Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Και τώρα, τι κάνουμε ;

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Σάκης Μουμτζής Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 59
Γελοιογραφία του Χρήστου Παπανίκου, ενδεικτική των προσδοκιών και της νοοτροπίας με την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ προσελκύει το εκλογικό σώμα. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Αγρινίου, Αναγγελία.   Γελοιογραφία του Χρήστου Παπανίκου, ενδεικτική των προσδοκιών και της νοοτροπίας με την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ προσελκύει το εκλογικό σώμα. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Αγρινίου, Αναγγελία. Χρήστος Παπανίκος / Αναγγελία

Οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις μετά τη νέα εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ. Αναδημοσίευση από το τεύχος 59 του Books' Journal, Οκτώβριος 2015.

 

Μετά τις εκλογές και τη συγκρότηση της νέας συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-Ανεξάρτητων Ελλήνων (εφεξής: ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ),το ερώτημα που πλανάται είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα πραγματοποιήσει μία στροφή προς το χώρο της σοσιαλδημοκρατίας , όχι ευκαιριακά και ψηφοθηρικά αλλά με τρόπο που να διαθέτει  όλα τα χαρακτηριστικά της στρατηγικής επιλογής. Κάποιοι θεωρούν τη στροφή αυτή αναπόφευκτη και κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν πως ήδη συντελείται. Υπάρχουν όμως και σχολιαστές οι οποίοι θεωρούν τη στροφή αυτή αδύνατη, λόγω του ιστορικού γονιδιώματος του ΣΥΡΙΖΑ, που καθιστά απαγορευτική τη χάραξη πολιτικής η οποία θα βασίζεται και θα επιδιώκει τις μεγάλες συγκλίσεις και τις πλατιές συναινέσεις.

Αυτές ακριβώς οι πολιτικές αποτελούν μέρος της φυσιογνωμίας της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, είναι ένα κόμμα που συγκροτήθηκε πάνω στην αντικαπιταλιστική - κινηματική λογική, που κυριαρχείται από τον συγκρουσιακό λόγο, την αμεσοδημοκρατική πρακτική και έναν πολύμορφο ακτιβισμό. Πολύ δύσκολα, το συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο που συγγενεύει με αυτό των κινημάτων της νέας ευρωπαϊκής Αριστεράς και των κινημάτων κοινωνικής κριτικής, μπορεί να μετασχηματιστεί σε σοσιαλδημοκρατική πλατφόρμα με την οποία θα εισχωρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ στο χώρο της Κεντροαριστεράς.

Άλλωστε, δεν έχει κανένα λόγο να το κάνει. Η κινηματική - συγκρουσιακή πολιτική του του απέφερε τρεις νικηφόρες αναμετρήσεις. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως πάγια θέση της ιστορικής ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν θα πάει αυτός να συναντήσει τους ψηφοφόρους του, αλλά ότι εκείνοι θα προστρέξουν σε αυτόν, υπονοώντας πως η αλματώδης αύξηση της δύναμης του κόμματος δεν θα σημάνει και ιδεολογικές παραχωρήσεις ή εκπτώσεις θέσεων. Ετσι, παραμένει διακαής ο πόθος του ΣΥΡΙΖΑ να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη που θα αλλάξει εκ θεμελίων το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, όπως δήλωσε ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας  στους επινίκιους πανηγυρισμούς, το βράδυ των εκλογών. Αυτή η έμμονη ιδέα προδιαθέτει για νέες συγκρούσεις με τους εταίρους μας που, όπως είναι φυσικό, αρχίζουν και χάνουν την υπομονή τους. Συνεπώς, όσοι ορίζουν την πολιτική τους θέση –ατομική ή συλλογική– πάνω στο δεδομένο της σοσιαλδημοκρατικής μετάλλαξης του κόμματος αυτού, μάλλον θα χαράξουν και πολιτική γραμμή που θα αποδειχθεί λανθασμένη.

Νομίζω, λοιπόν, πως το σήμα που έστειλε η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ προς τους νεοσυριζαίους πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, με την υπουργοποίηση ομοϊδεατών τους , δεν αποτελεί κριτήριο πολιτικής μετατόπισης. Πρόκειται για άσκηση εσωτερικών ισορροπιών με ευτελή ψηφοθηρικά κίνητρα. Είναι η αναγνώριση εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα της καθοριστικής συμβολής τους στις συνεχόμενες νίκες του κόμματός του και η παραδοχή πως αποτελούν τη μεγαλύτερη συνιστώσα του, μια συνιστώσα χωρίς ιδεολογικές ανησυχίες και ενοχλητικούς προβληματισμούς. Το μόνο της αίτημα είναι η νομή της εξουσίας. Σύνθημά της, το «πάμε σαν άλλοτε».

Μπροστά σε αυτή  την κατάσταση και μετά τις αλλεπάλληλες ήττες, όσοι βρίσκονται εκτός των τειχών του ΣΥΡΙΖΑ και εντός των τειχών του φιλοευρωπαϊκού χώρου, ευλόγως θέτουν  το ερώτημα: και τώρα τι κάνουμε;

Νομίζω πως η απάντηση θα δοθεί αρχικά μέσα από την ανασυγκρότηση των δύο μεγάλων πόλων της ελληνικής πολιτικής ζωής.Της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς. Βέβαια, η κατάσταση στο χώρο της Κεντροδεξιάς είναι πιο περίπλοκη, καθ΄όσον «μεγάλο καράβι, μεγάλες φουρτούνες». Το πρόβλημα στη Νέα Δημοκρατία είναι σαφές πως δεν αφορά το πρόσωπο του αρχηγού. Δεν χάνουν τις εκλογές επειδή ο Αλέξης Τσίπρας είναι νέος και χαμογελαστός και οι Αντώνης Σαμαράς και Βαγγέλης Μεϊμαράκης είναι αγέλαστοι εξηντάρηδες. Χάνουν γιατί αδυνατούν να «διαβάσουν» σωστά την ελληνική κοινωνία, καθώς και τον αντίπαλό τους. Φαίνεται πως δεν αντιλήφθηκαν ότι, σταδιακά, από τις εκλογές του 2009, έχασαν περίπου οκτακόσιες χιλιάδες ψήφους, ως εκ τούτου δεν αναρωτήθηκαν και το γιατί. Δύο δεκαετίες, ίσως και παραπάνω, προσπαθούν να ισορροπήσουν μεταξύ συντηρητισμού και φιλελευθερισμού και, επειδή δεν το πέτυχαν, έγιναν το γαλάζιο ΠΑΣΟΚ, κατά τη δεκαετία του 2000. Αυτή η ιδεολογική ένδεια τους στοίχισε, καθώς βλέπουν πλέον τη δύναμή τους ολοένα να μειώνεται. Αλλά το κυριότερο πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία –όπως και για το ΠΑΣΟΚ– είναι ότι δεν έχουν καμία επαφή με όλα τα παιδιά που γεννήθηκαν μεταξύ του 1985 και του 1995 και που έχουν δημιουργήσει άλλες ισορροπίες μέσα στο εκλογικό σώμα. Οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι δεν έζησαν το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου ή τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Τα βιώματά τους ήταν ο πλούτος και η ευμάρεια της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα. Τη βίαιη διακοπή αυτής της κατάστασης, με μεγάλη ευκολία την απέδωσαν συλλήβδην στους «παλιούς», αποδεχόμενοι την ερμηνεία των λεγόμενων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων. Έτσι τιμώρησαν τους «παλιούς», και συνεχίζουν να τους τιμωρούν, χωρίς αυτοί να έχουν καταφέρει να τους μιλήσουν, επειδή, απλά, δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί τους. Το πρόβλημα μεγεθύνεται, καθώς χιλιάδες νέοι προστίθενται κάθε χρόνο, δημιουργώντας ένα σώμα, κοινωνικό και πολιτικό, στεγανοποιημένο στον πολιτικό λόγο των ευρωπαϊκών κομμάτων, γιατί αυτά δεν διαθέτουν τα πρόσωπα και, κυρίως, δεν διαθέτουν τις πολιτικές με τις οποίες θα το προσεγγίσουν. Αρα, η Κεντροδεξιά –και όχι μόνο–, αν δεν λύσει αυτό το πρόβλημα, δύσκολα θα ανακάμψει. Η αντιμετώπιση κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων με επικοινωνιακούς όρους οδηγεί, σχεδόν πάντα, στην εκπομπή απολίτικων μηνυμάτων και στην προβολή εξυπνακίστικων αποσπασματικών λύσεων σε επί μέρους προβλήματα, χωρίς συνολική πολιτική πρόταση.

Η θεοποίηση της επικοινωνίας από τα αστικά κόμματα και η απόδοση των αποτυχιών στην κακή διαχείρισή της παραβλέπει έναν βασικό κανόνα της πολιτικής: το ζητούμενο είναι πάντα τι επικοινωνεί ένας πολιτικός οργανισμός.Ποια πολιτική γραμμή υπηρετεί η επικοινωνία. Γιατί είναι ευνόητο πως αν δεν υπάρχει ευκρινής πολιτική γραμμή, που η επικοινωνία θα την καταστήσει  εύληπτη στο κοινό, τότε η πολιτική αλλάζει πεδίο και εκπίπτει σε ένα σύνολο διαφημιστικών μηνυμάτων. Οι πολίτες όμως πείθονται, κατακτώνται, από τον πολιτικό λόγο, που πρέπει να είναι και οραματικός.Η Κεντροδεξιά, μετά την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, δεν εξέφερε ποτέ τέτοιο λόγο. Και τις δύο φορές που ανήλθε στην εξουσία (1990 και 2004), το πέτυχε εκμεταλλευόμενη τη φθορά του αντιπάλου της και την κούραση που προκαλούσε στους πολίτες η πολυετής άσκηση της εξουσίας από εκείνον. Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ νέος για να κουράσει και, το κυριότερο, έχει βρεί τον τρόπο να συνομιλεί με τους νέους. Συνεπώς, η Νέα Δημοκρατία πρέπει να προτείνει τη στρατηγική της θεώρηση στον ελληνικό λαό, αν θέλει να επανακάμψει στην εξουσία. Δηλαδή, να εξηγήσει τι κοινωνία οραματίζεται και τι οικονομία θέλει, χωρίς γενικόλογους αφορισμούς και κοινότοπες προτάσεις, αλλά με πρόγραμμα σαφές και κοστολογημένο.Και αφού το κάνει αυτό, τότε ας εκλέξει και τον αρχηγό που θα το υπηρετήσει καλύτερα. Πολύ φοβούμαι όμως ότι θα κινηθούν, για ακόμα μία φορά, ανάποδα. Θα βρουν αρχηγό και μετά θα ψάξουν για τα  πολιτικά προτάγματα.Πάντως, έτσι κι αλλιώς, τα περιθώρια για τη Νέα Δημοκρατία στενεύουν, καθώς μια τέταρτη συνεχόμενη ήττα θα την καταστήσει στη συνείδηση του εκλογικού σώματος περιφερειακή δύναμη. Κάτι σαν ομάδα Β΄Εθνικής.

Στην Κεντροαριστερά, η ευκαιρία για το άλμα είναι μοναδική. Η στρατηγική αποτυχία του Ποταμιού , η αξιοπρεπής εκλογική επίδοση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και η αίσθηση πως ωρίμασαν πια οι συνθήκες για την ενοποίηση του χώρου, όλα αυτά δημιουργούν κλίμα προσμονής και προσδοκιών. Εννοείται, πως το κύριο βάρος αυτής της προσπάθειας θα αναλάβει ο μεγαλύτερος σχηματισμός, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ. Στο εσωτερικό του είναι λογικό να υπάρχουν οι συντηρητικές δυνάμεις που στέκονται αρνητικά σε αυτό το ενδεχόμενο, οραματιζόμενες την ανασυγκρότηση του κόμματός τους με όρους της δεκαετίας του 1980, κάτι που μοιραία θα τους οδηγήσει στην αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ και λόγω του αντιδεξιού κοινού παρονομαστή. Μια τέτοια επιλογή, δύσκολα θα αφήσει το ΠΑΣΟΚ ενωμένο, καθώς υπάρχουν δεκάδες στελέχη του που λοιδορήθηκαν και προπηλακίστηκαν από τους εν δυνάμει «συμμάχους», όταν στήριζαν τα μνημόνια. Αυτά τα στελέχη είναι φυσιολογικό να αποστασιοποιηθούν από τη συγκεκριμένη συνεργασία. Άλλωστε τα αισθήματα είναι αμοιβαία, καθώς και η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ τους θεωρεί μνημονιακά εκτεθειμένους και, συνεπώς, ανεπιθύμητους. Με βάση την κοινή λογική, λοιπόν, αυτή η προοπτική έχει ελάχιστες πιθανότητες πραγμάτωσης, γιατί, απλούστατα, θα σημάνει τη διάσπαση του κινήματος.

Για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι η χρυσή ευκαιρία, από θέση ισχύος πλέον, να κάνει τη μεγάλη ενωτική χειρονομία. Να ανοίξει τις διαδικασίες ενοποίησης της Κεντροαριστεράς σε συνεργασία με τις ομάδες και τις προσωπικότητες που κινούνται στο χώρο, χωρίς τον ηγεμονισμό και τον γνωστό κομματικό πατριωτισμό. Βέβαια, στο ιδεολογικοπολιτικό πεδίο η κατάσταση δεν είναι ειδυλλιακή.Και όχι μόνο στην Ελλάδα. Η σοσιαλδημοκρατία, πανευρωπαϊκά, προσπαθεί εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία είναι αλήθεια, να ορίσει τις νέες συντεταγμένες της, που θα καταστήσουν την παρουσία της διακριτή τόσο από την Κεντροδεξιά, κυρίως, όσο και από τη νέα ευρωπαϊκή Αριστερά. Στην πατρίδα μας αυτό το πρόβλημα παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις, καθώς ο χώρος της Κεντροαριστεράς σήκωσε το βάρος δύο μνημονίων και, συρρικνωμένος πια, πρέπει να ανασυνταχθεί και συγχρόνως να ενοποιηθεί. Έργο αναμφίβολα δύσκολο.

Ίσως όμως αρωγός σε αυτή την προσπάθεια να  έρθει η ήττα του Ποταμιού και του υπερφίαλου αρχηγού του. Ήταν η φυσιολογική κατάληξη μιας πορείας που χαρακτηριζόταν από αμφισημίες. Από τον εκτός πραγματικότητας διαχωρισμό του Αλέξη Τσίπρα από τον ΣΥΡΙΖΑ και από την ιδιοτελή και ανιστορική διάκριση «παλιό - νέο». Αυτά τα δύο πολιτικά εφευρήματα ο Θεοδωράκης τα «πλήρωσε».Το αγαπησιάρικο χέρι που έτεινε προς τον Τσίπρα  και η ταυτόχρονη πολεμική προς τον ΣΥΡΙΖΑ θόλωσαν το μήνυμα του Ποταμιού και δημιούργησαν σύγχυση στο ψηφοφόρο που θέλει να ακούει καθαρές προτάσεις, σαφή μηνύματα. Την δε αντίθεση του «νέου», που εξέφραζε αυτάρεσκα ο ίδιος, προς το «παλιό», που εξέφραζαν οι υπόλοιποι, επειδή ήταν στην απλοϊκότητά της εύληπτο μήνυμα, την έκλεψε ο φίλος του Αλέξης στην προεκλογική περίοδο, όταν η διαχωριστική γραμμή μνημόνιο-αντιμνημόνιο είχε καταρρεύσει, και την «πούλησε» καλύτερα από αυτόν  στο εκλογικό σώμα .Σήμερα, ο αρχηγός του Ποταμιού και τα ομολογουμένως ικανά στελέχη του πρέπει να αποφασίσουν με ποιους θα συνεργαστούν.Το μικρό ποσοστό που έλαβαν καθιστά τη συνέχιση της αυτόνομης πορείας αδιέξοδη. Επειδή μέσα στο Ποτάμι συνυπάρχουν προσωπικότητες της Αριστεράς και του οικονομικού φιλελευθερισμού, δυνάμεις δηλαδή που συγκυριακά συγκατοικούν, είναι λογικό στην επιλογή στρατηγικής συνεργασίας οι δρόμοι τους να χωρίσουν. Αρα, το Ποτάμι καλείται να απαντήσει στο δίλημμα: θα ακολουθήσει τον μοναχικό δρόμο που οδηγεί στην περαιτέρω φθορά του ή θα συμμετάσχει στις διαδικασίες συγκρότησης του πόλου της Κεντροαριστεράς χωρίς τη φιλελεύθερη πτέρυγά του;

Συμπερασματικά, όλοι εμείς  που αποτελέσαμε το αυθόρμητο κίνημα βάσης «Μένουμε Ευρώπη», που μετρηθήκαμε δύο φορές και βρεθήκαμε να αποτελούμε το συμπαγές 38,5% του ελληνικού λαού, περιμένουμε από τις ηγεσίες των τριών κομμάτων να ανασυνθέσουν τους πολιτικούς τους χώρους και να χαράξουν πολιτικές κατά τρόπο σαφή και ξεκάθαρο που να μην αφήνει περιθώρια για αντιμεταρρυθμιστικές παρερμηνείες .Οι δύο μεγάλοι αυτοί χώροι πρέπει να εξηγήσουν πειστικά στην ελληνική κοινωνία ότι μόνο με μεταρρυθμίσεις θα φύγουμε μπροστά. Και ότι αυτό είναι αναγκαίο, αν θέλουμε να παραμείνουμε στην ευρωζώνη.

 

Σάκης Μουμτζής. Συγγραφέας. Κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος της εργασίας του Η κόκκινη βία και, σε λίγες μέρες, θα κυκλοφορήσει και ο δεύτερος τόμος.

 

 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά