτικές ταφές» στη λογική της αντίληψης ότι τα ουγγρικά σώματα ανήκουν στην ουγγρική «Μητέρα-Γη» και εκεί πρέπει να επιστρέψουν (Zempléni, 2009). Στην κοσμική Γαλλία πάλι, που είναι και η πρώτη χώρα που έθεσε το θέμα της καύσης των νεκρών και διεκδίκησε την αυτονόμηση της διαχείρισης των ανθρώπινων σορών από την εκκλησία, τέθηκε σε ισχύ καινούριο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο δίνει μεν μεγαλύτερη προσοχή στην αρχή της  αξιοπρέπειας του ανθρώπινου σώματος μετά το θάνατο, αφαιρεί δε τη μεγαλύτερη ελευθερία που απολάμβαναν τα άτομα σχετικά με τον τρόπο διάθεσης της στάχτης των οικείων τους. Πιο συγκεκριμένα, ο νέος νόμος του 2008 αφαιρεί τη δυνατότητα που είχαν οι συγγενείς του νεκρού, σύμφωνα με το νόμο του 1976, να παίρνουν σπίτι τους και να διαθέτουν κατά το δοκούν τις στάχτες του αποθανόντος και τους υποχρεώνει να τις εναποθέτουν σε ειδικούς δημόσιους χώρους που ανήκουν αυστηρά στο γενέθλιο δήμο του νεκρού ατόμου. Έτσι, αν κάποιος έχει γεννηθεί στη Μασσαλία, η στάχτη του πρέπει να παραμείνει στο δήμο της Μασσαλίας και να μη μεταφερθεί σε κάποια άλλη πόλη, πολλώ δε μάλλον σε άλλη χώρα.

Η μέριμνα του δυτικού κόσμου για τη μεταθανάτια αξιοπρέπεια του ανθρώπινου σώματος και η απόδοση τιμής στο νεκρό δεν πρέπει φυσικά να θεωρηθεί πανανθρώπινη κατάκτηση. Στη Μογγολία, για παράδειγμα, μέχρι και το 1950, οπότε και καθιερώθηκε ο νόμος περί ταφής, οι σοροί των νεκρών δεν ενταφιάζονταν παρά τοποθετούνταν στην επιφάνεια της γης, πάνω στο έδαφος, τυλιγμένοι μόνο με ένα κομμάτι ύφασμα. Ακόμα και μέσα στην πρωτεύουσα, την Ουλάν Μπατόρ, λύκοι, σκύλοι και αρπακτικά πτηνά μπορούσαν να κόβουν, να τρώνε και να μετακινούν ανθρώπινα μέλη και κομμάτια νεκρής σάρκας, χωρίς αυτό να προκαλεί την κοινή αίσθηση, να σοκάρει ή να προβληματίζει. Η μετάβαση δε στις πρακτικές ταφής έγινε δύσκολα αποδεκτή από τους Μογγόλους (Delaplace, 2011).

Στην Ελλάδα πάλι, ο σχετικός νόμος για τις μεταθανάτιες πρακτικές, που ισχύει σχεδόν απαράλλαχτος από το 1968, αφορά τους τόπους της ταφής, δηλαδή τα νεκροταφεία και τα κοιμητήρια, και όχι τα ανθρώπινα σώματα. Ούτε όμως ο νέος νόμος 3448 του 2006 που προβλέπει τη δυνατότητα της αποτέφρωσης αναφέρεται στο ανθρώπινο σώμα και τις αξίες που πρέπει να διέπουν τη διαχείρισή του μετά θάνατον. Η δυνατότητα δε της αποτέφρωσης παραμένει πρακτικά ανύπαρκτη, γιατί, μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές δε λειτουργεί αποτεφρωτήριο σε κανένα δήμο της χώρας. Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει κάνει επανειλημμένα κρούσεις για αναθεώρηση και επικαιροποίηση του παρωχημένου πια νόμου 582/1968 με στόχο να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο ανθρώπινο σώμα, στην απόδοση τιμής στο νεκρό και στο σεβασμό του κοσμοθεωρητικού του προσανατολισμού, χωρίς ωστόσο το αίτημα αυτό να βρίσκει ανταπόκριση.

Η αδιαφορία, η αποδοχή και η ανοχή απέναντι στις συνθήκες ταφής των νεκρών μεταναστών στη Μυτιλήνη, αλλά και αλλού στη χώρα μας, δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το πλαίσιο της εθνικής μας ιδιαιτερότητας. Οι νεκροί Αφγανοί, Σύριοι και Ιρανοί μετανάστες αντιμετωπίζονται από το ελληνικό κράτος με τα ίδια χαρακτηριστικά που θα είχαν ως ζωντανοί: ανεπιθύμητοι εισβολείς, πολίτες δεύτερης διαλογής, άνθρωποι περιορισμένων δικαιωμάτων. Η ανισότητα που συνοδεύει το θάνατό τους, σε σχέση με τους Έλληνες ή άλλους Ευρωπαίους υπηκόους, δεν είναι παρά η επέκταση της ανισότητας που θα προσλάμβαναν και στην ίδια τη ζωή. Το μεταναστευτικό είναι ένα θέμα μεγάλης σημασίας που αναμφίβολα θα απασχολήσει τόσο τη χώρα μας, όσο και το σύνολο των κοινωνιών της Δύσης στα χρόνια που έρχονται. Θα πρέπει τότε να μπορέσουμε να επιδείξουμε μεγάλη αφοσίωση στις αξίες της Δύσης, κορωνίδα των οποίων είναι αυτή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, και να μην ξεχάσουμε ότι πριν πολιτογραφηθούμε Έλληνες ή Αφγανοί ή Ιρανοί, γεννηθήκαμε άνθρωποι. Ο θάνατος, όπως και η γέννηση, είναι η συνθήκη εκείνη που μας υπενθυμίζει με τον πιο καθοριστικό και δραματικό τρόπο την κοινή και ισότιμη ανθρώπινη μοίρα μας, γι’ αυτό και κάθε μάχη για την ισότητα πρέπει να ξεκινάει από εκεί. Γιατί, αν ένας άνθρωπος δεν αναγνωρίζεται ως ισότιμος και «ολόκληρος» στο θάνατο, πως περιμένουμε μετά να αναγνωριστεί στη ζωή;

Έργα που αναφέρονται

Delaplace, G. (2011/1). "Enterrer, submerger, oublier. Invention et subversion du souvenir des morts en Mongolie". Raisons politiques (41), σελ. 87-103.

Zempléni, A. (2009). "La dextre d’Étienne Ier et l’espace national hongrois". Στο P. Boutry, P. A. Fabre, & D. Julia, Reliques modernes. Cultes et usages chrétiens des corps saint des Réformes aux révolutions (Τόμος I). Paris: Éditions de l'EHESS.

Χαριτίνη Καρακωστάκη

Πολιτικός επιστήμων, υποψήφια διδάκτωρ κοινωνιολογίας στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (Paris).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά