Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Η οπτικοποίηση των παγκόσμιων ζητημάτων

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 59
Το άψυχο σώμα του μικρού πρόσφυγα Αϋλάν Κούρντι, από τη Συρία, που πνίγηκε, μαζί με το αδελφάκι του, στην προσπάθεια του πατέρα του να προσεγγίσουν την Κω, και ξεβράστηκε σε παραλία του Μποντρούμ. Η φωτογραφία δημιούργησε σοκ στην παγκόσμια κοινότητα, ενώ ακόμα μια φορά υπήρξε η πάγια θεωρητική σύγκρουση, αν τα ΜΜΕ πρέπει να δείχνουν τη φρίκη ή να την αποκρύπτουν. Το άψυχο σώμα του μικρού πρόσφυγα Αϋλάν Κούρντι, από τη Συρία, που πνίγηκε, μαζί με το αδελφάκι του, στην προσπάθεια του πατέρα του να προσεγγίσουν την Κω, και ξεβράστηκε σε παραλία του Μποντρούμ. Η φωτογραφία δημιούργησε σοκ στην παγκόσμια κοινότητα, ενώ ακόμα μια φορά υπήρξε η πάγια θεωρητική σύγκρουση, αν τα ΜΜΕ πρέπει να δείχνουν τη φρίκη ή να την αποκρύπτουν. Nilufer Demir/ Reuters / DHA

Σκέψεις και προβληματισμοί με αφορμή τον πνιγμό του Αϋλάν. Ένα κείμενο του  Χρήστου Α. Φραγκονικολόπουλου, που αναδημοσιεύεται από το Books' Journal 59, Οκτώβριος 2015.

Ο σημερινός κόσμος ορίζεται και διαμορφώνεται από σημαντικά παγκόσμια προβλήματα ή παγκόσμιες «κρίσεις», όπως η κλιματική αλλαγή, ο «πόλεμος» κατά της τρομοκρατίας, ο εσωτερικός/εξωτερικός εκτοπισμός ανθρώπων από τις εστίες τους, οι πανδημίες και η φτώχεια. Πρόκειται για προβλήματα, οι αιτίες και οι συνέπειες των οποίων δεν μπορούν να κατανοηθούν και να επιλυθούν μόνο μέσα από εθνικά πλαίσια αναφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, οι τεχνολογικές εξελίξεις στον κλάδο της ενημέρωσης και της επικοινωνίας (όπως η συνεχής μετάδοση πληροφοριών, λόγου και εικόνας, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, η ενημέρωση σε πραγματικό χρόνο και η μετάδοση πληροφοριών από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο),  έχουν ενισχύσει τη δυνατότητα των εθνικών, περιφερειακών και διεθνών Μέσων να «ενώνουν» τους πολίτες του κόσμου, όχι μόνο με αφορμή παγκόσμια γεγονότα (π.χ. Ολυμπιακοί Αγώνες, ο καταστροφικός σεισμός της Ιαπωνίας), αλλά και για εξελίξεις που αφορούν πολέμους, διενέξεις και ανθρωπιστικές κρίσεις, παίζοντας βασικό ρόλο στη δημοσιοποίηση του ανθρώπινου πόνου και στη διαμόρφωση μιας συλλογικής παγκόσμιας συμπόνιας[i].

Σε ποιο βαθμό, όμως, ο ρόλος αυτός επιτρέπει στα ΜΜΕ να έχουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας κατανόησης, της γνώσης όσο και της επίλυσης των παγκόσμιων προβλημάτων[ii];

Δυστυχώς, στα ειδησεογραφικά Μέσα θα βρει κάποιος πληροφορίες για κλιμακώσεις συγκρούσεων, για το υψηλότερο επίπεδο βίας αλλά, πολύ λίγες πληροφορίες για την αποκλιμάκωση των συγκρούσεων, τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες και την ανασυγκρότηση των χωρών. Η πολιτική και η διπλωματία δεν είναι το ίδιο δραματικές με τις συγκρούσεις, και είναι σίγουρα λιγότερο ελκυστικές για τηλεοπτική κάλυψη. Αλλά όταν η ειδησεογραφική κάλυψη επικεντρώνεται υπερβολικά σε θέματα βίας και καταστροφής και αγνοεί τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, οι θεατές και αναγνώστες, και ειδικότερα του δυτικού κόσμου, αντιλαμβάνονται ότι ο αναπτυσσόμενος κόσμος δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια σειρά μόνιμων συγκρούσεων και καταστροφών, με αποτέλεσμα να διαδίδεται όλο και περισσότερο η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι μεγάλα μέρη του κόσμου έχουν καταρρεύσει κι έχουν περιπέσει σε μια παράλογη ταραχή, για την οποία δεν διακρίνεται καμία λογική λύση. Στα μέσα ενημέρωσης, ωστόσο, επιμένουν στη λογική να υπερτονίζουν τις αρνητικές ειδήσεις, προβάλλοντας εικόνες και ειδήσεις θυμάτων εμφυλίων πολέμων, γενοκτονιών, σφαγών και ωμής βίας[iii].

Οι εικόνες θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς είναι πολύ χρήσιμες στο να συνδέσουν τα συναισθήματά μας με τον πόνο των «Άλλων». Συμβάλλουν στη δημοσιοποίηση του ανθρώπινου πόνου στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η τηλεόραση ιδιαίτερα, με τη διείσδυση και την έντονη οπτική επίδρασή της, υποθάλπει μια συλλογική παγκόσμια συμπόνια. Μέσω των μέσων ενημέρωσης, και ειδικά μέσω των συγκινητικών εικόνων της τηλεόρασης, το κοινό μαθαίνει για τα δεινά άλλων και μακρινών ανθρώπων και καλείται να συμπεριλάβει στη προσωπική του σφαίρα ηθικής τους «ξένους». Οι οπτικές εικόνες έχουν την αρετή να μετατρέπουν τις αφηρημένες έννοιες της εξορίας, της πείνας και άλλων δεινών σε μια εμπειρία χειροπιαστή ώστε να  καταστεί  δυνατή η συναισθηματική  συμμετοχή. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εικόνα του μικρού Αϋλάν Κούρντι, το άψυχο σωματάκι του οποίου ξεβράστηκε στα παράλια της Τουρκίας. Έγινε το βασικό θέμα συζήτησης στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, αφού οι φωτογραφίες και οι τηλεοπτικές εικόνες αναπαρήχθησαν κατά κόρον, προκαλώντας παγκόσμια κραυγή για τους πρόσφυγες που πνίγονται στη Μεσόγειο. Μέχρι εκεί, όμως. Έχουμε αισθήματα για τον Αϋλάν, χωρίς όμως να κατανοούμε πως ο Αϋλάν έγινε θύμα. Η σύνδεση μεταξύ ημών (των «τυχερών») και του Αϋλάν (και άλλων «άτυχων»), προέκυψε μέσω οπτικών εικόνων. Λόγω της επιλεκτικής κάλυψης των ειδησεογραφικών δελτίων που προσανατολίζονται περισσότερο σε «εύπεπτα» θέματα, πολλά άτομα έτυχε να δουν εικόνες του άψυχου Αϋλάν ενώ έψαχναν για κάτι «διασκεδαστικό» στην τηλεόραση ή στα κοινωνικά δίκτυα, η λογική των οποίων συνδέεται με την ανάγκη για δράμα (ειδικά η τηλεόραση επιζηεί αυτό που τραβάει περισσότερο το μάτι και την προσοχή – «πορνογραφία του τρόμου»), απλοϊκά μηνύματα (που δημιουργούν ένα φοβικό αίσθημα στο κοινό) και ταχύτητα (την είδηση της ημέρας).

Έτσι, ενώ όλοι παρακολουθούμε καθημερινά τις ειδήσεις, πόσο εύκολο είναι να περιγράψουμε και να γνωρίζουμε τι έχει γίνει από το 2011 στη Συρία; Το ίδιο ισχύει και για άλλες «θορυβώδεις» κρίσεις όπως το Ιράκ από το 2003, το Αφγανιστάν από το 2001 και τη Λιβύη από το 2011;Δίνοντας έμφαση σε δραματικές, βίαιες και τραγικές ειδήσεις, τα Μέσα περιθάλπουν στην πραγματικότητα την άγνοια, παρέχοντας πενιχρή πληροφόρηση για την κατανόηση των γεγονότων. Προκύπτει έτσι το ερώτημα, τι σεβασμό δείχνουν τα ΜΜΕ στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια όταν τα δεινά παρουσιάζονται χωρίς καμία ανάλυση για τους λόγους που τα προκάλεσαν; Κάτω από την τεράστια πίεση ζωντανών και οπτικών εικόνων, δεν υπάρχει χρόνος ανάλυσης και έρευνας των γεγονότων. Το πιο σημαντικό είναι να προσφέρουν στο κοινό εικόνες ώστε να σχηματίσει νοερά το γεγονός στο μυαλό του κι όχι να το κατανοήσει. Στον 21ο αιώνα ισχύει το «πίστευε αυτό που βλέπεις». 

Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί έναν α-πολιτικό παγκόσμιο ανθρωπισμό. Στα περισσότερα ρεπορτάζ, η κάλυψη των συγκρούσεων συρρικνώνεται σε μια απλουστευτική εκδοχή της συχνά σύνθετης πραγματικότητας. Τα ΜΜΕ επιλέγουν πλευρές των γεγονότων που υποθέτουν ότι θα τραβήξουν την προσοχή του κοινού. Εάν υπάρξει κάποιο πολύ σημαντικό θέμα (π.χ. βομβαρδισμός της Λιβύης) ή ακόμη και μια σοβαρή φυσική καταστροφή, θα το καλύψουν δυναμικά και εις βάρος άλλων γεγονότων που λαμβάνουν χώρα την ίδια στιγμή σε άλλο μέρος. Έτσι, και παρά τον πολλαπλασιασμό των παγκόσμιων ειδησεογραφικών δικτύων, η πλειονότητα των  συγκρούσεων  που  λαμβάνουν  χώρα  στον  κόσμο  πάσχει  από έναν σχεδόν ολοκληρωτικό αποκλεισμό. Οι περισσότερες συγκρούσεις λαμβάνουν μόνο μια μικρή, περιορισμένη ανταπόκριση όσον αφορά την κάλυψη τους από τα ΜΜΕ. Είναι «ξεχασμένες». Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν εκφράζει απλά το γεγονός ότι τα ΜΜΕ εκδηλώνουν άνισα και αντικανονικά την προσοχή τους σε συγκεκριμένα γεγονότα –και το κοινό αντίστοιχα δεν έχει επίγνωση– αλλά τονίζει επιπλέον το γεγονός ότι, συχνά, τα ΜΜΕ αγνοούν, παραλείπουν να καλύψουν κρίσεις ή τις αποσιωπούν[iv].

Συνεπώς, η  πιθανότητα  να  αναπτύξουμε, εμείς οι «ευνοημένοι» του κόσμου  μια  αίσθηση  υποχρέωσης προς τους δεινοπαθούντες, είναι τελείως τυχαία και αποκλειστικά διαμεσολαβημένη. Πάσχουμε από την «απάθεια του παριστάμενου» (bystanderapathy), δηλαδή του φαινομένου όπου είναι πιο εύκολο να αγνοήσουμε μια ακόμη σύγκρουση από το να γίνει κάτι γι’  αυτήν. Ο «παριστάμενος» πρέπει να παρατηρήσει ότι κάτι συμβαίνει, πρέπει να ερμηνεύσει το γεγονός και να αποφασίσει ότι έχει ευθύνη, πρέπει να αποφασίσει τι είδους βοήθεια θα προσφέρει και να αποφασίσει επίσης με ποιο τρόπο θα ολοκληρωθεί αυτή η βοήθεια. Στα σύγχρονα ΜΜΕ είναι πολύ δύσκολο να περάσει κάποιος από αυτά τα στάδια. Το κοινό δυσκολεύεται να μετακινηθεί από το ρόλο του απληροφόρητου και μη εμπλεκόμενου πολίτη σε αυτόν του αφυπνισμένου παριστάμενου.

Σήμερα, όμως, με το έθνος κράτος να επηρεάζεται όλο και περισσότερο από το παγκόσμιο σύστημα (απώλεια οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας, εξάρτηση και συμμετοχή στις παγκόσμιες οικονομικές και περιβαλλοντικές εξελίξεις) και με το παγκόσμιο σύστημα να διεισδύει στο εθνικό κράτος (κεφάλαια, προϊόντα, μετανάστες-πρόσφυγες), η υποχρέωση των ΜΜΕ θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη και υιοθέτηση πρακτικών ενημέρωσης που προσεγγίζουν και αγγίζουν τον κόσμο «εκεί έξω», που ενσωματώνουν το «ξένο» στο εθνικό, που εξετάζουν με ποιο τρόπο η πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή είναι συνυφασμένη με διαδικασίες και εξελίξεις «έξω» από το εθνικό πλαίσιο. Απαιτείται η υιοθέτηση της «παγκόσμιας οπτικής», που αλληλοσυνδέει ανθρώπους και πρακτικές ανά τον κόσμο και που παράγει γνώση η οποία στηρίζεται κυρίως στην ανάλυση και στην προσπάθεια ερμηνείας των περίπλοκων σχέσεων στα διάφορα μέρη του πλανήτη[v]. Πώς συσχετίζονται οι άνθρωποι και οι καθημερινές τους πράξεις σε παγκόσμιο επίπεδο; Ποια είναι η διαρκής και συνεχής σχέση μεταξύ ενός προσώπου και των πράξεών του (π.χ. ως καταναλωτή) σε ένα μέρος του κόσμου, και των πράξεων κάποιου άλλου προσώπου (π.χ ως εργάτη, θύματος κ.λπ.), σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου; Ας πάρουμε για παράδειγμα την αγορά ενός ζευγαριού παπουτσιών Adidas και το κακοπληρωμένο εργαζόμενο παιδί στην Ινδονησία, που συνδέονται μέσω του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Αν σκεφτεί κανείς πόσο συχνά δημιουργούνται παρόμοιες «παγκόσμιες σχέσεις» σε καθημερινές καταστάσεις, πιο λογικό θα ήταν για τα ΜΜΕ να αμφισβητήσουν τις αναχρονιστικές χωρικές διακρίσεις, π.χ. το εθνικό κράτος έναντι του υπόλοιπου κόσμου. Η παγκοσμιοποίηση έχει τη θετική και την αρνητική πλευρά της. Συνέβαλε στην ανάδυση μιας παγκόσμιας συνείδησης, ότι όλοι μοιραζόμαστε τον ίδιο πλανήτη, και δημιούργησε νέες ευκαιρίες πολυμερούς προσέγγισης με τη συμμετοχή άλλων παραγόντων / δρώντων στην παγκόσμια πολιτική. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει ένα ολοένα αυξανόμενο «κενό ασφάλειας» που προκύπτει από την ακαταλληλότητα των δυνατοτήτων μας να καλύψουμε τις σύγχρονες ανάγκες ασφάλειας που δημιουργούνται από τους «νέους πολέμους» στον αναπτυσσόμενο κόσμο, την τρομοκρατία, την πειρατεία ή τις φυσικές καταστροφές. Η πραγματικότητα αυτή όχι μόνο απογυμνώνει την ανθρωπιστική ρητορική και τη συμπόνοια της ΕΕ και των ΗΠΑ, αλλά αποτελεί και ένα κεντρικό αίτιο της εντεινόμενης ανασφάλειας που χαρακτηρίζει τον κόσμο μας στον 21ο αιώνα.

Κατά συνέπεια, και με αφορμή τον μικρό Αϋλάν Κούρντι, πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε ότι ενώ το θέαμα και η οπτικοποίηση των παγκόσμιων προβλημάτων μπορεί να είναι  σημαντικά για τις διαδικασίες κινητοποίησης και αλληλεγγύης, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν εξ ολοκλήρου τις διαδικασίες κατανόησης και απόκτησης γνώσης της σύνθετης και αλληλοσυνδεόμενης φύσης της σημερινής πραγματικότητας[vi]. Αντί να διαπραγματευόμαστε τα ποσοστά «μετεγκατάστασης» των προσφύγων, είναι απαραίτητο να εστιάσουμε στον εντοπισμό των παραγόντων που εξηγούν τη γεωμετρική αύξηση των μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών από τον αναπτυσσόμενο κόσμο (Παγκόσμιος Νότος) στον ανεπτυγμένο (Παγκόσμιος Βορράς). Να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε γιατί ο αναπτυσσόμενος κόσμος δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί από τον φαύλο κύκλο της φτώχειας και της υπανάπτυξης, τις γεωπολιτικές στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων και τα οικονομικά συμφέροντα των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε τα κίνητρα αυταρχικών ηγετών του αναπτυσσόμενου κόσμου που στηρίζουν αδιέξοδους εμφύλιους πολέμους και επενδύουν στην αυξημένη κοινωνική και πολιτική πόλωση, στον αυξημένο  κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό του πληθυσμού των χωρών τους, στην απόλυτη απουσία νόμων και στις μαζικές παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, στην απουσία ενός κεντρικού κρατικού συστήματος και στην ανάπτυξη παράνομης οικονομικής δραστηριότητας (όπως, για παράδειγμα, στην παραγωγή  και  εμπορία  προϊόντων  που  προέρχονται  από  τοπικούς πόρους – διαμάντια, ξυλεία και σε κάποιες περιπτώσεις και ανθρώπους).Να καταλάβουμε ότι το πρόβλημα των μεταναστών και των προσφύγων και οι εκρηκτικές του συνέπειες και πολιτικές προεκτάσεις μπορούν να καταπολεμηθούν μόνο στη ρίζα τους, με τη βελτίωση δηλαδή των συνθηκών ζωής στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η προβληματική αυτή μας φέρνει στην καρδιά του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος:

 

Ο Παγκόσμιος Νότος ουσιαστικά επιδοτεί τα οικονομικά πλεονάσματα και τα οικολογικά ελλείμματα του Παγκόσμιου Βορρά με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αναπτυχθεί βιώσιμα. Τούτο δημιουργεί εύλογα αισθήματα αδικίας και εξευτελισμού και, κατά συνέπεια, οδηγεί αναπόδραστα σε συγκρουσιακές σχέσεις με χώρες του Παγκόσμιου Βορρά με αποτέλεσμα γεωπολιτικές αναταράξεις. Δεδομένου ότι οι πρώτες ύλες του Παγκόσμιου Νότου τροφοδοτούν την παγκόσμια οικονομία, η απουσία επάρκειας πόρων και οικολογικής ασφάλειας στον Παγκόσμιο Νότο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με, τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από την απουσία γεωπολιτικής ασφάλειας. Σε μία εποχή που στη Μέση Ανατολή απειλείται η κορωνίδα της παγκόσμιας κοινωνίας, η οργανωτική μονάδα του έθνους-κράτους, και ο ευρύτερος αραβικός-μουσουλμανικός κόσμος ασφυκτιούν υπό την στραγγαλιστική παρουσία του Παγκόσμιου Βορρά σε όλες τις εκφάνσεις της παγκόσμιας ζωής, είναι απολύτως απαραίτητο η Δύση, αντί να τοποθετεί απλά τον εχθρό απέναντί της, να επιχειρήσει να κατανοήσει τις συνθήκες που οδηγούν σε μείζονα γεωπολιτική αστάθεια και να διευκολύνει την επιστροφή στην ομαλότητα. Ενώ οι φονταμενταλιστικές ιδεολογίες, τα «άρρωστα» μυαλά κ.λπ. επέχουν μέρος της εξήγησης, οι βαθύτερες ρίζες του προβλήματος έγκεινται στην υπέρμετρη κυριαρχία του Παγκόσμιου Βορρά που στραγγαλίζει τις ελπίδες και τα περιθώρια του Παγκόσμιου Νότου. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι κρίσιμο να αντιληφθούμε την ευθύνη που φέρουμε και τον καταλυτικό ρόλο που μπορούμε να διαδραματίσουμε ως κοινωνίες / συντεταγμένα κράτη του Παγκόσμιου Βορρά στη δημιουργία ενός βιώσιμου κόσμου, τόσο με την έννοια της διαβίωσης εντός των βιοφυσικών ορίων, όσο και με αυτή της ισότητας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Όπως έχει άλλωστε εμβριθώς καταδείξει ο Αμάρτυα Σεν, η ελευθερία είναι μία ευρύτατη έννοια που συνεπάγεται όχι μόνο κάποια πολιτικά δικαιώματα, αλλά κυρίως ελευθερία από ανάγκες και επιθυμίες, η μη εκπλήρωση των οποίων καθιστά τη ζωή δυσχερέστατη έως αβίωτη. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να επιτρέψει ο Παγκόσμιος Βορράς ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη και τη μεγέθυνση του Παγκόσμιου Νότου. Μία τέτοια στρατηγική είναι κολοσσιαίων διαστάσεων και δυνάμει ιδιαίτερα επώδυνη. Στην ουσία, δεν αποτελεί παρά μία «πεφωτισμένη» κίνηση του Παγκόσμιου Βορρά, που μπορεί να ανταλλάξει μέρος των ανέσεών του με μειούμενες κρίσεις, αναταραχές και αναφλέξεις οι οποίες κοστίζουν ζωές, χρήματα και ποιότητα ζωής (και) στη Δύση[vii]

 

Εάν δεν αντιληφθούμε τις συνδέσεις των πεδίων της οικονομικής, οικολογικής και της γεωπολιτικής ανασφάλειας του κόσμου μας, παρά την έντονη συμπόνοια και ταύτιση που προκάλεσε ο πνιγμός του Αϋλάν, είναι αδύνατο να επιφέρουμε σημαντικές βελτιώσεις σε έναν κόσμο που πλήττεται πολλαπλώς.



[i] Cottle, S. (2009). “Global Crises in the News: Staging New Wars, Disasters, and Climate Change”,International Journal of Communication, 3(4): 494-516.

[ii] Χουλιαράκη, Λ. (2012). Το θέαμα της Οδύνης. Ηράκλειο: ΠανεπιστημιακέςΕκδόσειςΚρήτης.

[iii] E. Katz (2007), “No More Peace!’: How Disaster, Terror and War Have Upstaged Media Events”, International Journal of Communication 1: 157-166

[iv] Hawkins, V. (2011), “Media selectivity and the other side of the CNN effect: the consequences of not paying attention to conflict”, Media, War & Conflict, 4(1) 55–68; Scimmel, N. (2010), “The Invisible Genocide: How the western media failed to Rwandan genocide of the Tutsi in 1994 and why”, The International Journal of Human Rights, 15(07): 1125-1135.

[v] Berglez, P. (2008). “What is Global Journalism? Theoretical and Empirical Conceptualizations”, Journalism Studies, τόμ. 9: 845-858.

[vi] Cottle, S (2011), “Taking global crises in the news seriously: Notes from the dark side of globalization”, Global Media and Communication, 7(2) 77–95.

[vii]Χ. Φραγκονικολόπουλος και Φ. Προέδρου, Παγκόσμια Πολιτική: Θεσμοί, Διαδικασίες και Δρώντες, υπό έκδοση (2015), Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα Κάλλιπος.  

 

 

 

Χρήστος Α. Φραγκονικολόπουλος

Αναπληρωτής καθηγητής διεθνών σχέσεων στο τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ. Βιβλία του: Ο παγκόσμιος ρόλος των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (2007), Ο εκδημοκρατισμός της παγκόσμιας διακυβέρνησης: Μια εισαγωγή στην Κοσμοπολιτική Δημοκρατία (μαζί με τον Φ. Προέδρου, 2010), Τα «εθνικά θέματα» στη δίνη των ΜΜΕ (μαζί με τον Γ. Πλειό (2011), Διεθνείς Διενέξεις: Αντιμετώπιση και Επίλυση (μαζί με Α. Ηρακλείδη και Γ. Κωστάκο, 2004).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά