Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Τα ρωσικά Νόμπελ

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 60
Η Σβετάνα Αλεξιέβιτς. Η Σβετάνα Αλεξιέβιτς. Elke Wetzig

Η πρόσφατη βράβευση με το Νόμπελ λογοτεχνίας της Σβετλάνα Αλεξιέβιτς προκάλεσε μεγάλα πάθη στη Ρωσία, αλλά και σε όλο τον ρωσόφωνο μετασοβιετικό χώρο των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, όπου υπάρχουν μεγάλες κοινότητες Ρώσων. Εξ ίσου μεγάλα ήταν τα πάθη που προκάλεσε και στον δυτικό κόσμο, με υπερασπιστές και κατήγορους της απόφασης, ενώ στην Ελλάδα γράφτηκαν και κείμενα που μιλούσαν για αυτοϋπονόμευση του θεσμού, επειδή το είδος της γραφής που διακονεί με συνέπεια και γενναιότητα η Αλεξιέβιτς δεν είναι αυτό που αποκαλούμε «καθαρή λογοτεχνία», αλλά περιδιαβάζει με άνεση τα όρια ανάμεσα στη δημοσιογραφία τεκμηρίωσης (είδος άγνωστο στην χώρα μας), το προσωπικό ημερολόγιο και τον δοκιμιακό αναστοχασμό της πραγματικότητας.

Δεν είναι πρώτη φορά πάντως που η βράβευση με το Νόμπελ λογοτεχνίας ενός Ρώσου ή ρωσόφωνου συγγραφέα προκαλεί τέτοια πάθη, αντιδικίες και αντιπαραθέσεις. Για την ιστορία και μόνο θα πρέπει να αναφέρουμε πως συνολικά 21 Ρώσοι έχουν τιμηθεί με βραβεία Νόμπελ στο χώρο των γραμμάτων και των επιστημών, και από αυτούς οι πέντε τιμήθηκαν με την ύψιστη διάκριση στο χώρο της λογοτεχνίας.

Η Ρωσία ως χώρα και πολιτισμός που συνορεύει μεθοριακά με τον δυτικό πολιτισμό και έχει αναπτύξει με αυτόν σχέσεις αγάπης και μίσους στο διάβα των τελευταίων 12, τουλάχιστον, αιώνων (από το 998 μ.Χ και τον εκχριστιανισμό της Ρους του Κιέβου), παραμένει μυστηριώδης, αινιγματική και εν πολλοί ακατανόητη, για τον μέσο δυτικό άνθρωπο. Στη Δύση αγαπούν τη Ρωσία του Αλεξάντερ Πούσκιν, του Λέοντος Τολστόι, του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, της Άννας Αχμάτοβα, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, αλλά και των μεγάλων μουσουργών του Πιερ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, του Μοντέστ Μουσόργκσκι, του Αλεξάντρ Σκριάμπιν. Σημαντική είναι η συμβολή των ρώσων εμιγκρέδων της πρώτης γενιάς, εκείνων που εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες μετά το 1917 και την επικράτηση των μπολσεβίκων, και κυρίως των μεγάλων στοχαστών της ρωσικής φιλοσοφικής και θεολογικής αναγέννησης της πρώτης εικοσαετίας του 20ού αιώνα, όπως ο Νικολάι Μπερντιάγιεφ, ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ο Βλαντίμιρ Λόσκι, ο Γεώργιος Φλορόφσκι, ο Βλαντίμιρ Σορόκιν κ.ά. στη δημιουργία διαύλων επικοινωνίας και κατανόησης αλλά και σημείων συνάντησης μεταξύ των πολιτισμικών οργανισμών της Δύσης και της Ρωσίας.

Ωστόσο, η Ρωσία παραμένει ένας χώρος τον οποίο αντιμετωπίζουν με καχυποψία και φόβο στη Δύση, γι’ αυτό και οτιδήποτε έχει σχέση με αυτή προκαλεί αμφίθυμες αντιδράσεις. Αυτό ισχύει για όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και πολύ περισσότερο για τη λογοτεχνία της μεγάλης αυτής χώρας.

Έτσι, όλες οι τιμητικές διακρίσεις Ρώσων λογοτεχνών, οι οποίοι με μία μόνο εξαίρεση (όπως θα δούμε παρακάτω) εναντιώθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στον ολοκληρωτισμό των καθεστώτων της πατρίδας τους, έγιναν η αφορμή για μεγάλες αντιπαραθέσεις, μεταξύ των υπερασπιστών και των αντιπάλων αυτών των καθεστώτων.

Ας δούμε όμως την ιστορία των Νόμπελ που… μιλούσαν ρωσικά.

 

 

Ιβάν Μπούνιν, ο εμιγκρές (1870 - 1953)

Θεέ  μου φιλεύσπλαχνε,

γιατί μας έδωσες τα πάθη, τις σκέψεις, τις φροντίδες

τη δίψα των έργων, της δόξας και της παρηγοριάς;

Χαρούμενοι σακάτηδες, ηλίθιοι,

Ο λεπρός είναι πιο χαρούμενος απ’ όλους.

Σεπτέμβριος 1917

 

Αν ανατρέξει κανείς στις παρισινές εφημερίδες του Δεκεμβρίου του 1933 θα διαβάσει διθυραμβικές απόψεις για το έργο του Ιβάν Αλεξάντροβιτς Μπούνιν, του πρώτου ρώσου λογοτέχνη που τιμήθηκε με το βραβείο που φέρει το όνομα του εφευρέτη της δυναμίτιδας. Σύμφωνα με την απόφαση της επιτροπής, «ο Ιβάν Μπούνιν, με την αυστηρή του τέχνη, συνέχισε τις μεγάλες παραδόσεις της ρωσικής λογοτεχνίας».

Είναι η εποχή όπου η ρωσική εμιγκράτσια, ζώντας στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, κυρίως, προσπαθούσε από κάπου να πιαστεί και να αναπτερώσει τις ελπίδες της για γρήγορη πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος και επιστροφή στα πάτρια εδάφη. Την ίδια στιγμή, στη σοβιετική Ρωσία, η επίσημη λογοτεχνική κριτική, οι εφημερίδες και τα περιοδικά αντιμετώπισαν την είδηση σχεδόν με αδιαφορία, επειδή ο Ιβάν Μπούνιν όχι μόνο δεν ήταν συμπαθών του κομμουνιστικού καθεστώτο αλλά εγκατέλειψε ως ένδειξη διαμαρτυρίας την πατρίδα του. Αξίζει να θυμίσουμε πως, σε αντίθεση με άλλους ρώσους εμιγκρέδες της πρώτης γενιάς, ο Ιβάν Μπούνιν όχι μόνο δεν συνεργάστηκε με τον ανερχόμενο, την εποχή εκείνη, γερμανικό ναζισμό, αλλά απέφυγε και κάθε επαφή μαζί του, εγκαταλείποντας τη Γαλλία το 1939, στην οποία επέστρεψε μετά την απελευθέρωσή της το 1945.

Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Ιβάν Μπούνιν δεν διαχειρίστηκε «ορθολογικά» το χρηματικό ποσό που συνόδευε το βραβείο. Η ποιήτρια και λογοτεχνική κριτικός Ζιανίντα Σαχαβάσκαγια έγραψε αργότερα πως, επιστρέφοντας στη Γαλλία το 1945, ο Μπούνιν ξόδεψε ένα μεγάλο μέρος του ποσού για φιλανθρωπίες και βοήθεια προς τους χειμαζόμενους συμπατριώτες του, ενώ ένα σημαντικό τμήμα, λόγω απειρίας και αφέλειας, το επένδυσε σε μια «σίγουρη δουλειά» με αποτέλεσμα να το χάσει για πάντα.

Μετά το θάνατο του Ι. Β. Στάλιν, τα έργα του Ιβάν Μπούνιν ήταν από τα πρώτα της γενιάς των συγγραφέων-εμιγκρέδων που άρχισαν να δημοσιεύονται στην ΕΣΣΔ, μετά βέβαια από το θάνατο του συγγραφέα. Ορισμένα, ωστόσο, έργα του είδαν το φως της δημοσιότητας στην πατρίδα του μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ.

 

Μπορίς Παστερνάκ, ο χαμηλόφωνος αρνητής (1890 - 1960) 

Εύκολο είναι να ξυπνήσεις και να δεις

Απ’ την καρδιά τα λεκτικά σκουπίδια να πετάξεις

Να ζεις, χωρίς φραγμούς στο εξής

Είναι όλα αυτά, μεγάλη πονηριά.

1931

Η περίπτωση του Μπορίς Παστερνάκ είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη. Αρκεί να πούμε πως ο «φάκελος Παστερνάκ», στο αρχείο του Ιδρύματος «Δημοκρατία» του μακαρίτη Μπορίς Γιάκοβλεβ, αριθμεί μερικές χιλιάδες έγγραφα, ανάμεσα στα οποία βρίσκει κανείς ακόμη και εντολές της ΚΑ.ΓΚΕ.ΜΠΕ προς το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα να κλέψει το χειρόγραφο του Δόκτορα Ζιβάγκο από τον ιταλό εκδότη του ρώσου ποιητή και συγγραφέα.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της επιτροπής, το βραβείο απονεμήθηκε στον Παστερνάκ «για τα σημαντικά επιτεύγματα στη σύγχρονη λυρική ποίηση, καθώς επίσης και για τη συνέχεια της μεγάλης παράδοσης του ρωσικού επικού μυθιστορήματος». Θα πρέπει να σημειώσουμε πως κατά τη γνώμη πολλών ειδικών, η υποψηφιότητα του Μπορίς Παστερνάκ ήταν μεταξύ άλλων για το διάστημα από το 1946 έως το 1950, ενώ το 1958 την υποψηφιότητά του προωθούσε ο νομπελίστας της προηγούμενης χρονιάς, ο γάλλος συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ.

Στη Ρωσία, η είδηση της απονομής του βραβείου Νόμπελ σε ένα μέλος της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων, που έστειλε κρυφά το χειρόγραφο στο εξωτερικό και τιμήθηκε γι’ αυτό, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, καθοδηγούμενων τόσο από το Κομμουνιστικό Κόμμα που θεώρησε τη βράβευση ως άμεση ανάμειξη στην εσωτερική του πολιτική, όσο και από την Ένωση Συγγραφέων. Οργανώθηκαν χιλιάδες συγκεντρώσεις σε εργοστάσια, επιχειρήσεις, δημόσιες υπηρεσίες, όπου εκατομμύρια εργαζόμενοι υποχρεώθηκαν να ακούσουν τους λίβελους κατά του Παστερνάκ και να εκδώσουν ομόφωνα (!) ψηφίσματα καταδίκης του. Η Ένωση Συγγραφέων τον διέγραψε από μέλος της και του στέρησε προηγούμενες διακρίσεις και προνόμια. Η μεγαλύτερη λογοτεχνική εφημερίδα της Ρωσίας, όργανο της Ένωσης Σοβιετικών συγγραφέων, έγραψε σε ένα άρθρο της:

 

Ο Παστερνάκ πήρε «τριάντα αργύρια» της προδοσίας μέσω του βραβείου Νόμπελ. Τιμήθηκε γιατί συμφώνησε να παίξει το ρόλο του δολώματος στο σκουριασμένο αγκίστρι της αντισοβιετικής προπαγάνδας. […] Άδοξο τέλος περιμένει τον αναστηθέντα Ιούδα, τον δόκτωρα Ζιβάγκο και το συγγραφέα του, η μοίρα του οποίου θα είναι η λαϊκή περιφρόνηση.

 

Ο δημόσιος χώρος έγινε ανυπόφορος για το συγγραφέα,  που απομονώθηκε στο Περιντέλκινο. Η δημόσια διαπόμπευση, οι απειλές ακόμη και για φυσική εξόντωση, οι ασφυκτικές πιέσεις της μυστικής αστυνομίας του καθεστώτος, ανάγκασαν το συγγραφέα να αρνηθεί το βραβείο και να στείλει στη Σουηδική Ακαδημία ένα τηλεγράφημα στο οποίο σημείωνε: «Βάσει της σημασίας που απέκτησε για την κοινωνία το βραβείο που μου απονεμήθηκε, κοινωνία στην οποία ανήκω, είμαι υποχρεωμένος να το αρνηθώ. Μη θεωρήσετε προσβολή την οικειοθελή μου άρνηση». Ένα χρόνο αργότερα ο συγγραφέας, που υπέφερε από την καρδιά του, πέθανε.

Την ίδια στιγμή, τα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης, αλλά και διάφορες άλλες μετωπικές οργανώσεις, όπως οι Σύνδεσμοι Φιλίας με την ΕΣΣΔ ή το αντιπολεμικό κίνημα, ξεκίνησαν μια εκστρατεία συκοφάντησης και περιφρόνησης του συγγραφέα στα μάτια των αναγνωστών της Δύσης. Η κινηματογραφική όμως μεταφορά του Δόκτορα Ζιβάγκο (από τον Νταίηβιντ Λιν το 1965) και η μετάφρασή του σε δεκάδες γλώσσες, ξεπέρασε κάθε εμπόδιο που έθεσε η σοβιετική ηγεσία και τα κατά τόπους παραρτήματά της.

 

Μιχαήλ Σόλοχοφ, ο αυλικός (1905 - 1984)

Το 1965, η απονομή του βραβείου «ως ένδειξη αναγνώρισης της καλλιτεχνικής δύναμης και εντιμότητας, που επέδειξε με την εποποιΐα του Ντον για τις ιστορικές φάσεις της ζωής του ρωσικού λαού» στον Μιχαήλ Σόλοχοφ (γνωστότερο έργο του οποίου είναι, ακριβώς, ο Ήρεμος Ντον), προκάλεσε ρίγη συγκίνησης και υπερηφάνειας στους ανά τη Γη κομμουνιστές και συμπαθούντες την κομμουνιστική ιδεολογία και τη Μέκκα αυτής, την «μεγάλη πατρίδα» όπως την αποκαλούσαν, την ΕΣΣΔ.

Είχε, βέβαια, προηγηθεί η άρνηση του Ζαν-Πολ Σαρτρ, το 1964, να παραλάβει το βραβείο, δηλώνοντας πως προτιμούσε να το πάρει ο σοβιετικός συγγραφέας Μιχαήλ Σόλοχοφ, πράγμα που, κατά πολλούς, προκαθόρισε την επιλογή της Ακαδημίας, την επόμενη χρονιά.

Ο Μιχαήλ Σόλοχοφ ήταν ο μόνος ρώσος σοβιετικός συγγραφέας που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ με τη σύμφωνη γνώμη του ΚΚΣΕ και της σοβιετικής κυβέρνησης, η οποία, λησμονώντας όλες τις αμφιβολίες και αντιρρήσεις που είχε για το λογοτεχνικό κύρος του εν λόγω βραβείου, θεώρησε πως πρόκειται για πρώτης τάξεως ευκαιρία από την προπαγάνδα να διατρανώσει τα περί ανωτερότητος της σοβιετικής λογοτεχνίας έναντι της παρηκμασμένης δυτικής.

Υπάρχουν δύο αστικοί μύθοι σχετικά με τον Σόλοχοφ και το βραβείο Νόμπελ. Ο πρώτος είναι ότι ο Σόλοχοφ δεν είναι ο πραγματικός συγγραφέας του Ήρεμου Ντον και κυκλοφορούν διάφορα ονόματα που διεκδικούν την πατρότητα του έργου, χωρίς όμως να μπορεί κανείς να υποστηρίξει με αξιοπιστία κανένα από αυτά. Ο δεύτερος έχει να κάνει με την ίδια την τελετή της απονομής, στη διάρκεια της οποίας, όταν ο βασιλιάς Γουστάβος Αδόλφος ΣΤ’ τον αποκάλεσε «έναν από τους επιφανέστερους συγγραφείς της εποχής μας», ο Σόλοχοφ δεν υποκλίθηκε μπροστά του, όπως απαιτούσε το πρωτόκολλο. Πολλοί τείνουν να πιστέψουν ότι το έκανε επίτηδες, λέγοντας μάλιστα: «Εμείς, οι Κοζάκοι, δεν υποκλινόμαστε σε κανένα. Στο λαό, αν θέλετε να υποκλιθώ, στο βασιλιά όμως ποτέ». Δεδομένου ότι όλοι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι από καιρό νεκροί, δεν θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια.

 

Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, ο εξόριστος (1918 - 2008)

Η είδηση προκάλεσε σεισμικές δονήσεις τόσο στην ΕΣΣΔ όσο και στη Δύση. Στις 8 Οκτωβρίου 1970, «για την ηθική δύναμη, η οποία είναι επικεντρωμένη στην παράδοση της μεγάλης ρωσικής λογοτεχνίας», η Σουηδική Ακαδημία απένειμε το βραβείο Νόμπελ στον Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, συγγραφέα που πρώτος σήκωσε το βαρύ σιδερένιο παραπέτασμα και μας αποκάλυψε τη ζωή στα γκουλάγκ, τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας της ΕΣΣΔ και του σταλινικού ζόφου.

Ο Αλεξάντρ Ισάγιεβιτς Σολζενίτσιν, διοικητής πυροβολαρχίας, έφτασε στα χρόνια του πολέμου μέχρι το βαθμό του λοχαγού και τιμήθηκε με δύο πολεμικά μετάλλια. Το 1945 για κάτι που έγραψε για τον Στάλιν σε μια επιστολή προς ένα φίλο του, συνελήφθη για αντισοβιετική προπαγάνδα και καταδικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες σε οκταετή εγκλεισμό σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων και σε ισόβια εξορία. Εξέτισε την ποινή του σε στρατόπεδα κοντά στη Μόσχα και στο Καζακστάν. Το 1956, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Στάλιν, απελευθερώθηκε και αποκαταστάθηκε, αφού η ποινή του ακυρώθηκε. Από το 1964 και μετά αφιερώθηκε στη λογοτεχνία, εργαζόμενος ταυτόχρονα σε τέσσερα μεγάλα έργα: Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ, Πτέρυγα καρκινοπαθών, Κόκκινος τροχός και Στον πρώτο κύκλο. Το 1964, έπειτα από ειδική απόφαση και άδεια του διαβόητου πανίσχυρου Πολιτμπιρό (Πολιτικού Γραφείου) της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ, το περιοδικό Νόβι Μιρ (Νέος Κόσμος) δημοσίευσε το μυθιστόρημά του Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, με το οποίο έγινε διεθνώς διάσημος.

Αμέσως μετά τη βράβευσή του, ξέσπασε μια εκστρατεία συκοφάντησης και δυσφήμησής του στο εσωτερικό της πατρίδας του. Το 1971, στελέχη της ΚΑ.ΓΚΕ.ΜΠΕ κατέσχεσαν το αρχείο του ενώ τα επόμενα δύο χρόνια κατέστρεψαν όλα τα έργα του. Το 1974, με απόφαση του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, «για συστηματικές δραστηριότητες, μη προσήκουσες σε άτομο που έχει την υπηκοότητα της ΕΣΣΔ και οι οποίες είναι επιζήμιες για την ΕΣΣΔ», του αφαιρέθηκε η υπηκοότητα και απελάθηκε από τη χώρα.

Στη Δύση, ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα σε εκείνους που ακολουθώντας τυφλά τις οδηγίες του «ξένου κέντρου» (του ΚΚΣΕ) εξαπέλυσαν μιας απίστευτης ισχύος προπαγανδιστική εκστρατεία κατά του συγγραφέα και του έργου του. Αρκεί να αναφέρουμε πως, ενώ ο πρώτος τόμος του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ δημοσιεύτηκε το 1971 στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Πάπυρος, στη σειρά ΒΙΠΕΡ, χρειάστηκε να περάσουν 40 και πλέον χρόνια για να κυκλοφορήσει ο δεύτερος, ενώ είναι άγνωστη εισέτι η μοίρα του τρίτου και τελευταίου τόμου. Η Ελλάδα, έτσι κι αλλιώς, είχε μια πνευματική ζωή που ήταν αλλεργική στη λογοτεχνία της ανθρωπιστικής τραγωδίας του 20ού αιώνα, ενώ, παράλληλα, με κομματικές εντολές μεταφράζονταν διάφοροι άσημοι, ασήμαντοι μα ευπειθείς σοβιετικοί λογοτέχνες, το όνομα των οποίων από χρόνια έχει σκεπάσει η λήθη και η σκόνη του χρόνου.

 

Ιωσήφ Μπρόντσκι, ο κοσμοπολίτης (1940 - 1996) 

Ναι, κάλλιο τις παραδόσεις να φυλάς

για τα λειψά τους μέτρα

που παραδόξως πιο μετά

στενά θα γίνουν κάγκελα

(αν κι όχι τόσο φανερά)

που σ’ ισορροπία θα κρατούν

τις χωλές σου αλήθειες

σ’ αυτή την οξύκορφη σκάλα

1959

 

Εβραϊκής καταγωγής, Ρώσος και στη συνέχεια Αμερικανός πολίτης, ο ποιητής Ιωσήφ Μπρόντσκι ήταν ο νεότερος λογοτέχνης στην ιστορία του θεσμού του βραβείου Νόμπελ.

Ξεκίνησε την ποιητική του δημιουργία στη νεαρή ηλικία των 16 ετών. Ήταν ο αγαπημένος μαθητής, φίλος και συνεχιστής της Άννας Αχμάτοβα, η οποία είχε προβλέψει πως ο νεαρός Ρωσοεβραίος από το Λένινγκραντ θα έχει δύσκολη, μα ένδοξη ποιητική ζωή. Το 1964 καταδικάστηκε για «αλητεία» και εξορίστηκε στην περιοχή του Αρχάγγελου, όπου έζησε για ένα χρόνο. Ποιητής μη αρεστός στις αρχές, αποκλείστηκε από κάθε είδους πνευματική εργασία, σε μια προσπάθεια να υποταχθεί στο σύστημα. Προσωπικότητα έντονη, ανεξάρτητη και γενναία, ο Ιωσήφ Μπρόντσκι, το 1972, έστειλε μια επιστολή στον πανίσχυρο την εποχή εκείνη Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος, Λεονίντ Μπρέζνιεφ, ζητώντας του να του επιτραπεί να εργαστεί ως μεταφραστής. Δεν έλαβε ποτέ καμία απάντηση. Αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Έζησε στη Βιέννη, το Λονδίνο και τέλος στις ΗΠΑ, όπου έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν αλλά και άλλων πολιτειών της χώρας αυτής.

Στις 10 Δεκεμβρίου 1987, ο Ιωσήφ Μπρόντσκι παρέλαβε, στην ειδική τελετή, το βραβείο Νόμπελ, «για τη συνολική του δημιουργία, η οποία είναι διαποτισμένη από τις σκέψεις και το πάθος της ποίησης». Για την ιστορία θα πρέπει να αναφέρουμε πως ο Μπρόντσκι, όπως και, πριν από αυτόν, ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, είναι ρώσος λογοτέχνης που έγραψε στα αγγλικά σαν να ήταν η μητρική του γλώσσα.

Το 1987 όμως δεν είναι ούτε 1971 ούτε 1958. Έτσι, η βράβευση του Ιωσήφ Μπρόντσκι μπορεί να προκάλεσε διάφορες αντιπαραθέσεις, σε τίποτα όμως δεν έμοιαζαν με τους «λογοτεχνικούς πολέμους» του παρελθόντος ανάμεσα στους υποστηρικτές της «στρατευμένης τέχνης» και του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» και τους υποστηρικτές της ελευθερίας του λόγου και της τέχνης.

 

Σβετλάνα Αλεξιέβιτς, η γενναία (1948 -)

Η βράβευση της γενναίας αυτής γυναίκας, η γραφή της οποίας συνδυάζει την εντιμότητα στην αναζήτηση της αλήθειας και τη συνέχεια της παράδοσης της λογοτεχνίας τεκμηρίωσης που είναι τόσο μεγάλη στη Ρωσία αλλά και στον ρωσόφωνο κόσμο, προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, νέα πάθη και διαμάχες.

Η Σβετλάνα Αλεξάντροβνα Αλεξιέβιτς  συγκαταλέγεται στους ημεδαπούς εξόριστους, για τους οποίους μοναδική πατρίδα είναι η αλήθεια. Γεννημένη το 1948 στην Ουκρανία, είναι λευκορωσικής καταγωγής, τη θεωρούν σοβιετική και παραμένει αμετανόητα ανεξάρτητη και επικριτική απέναντι σε κάθε αυθαιρεσία της εξουσίας.

Τα βιβλία της Ο πόλεμος δεν έχει γυναίκειο πρόσωπο, Μολυβένιοι στρατιώτες, Τσέρνομπιλ κυκλοφορούν μεταφρασμένα σε δεκάδες γλώσσες (τα δυο τελευταία και στα ελληνικά), όχι όμως στην πατρίδα της τη Λευκορωσία, το καθεστώς της οποίας θεωρείται τελευταίο κομμουνιστικό απομεινάρι της Ευρώπης.

Άνθρωπος γενναίος και ανήσυχος, η Σβετlάνα Αλεξιέβιτς έδωσε στη δημοσιότητα το πρώτο της βιβλίο, Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας, το μακρινό πλέον 1985. Tο βιβλίο περιέχει μαρτυρίες γυναικών που πολέμησαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια ακριβώς χρονιά, κυκλοφόρησε το βιβλίο της Τελευταίοι μάρτυρες, στο οποίο ενήλικοι ανακαλούν τις παιδικές τους αναμνήσεις από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το 1989, η Αλεξιέβιτς αποκάλυψε με το βιβλίο της Οι μολυβένιοι στρατιώτες τη σκληρή αλήθεια για τον δεκαετή «άγνωστο» πόλεμο των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Η στρατιωτική και πολιτική ήττα της ΕΣΣΔ αποτελεί μια ανεπούλωτη πληγή που μέχρι σήμερα προκαλεί τα βουβά βλέμματα των συμπατριωτών της, όχι μόνο στη Λευκορωσία, αλλά και σε όλες τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.  Η έκδοση, απαγορευμένη επί πολλά χρόνια, προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις, τόσο από στρατιωτικούς κύκλους όσο και από εκπροσώπους του παλαιού καθεστώτος, οι οποίες μάλιστα κατέληξαν σε δικαστική δίωξη της συγγραφέως.

Το 1993, η Αλεξιέβιτς εξέδωσε το βιβλίο της Γοητευμένοι από τον θάνατο, με θέμα τις αυτοκτονίες που σημειώθηκαν στην πρώην ΕΣΣΔ μετά την πτώση του κομμουνισμού. Ως λογοτεχνικό ή δημοσιογραφικό θέμα, η αυτοκτονία απαγορευόταν στην πρώην ΕΣΣΔ. Ο γράφων τις γραμμές αυτές είχε αποπειραθεί να προτείνει ως θέμα της μεταπτυχιακής του εργασίας το θέμα «Η αυτοκτονία στην ιστορία της φιλοσοφίας»,  στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου το 1984, πρόταση που απορρίφθηκε μετά πολλών επαίνων από τη συνέλευση του αντίστοιχου τμήματος σπουδών, με το αιτιολογικό ότι δεν είναι «αρκούντως αισιόδοξο για τον σοβιετικό πολίτη».

Το 1996, κυκλοφόρησε το βιβλίο της Τσέρνομπιλ - Ένα χρονικό του μέλλοντος, που περιλαμβάνει μαρτυρίες για το πυρηνικό ατύχημα του 1986, τις οποίες συνέλεξε η συγγραφεύς περιπλανώμενη επί δύο χρόνια στην Απαγορευμένη Ζώνη, με κίνδυνο της υγείας της και της ζωής της (επανεκδόθηκε μόλις στα ελληνικά από τις εκδ. Πατάκη).

Όπως ήταν επόμενο, στην ταραγμένη μας εποχή, εποχή όπου πολλοί αναζητούν τη «στιβαρά χείρα» του πατέρα-αφέντη-ηγέτη, η βράβευση της Σβετλάνα Αλεξιέβιτς προκάλεσε θυμό και οργή. Πολλοί θεωρούν ανήκουστο να βραβεύεται μία γυναίκα που όρθωσε το ανάστημά της στις αυθαιρεσίες της εξουσίας καταγραφοντάς τις με υψηλό αίσθημα λογοτεχνικής και ιστορικής ευθύνης, σπάζοντας έτσι το φράγμα της σιωπής και τη συνωμοσία της αποσιώπησης. Στη Ρωσία, διάφοροι συγγραφείς του λεγόμενου «πατριωτικού μετώπου» έσπευσαν με άρθρα τους σε διάφορες, πάλαι ποτέ κραταιές και νυν περιθωριακές εφημερίδες, όπως η γνωστή Ιζβέστια, να κατηγορήσουν την Αλεξιέβιτς για προδοσία (επανάληψη του μοτίβου των κατηγοριών κατά του Παστερνάκ και του Σολζενίτσιν). Υπήρξαν, βέβαια, και φωνές υπεράσπισης από τους γνωστούς λιγοστούς γενναίους ρώσους διανοούμενους, μεταξύ των οποίων και η γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό Λιουντμίλα Ουλίτσκαγια.

 

Επιμύθιο

Πέντε συν 1 Νόμπελ που μιλούσαν ρωσικά, στην υπερεκατονταετή ιστορία του θεσμού. Όλα τους επιβράβευαν την υψηλή λογοτεχνική, καλλιτεχνική, ιστορική αξία τόσο των δημιουργών, όσο και του έργου τους. Βραβεία που στήριξαν τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, την αλήθεια και την ελευθερία, όταν δοκιμάζονταν σκληρά στον μακρύ, βαρύ, πολιτικό χειμώνα της Ρωσίας του 20ού αιώνα. Η αντοχή του ονόματος των λογοτεχνών και, κυρίως, του έργου τους στο χρόνο είναι η μοναδική αναντίρρητη αλήθεια, η οποία αποστομώνει τους ευκαιριακούς κατηγόρους τους. Εξ άλλου, τα ρωσικά Νόμπελ τα θυμούνται όλοι. Τους κατηγόρους τους, ποιος;

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά