Σάββατο, 09 Ιανουαρίου 2016

Ιδιωτικοποιήσεις και παραχωρήσεις: η τοπική διάσταση

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 60
«Χρυσάφι είναι ο τόπος μας, χρυσάφι το νερό μας, χρυσάφι είναι το βουνό και τ’ όμορφο χωριό μας». Σύνθημα αεροπανώ που αναρτήθηκε σε πρόσφατη διαμαρτυρία κατά της επένδυσης εξόρυξης χρυσού στις Σκουριές Χαλκιδικής. «Χρυσάφι είναι ο τόπος μας, χρυσάφι το νερό μας, χρυσάφι είναι το βουνό και τ’ όμορφο χωριό μας». Σύνθημα αεροπανώ που αναρτήθηκε σε πρόσφατη διαμαρτυρία κατά της επένδυσης εξόρυξης χρυσού στις Σκουριές Χαλκιδικής. Αρχείο The Books' Journal

 Υπό την πίεση των πιστωτών μας, της χρεοκοπίας, της ανάγκης για ανάκαμψη της οικονομίας και ειδικότερα της ανάσχεσης της ανεργίας, ένα εύρος περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου  που καλύπτουν το σύνολο της επικράτειας και που ξεπερνούν τα 50 δισ. ευρώ θα αλλάξει ιδιοκτησία ή και έλεγχο. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία περιλαμβάνουν τις εκκρεμότητες του ΤΑΙΠΕΔ (ΟΛΘ και ΟΛΠ, περιφερειακά αεροδρόμια, Ελληνικό, ΤΡΑΙΝΟΣΕ, κ.λπ.), αλλά και αυτά που θα ενταχθούν στο υπό ίδρυση Ταμείο Διαχείρισης Δημόσιων Πόρων. 

Η παρούσα ανάλυση χωρίζεται σε δύο μέρη. Πρώτον, παρέχει μια ερμηνεία της έως τώρα αντίδρασης των τοπικών κοινωνιών και παικτών σε πολλές από τις παραχωρήσεις και ιδιωτικοποιήσεις που δρομολογήθηκαν, καθώς και του ρόλου των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου στις τοπικές πολιτικές οικονομίες της χώρας. Δεύτερον, κάνει μια προβολή στο μέλλον και συγκεκριμένα στο ερώτημα: με ποιο τρόπο η αλλαγή ελέγχου και ποιότητας διακυβέρνησης αυτών των περιουσιακών στοιχείων, με τη συνδρομή κατάλληλων δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων, έχει τη δυνατότητα να αλλάξει συνολικά το μοντέλο διακυβέρνησης των τοπικών πολιτικών οικονομιών στο σύνολο της επικράτειας. 

 

ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΣΗΜΕΡΑ

Μια πρόχειρη ανασκόπηση της ειδησεογραφίας την τελευταία πενταετία αναδεικνύει σωρεία τοπικών αντιδράσεων κατά του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και παραχωρήσεων που έχει αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση μέσω εξειδικευμένου φορέα, του ΤΑΙΠΕΔ[1]

Η ειδησεογραφία έχει επίσης αναδείξει τους παίκτες που μάχονται υπέρ του υφιστάμενου καθεστώτος διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου και τα χαρακτηριστικά των σχέσεων τους με τα περιουσιακά στοιχεία αυτά.

Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα.  Στη Χαλκιδική, όπου το  τοπικό κίνημα κατά της εκμετάλλευσης χρυσού στις Σκουριές είχε βασικό επιχείρημα την προστασία του περιβάλλοντος, έχουν καταπατηθεί  130.000 στρέμματα από το 1945 έως σήμερα, οι δύο πρόσφατες νομιμοποιήσεις κατέγραψαν 18.000 αυθαίρετα κτίσματα και 28.151 πολεοδομικές παραβάσεις, ενώ ο Δήμος Σιθωνίας στο τελευταίο πολεοδομικό του σχέδιο προβλέπει τον διπλασιασμό των περιοχών για οικιστική ανάπτυξη. Στον ΟΛΠ, όπου έχουμε ένα ευρύ κίνημα κατά της παραχώρησης του από τους Δήμους Πειραιά και Κερατσινίου, βασικός σύμμαχος είναι το συνδικάτο λιμενεργατών της ΟΜΥΛΕ όπου εκπροσωπούνται το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Στην περίπτωση των περιφερειακών αεροδρομίων έχουμε βασικούς αντιπάλους το σωματείο της ΥΠΑ, αλλά και τοπικές αρχές όπως την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων που ζητά την διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος για την παραχώρηση των αεροδρομίων της περιοχής ευθύνης της, δηλαδή της Κέρκυρας, της Κεφαλονιάς, της Ζακύνθου και του Ακτίου.  Στην ΕΥΑΘ, στη Θεσσαλονίκη, υπό την διορισμένη από το ΠΑΣΟΚ διοίκηση, είχαμε μια ευρεία συμμαχία κατά της παραχώρησης, και υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφίσματος  που έλαβε χώρα στις τοπικές εκλογές του Μαΐου 2014 και συμπεριελάμβανε τον δήμαρχο Συκεών και πρόεδρο  της Περιφερειακής Ένωσης  Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας Σίμο Δανιηλίδη, τον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Αβραμόπουλο, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ με μακρά συνδικαλιστική δράση, το συνδικάτο της εταιρείας, τοπικούς ακτιβιστές, καθώς και την υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.

Πέρα από τα συγκοινωνούντα δοχεία της τοπικής αυτοδιοίκηση και των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή της συνδικαλιστικής δράσης, της συμμετοχής στην τοπική αυτοδιοίκηση και της κομματικής ταυτότητας, διαπιστώνουμε και το οικονομικό αντικείμενο μεταξύ τοπικής αυτοδιοίκησης και δημόσιων επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. Στην περίπτωση της ΕΥΔΑΠ έχουν καταγραφεί πρόσφατα ανεξόφλητα χρέη ύψους 28 εκατ. ευρώ από δήμους, χρέη τα οποία εξυπηρετεί η εταιρεία, ενώ στην περίπτωση της ΔΕΗ έχουμε ανεξόφλητα χρέη από δημοτικές επιχειρήσεις ύψους 74 εκατ. ευρώ.    

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τη σύμπραξη των προαναφερθεισών συμμαχιών κατά των ιδιωτικοποιήσεων και παραχωρήσεων με ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα συνδεδεμένα με τον δημόσιο έλεγχο των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. Σημειώνουμε όμως ότι για τον ΟΛΠ εκκρεμούν πέντε πορίσματα του γενικού επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για προβληματικές συμβάσεις.  Ναι μεν ο συσχετισμός δεν τεκμηριώνει την αιτιολόγηση, αλλά είναι ενδιαφέρον στοιχείο ότι στις ηγετικές τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπούνται μικρού μεγέθους εργολάβοι δημοσίων έργων και έργων που ανατίθενται από επιχειρήσεις οι οποίες ελέγχονται από το Δημόσιο. Στην ΕΥΔΑΠ, προεκλογικά αναδείχθηκε το θέμα του στενού συνεργάτη του πρωθυπουργού, Αλέκου Φλαμπουράρη, ως εργολάβου της ΕΥΔΑΠ που είχε επιχειρηματική σχέση με συγκεκριμένο στέλεχος της εταιρείας. Μιλάμε δηλαδή για την περίπτωση μιας μικρής τεχνικής επιχείρησης που κατ’ εξοχήν βασίζεται σε τοπικές προνομιακές σχέσεις και θα απειλούνταν από μια αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος στην ΕΥΔΑΠ, την εξαγορά π.χ. από έναν αλλοδαπό επενδυτή, που θα εξορθολόγιζε τις διαδικασίες προμηθειών και αναθέσεών της. Γνωρίζουμε ότι  στον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε ο ΣΥΡΙΖΑ στις κινητοποιήσεις κατά των δύο μεγαλύτερων εταιρειών ύδρευσης της χώρας, της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, συμμετείχαν φίλα προσκείμενοι ακτιβιστές και συνδικαλιστές.  Είναι άξιο διερεύνησης κατά πόσο σε αυτόν τον αγώνα συνέβαλαν, όχι κατά ανάγκη με πόρους, αλλά με την ενέργεια και την αποφασιστικότητά τους, εργολάβοι και μηχανικοί, μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, που είχαν προνομιακές σχέσεις με αυτές τις δύο εταιρείες και χαρακτηριστικά παρόμοια με την περίπτωση Φλαμπουράρη. Προς αποφυγή κάθε παρεξηγήσεως, πεποίθηση του γράφοντος είναι ότι επιχειρηματίες και επαγγελματίες, όπως πολιτικοί μηχανικοί,  προσκείμενοι σε όλα τα κόμματα, και σίγουρα στη ΝΔ και στο ΠΑΣΟΚ, έχουν αθέμιτα προνομιακές σχέσεις με υπό δημόσιο έλεγχο επιχειρήσεις και είναι εχθρικά διακείμενοι στην αλλαγή διακυβέρνησης αυτών των επιχειρήσεων.   

Θα εστιάσουμε σε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, οικείο στον γράφοντα, για μια εμβληματική παραχώρηση, αυτή του ΟΛΘ στην Θεσσαλονίκη, για να αναδείξουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια τα γενικά χαρακτηριστικά της εμπειρικής ανάλυσης. Η αντίσταση στην παραχώρηση λιμενικών δραστηριοτήτων του ΟΛΘ και του ΟΛΠ σε αλλοδαπές επιχειρήσεις υπήρξε εντυπωσιακά διακομματική, με πρώτο το ΠΑΣΟΚ –πριν αλλά και μετά την κρίση– αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και την τοπική Νέα Δημοκρατία. Ο ΟΛΘ δεν παραχωρήθηκε το 2006 στον παγκόσμιο κολοσσό HutchinsonWhampoa, επιχειρησιακά μάλλον ανώτερο της κρατικής COSCO που ανέλαβε ανάλογες λιμενικές δραστηριότητες στον Πειραιά, λόγω τοπικών αντιδράσεων στη Θεσσαλονίκη – ιδίως των αντιδράσεων του ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου.  Το θέμα της παραχώρησης του λιμανιού ξαναμπήκε στο τραπέζι με την έλευση της τρόικας  και των μνημονίων. Η παραχώρηση όμως καθυστέρησε λόγω των αντιδράσεων του ΠΑΣΟΚ ως κυβερνητικού εταίρου, αυτή τη φορά με τον στενό συνεργάτη του Βαγγέλη Βενιζέλου, Στέλιο Αγγελούδη,  να κρατάει το τιμόνι του ΟΛΘ. 

Ακόμη και η νέα δημοτική αρχή του Δήμου Θεσσαλονίκης, η Πρωτοβουλία για τη Θεσσαλονίκη, προέβαλε ένα διφορούμενο μήνυμα όσον αφορά την παραχώρηση, αν και ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης προέρχεται από τον επιχειρηματικό χώρο και, επανειλημμένως, έχει χαρακτηρίσει την Ελλάδα «τελευταία σοβιετική χώρα της υφηλίου». Αυτή η αμφισημία όμως έχει την εξήγησή της, αν κοιτάξει κανείς τη σύνθεση της δημοτικής ομάδας και τη γενικότερη προέλευση της δημοτικής παράταξης της Πρωτοβουλίας.  Κατά τα 2/3 πρόκειται για στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, πολλά από τα οποία προέρχονται από τον συνδικαλιστικό χώρο, όπως η Φανή  Γουργούρη από τη ΔΗΜΑΡ, με συνδικαλιστική δράση στον ΟΛΘ, επικεφαλής των δημοσίων σχέσεων του οργανισμού και υποψήφια βουλευτίνα του κόμματος. Αλλά ακόμη και ο τότε υποψήφιος της Νέας Δημοκρατίας για την Περιφέρεια της  Κεντρικής Μακεδονίας, Απόστολος Τζιτζικώστας, μολονότι το 2006 η Νέα Δημοκρατία αποπειράθηκε να παραχωρήσει τον ΟΛΘ στην Hutchinson, όπως προαναφέρθηκε, στην προεκλογική του εκστρατεία, την άνοιξη του 2014, νομιμοποίησε το υφιστάμενο καθεστώς διαχείρισης, στρεφόμενος κατά της παραχώρησης, σε συνάντησή του με τους εργαζόμενους του ΟΛΘ και με τον Στέλιο Αγγελούδη. Όπως και με την ΕΥΑΘ, οι δηλώσεις υποστήριξης κατά της  αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος κορυφώθηκαν κατά την εκλογική διαδικασία των τοπικών και περιφερειακών εκλογών του 2014, την περίοδο δηλαδή που όλοι, υποψήφιοι και παρατάξεις, προσπαθούσαν να μεγιστοποιήσουν την υποστήριξή τους. 

Ποια είναι λοιπόν τα  γενικά χαρακτηριστικά που συναντώνται στο σύνολο της επικράτειας και στο σύνολο σχεδόν των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων που είναι προς παραχώρηση ή ιδιωτικοποίηση, όπως ο ΟΛΘ; Διαπιστώνουμε σύμπραξη σε τοπικό και εθνικό επίπεδο μεταξύ συνδικαλιστικών φορέων, δημοτικών αρχών και εθνικών κομμάτων για τη διατήρηση του ελέγχου περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου. Συγκεκριμένα, στους δήμους και στις περιφέρειες της χώρας, οι πολιτικές ηγεμονίες χτίζονταν, εν μέρει τουλάχιστον, στη βάση αυτού του τρόπου διαχείρισης δημόσιων περιουσιακών στοιχείων όσο και της πολιτικής στήριξης αυτής της διαχείρισης.

Δημοτικοί σύμβουλοι, δήμαρχοι και περιφερειάρχες εξασφάλιζαν την εκλογή τους, είτε λόγω της συνδικαλιστικής τους ιδιότητας είτε προσεταιριζόμενοι τη συνδικαλιστική υποστήριξη, παρέχοντας έτσι τοπική νομιμοποίηση και κάλυψη σε πρακτικές πρόσληψης υπεράριθμου όσο και μη κατάλληλου προσωπικού, σε μη ανταγωνιστικές απολαβές αυτού του προσωπικού καθώς και στην απασχόλησή του σε  ανορθολογικές οργανωτικές δομές σε επιχειρήσεις υπό τον έλεγχο του Δημοσίου. Δήμοι εξαργύρωναν το πολιτικό τους βάρος χρησιμοποιώντας δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ως έμμεσους χρηματοδότες τους, μέσω του μηχανισμού των μη εξυπηρετούμενων οφειλών. Τοπικοί επιχειρηματίες με προνομιακές σχέσεις ως προμηθευτές και ανάδοχοι έργων αυτών των επιχειρήσεων επίσης πριμοδοτούσαν και υποστήριζαν, μέσω και των συλλογικών τους οργάνων, τον δημόσιο έλεγχο. Καταπατητές, όσο και το τοπικό κατασκευαστικό και μελετητικό κύκλωμα, ανάλογα, προσέφεραν την πολιτική τους υποστήριξη σε τοπικούς πολιτικούς εκπροσώπους που επέτρεπαν την οικειοποίηση της δημόσιας περιουσίας και αντιστέκονταν στην έλευση ανταγωνιστικών, κυρίως αλλοδαπών, συμφερόντων, όπως στον τουριστικό κλάδο, με τις ολοκληρωμένες τουριστικές επενδύσεις. Πολιτικοί, συνδικαλιστές και επιχειρηματίες καρπούνταν τοπικές ωφέλειες, από αυτό τον τρόπο κομματικής διαχείρισης, και ταυτόχρονα συνέβαλλαν, ως αντίτιμο αυτών των ωφελειών, στην συγκρότηση  εθνικών ηγεμονιών.

Οι σχέσεις ήταν τόσο πυραμιδικές όσο και παλινδρομικές. Πυραμιδικές διότι οι πολιτικές σταδιοδρομίες που υποστήριζε η κομματικοποιημένη διαχείριση των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, άρχιζαν με την τοπική αυτοδιοίκηση, οι πιο επιτυχείς όμως κατέληγαν στην Βουλή, ακόμη και στο υπουργικό συμβούλιο.  Παλινδρομικές διότι το τοπικό χέρι ένιβε το εθνικό, και το εθνικό το τοπικό. Ας πούμε, στην περίπτωση του Γιάννη Παντή, σημερινού επικεφαλής του ΟΛΘ και πρώην αντιπρύτανη του ΑΠΘ, βλέπουμε ένα στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ με ενεργό ρόλο στην προσπάθεια ανατροπής από τον ΣΥΡΙΖΑ μιας εθνικής μεταρρύθμισης, της μεταρρύθμισης Διαμαντοπούλου για την παιδεία,  να ανταμείβεται, από το κυβερνών σήμερα κόμμα του, με μια θέση άσχετη με το αντικείμενό του, η οποία όμως έχει τοπική και περιφερειακή σημασία. Ενώ οι τοπικές κινητοποιήσεις κατά μιας ιδιωτικοποίησης ή παραχώρησης δημιουργούσαν κομματικές ταυτίσεις που ρίχνονταν, σε μετέπειτα χρόνο, σε εθνικές προεκλογικές μάχες. Κλασική περίπτωση, η προ του Τρίτου Μνημονίου Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, που αποτελούνταν από πρωτοστάτες σε μάχες κατά των ιδιωτικοποιήσεων και παραχωρήσεων, όπως στην περίπτωση της ΕΥΑΘ και των μεταλλείων χρυσού στις Σκουριές.

Στο σύνολο της επικράτειας, ιστορικά, η κοινή συνισταμένη υπήρξε η έλλειψη διαφάνειας, όσο και η παρεπόμενη χαμηλή απόδοση δημόσιων περιουσιακών στοιχείων ή/και η απομείωση της αξίας τους. Αυτό το φαινόμενο συμπεριλαμβάνει τις υπό δημόσιο έλεγχο επιχειρήσεις, τις παραχωρήσεις δημόσιων περιουσιακών στοιχείων σε ιδιώτες, από τηλεοπτικές συχνότητες μέχρι μέρος  της ακτογραμμής ή ορυχεία, έναντι υπερβολικά μικρών μισθίων, μέχρι την ανοχή καταπατήσεων δημόσιων εκτάσεων, για λόγους οικιστικής ανάπτυξης, σχέσεις στις οποίες πολύ συχνά συμπράττουν οι τοπικές ηγεσίες με τις εκλογικές τους πελατείες. Αντιστρόφως, εξέλιπε η πολιτική πίεση για την αναβάθμιση της επίδοσης αυτών των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων ή/και για την αλλαγή ιδιοκτησίας και διακυβέρνησής τους, την περίοδο των μνημονίων, που θα οδηγούσε σε αυτή την αναβάθμιση. Είναι ενδεικτικό ότι η τουριστική Περιφέρεια Ιόνιων Νήσων, που έχει πρωτοστατήσει κατά της παραχώρησης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων, συμπεριλαμβάνει ένα από τα τέσσερα ελληνικά αεροδρόμια που έχουν χαρακτηρισθεί από τα χειρότερα παγκοσμίως. Η ερμηνεία που αποδίδουμε σε αυτή τη διαπίστωση είναι διττή.  Πρώτον, όπως μας διδάσκει ο σημαντικός πολιτικός επιστήμονας MancurOlson, στην πολιτική διαδικασία υπερεκπροσωπούνται τα συγκεκριμένα συμφέροντα που θίγονται άμεσα από μια αλλαγή, ακόμα και αν αυτά εκπροσωπούν μειοψηφίες, και υποεκπροσωπείται το γενικό συμφέρον που ωφελεί έμμεσα την πλειοψηφία. Δεύτερον, μέρος αυτής της έμμεσα επωφελούμενης πλειοψηφίας, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο έχει γαλουχηθεί κατά των αλλαγών στην διακυβέρνηση δημόσιων  περιουσιακών στοιχείων από τις θιγόμενες, από αυτές τις αλλαγές, μειοψηφίες.   

Σε κάθε περίπτωση οι συγκεκριμένες συνέπειες, αυτού του τύπου διαχείρισης δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, και των πολιτικοοικονομικών αιτιών της, υπήρξαν οι εξής: 

 

Α. Ασυνέχεια διοίκησης στο δημόσιο περιουσιακό στοιχείο, μια που έχουμε αλλαγές διοικήσεων  κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση ή ακόμη και ο εποπτεύων υπουργός

Β. Απώθηση των εισροών κεφαλαίων και τεχνογνωσίας που μπορούν  να αναδείξουν την αξία του δημόσιου περιουσιακού στοιχείου, αφού αυτές οι εισροές δεν είναι συμβατές με το καθεστώς κομματικοποιημένης διακυβέρνησης που περιγράψαμε.  

Γ. Κίνητρο σε σημαντικούς τοπικούς παίκτες –αυτοδιοικητικούς, συνδικαλιστικούς και επιχειρηματικούς–, αντί να επενδύσουν συνεργατικά στη μακροχρόνια επιτυχία και ανάδειξη της αξίας του σχετικού δημόσιου περιουσιακού στοιχείου, να επενδύσουν  στον εκλογικό κύκλο που αποδίδει προσόδους σε εκείνους οι οποίοι έχουν, λόγω κομματικής προτίμησης και ενεργοποίησης, προνομιακή πρόσβαση σε αυτό το περιουσιακό στοιχείο. 

Δ. Χαμηλές επενδύσεις στο δημόσιο περιουσιακό στοιχείο, οι οποίες μάλιστα καθυστερούν υπέρμετρα στην υλοποίησή τους. Στο Αεροδρόμιο Μακεδονίας, π.χ., επέκταση που δημοπρατήθηκε  το 2005 σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη λόγω χρονοβόρων ελεγκτικών διαδικασιών και εκλογών, ενώ η προβλήτα 6 του ΟΛΘ δεν έχει κατασκευαστεί είκοσι χρόνια από τη διαπίστωση της αναγκαιότητάς της. Στους λιμένες της χώρας έχει διαπιστωθεί ότι, παρ’ όλη τη δημοτικότητα της χώρας ως προορισμός –πλέον, τρίτος δημοφιλέστερος στη Μεσόγειο–, οι επενδύσεις που θα επέτρεπαν τους ελληνικούς λιμένες να ασκήσουν homeportδραστηριότητες υπολείπονται σημαντικά, σε σημείο που η χώρα να είναι όγδοη στην κατάταξη των homeportεπενδύσεων.  Οι καθυστερήσεις αυτές δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις ανεπάρκειες του διοικητικού και του θεσμικού περιβάλλοντος που ορίζει τη λειτουργία των υπό δημόσιο έλεγχο περιουσιακών στοιχείων. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι το τοπικό-εθνικό πλέγμα που ορίζει την τύχη και το μέλλον  αυτών των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων δεν έχει επαρκές κίνητρο να υπερκεράσει τις θεσμικές και διοικητικές αγκυλώσεις. Ταυτόχρονα, υψηλές, πολιτικά κινούμενες δαπάνες μισθοδοσίας είχαν και έχουν σχέση μηδενικού αθροίσματος με τις δυνητικές υψηλές επενδύσεις σε εξοπλισμό και υποδομές που απαιτούν τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία.

 

Σε συνδυασμό και σε αλληλεπίδραση  των συνεπειών των προεκτεθεισών συνεπειών, ο στρατηγικός σχεδιασμός και η υλοποίηση στρατηγικών, σε επίπεδο περιφερειών  και πόλεων, στο σύνολο της επικράτειας, δεν χαρακτηρίζεται από κάτι που είναι κοινό κτήμα στις πιστώτριες χώρες μας: τη συνεργασία και το συντονισμό στρατηγικών επενδυτών με μακροχρόνιους επιχειρησιακούς ορίζοντες και δημόσιων φορέων και λειτουργών, με ανάλογα μακροχρόνιους ορίζοντες, που να μπορούν από κοινού να χαράξουν το τοπικό οικονομικό μέλλον. Αυτό το συνεργατικό εγχείρημα συμπεριλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα μακροχρόνιων πολιτικών, οι οποίες ξεπερνούν πολλαπλούς εκλογικούς κύκλους  και καλύπτουν θέματα όπως ο σχηματισμός του ανθρώπινου κεφαλαίου μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, η σύνδεση της έρευνας με την παραγωγική διαδικασία, οι χωροταξικές επεμβάσεις  που είναι συμβατές με τις επιδιώξεις των στρατηγικών επενδυτών, η διεθνή προώθηση ενός τόπου στην τουριστική αγορά κ.λπ. Έτσι, στην Ελλάδα, η επιχειρησιακή και στρατηγική υστέρηση,  που χαρακτηρίζει τα υπό δημόσιο έλεγχο  περιουσιακά στοιχεία, προκαλεί ανάλογη υστέρηση στην προσφορά, σε τοπικό επίπεδο, των δημόσιων πολιτικών και παρεμβάσεων που θα απαιτούσε μια πιο φιλόδοξη και αποτελεσματική διαχείριση αυτών των περιουσιακών στοιχείων. 

Για τις τοπικές οικονομίες, όσο και για το εθνικό οικονομικό σύνολο που αποτελείται από αυτές,  το αρνητικό αποτέλεσμα της απουσίας τέτοιων μακροχρόνιων συνεργατικών δράσεων έχει διττή διάσταση. Συμβάλλει στη χαμηλή επίδοση των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων ενώ δεν δημιουργεί συνήθειες, δεξιότητες και συμμαχίες, τεχνοκρατικές και πολιτικές, που θα ήταν ευεργετικά εφαρμόσιμες, σε τοπικό επίπεδο, σε άλλα πεδία πολιτικής που δεν έχουν σχέση με την οικονομική απόδοση δημόσιων περιουσιακών στοιχείων. Μια δημοτική ή περιφερειακή διοίκηση, δηλαδή, που δεν έχει μάθει να σχεδιάζει, να υλοποιεί και να πείθει, σε συνεργασία με στρατηγικούς επενδυτές, για μεγάλες παρεμβάσεις με αμιγώς οικονομικό αντικείμενο, είναι και μια διοίκηση που έχει ατροφικές δυνατότητες να σχεδιάζει, να υλοποιεί και να πείθει για μεγάλες παρεμβάσεις με κυρίαρχα κοινωφελές περιεχόμενο, όπως αστικές  αναπλάσεις,  κοινωνική  οικιστική ανάπτυξη κλπ.

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΑΥΛΟ ΣΤΟΝ ΕΝΑΡΕΤΟ ΚΥΚΛΟ

Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, αυτό το καθεστώς διακυβέρνησης απειλείται διότι οι πιστωτές μας γνωρίζουν ότι δεν θα μπορέσουμε να εξυπηρετήσουμε τις υποχρεώσεις μας, και αυτοί, με τη σειρά τους, δεν θα είναι σε θέση  να ελαχιστοποιήσουν το κόστος ενός νέου ή περισσότερων κουρεμάτων του ελληνικού δημόσιου χρέους αν, μεταξύ άλλων, δεν μεγιστοποιήσουμε τις αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου. Γι’ αυτό και μας υποχρεώνουν να δημιουργήσουμε το Ταμείο Διαχείρισης Δημοσίων Πόρων, βάσει του οποίου όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, και η εκμετάλλευσή τους, θα μπουν πάνω στο τραπέζι, εμφανή σε όλους: στους ίδιους τους πιστωτές, στη δημόσια διοίκηση που τα διαχειρίζεται, στους δυνητικούς επενδυτές που μπορούν να τα αξιοποιήσουν και, βέβαια, στον πολίτη αυτής της χώρας, με τη διττή ιδιότητα: του πολίτη στο σύνολο της επικράτειας και του πολίτη του δήμου και της περιφέρειας στην οποία χωρικά βρίσκεται καθένα από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Συγκεκριμένα, η πρόβλεψη του τρίτου μνημονίου λέει τα εξής για το ταμείο:

 

Θα διαχειριστεί αξιόλογα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία , θα προστατεύσει, δημιουργήσει και τελικά μεγιστοποιήσει την αξία τους την οποία και θα ενχρηματίσει μέσω ιδιωτικοποιήσεων και άλλων τρόπων, με βάση τις αρχές και τα στάνταρ του ΟΟΣΑ για τη διοίκηση των υπό δημόσιο έλεγχο επιχειρήσεων και των καλύτερων διεθνών πρακτικών σχετικά με τη διακυβέρνηση, την εποπτεία, την διαφάνεια των λογιστικών προτύπων, τη συμμόρφωση […] θα αποφύγει συνθήκες υπό τις οποίες τα περιουσιακά αυτά στοιχεία θα υποπέσουν κάτω από την εύλογη αξία τους και θα εξασφαλίσει την επαγγελματική διαχείριση τους.

 

Οι δήμοι και περιφέρειες της χώρας έχουν ταύτιση συμφερόντων με τους πιστωτές μας, μια που η διαφανής εκχώρηση δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, με κίνητρο τη μεγιστοποίηση του ενχρηματισμού τους, τη μεγιστοποίηση της αξίας τους, σημαίνει μεγιστοποίηση της συμβολής αυτών των περιουσιακών στοιχείων στις τοπικές και περιφερειακές οικονομίες. Ειδικότερα, οι δήμοι και οι περιφέρειες έχουν στρατηγικό συμφέρον να ενεργοποιήσουν τη διαφάνεια που απαιτούν οι πιστωτές μας, ούτως ώστε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία να παραχωρηθούν στους πλέον ποιοτικούς και φιλόδοξους στρατηγικούς επενδυτές, καθώς και να τα διαχειρισθούν σύμφωνα με τις συμβατικές υποχρεώσεις που θα συγκεκριμενοποιούν τη σχετική στόχευση και τα μέσα αξιοποίησης αυτών των περιουσιακών στοιχείων.

Ένας τέτοιος προσανατολισμός των δήμων και περιφερειών της χώρας θα συντελέσει  στην αλλαγή διακυβέρνησης αυτών των περιουσιακών στοιχείων που θα έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

 

  1. Μετάβαση του ελέγχου αυτών των περιουσιακών στοιχείων από τοπικούς  παίκτες, συνδεδεμένους με το τοπικό και εθνικό πολιτικό σύστημα, σε διεθνείς παίκτες συνδεδεμένους με το διεθνές οικονομικό γίγνεσθαι.  
  2. Μεγέθυνση και διεθνοποίηση της επιχειρηματικής δράσης που συνοδεύει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. 
  3. Σταθερότητα διοίκησης, σε βάθος χρόνου, αυτής της επιχειρηματικής δράσης.

Οι τοπικές και περιφερειακές κοινωνίες και πολιτικές αρχές, στο βαθμό που θα υποστηρίξουν την αλλαγή διακυβέρνησης των κατά τόπους  δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, θα επαναπροσδιορίσουν την στρατηγική στους παρακάτω τρείς άξονες:

Πρώτον, να εξασφαλίσουν ότι η κεντρική κυβέρνηση θα ολοκληρώσει τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης ή της παραχώρησης του περιουσιακού στοιχείου του Δημοσίου της περιοχής τους το ταχύτερο δυνατόν, διότι εφ’ όσον η πρότερη κατάσταση δεν είναι πλέον υποστηρίξιμη το τοπικό οικονομικό όφελος θα προκύψει όταν υπάρξει η μετάβαση στο νέο καθεστώς και μόνο. Παραδείγματος χάριν, την πόλη της Θεσσαλονίκης  τη συμφέρει να δοθεί ο ΟΛΘ στον πλέον αξιόπιστο και φιλόδοξο παραχωρησιούχο το συντομότερο δυνατόν. Ούτε μια μέρα χαμένη για τη Θεσσαλονίκη ως διαμετακομιστικό κέντρο σε όφελος των ανταγωνιστών της, είτε αυτός ο ανταγωνιστής είναι η COSCO στον Πειραιά είτε είναι οποιοσδήποτε άλλος παραχωρησιούχος στη Σμύρνη, στη Βάρνα, στο Δυρράχιο και σε άλλα ανταγωνιστικά λιμάνια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Δεύτερον, να εξασφαλίσουν, με την κατάλληλη τεχνοκρατική υποστήριξη ότι ο παραχωρησιούχος θα σεβαστεί τις δεσμεύσεις που θα αναλάβει εν τέλει όχι μόνο προς το κεντρικό κράτος αλλά απέναντι στο μέλλον της συγκεκριμένης  περιοχής στην οποία βρίσκεται το δημόσιο περιουσιακό στοιχείο.  Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι και οι δήμοι αλλά και οι περιφέρειες πρέπει να είναι σε θέση, ανεμπόδιστα από το Ελεγκτικό Συνέδριο, να προσλαμβάνουν και να αμείβουν ειδικούς τεχνικούς συμβούλους όταν αυτό είναι αναγκαίο, για να διαμορφώσουν τη δική τους άποψη για τα χαρακτηριστικά μιας σημαντικής παραχώρησης ή ιδιωτικοποίησης. Πρέπει να έχουν, δηλαδή, ισότητα στην τεχνική γνώση με την κεντρική διοίκηση, ακριβώς για να μπορούν να αξιολογούν αυτές τις επιλογές της κεντρικής διοίκησης που είναι καθοριστικές για το μέλλον των πολιτών και των κατοίκων που πολιτικά εκπροσωπούν.

Τρίτον, να υποστηρίξουν και να βοηθήσουν στην υλοποίηση όλων των συμπληρωματικών ενεργειών –νομοθετικών, πολεοδομικών, συμπληρωματικών παραχωρήσεων όπως στο σιδηροδρομικό και οδικό δίκτυο, υποστηρικτικής  εξειδίκευσης του τοπικού συστήματος επαγγελματικής κατάρτισης και της τοπικής τριτοβάθμιας παιδείας–, που  εξυπηρετούν τις στρατηγικές επιδιώξεις του παραχωρησιούχου ή αγοραστή του δημόσιου περιουσιακού στοιχείου. 

Αυτή η προσέγγιση είναι εξ ίσου εφαρμόσιμη στον Πειραιά με την παραχώρηση του ΟΛΠ, στη μεγάλη επένδυση στο Ελληνικό, στις άλλες πόλεις και περιφέρειες όπου θα παραχωρηθούν λιμένες και αερολιμένες, όπως στο Βόλο, στην Καβάλα, στα Χανιά, στις περιοχές όπου, πάλι μέσω παραχωρήσεων, θα έχουμε  τις λεγόμενες ΠΟΤΑ (Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης), για τις οποίες υπήρξε πρότυπο η επένδυση του CostaNavarino,  στις γειτνιάζουσες περιοχές όπου θα έχουμε τους διαγωνισμούς για την έρευνα και την εκμετάλλευση κοιτασμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου. 

Με άλλα λόγια, το τοπικό και περιφερειακό στοιχείο δεν θα ποντάρει στην αλλαγή ελέγχου σημαντικών περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου που προκαλεί ο εκλογικός κύκλος. Αντίθετα, θα ποντάρει στη, σε βάθος χρόνου, συνεργασία με τους στρατηγικούς επενδυτές που θα είναι οι νέοι, μακροχρόνιοι διαχειριστές ή ιδιοκτήτες αυτών των περιουσιακών στοιχείων σε όφελος της τοπικής αναπτυξιακής διαδικασίας και σε διαφανή όσο και τεκμηριωμένο συγκερασμό ή συμβιβασμό με άλλα δημόσια αγαθά, την προστασία  του περιβάλλοντος, τη διαφύλαξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς κ.ο.κ.

Δεν θα προσβλέπουμε δηλαδή, για να πάρουμε το νήμα εκεί που το αφήσαμε με το παράδειγμα του ΟΛΘ, στις επόμενες εκλογές για να επιδιώξουμε μια θέση στο ΔΣ του ΟΛΘ, να προωθήσουμε την σταδιοδρομία ενός επίλεκτου κομματικού μας στελέχους, να προωθήσουμε ρουσφετολογικές προσλήψεις, να καταστούμε προνομιακός προμηθευτής, να ικανοποιήσουμε τις υποσχέσεις που δώσαμε προ των εκλογών στους εργαζόμενους του οργανισμού αυτού και να εδραιώσουμε έτσι την πελατειακή μας σχέση μαζί τους. Αντίθετα, προσβλέπουμε σε έναν ΟΛΘ  που έχει σταθερή και ικανή διοίκηση, διαμορφώνουμε βασικές επιλογές μαζί του, που υλοποιούνται σε βάθος χρόνου ενισχύοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα  του λιμανιού και επιπλέον εξασφαλίζουμε ότι τα Επαγγελματικά Λύκεια και τα ΑΕΙ της Θεσσαλονίκης παρέχουν κρίσιμες ειδικότητες και μεταπτυχιακά προγράμματα για την εξέλιξη της πόλης ως κέντρο διαμετακόμισης. 

Για να δώσουμε  ένα άλλο παράδειγμα, η Fraport, που είναι και η προτιμητέα εταιρεία από το ελληνικό κράτος για να αναλάβει την διαχείριση των 14 περιφερειακών αερολιμένων της χώρας, δεσμεύεται να υποβάλει εικοσαετές masterplanπου θα επικαιροποιείται ανά πενταετία. Αυτό συνεπάγεται ότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές όπου βρίσκονται αυτοί οι 14 αερολιμένες θα μπορούν να σχεδιάζουν τις δικές τους στρατηγικές στη διαμετακόμιση και στον τουρισμό, με σημείο αναφοράς τη στόχευση που θα έχει αυτός ο μακροχρόνιος σχεδιασμός της Fraport. Ανάλογα, η Fraport, για να πετύχει τους στόχους αυτού του σχεδιασμού, θα απαιτήσει υποστηρικτικές πολιτικές και παρεμβάσεις από τις κατά τόπους αρχές που θα υλοποιούνται σε έναν συμβατό με το σχεδιασμό της χρονικό ορίζοντα. Αυτός ο δρόμος είναι βέβαια διπλής κατεύθυνσης, με την έννοια ότι η στρατηγική Fraportστο αεροδρόμιο Μακεδονίας, π.χ., μπορεί και πρέπει να επηρεαστεί από την τουριστική πολιτική του μητροπολιτικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης  και της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.   

Ανάλογα καταλυτικός για την προώθηση του τουρισμού, και γενικότερα τη διεθνοποίηση των υπηρεσιών του μητροπολιτικού συγκροτήματος Αθήνας - Πειραιά, μπορεί να αποδειχθεί η επένδυση στο Ελληνικό και τον Αστέρα, όπως καταλυτικές θα είναι για τη διεθνοποίηση του τουριστικού προϊόντος οι μεγάλες επενδύσεις στον τουρισμό αλλού στην επικράτεια. Το επιχειρηματικό μέγεθος, με τις οικονομίες κλίμακας που το διακρίνει, είναι σε θέση να υποστηρίξει τις επιτελικές λειτουργίες, σχετικές με την τουριστική προώθηση διεθνώς μιας περιοχής, όσο και να εξειδικεύσει και να υποστηρίξει, μέσα από μακροχρόνιες σχέσεις, τη συμπληρωματική επιτελική υποστήριξη που κρίνει αναγκαία από τις δημοτικές και περιφερειακές αρχές.

Αυτός ο τρόπος δράσης δεν είναι ο «νεοφιλελευθερισμός», αλλά ο συνεργατικός καπιταλισμός  που χαρακτηρίζει τους πιστωτές μας, χώρες όπως η Ολλανδία και η Γερμανία, και πόλεις όπως το Ρόττερνταμ και το Αμβούργο. Αυτός ο συνεργατικός καπιταλισμός αποτελεί επίτευγμα τόσο σοσιαλδημοκρατικών όσο και κεντροδεξιών κυβερνήσεων, εθνικών και τοπικών, της Ευρώπης, στην οποία ανήκουμε.   

Πώς όμως θα υπερκερασθεί ο σημερινός συνασπισμός τοπικών συμφερόντων που αναφέραμε κατά τέτοιων παραχωρήσεων και ιδιωτικοποιήσεων; Αυτή η απάντηση απαιτεί ένα άλλο άρθρο. Μπορούμε όμως να αναφέρουμε ότι η δημοσιονομικά ουδέτερη μεταφορά του ΕΝΦΙΑ και μέρους των εταιρικών φόρων, στους δήμους και στις περιφέρειες αντίστοιχα,  θα παράσχει τόσο άμεσο όσο και ισχυρό κίνητρο σε όλους τους δήμους και τις περιφέρειες  να υποστηρίξουν αυτή τη διαδικασία, μια που, και άμεσα και έμμεσα, θα διευρυνθούν οι διαθέσιμοι πόροι τους.

 

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

Καταλήγοντας, χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι σχεδόν όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου έχουν χωρική διάσταση και η φύση της διακυβέρνησής τους έχει  χωρικές επιπτώσεις.  Υπό την πίεση των εξελίξεων, η διακυβέρνηση αυτών των περιουσιακών στοιχείων, ο έλεγχος, η εκμετάλλευσή τους αλλάζουν ριζικά, με κύριο χαρακτηριστικό αλλά και ζητούμενο τη διαφάνεια, το «όλα πάνω στο τραπέζι, τίποτα κάτω απ’ αυτό». Από την ποιότητα αυτής της μετάβασης στο νέο καθεστώς διακυβέρνησης θα εξαρτηθεί το μέγεθος των υπεραξιών που θα προκύψουν σωρευτικά σε εθνικό επίπεδο και καθοριστικά σε τοπικό, όσον αφορά την επιτυχή εξέλιξη των τοπικών παραγωγικών μοντέλων. Η ποιότητα αυτής της μετάβασης δεν αφορά μόνο τις εθνικές πολιτικές δυνάμεις,αφορά και τα τοπικά πλέγματα εξουσίας  –ψηφοφόρους, δημόσιους λειτουργούς, συνδικαλιστές και επιχειρηματίες, εκπροσώπους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και στη Βουλή των Ελλήνων που λειτουργούν με τοπικό κίνητρο– παντού στην επικράτεια. 

Τέλος η πρόκληση όλων σχεδόν των σημαντικών δήμων και των περιφερειών της χώρας  συνίσταται στο να συμβάλουν  στη συγκροτημένη, διαφανή και αποτελεσματική σχέση με τους νέους εταιρικούς επενδυτές και εταιρικούς πολίτες, οι οποίοι θα αναλάβουν την επόμενη δεκαετία την διαχείριση σημαντικών περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου. Εφ’ όσον έχει τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε, η σχέση αυτή θα επιβοηθήσει αλλά και θα ελέγξει τη δράση των νέων παικτών, σε όφελος των τοπικών οικονομιών και κοινωνιών και, σωρευτικά, σε όφελος της εθνικής οικονομίας και του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας.

 


[1] Όλα τα στοιχεία που παρατίθενται σε αυτό το κείμενο έχουν αναφερθεί στον ημερήσιο Τύπο. 

Αντώνης Καμάρας

Πολιτικός επιστήμονας. Διετέλεσε σύμβουλος του δημάρχου Θεσσαλονίκης την περίοδο 2011-2014 και του υπουργού Οικονομικών Γκίκα Χαρδούβελη (Ιούνιος 2014 - Ιανουάριος 2015).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά