Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Μπορεί να ηττηθεί το Ισλαμικό Κράτος;

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 59
Γελοιογραφία του συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ, από την πρώτη σελίδα του γαλλικού σατιρικού περιοδικού CharlieHebdo, τον περασμένο Ιανουάριο, με αφορμή την έκδοση στα γαλλικά του βιβλίου του Υποταγή, που δομείται γύρω από μια δυστοπία: την κατίσχυση του Ισλάμ επί της δυτικής κοσμικής δημοκρατίας. Το πρωτοσέλιδο αυτό, κατά πολλούς, θεωρήθηκε ένα από τα κίνητρα της δολοφονικής επίθεσης των ισλαμιστών αδελφών Κουασί κατά των γραφείων του εντύπου, που είχε τραγικό αποτέλεσμα, τη δολοφονία 12 ανθρώπων. Γελοιογραφία του συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ, από την πρώτη σελίδα του γαλλικού σατιρικού περιοδικού CharlieHebdo, τον περασμένο Ιανουάριο, με αφορμή την έκδοση στα γαλλικά του βιβλίου του Υποταγή, που δομείται γύρω από μια δυστοπία: την κατίσχυση του Ισλάμ επί της δυτικής κοσμικής δημοκρατίας. Το πρωτοσέλιδο αυτό, κατά πολλούς, θεωρήθηκε ένα από τα κίνητρα της δολοφονικής επίθεσης των ισλαμιστών αδελφών Κουασί κατά των γραφείων του εντύπου, που είχε τραγικό αποτέλεσμα, τη δολοφονία 12 ανθρώπων. Charlie Hebdo

Ενίσχυση του ελέγχου των συνόρων, κλιμάκωση των βομβαρδισμών, διεξαγωγή χερσαίας επεμβάσεως μεγάλης κλίμακας είναι μερικές από τις λύσεις που έχουν προκριθεί ώστε να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος του Ισλαμικού Κράτους (ΙSIS), μπορούν όμως αυτές ή κάποιες άλλες επιλογές, κυρίως στρατιωτικού- κατασταλτικού τύπου, που προτείνονται, να αντιμετωπίσουν τη δράση της τρομοκρατικής οργάνωσης; Μπορούν να συντελέσουν στην ήττα αυτής της θανάσιμης απειλής για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι ούτε μονολεκτική ούτε και απλοποιημένη. Αν κάποιος προσεγγίσει το ζήτημα του ISIS και της φονταμενταλιστικής ισλαμικής τρομοκρατίας υπό το πρίσμα των θανατηφόρων συμπτωμάτων της, τότε μπορεί να απαντήσει ναι, ζητώντας παράλληλα περισσότερα μέτρα στρατιωτικού τύπου[1]. Αρκεί όμως η αντιμετώπιση στο πεδίο των μαχών του σουηδού ισλαμιστή που άφησε τη Στοκχόλμη για να πολεμήσει στη Μέση Ανατολή; Η πιο πρόσφατη πτυχή της απειλής της ισλαμικής τρομοκρατίας στην Ευρώπη, η οποία έχει έρθει με δυναμικό τρόπο στο προσκήνιο λόγω του ISIS, είναι η μεταφορά του τρόμου στις ευρωπαϊκές χώρες από πολίτες τους που εμπνέονται και ασπάζονται τη βίαιη φονταμενταλιστική ιδεολογία, η οποία είναι ριζικά αντίθετη στις δυτικές αξίες, στον δυτικό τρόπο ζωής, και οδηγεί στην τρομοκρατική δράση.

 

Η απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, όμως, δεν εμφανίστηκε πρώτη φορά στις μέρες μας μέσω του ISIS. Υπήρχε από τις αρχές του 1990, ως απειλή κυρίως για την εξωτερική ασφάλεια της Ένωσης, με το ενδιαφέρον να βρίσκεται στα υπερεθνικά τρομοκρατικά δίκτυα από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή (GSPC και LIFG)[2] και στους τζιχαντιστές μαχητές, που επέστρεφαν από τις ζώνες πολέμου του Αφγανιστάν και της Βοσνίας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε και εστιάστηκε στην Αλ Κάιντα, ιδιαίτερα μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Η ριζική όμως μετατόπιση στην τυπολογία της απειλής έγινε την περίοδο 2002-03 και ιδιαίτερα μετά την επέμβαση στο Ιράκ, όταν πέρασε σε εσωτερικό επίπεδο με αυτόνομους τρομοκρατικούς πυρήνες να αναπτύσσονται στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης, πυρήνες οι οποίοι δεν είχαν άμεσες συνδέσεις με τρομοκρατικά δίκτυα του εξωτερικού και εμπνέονταν από τον ένοπλό φονταμενταλιστικό Ισλαμισμό.[3] Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν οι βομβιστικές  επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Μαδρίτη και στο Λονδίνο, καθώς οι έρευνες έδειξαν πως οι πυρήνες που εκτέλεσαν αυτές τις επιθέσεις είχαν μόνο μερική διασύνδεση με την Αλ Κάιντα και άλλες οργανώσεις. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες συνειδητοποίησαν την ανάδυση της ριζοσπαστικοποίησης ανάμεσα στους πολίτες τους, καθώς μέχρι τότε θεωρούσαν πως η Ευρώπη ήταν απλώς «μέρος για στρατολόγηση, υποστήριξη και χρηματοδότηση και όχι για τη διεξαγωγή ένοπλων επιθέσεων», και ήρθαν αντιμέτωποι με την σοκαριστική ιδέα άνθρωποι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ευρώπη να είναι πρόθυμοι να πραγματοποιήσουν μαζικές επιθέσεις στις πατρίδες τους[4]. Το φαινόμενο της εσωτερικής τρομοκρατίας άλλαξε διάσταση με την επιστροφή από τις ζώνες πολέμου του Αφγανιστάν και του Ιράκ ευρωπαίων «αλλοδαπών μαχητών»[5].

Η αναζήτηση των αιτιών που οδηγούν τους χιλιάδες ευρωπαίους «αλλοδαπούς μαχητές» να εγκαταλείψουν  τη ζωή τους είναι το κλειδί για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του ISIS και της ιδεολογίας του. Το κρίσιμο είναι πως αρκετοί εξ αυτών δεν επιβεβαιώνουν την απλουστευτική ανάλυση για περιθωριοποιημένους απογόνους μεταναστών που δεν είχαν επιτυχώς ενσωματωθεί στις δυτικές κοινωνίες. Το αντίθετο, πρόκειται για παιδιά μεσοαστικών οικογενειών, με σπουδές, πλήρως ενσωματωμένα στο δυτικό πρότυπο ζωής. Οι αιτίες της ριζοσπαστικοποίησής τους, η οποία κλιμακώθηκε με τον πιο βίαιο τρόπο μέσω της μετατροπής τους σε μαχητές, δεν μπορούν να αναζητηθούν στον κοινωνικό και οικονομικό τους αποκλεισμό. Η στρατολόγησή τους δεν μπορεί να αναλυθεί στο πλαίσιο της αντικαπιταλιστικής ιδεολογίας, είναι προϊόν μιας βαθύτερης κοινωνικής και πολιτισμικής διαδικασίας, η οποία τους οδήγησε όχι απλώς στην εξωτερική αντιθετική εναντίωση στο δυτικό πολιτισμικό μοντέλο, αλλά στη συνολική απάρνησή του και στην αλλαγή τρόπου ζωής.

 

Η διαδικασία της ριζοσπαστικοποίησης

Υπάρχουν πολλοί λόγοι και διαφορετικοί δρόμοι που μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στην τρομοκρατία και στην ένοπλη δράση, ιδιαίτερα στην περίπτωση των νεαρών Ευρωπαίων Μουσουλμάνων, δεν πρέπει να μένουμε μόνο στην προφανή παράμετρο της θρησκείας, αλλά θα πρέπει να εστιάζουμε σε ένα σύνολο παραγόντων και αιτιών για να εξηγήσουμε το γιατί νεαροί ιδιώτες φτάνουν στο σημείο να εκδηλώσουν τρομοκρατικές επιθέσεις στις χώρες τους με αποτέλεσμα να σκοτώνουν τους συμπολίτες, αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό. Το κατάλληλο μεθοδολογικό και επιστημονικό πλαίσιο για την προσέγγιση του φαινομένου είναι η διαδικασία της ριζοσπαστικοποίησης η οποία συνήθως ξεκινά όταν ένας ιδιώτης αισθάνεται απογοητευμένος από τη ζωή του, από τη θέση του στην κοινωνία ή από την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της κυβέρνησής του. Στην εξέλιξη της διαδικασίας, ο ιδιώτης συναντά κι άλλους με τις ίδιες απόψεις και από κοινού, μέσα από αλυσίδα γεγονότων και μία σειρά φάσεων, μπορούν να οδηγηθούν στα τελευταία βίαια στάδια και στην τρομοκρατία. Πρέπει όμως να ξεκαθαριστεί πως δεν οδηγούνται όλοι στην τρομοκρατία και στον βίαιο εξτρεμισμό, οι περισσότεροι αντίθετα σταματούν λίγο πριν τα τελικά στάδια ή εγκαταλείπουν τη διαδικασία σε επιμέρους φάσεις της.

Για τη ριζοσπαστικοποίηση χρησιμοποιούνται διαφορετικοί, ακόμη και αντιθετικοί ορισμοί από τους ερευνητές και από τις αρχές επιβολής του νόμου[6]. Το F.B.I. την ορίζει ως «τη διαδικασία μέσω της οποίας οι ιδιώτες καταλήγουν να πιστέψουν  ότι η συμμετοχή τους στη χρήση μη νόμιμης βίας για την επίτευξη της κοινωνικής ή πολιτικής αλλαγής είναι απαραίτητη και δικαιολογημένη». Για τις γερμανικές διωκτικές αρχές, η ριζοσπαστικοποίηση είναι «η μεταστροφή ιδιωτών ή ομάδων σε εξτρεμιστικές ιδεολογίες και δράσεις και η ετοιμότητά τους για τη συμμετοχή και την εμπλοκή σε μη δημοκρατικές μεθόδους και στη χρήση βίας για την επίτευξη των στόχων τους».

Γενικότερα, ως ριζοσπαστικοποίηση ορίζεται η διαδικασία υιοθέτησης ενός εξτρεμιστικού αξιακού συστήματος και η πρόθεση για τη χρήση, την υποστήριξη ή τη διευκόλυνση της βίας και του φόβου, ως μεθόδων για την επίτευξη αλλαγών στην κοινωνία. Η αποδοχή της αναγκαιότητας  για τη βίαιη επιβολή των αντιλήψεών τους στην υπόλοιπη κοινωνία μέσω της χρήσης βίας ή η τιμωρία των «άλλων» για τις διαφορετικές πράξεις και για τα διαφορετικά πιστεύω τους είναι τα τελευταία στάδια της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης που οδηγούν και στην άσκηση βίας. Η διαδικασία μπορεί να λάβει χώρα στο πλαίσιο κάθε εξτρεμιστικής ομάδας, από την άκρα Aριστερά και την άκρα Δεξιά μέχρι τους φανατικούς οικο-τρομοκράτες, ενώ πρέπει να σημειωθεί πως δεν είναι απαραίτητο να οδηγήσει πάντα στην τρομοκρατία και στη χρήση βίας. Ως εξτρεμισμός δε ορίζονται οι υπέρμετρα ανένδοτες και ακραίες αντιλήψεις και τα μέτρα που οδηγούν πέρα από τις νόρμες και το νόμο. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι ομάδες που υιοθετούν αυτές τις απόψεις συνιστούν απειλή για τη δημόσια τάξη, όχι όμως πάντα για την εθνική ασφάλεια, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της τρομοκρατίας.

Οι ριζοσπαστικοποιημένοι πολίτες των χωρών της Δύσης έχουν λάβει υψηλού επιπέδου εκπαίδευση, έχουν δουλειές και οικογένειες και, σε αρκετές περιπτώσεις, εμφανίζονται ιδιαιτέρως ενεργοί στις τοπικές κοινωνίες τους. Αν και ορισμένα άτομα μπορεί να προέρχονται από κοινωνικά ή οικονομικά καταπιεσμένα μέρη της κοινωνίας, η πλειονότητα των ειδικών επιχειρηματολογεί υπέρ της «κανονικότητας» των ριζοσπαστικοποιημένων τρομοκρατών[7]. Τα άτομα που έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η έντονη θρησκευτική πίστη, σε αρκετές περιπτώσεις δε προσφάτως εκδηλωθείσα, το μίσος για τη Δύση και μια αίσθηση απομάκρυνσης και αποκοπής από τις κοινωνίες τους[8]. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι η συνολική αποδοχή μιας βίαιης ιδεολογίας και η επιρροή από τη ριζοσπαστική προπαγάνδα που διακινείται κυρίως μέσα από το διαδίκτυο.

Οι περισσότεροι μελετητές έχουν διακρίνει στη διαδικασία της ριζοσπαστικοποίησης τρία στάδια:

1. Το αίσθημα της αδικίας ή του παραπόνου (Grievance)

Η δυσαρέσκεια θεωρείται ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα για την ένταξη σε μία διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης. Γεγονότα που μπορούν να οδηγήσουν μουσουλμάνους σε δυτικές χώρες σε αυτή την κατάσταση είναι η αίσθηση για τη δίωξη των «αδερφών» τους σε όλο τον κόσμο, η αποσύνδεση από την κοινωνία, τα αισθήματα μη αποδοχής και διάκρισης- ιδιαίτερα για τους μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς- και μία γενικότερη αναζήτηση ταυτότητας.

Αυτή η δυσαρέσκεια μπορεί να εδράζεται στις άμεσες εμπειρίες των ίδιων των ιδιωτών ή άλλων μελών της κοινότητάς τους, ή μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ευρύτερης διαδικασίας μορφοποίησης ταυτότητας των νέων ανθρώπων. Ιδιαίτερα το αίσθημα απόρριψης από την κοινωνία σε εφηβικό επίπεδο μπορεί να προκαλέσει  βαθιά κρίση ταυτότητας και να οδηγήσει σε μια εναγώνια αναζήτηση του βαθύτερου νοήματος, πράγμα που συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό στη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης των ευρωπαίων μουσουλμάνων.

2. Ιδεολογία / Αφήγημα (Ideology/ Narrative)

Ο ιδεολογικός τομέας της ριζοσπαστικοποίησης εκμεταλλεύεται αυτό το αφηρημένο αίσθημα της δυσαρέσκειας και το καθοδηγεί σε μια συγκεκριμένη ιδεολογική κατεύθυνση. Η ιδέα της υπεράσπισης του «Εμείς», της Ummah (Κοινότητας των πιστών), έναντι των «Άλλων», των απίστων, ως αμυντικός πόλεμος ενάντια στην επίθεση που δέχεται το Ισλάμ είναι ένα ισχυρό αφηγηματικό όπλο για την πλήρη αποκοπή τους από τις δυτικές κοινωνίες και την απόρριψη της δημοκρατίας και των νόμων. Αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο τους παρέχει την αίσθηση του βαθύτερου νοήματος και της ένταξης σε μία υπερεθνική κοινότητα. Οι ευρωπαίοι μουσουλμάνοι που αποδέχονται αυτή την ψευδο-ιδεολογία για την απειλή κατά του Ισλάμ και τη στοχοποίηση της παγκόσμιας κοινότητας των μουσουλμάνων θεωρούν τη βία ως τη νόμιμη και μόνη απάντηση.

3. Κινητοποίηση (Mobility)

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι εξτρεμιστές προχωρούν στο επόμενο στάδιο της ριζοσπαστικοποίησης μέσω της διάδρασης και της αλληλεπίδρασης με άλλους, με τους οποίους μοιράζονται κοινές πεποιθήσεις. Αυτές οι μορφές των σχέσεων λειτουργούν ως αμοιβαίοι μηχανισμοί καταφυγής στη βία. Ένας άλλος κομβικός τρόπος κινητοποίησης των ιδιωτών είναι η προπαγανδιστική αξιοποίηση της επικοινωνίας. Οι εικόνες από τις «μαζικές» ακρότητες κατά των μουσουλμάνων  σε συνδυασμό με τις «ένδοξες» τρομοκρατικές ενέργειες των «μαχητών» ενισχύσουν την υποστήριξη της «τζιχάντ» και της ένοπλης πάλης κατά των «απίστων».

Η ριζοσπαστικοποίηση ως κοινωνική διαδικασία εξελίσσεται σε φάσεις. Αν και υπάρχουν αρκετές διαφορετικές προσεγγίσεις στις φάσεις ή στον κύκλο της διαδικασίας, υπάρχει μία σχετική συμφωνία στον προσδιορισμό τεσσάρων φάσεων:

1. Η φάση της προ-ριζοσπαστικοποίησης

Αφορά σειρά γενικότερων παραγόντων που καθιστούν τους ιδιώτες δεκτικούς στον εξτρεμισμό, ακριβώς πριν ξεκινήσει η κυρίως διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης. Στους παράγοντες αυτούς ανήκουν η κρίση της μουσουλμανικής ταυτότητας, η εμπειρία από διακρίσεις και ρατσιστικές συμπεριφορές, η αποκοπή από το κοινωνικό σύνολο και η αίσθηση της αδικίας, τα προσωπικά τραύματα, η οικογενειακή κατάσταση και η απουσία δημόσιας συζήτησης για την ισλαμική τρομοκρατία στις ευρωπαϊκές μουσουλμανικές κοινότητες.

2. Η φάση του προσηλυτισμού και της αναγνώρισης

Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό αυτής της φάσης είναι η αλλαγή της θρησκευτικής ταυτότητας και συμπεριφοράς του ιδιώτη η οποία μπορεί να πάρει τρεις μορφές:

1) από μία μη ξεκάθαρη και ισχυρή θρησκευτική πίστη σε μία θρησκευτική ταυτότητα,

2) από μία φυσιολογική ερμηνεία και προσέγγιση της θρησκείας σε μία περισσότερο ριζοσπαστική ερμηνεία της,

3) μεταστροφή από μία θρησκεία σε μία άλλη (από τον χριστιανισμό στο Ισλάμ για παράδειγμα).

3. Η φάση της καταδίκης και της κατήχησης

Οι ιδιώτες- μελλοντικοί εξτρεμιστές ξεκινούν την απομόνωσή τους από τις προηγούμενες ζωές τους και συνδέονται στενότερα με τη ριζοσπαστική πίστη στο Ισλάμ. Καταλύτες σε αυτό το διάστημα είναι η ομαδοποίηση, τα ταξίδια σε στρατόπεδα εκπαίδευσης κ.ά. Οι περισσότεροι ευρωπαίοι τζιχαντιστές, από το 2003 και μετά που πραγματοποίησαν χτυπήματα σε ευρωπαϊκό έδαφος, είχαν ταξιδέψει τουλάχιστον μια φορά στο Πακιστάν, στο Αφγανιστάν ή στο Ιράκ.

4. Η φάση της δράσης

Είναι η τέταρτη και τελευταία φάση της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης όπου η έμφαση δίνεται στην προετοιμασία και στην εφαρμογή σχεδίων, στην επιλογή στόχων, στη συσκευασία των εκρηκτικών και στην αξιοποίηση και δομική χρήση όπλων για τρομοκρατικές ενέργειες. Αυτή  η φάση χαρακτηρίζεται από την αποδοχή του ιδιώτη της  υποχρέωσής του να πραγματοποιήσει  μια τρομοκρατική επίθεση. Σε αντίθεση με τις άλλες φάσεις, αυτή εξελίσσεται γρήγορα και μπορεί να διαρκέσει από μερικές εβδομάδες μέχρι και λίγους μήνες το ανώτερο.

 

Η εξωτερική πολιτική της Δύσης

Η ριζοσπαστικοποίηση των ευρωπαίων πολιτών που φεύγουν για τις εμπόλεμες  ζώνες γυρίζει την Ε.Ε.. πίσω σε μία περίοδο που παραλίγο να της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Το 2003, η Ένωση βρέθηκε αντιμέτωπη με την ανάγκη να υιοθετήσει μία ενιαία στάση για την επέμβαση που προγραμμάτιζαν και τελικά πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ στο Ιράκ, μέσω της «συμμαχίας των προθύμων». Οι πυρετώδεις διαβουλεύσεις που έγιναν στον πλαίσιο της ελληνικής προεδρίας δίχασαν την Ένωση, με την τότε ορολογία να διαχωρίζει τα κράτη-μέλη σε «Παλιά» και «Νέα» Ευρώπη[9]. Τελικά, ύστερα από ένα διπλωματικό ρεσιτάλ και της Ελλάδας, η Ε.Ε. δεν διχάστηκε και τήρησε ενιαία στάση, όμως οι «αλλοδαποί μαχητές» του σήμερα φύτρωσαν από το σπόρο που έπεσε στο ευρωπαϊκό έδαφος 12 χρόνια πριν.

Κεντρική θέση στην ιδεολογία της βίαιης τζιχάντ έχει το γεγονός πως το Ισλάμ βρίσκεται υπό θανάσιμη απειλή και ο κάθε καλός μουσουλμάνος πρέπει να πολεμήσει σε αυτή τη μάχη μεταξύ καλού και κακού, μύθος που αναπαράγεται με τη μορφή εντατικής προπαγάνδας ανάμεσα σε νέους ανθρώπους που έχουν την επιθυμία να δράσουν και αναζητούν τη «λύση» για τις αδικίες και τις απειλές που βιώνει το Ισλάμ. Όσο ριζοσπαστικοποιούνται, οι φανατικοί μουσουλμάνοι θεωρούν πως υφίσταται μία δομική σύγκρουση μεταξύ Ισλάμ και Δύσης. Στα τελευταία στάδια, όταν ο ιδεολογικός μοχλός πίεσης αποκτά πολιτικά χαρακτηριστικά, τους καλλιεργείται η αίσθηση πως οι δυτικές δυνάμεις έχουν συνωμοτήσει ενάντια στο Ισλάμ, με αποτέλεσμα να τους γεννηθεί ο πόθος και η θέληση να αποκαταστήσουν το Χαλιφάτο για να ενώσουν όλους τους μουσουλμάνους σε μία διακυβέρνηση υπό το νόμο του Ισλάμ. Αυτό είναι και το βασικό επιχείρημα του ISISπου προκάλεσε σε σημαντικό βαθμό το μαζικό κύμα των ευρωπαίων «αλλοδαπών μαχητών»[10].

Η μετάβαση από τη φάση της προ-ριζοσπαστικοποίησης σε αυτή της ουσιαστικής ριζοσπαστικοποίησης επηρεάζεται από ορισμένες κομβικές παραμέτρους, με τις πιο συνηθισμένες να είναι:

  • Η εξωτερική πολιτική των δυτικών χωρών και η εσκεμμένη απομόνωση γεγονότων,
  • Η παρουσία ενός χαρισματικού ηγέτη, πολιτικού και πνευματικού,
  • Ο δοξασμός της τζιχάντ και του βίαιου ακτιβισμού και η στοχοποίηση του θυμού στις πράξεις των δυτικών χωρών.

Αρκετοί μουσουλμάνοι που ζουν στην Ευρώπη, ιδιαίτερα μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, αισθάνονται έναν θεμελιακό διαχωρισμό της ταυτότητάς τους, ανάμεσα στην παραδοσιακή ισλαμική κουλτούρα των γονιών τους και στην κουλτούρα των πολυπολιτισμικών κοινωνιών στις οποίες ζουν. Στο πλαίσιο αυτής της κρίσης και της αναζήτησης μιας «ξεκάθαρης» ταυτότητας, αρκετοί νεαροί μουσουλμάνοι οδηγούνται σε ριζοσπαστικές προσεγγίσεις και ερμηνείες του Ισλάμ. Σύμφωνα με τον OlivierRoy, οι ευρωπαίοι μουσουλμάνοι τρομοκράτες είναι «μία χαμένη γενιά, απογοητευμένοι από μία δυτική κοινωνία που δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες τους και από το όραμα τους για μία παγκόσμια Umma, το οποίο λειτουργεί τόσο σαν καθρέφτης, όσο και ως μορφή εκδίκησης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση που θεωρούν πως τους οδήγησε στην κατάστασή τους»[11].  Ο Mamdani, από την πλευρά του υποστηρίζει ότι η Umma διαδραματίζει έναν παρόμοιο ρόλο με το προλεταριάτο για τις ακροαριστερές οργανώσεις τη δεκαετία του 1960, ως μία «φαντασιακή» και επομένως σιωπηλή κοινότητα η οποία νομιμοποιεί τις διάφορες μικρές ομάδες να μιλούν και να δρουν στο όνομά της[12]. Οι ριζοσπαστικοποημένοι ισλαμιστές δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στην κοινωνία και στις αξίες της, αλλά σε μία «Παγκόσμια Κοινότητα» και στην αξία του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Μια άλλη σημαντική παράμετρος που μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο στην πλήρη αποκοπή από τους κοινωνικούς δεσμούς του είναι η αίσθηση της θυματοποίησης, η οποία ενισχύθηκε σε σημαντικό βαθμό από την διογκούμενη μετά την 11η Σεπτεμβρίου ισλαμοφοβία και το αίσθημα υπεραστυνόμευσης λόγω της εξωτερικής τους εμφάνισης ή της θρησκείας τους[13].

Η αντίληψη τους για την εξωτερική πολιτική της Δύσης, καθώς και η προπαγανδιστική εκμετάλλευσή της από τους φανατικούς, έπαιξε κύριο ρόλο στην καλλιέργεια του θυμού στις γενιές των νεότερων μουσουλμάνων. Οι επεμβάσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, οι εικόνες από τις φυλακές του Αμπού Γκράιμ και από τη Βάση του Γκουαντάναμο, καθώς και οι αναμεταδόσεις από τις ζώνες πολέμου της Τσετσενίας, της Γάζας, της Σομαλίας και του Σουδάν, συνθέτουν την εικόνα της κακομεταχείρισης και της δίωξης των μουσουλμάνων. Η Δύση εκλαμβάνεται ως μονολιθική υποστηρίκτρια του Ισραήλ και μη δημοκρατικών καθεστώτων στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Σαουδικής Αραβίας και της Αιγύπτου, παλαιότερα και του Πακιστάν. Επιπρόσθετα, στη Δύση χρεώνουν και τη μη ανάληψη δράσης στο Κασμίρ και στην Τσετσενία[14].

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το εκπεφρασμένο κίνητρο του βομβιστή αυτοκτονίας του Λονδίνου, Μοχάμαντ Σιντίκουε Χαν, που ήταν η πεποίθησή του για τις αδικίες που έκανε η Δύση κατά των μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο[15]. Ο σύντροφος του Χαν, Σαζάντ Τανγουίρ, με βιντεοσκοπημένο μήνυμά του που κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά την επίθεση στο Λονδίνο, κατηγορούσε την εξωτερική πολιτική της Βρετανίας για τις πράξεις της, υποστηρίζοντας πως οι επιθέσεις θα συνεχίζονταν μέχρι να αποχωρήσουν οι βρετανικές δυνάμεις από το Αφγανιστάν και το Ιράκ [16].

Σύμφωνα με έκθεση του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών από το 2004, η ανάμειξη του Ηνωμένου Βασιλείου στον πόλεμο στο Ιράκ «ήταν ένας κρίσιμος παράγοντας πίσω από τη στρατολόγηση βρετανών πολιτών από τις εξτρεμιστικές οργανώσεις»[17]. Η Υπηρεσία Πληροφοριών της Δανίας επίσης θεώρησε πως η στρατιωτική εμπλοκή της Δανίας στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν αύξησε σημαντικά τον κίνδυνο τρομοκρατικών επιθέσεων στο έδαφος της Δανίας, αλλά και εναντίον στόχων, αλλά και πολιτών της στο εξωτερικό[18].

 

Ιδεολογική αντιμετώπιση του τρόμου

Η πιο αποτελεσματική στρατηγική αντιμετώπισης της ριζοσπαστικοποίησης είναι η πρόληψή της, καθώς και η αποτροπή κυρίως των νέων ανθρώπων από τη στρατολόγηση και την ένταξή τους στην πρώτη φάση της διαδικασίας, το πιο σημαντικό βήμα, γιατί όπως εύστοχα υποστηρίζει ο Post: «από τη στιγμή που ένας ιδιώτης βρεθεί στα δίχτυα μίας τρομοκρατικής οργάνωσης η ισχύς της οργάνωσης και η ομαδική ψυχολογία της θα κυριαρχήσουν στην ατομική του ψυχολογία»[19]. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της ριζοσπαστικοποίησης μπορεί να δομηθεί σε τέσσερις κατηγορίες πολιτικών επιλογών:

α) Κοινωνικά μέτρα, β) Αντί-ιδεολογία[20], γ) Δημόσια διπλωματία[21] και δ) Κοινοτική Αστυνόμευση[22] και συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων.

Υπάρχουν διάφορες πρωτοβουλίες που μπορούν να αναπτυχθούν στο πλαίσιο αυτών των κατηγοριών και σε συνάρτηση πάντα με τις ειδικές συνθήκες και πολιτικές προτεραιότητες της εκάστοτε χώρας. Ενδεικτικές περιπτώσεις αποτελούν:

-        Αξιοποίηση των τοπικών κοινωνιών για την προσέγγιση των νέων ανθρώπων,

-        Δημόσια αντιμετώπιση των στερεοτύπων και των παρερμηνειών για το ρόλο του Ισλάμ και τη θέση των μουσουλμάνων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες,

-        Διεύρυνση της δυνατότητας δημόσιων  παρεμβάσεων από εκπροσώπους του μετριοπαθούς Ισλάμ και από ανθρώπους που έχουν εγκαταλείψει τον εξτρεμισμό[23],

-        Προώθηση αντιδιηγημάτων για τις αξίες της Δύσης την ισότητα, την ελευθερία του λόγου και την αρμονική κοινωνική ενσωμάτωση,

-        Αξιοποίηση του διαδικτύου για την αντιμετώπιση και την αποδόμηση των εξτρεμιστικών ιδεολογιών και αφηγημάτων,

-        Αντιμετώπιση των μουσουλμάνων ως πολιτών και όχι σύμφωνα με τη θρησκευτική τους ταυτότητα,

-        Ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση των επαγγελματικών πρώτης γραμμής για τον εντοπισμό ιχνών ριζοσπαστικοποίησης,

-        Ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης της αστυνομίας με τις τοπικές κοινωνίες,

-        Αξιοποίηση της δημόσιας διπλωματίας για την κατάρριψη των μύθων σχετικά με την εξωτερική πολιτική των δυτικών χωρών ανάμεσα στους μουσουλμάνους.

 

Το 2003, ο γάλλος πολιτικός Ντομινίκ ντε Βιλπέν είχε ασκήσει σκληρή κριτική στην επιλογή των ΗΠΑ για τη στρατιωτική απάντηση και την κήρυξη του πολέμου στην τρομοκρατία, προτάσσοντας την πολιτική διάσταση του φαινομένου και την αναγκαιότητα να προσεγγιστούν και να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες αιτίες του. Αυτή η άποψη, δυστυχώς, δεν κυριάρχησε τότε, η παγκόσμια ισλαμική τρομοκρατία δεν αντιμετωπίστηκε με όρους πολιτικούς, αλλά σαν ένα φαινόμενο μεμονωμένο και εξωγενές από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και αξίες. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν ήταν έτσι, η ριζοσπαστικοποίηση των νέων ευρωπαίων ισλαμιστών που αναχωρούν μαζικά για τις εμπόλεμες ζώνες αναδεικνύει την ενδημική διάσταση του φαινομένου της φανατικής θρησκευτικής τρομοκρατίας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Το 2003, η Ευρώπη απέτυχε να προσεγγίσει τις αιτίες του προβλήματος, για την ακρίβεια έκανε ακριβώς το αντίθετο, τις έκρυψε κάτω από το χαλί, με αποτέλεσμα να τις διογκώσει και να τις επιτρέψει να μετατραπούν στον εφιάλτη των «αλλοδαπών μαχητών». 

Σήμερα, βρίσκεται αντιμέτωπη με την ίδια πρόκληση, μόνο που αυτή τη φορά η πίεση είναι εντονότερη, καθώς η αιμορραγία νέων Ευρωπαίων με τη μορφή των «αλλοδαπών μαχητών»  που αναχωρούν θα μετεξελιχθεί κατά την επιστροφή τους από τα πεδία των μαχών. Αυτή είναι μια νέα διάσταση στη δύσκολη εξίσωση για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ριζοσπαστικοποίησης: ο χειρισμός των μαχητών που θα επιστρέψουν ίσως αποδειχτεί πιο κρίσιμος και από την πρόληψη της φυγής τους[24]. Η ριζοσπαστικοποίηση είναι μια κοινωνική διαδικασία και η τρομοκρατία ένα πολιτικό φαινόμενο, μπορούν να αναχαιτιστούν προσωρινά με στρατιωτικά μέσα στα πεδία των μαχών, η ολοκληρωτική αντιμετώπιση τους όμως, η ήττα τους, μπορεί να έρθει μόνο στο πεδίο των ιδεών.

Η νέα ευρωπαϊκή ατζέντα για την ασφάλεια προσπαθεί να αναδείξει τη διάσταση της απάντησης στις βαθύτερες αιτίες της ριζοσπαστικοποίησης προτείνοντας σειρά από μέτρα που εκτείνονται από την ευαισθητοποίηση των νέων ως την προώθηση του διαπολιτισμικού διαλόγου[25]. Ειδικότερα, προκρίνεται η ανάγκη καλλιέργειας ενός αντι-διηγήματος στην προπαγάνδα των φανατικών το οποίο να βασίζεται στην αξίες της ανοχής, της διαφορετικότητας και του σεβασμού του πλουραλισμού και η ενίσχυση του πλαισίου καταγγελιών του ρατσισμού και του διχαστικού λόγου.  Παράλληλα, γίνεται ειδική αναφορά στην εκπαίδευση  και τη συμμετοχή των νέων στον διαθρησκευτικό και διαπολιτισμικό διάλογο, καθώς και η ενίσχυση των προοπτικών απασχόλησης και της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Ενώ αξίζει αναφορά η προτεινόμενη αξιοποίηση των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ορίζοντα 2020 για την περαιτέρω μελέτη της ριζοσπαστικοποίησης και του βίαιου εξτρεμισμού. Τέλος, σημαντική είναι και η ευαισθητοποίηση των πολιτών και των δημόσιων λειτουργών γύρω από το ζήτημα της ριζοσπαστικοποίησης και της απο-ριζοσπαστικοποίησης.

 


[1] Moniquet, Claude: “Islamism and Jihadism: Treating the disease, not just the symptoms, in Islamism, Jihadism and counter-terrorism five years after 9/11”, in Berge-vin, Olivier et al, ESISC, European Strategic Intelligence and Security Center, 11 September 2006.[2] GSPC (Groupe Salafiste pour la Prédication et le Combat): τρομοκρατική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1998 και δραστηριοποιείται στην περιοχή του Μαγκρέμπ. Απότο 2007 έχειμετεξελιχθείσε Organization of al-Qa’ida in the Land of the Islamic Maghreb (AQIM). LIFG (Libyan Islamic Fighting Group): τρομοκρατική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1995 στη Λιβύη από ισλαμιστές μαχητές που είχαν πολεμήσει κατά των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν.

[3] Kirby, Aidan: “The London bombers as “Self-starters”: A case Study in indigenous Radicalisation and the Emergence of Autonomous Cliques”, Studies in Conflict & Terrorism, 30:5, pp. 415-428, 2007.

[4]Αρκετοί μελετητές θεωρούν ως σημείο έναρξης της λεγόμενης «homegrown» ισλαμικής τρομοκρατίας στην Ευρώπη τη δολοφονία του Ολλανδού σκηνοθέτη Τεό βαν Γκονγκ το 2004 από τον ισλαμιστή Μαροκινό-Ολλανδό (μετανάστη δεύτερης γενιάς) Μοχάμεντ Μπουγιέρι. Αφορμή για τη δολοφονία υπήρξε η ταινία του Βαν Γκονγκ,Submission (Υποταγή), η οποία είχε βασιστεί στο σενάριο της Σομαλής Αγιαάνν Χίρσι Άλι και πραγματευόταν τη θέση της γυναίκας στο Ισλάμ με βάση στίχους από το Κοράνι.

[5] Η μελέτη του φαινομένου της εθελοντικής αποχώρησης από τη χώρα τους ιδιωτών για να μετέχουν σε μία σύγκρουση που λαμβάνει χώρα σε μία ξένη περιοχή, δεν είναι εφεύρεση των αναλυτών του σήμερα και, για την ακρίβεια, συνδέεται στενά με την εξέλιξη της βίας και των συγκρούσεων στον σύγχρονο κόσμο. Οι μισθοφόροι, οι πειρατές και άλλες ομάδες ιδιωτών που εθελοντικά εγκατέλειψαν την πατρίδα τους και εντάχθηκαν στον κύκλο της βίας είτε μεταξύ κρατών, είτε στο εσωτερικό κρατών, είτε μεταξύ κρατών και μη κρατικών οντοτήτων, είναι διάφορες εκδοχές του φαινομένου των «αλλοδαπών μαχητών» στον σύγχρονο κόσμο. Υπάρχουν αρκετά και ενδιαφέροντα βιβλία στην παγκόσμια βιβλιογραφία για το ζήτημα αυτό: P.W. Singer, Corporate Warriors: The Rise of the Privatized Military Industry (Ithaca: Cornell University Press, 2003) και Janice Thomson, Mercenaries, Pirates and Sovereigns: State Building and Extraterritorial Violence in Early Modern Europe (Princeton: Princeton University Press, 1994).

[6] Abigail Esman, Radical State: How Jihad is winning over democracy in the West. Praeger, 2010. Brian Michael Jenkins, Would be Warriors: Incidents of Jihadist Terrorist Radicalization in the United States since September 11, 2001. Occasional Paper, RAND, 2010. Christine Sixta Rinehart, Volatile Social Movements and the Origins of Terrorism: The Radicalization of Change, Lexington Books, 2013. Hillel Frisch- Efraim Inbar, Radical Islam and International Security, Routledge, 2008. Eitan Alimi - Chares Demetriou - Lorenzo Bosi, The Dynamics of Radicalizaton: A Relational and Comparative Perspective, Oxford University Press, 2015. George Rankin - Kenneth Cowen (eds.), Muslims in Europe, Nova Science Publishers, 2012. Jeremy Block, Embracing the Occupiers, Praeger Security International, 2009. Yonah Alexander, Terrorist in our MIDST, Praeger, 2010.

[7] Horgan, John: The psychology of terrorism (Routledge, 2005). Horgan, John: “Leaving terrorism Behind: An individual perspective”, In Andrew Silke (ed.), Terrorists, Victims and Society: Psychological Perspectives on Terrorism and its Consequences (John Wiley and Sons, 2003). Post, Jerrold M.: “When Hatred is Bred in the Bone: Psycho-cultural Foundations of Contemporary Terrorism” Political Psychology, vol. 26, no. 4, 2005.

[8] Hoffman, Bruce: “Islam and the West – Searching for a common ground”, Rand testimony, CT-263 July 2006 (Rand 2006). House of Commons: Report of the official account of the bombings in London on 7thJuly  2005, House of Commons, May 2006, HC 1087, The Stationary Office.

[9] Anne Applebaum, “Here Comes the New Europe”, The Washington Post, Wednesday, January 29, 2003

[10] Οι  στρατιωτικές επιτυχίες του ISIS αρχικά στο Ιράκ ήταν αφορμή για τη ενίσχυση των τάξεων των «αλλοδαπών μαχητών» του. Η όλη επικοινωνιακή στρατηγική του ISIS, με κεντρικό πρόσωπο τον ηγέτη του Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγντάντι, ο οποίος υποστηρίζει πως είναι ο διάδοχος του Προφήτη Μωάμεθ,  είναι ένα σημαντικό κίνητρο για τους Δυτικούς που θέλουν να γίνουν τζιχαντιστές.  Είναι αξιοσημείωτο πως ο Μπαγκνάντι, από μερικούς που έχουν πρόσφατα προσηλυτισθεί ή έχουν επιφανειακή γνώση του Ισλάμ, θεωρείται πραγματικά διάδοχος του Μωάμεθ. Για το ζήτημα των «αλλοδαπών μαχητών» βλέπε: Π. Αρναουτίδης - Β. Γκρίζης - Β. Θεοφιλόπουλος - Τ. Καρατράντος: «Η Απειλή των Αλλοδαπών Μαχητών για την Ελλάδα. Προκλήσεις και Προοπτικές Διαχείρισης», Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, Τεύχος 33, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2015.

[11] Roy, Olivier: Globalised Islam – The search for a new Ummah (Columbia University Press, 2004). Roy, Olivier: “The Ideology of Terror”, New York Times, 23 July 2005.

[12] Mamdani, Mahmood: “Whither Political Islam?” Foreign Affairs, January/February 2005.

[13] EUMC: Muslims in the European Union, Discrimination and Islamophobia, European Monitoring Centre on Racism and Xenophobia, 2006.

[14] Bergen, Peter & Reynolds, Alec: “Blowback revisited: Today’s Insurgents in Iraq are Tomorrows Terrorists”, Foreign Affairs, vol. 84, no.6, p.2-6, November/December 2005.

[15] House of Commons, ό.π., σελ 19.

[16] «για τους μη μουσουλμάνους της Βρετανίας που αναρωτιέστε τι έχετε κάνει για να το αξίζετε αυτό. Είστε αυτοί που ψηφίσατε αυτή την κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να καταπιέζει τις μητέρες, τα παιδιά, τους αδερφούς και τις αδερφές μας από την Ανατολή ώς τη Δύση στην Παλαιστίνη, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και στην Τσετσενία. Η κυβέρνησή σας ανοιχτά υποστήριξε τη γενοκτονία περισσότερων από 150.000 αθώων μουσουλμάνων στη Φαλούτζα. Αυτό που είδατε είναι μόνο η αρχή από μία αλυσίδα επιθέσεων, που θα συνεχιστούν και θα γίνουν πιο ισχυρές. Είμαστε 100% αφοσιωμένοι στο σκοπό του Ισλάμ. Αγαπάμε το θάνατο με το πάθος που αγαπάτε εσείς τη ζωή». BBC news, 8 July 2006.

[17] Neumann, Peter R.: “Europe’s Jihadist Dilemma”, Survival, vol. 48, no.2, pp. 71-84, 2006.

[18] PET 2006: Annual report 2004-2005, PET, Politiets Efterretningstjeneste, Danish Security and Intelligence Service, 2006 (English version).

[19] Post, ό.π., σελ. 634.

[20] Pressman, Elaine: Countering Radicalisation – communication and behavioural perspectives (Clingendael Centre for Strategic Studies), CCSS Insight no. 1, January 2006.

[21] Peterson, Peter G.: “Public diplomacy and the war on terrroism”, Foreign Affairs, vol. 81, no.5, September/October 2002.

[22] Wilton Park Conference: Towards a community-based approach to counter- terrorism (Wilton Park, WPS06-5, March 2006).

[23] Husain, Ed: The Islamist. Why I joined radical Islam in Britain, what I saw inside and why I left (Penguin books 2007).

[24] Dafna Rand- Anthony Vassalo, “Bringing the Fight Bach Home. Western Foreign Fighters in Iraq and Syria”, Policy Brief, Center for a New American Security. August 2014.

[25] New European Agenda on Security 2015-2020. 

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Διεθνολόγος με ειδικότητα στα θέματα ασφάλειας και καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Πριν το Μνημόνιο δεν έβλεπες.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά