Τρίτη, 09 Φεβρουαρίου 2016

Η ανηθικότητα των ηθικολόγων

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 62
Γελοιογραφία του Χρήστου Παπανίκου, δημοσιευμένη στην εφημερίδα του Αγρινίου Αναγγελία. Γελοιογραφία του Χρήστου Παπανίκου, δημοσιευμένη στην εφημερίδα του Αγρινίου Αναγγελία. Χρήστος Παπανίκος / Αναγγελία

Η άνοδος του Αλέξη Τσίπρα και της ηγετικής ομάδας που βρίσκεται γύρω του  στην εξουσία στηρίχτηκε σε μια καλοσχεδιασμένη ηθικολογική διαίρεση. Ακόμη και οι πιστοί οπαδοί τους δεν τους προτιμούσαν για τις επεξεργασμένες θέσεις και τις λύσεις που πρότειναν. Το δυνατό χαρτί τους ήταν η ταύτιση των αντιπάλων τους με το κακό και  των εαυτών τους με το καλό. Η δύναμη του λόγου του ηγέτη εμφανιζόταν σαν ικανή να ανατρέψει την οικονομική πραγματικότητα και τους διεθνείς συσχετισμούς. Η ηθικολογική διαίρεση αποτέλεσε το έδαφος για να αναπτυχθεί μια πρωτοφανής επιθετικότητα –με λόγια και πράξεις– που αντλούσε τη νομιμοποίησή της από «την επίκληση του δίκιου» και της αυθεντικής έκφρασης των συμφερόντων του λαού. Το σύνθημα «ή εμείς ή αυτοί» συμπύκνωνε τη διαίρεση που στο μεταξύ  είχαν καταφέρει να επιβάλουν σε μεγάλο μέρος των πολιτών.

Τα ψέματα και οι απατηλές υποσχέσεις είναι συστατικό στοιχείο της ελληνικής πολιτικής ζωής και, σε κάποιο βαθμό, είναι πράγματα αναμενόμενα από τους πολίτες. Όμως το μέγεθος της μεθοδευμένης εξαπάτησης των ψηφοφόρων από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει προηγούμενο στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη μεταπολεμικά. Αυτό που κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα είναι η  εργαλειακή χρήση του ψέματος για την πυροδότηση της επιθετικότητας και τη δημιουργία πολιτικών  γεγονότων που έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ πιο κοντά στην εξουσία. Η χρήση του διχαστικού λόγου, η υποστήριξη του «δεν πληρώνω», η προώθηση φορολογικής απειθαρχίας, ο στιγματισμός των αντιπάλων σαν «μη Έλληνες» και «μερκελιστές», ο ισχυρισμός ότι «δεν  υπάρχει ούτε μία στο εκατομμύριο να πει όχι η Μέρκελ» δεν είναι μέσα που είχαν χρησιμοποιηθεί μέχρι τότε στην πολιτική αντιπαλότητα. Τον Δεκέμβριο του 2014, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε την τελική έφοδο και χρησιμοποίησε κάθε μέσο, συκοφαντώντας και  σπιλώνοντας ηθικά τους βουλευτές, για να εξασφαλίσει τη μη εκλογή προέδρου και τη διενέργεια των εκλογών.

Σήμερα γνωρίζουμε τα καταστροφικά αποτελέσματα  της τακτικής αυτής με την ανακοπή της ανάπτυξης και την επιβάρυνση της χώρας με μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετο χρέος, την απώλεια δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας και την επιβολή νέων φόρων. Γνωρίζουμε επίσης ότι δεν υπήρχε κανένα σχέδιο για την αντιμετώπιση των ζητημάτων και ακολουθήθηκαν οι αυτοσχεδιασμοί προσώπων όπως ο Βαρουφάκης, μέχρι τα πράγματα  να φθάσουν σε πλήρες αδιέξοδο. Την ώρα όμως που απουσίαζε εντελώς η επεξεργασία για την άσκηση της εξουσίας, περίσσευαν οι μεθοδεύσεις για την κατάκτησή της. Έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που προσπάθησαν μανιωδώς να κατακτήσουν την εξουσία χωρίς να ξέρουν τι να την κάνουν.

Από τη στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας ανέλαβε πρωθυπουργός είχε να διαχειριστεί όλα εκείνα τα ψέματα που τον έφεραν στην εξουσία. Κάθε βήμα γινόταν όχι με την αξιολόγηση του συμφέροντος της χώρας, αλλά με την έγνοια πώς θα χειριστεί τις εντυπώσεις. Σύντομα βρέθηκε μπροστά σε ολοκληρωτική αποτυχία, κάνοντας το δικό του αδιέξοδο, αδιέξοδο της χώρας. Το δημοψήφισμα ήταν μια εξωφρενική διακινδύνευση της υπόστασης της χώρας, από όποια σκοπιά  και να το δει κανείς. Όποιο και αν ήταν το αποτέλεσμα, σε αυτό το παιχνίδι δεν υπήρχε καμία δυνατότητα  θετικής διεξόδου. Έτσι ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες  του μετέτρεψαν το «όχι» σε «ναι»,ακριβώς επειδή –ευτυχώς για τη χώρα– δεν είχαν τη δύναμη να φτάσουν μέχρι τέλους  την πολιτική τους.

Όταν ήρθε ώρα να γίνουμε Αργεντινή έκαναν πίσω γιατί δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες  και την οργή των πολιτών. Ακόμη και την ώρα της μεγάλης καταστροφής, αυτό που τους ένοιαζε ήταν πώς θα διασωθούν πολιτικά. «Με ορισμένους συντρόφους, με πολλούς από αυτούς τους συντρόφους, δίναμε μάχες και καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι με την ίδια αγωνία λίγες μέρες πριν. Με την αγωνία που εξέφραζαν και αυτοί, ότι αν κλείσει μια τράπεζα θα καταστραφούμε πολιτικά και ηθικά απέναντι στο λαϊκό κίνημα, στους εργαζόμενους και στην ιστορία της Αριστεράς». Αυτή ήταν η κυνική ομολογία  του Αλέξη Τσίπρα  σε ραδιοφωνική συνέντευξή του[1].

Όλα αυτά συγκροτούν κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που μέχρι τώρα ονομάζαμε αναξιοπιστία των πολιτικών. Συγκροτούν μια αδίστακτη και χωρίς ηθικούς φραγμούς άσκηση της πολιτικής. Η εξουσία καθίσταται αυτοσκοπός και για να συνεχίσουν να την κατέχουν είναι πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε. Μπορούν να πουν τα πάντα και τα αντίθετά τους. Έτσι, έγιναν από αντιμνημονιακοί μνημονιακοί. Μόλις διαπίστωσαν ότι μπορούν να εξακολουθήσουν να κυβερνούν εφαρμόζοντας το μνημόνιο, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να το κάνουν. Για χάρη της εξουσίας συνεχίζουν να συγκυβερνούν  με τον Καμμένο –με τον οποίο υποτίθεται τους ένωνε η αντίθεση στο μνημόνιο, αντίθεση που τώρα δεν υφίσταται– γιατί είναι ο πιο βολικός σύμμαχος που δεν φέρνει αντιρρήσεις σε αυτά που συγκροτούν το σύστημα εξουσίας ΣΥΡΙΖΑ. Ανάλογη είναι και η σχέση με τον Κώστα Καραμανλή, την καταστροφική πολιτική του οποίου αφήνουν εκτός κριτικής για να απολαμβάνουν τη σιωπηρή εύνοιά του.

Και ενώ η μέχρι τώρα πορεία, σε αντιπολίτευση και κυβέρνηση, της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίστηκε από την ανηθικότητα, οι ίδιοι δεν διστάζουν να εργαλειοποιούν την ηθική. Μέχρι τώρα συνήθιζαν να πλήττουν την ηθική υπόσταση των αντιπάλων τους κατηγορώντας τους για υπηρέτες των ξένων κέντρων και των «συμφερόντων». Τώρα χρησιμοποιούν τον ηθικό εκβιασμό για να διατηρηθούν στην εξουσία. Έχοντας αναγάγει το να μη γίνουν «αριστερή παρένθεση» σε θεμελιώδες ζήτημα, τρομοκρατούν προκαταβολικά όσους μπορεί να απειλήσουν την εξουσία τους. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να ψηφίζουν ό,τι και αν νομοθετεί η κυβέρνηση, γιατί διαιρετικά θα ανήκουν στους ηθικά υπόλογους αποστάτες που την έριξαν.

Από παλιά, η ηθικολογία ήταν συχνά ο μανδύας που υποκριτικά κάλυπτε την ανηθικότητα. Η πολιτεία του πυρήνα της εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνει  τον παραπάνω κανόνα. Βέβαια, στην πολιτική είναι συνηθισμένη η ηθική ελαστικότητα, αλλά αρκετοί παλιότεροι πολιτικοί ήταν λίγο-πολύ συμφιλιωμένοι με την απώλεια της εξουσίας. Τότε βλέπαμε παραιτήσεις υπουργών, τώρα βλέπουμε υπουργούς που κλαίνε για τους νόμους που ψηφίζουν, αλλά δεν μπορούν να αποχωριστούν την καρέκλα. Παλιότερα, βλέπαμε υπουργούς να αποπέμπονται με υποψίες διαφθοράς, τώρα βλέπουμε εκ των προτέρων αθώωση  και συγκάλυψη σοβαρών  περιπτώσεων. Στο παλιό πολιτικό σύστημα μπορεί να ανήκουν όσοι κυρίως ευθύνονται για τη χρεοκοπία, υπάρχουν όμως και ηγέτες που πιστώνονται  τη μεταπολιτευτική ευημερία και δημοκρατία όπως και τη θέση της χώρας στην Ευρώπη. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει να δείξει μόνο απάτες και καταστροφές.

Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ έχει συνείδηση της ενοχής της για όσα έκανε προκειμένου να αναλάβει την εξουσία και για όσα έκανε μετά την ανάληψή της. Αισθάνονται συνένοχοι και αυτό που τους συνδέει δεν είναι μόνο η απόλαυση της εξουσίας, αλλά και ο φόβος για τις ευθύνες που θα τους αποδοθούν. Όσο κρατούν την εξουσία, και μάλιστα μετά από επανεκλογή, εξυπηρετούν τους στόχους τους. Προς το παρόν.

 


[1] Συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό Στο κόκκινο, 29/7/2015.

Σπύρος Βλέτσας

Κινηματογραφιστής και συγγραφέας. Σκηνοθέτησε τις μικρού μήκους ταινίες Κατάθεση και Προς το τέλος της διαδρομής. Το 2006 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή του, Επί των στρωμάτων. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, Ευ ζην, όχι lifestyle! (2009). 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά