Σάββατο, 01 Μαρτίου 2014

Ο Τσάβες και η χαμένη ευκαιρία

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 30
Φεβρουάριος 2014, Μαρακαΐμπο, Βενεζουέλα. Διαδηλωτές στους δρόμους εναντίον της κυβέρνησης Μαδούρο, που διαδέχθηκε τον Τσάβες. Φεβρουάριος 2014, Μαρακαΐμπο, Βενεζουέλα. Διαδηλωτές στους δρόμους εναντίον της κυβέρνησης Μαδούρο, που διαδέχθηκε τον Τσάβες. HUMBERTO MATHEUS / EPA

Ποιος ήταν ο ηγέτης της Βενεζουέλας, που πέθανε στις 5 Μαρτίου 2013, και τι αντιπροσώπευε το καθεστώς του

Τον καιρό της μετάβασης του Ούγο Τσάβες από το τραχύ προφίλ του πραξικοπηματία αξιωματικού στο επίσημο στάτους του υποψήφιου προέδρου, με σημαντικό λαϊκό έρεισμα στα πλήθη που είχαν δίκαια μπουχτίσει από τη σήψη του ολιγαρχικού νεοαποικιακού μοντέλου το οποίο κυβερνούσε τη χώρα του Σιμόν Μπολίβαρ για δεκαετίες, ο νομπελίστας συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ταξίδεψε μαζί του ανά την εκπάγλου φυσικής καλλονής Βενεζουέλα, συζητώντας και παρατηρώντας τον επί το έργον της προεκλογικής καμπάνιας, η οποία στη Λατινική Αμερική περιλαμβάνει από διαγωνισμούς ομορφιάς μέχρι πολύχρωμες ορχήστρες σάλσα. Στην κατακλείδα του κειμένου που δημοσίευσε, στη συνέχεια, στο κολομβιάνικο περιοδικό Cambio, επιχειρώντας να ερμηνεύσει το «φαινόμενο Τσάβες» εν τη γενέσει του, ο οξυδερκής Μάρκες έγραψε:

Καθώς απομακρυνόταν, ανάμεσα σε στρατιωτικούς με επίσημη στολή και πολιτικούς του φίλους, με έκανε ξαφνικά να ριγήσω η συνειδητοποίηση πως είχα ταξιδέψει και κουβεντιάσει με δύο ριζικά αντίθετους ανθρώπους: τον έναν στον οποίο η μοίρα πρόσφερε μια μοναδική ευκαιρία να σώσει τη χώρα του, και τον άλλο, τον περιφερόμενο ταχυδακτυλουργό, που μπορεί κάλλιστα να περάσει στην Ιστορία ως ένας ακόμη τύραννος.

Δεκατέσσερα πλήρη δράσης χρόνια μετά, ο περί ου ο λόγος κοιμάται αιώνια στο Στρατιωτικό Μουσείο του Καράκας, που πριν γίνει μουσείο ήταν το στρατόπεδο-αρχηγείο  απ’ όπου ο ίδιος, το 1992, κατηύθυνε το πραξικόπημα κατά του προέδρου Πέρες. Και το ερώτημα του Γκαρσία Μάρκες σχετικά με την αληθινή φύση του Τσάβες δεν έχει ακόμα απαντηθεί με τρόπο που να μη σηκώνει μπόλικη κουβέντα. Ανάλογα με τη σκοπιά του καθενός, ο Ούγο Τσάβες Φρίας υπήρξε προστάτης των φτωχών, στυγνός δικτάτορας, μέγας δημοκράτης, άκρατος λαϊκιστής, αληθινός αριστερός, καταπιεστής, ουμανιστής, νάρκισσος, επαναστάτης, παρανοϊκός ή σχεδόν άγιος, εν ολίγοις ένας χαρακτήρας της διεθνούς πολιτικής που στη σχετικά σύντομη καριέρα του ξεσήκωσε πολεμική όσο λίγοι τον τελευταίο αιώνα.

Παρ’ ότι τέτοιες φιγούρες χωράνε πολλές και υποκειμενικές ερμηνείες, είναι επίσης ακριβές πως οι γνώμες περί τον Τσάβες καθορίζονται εν πολλοίς από τη γενικότερη πολιτική κουλτούρα του τόπου στον οποίο ζει ο εκάστοτε κριτής του, αλλά και από την γνώση ενός εκάστου για το καθεστώς που ο αμφιλεγόμενος ηγέτης έχτισε – ή, σωστότερα, από την έλλειψη αυτής της γνώσης. Εξ ου και ο σκοπός αυτού του κειμένου είναι να επιχειρήσει μια σύνοψη του θυελλώδους περάσματος αυτού του φαντεζί «caudillo» από την Ιστορία, συνεισφέροντας στοιχεία και σχετικά άγνωστες πτυχές της νεο-μπολιβαριανής εποποιίας του, προσπαθώντας να δει τον Ούγο Τσάβες ως κομμάτι ενός λατινοαμερικανικού ιστορικού και πολιτιστικού χωροχρονικού συνεχούς, που όμως οφείλει να ειδωθεί κριτικά και συμπερασματικά από την οπτική γωνία μιας χώρας με ριζωμένη την αστική δημοκρατία, με πλήρως δημοκρατικούς θεσμούς και κατά το μάλλον με ευρωπαϊκή παιδεία, όπως (θέλουμε να) πιστεύουμε πως είναι η Ελλάδα, η οποία επιπλέον περνά βαθιά κρίση ταυτότητας που εμπνέει ορισμένους ντόπιους suigeneris«τσαβίστας» να ονειρεύονται εναλλακτικές λύσεις στο πλαίσιο που παρακάτω θα περιγράψουμε.

ΗΤΑΝ Ο ΤΣΑΒΕΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ;

Για τούτο, θα ξεκινήσουμε από το ερώτημα που οφείλει να απαντηθεί πριν απ’ όλα τα άλλα: ήταν ο Τσάβες δικτάτορας; Η απάντηση είναι σαφέστατη: όχι. Αλλά χρειάζεται να συμπληρωθεί από την παρατήρηση ότι προσπάθησε δύο φορές να γίνει, πλην ανεπιτυχώς.

Στο λογαριασμό των πεπραγμένων του παραμένει ένας πολλές φορές εκλεγμένος πρόεδρος με διαφανείς διαδικασίες και με μεγάλο λαϊκό ρεύμα που, έστω και με σκαμπανεβάσματα, ο λαός δεν έπαψε να τον στηρίζει και να τον νομιμοποιεί ώς το τέλος. Κυβέρνησε 14 χρόνια, στα οποία απέδειξε πως ήταν βαθιά προσηλωμένος στη δημοκρατία, όσο βεβαίως αυτή η ταλαίπωρη έννοια μπορούσε να διασταλεί ώστε να χωρά τις απροσμέτρητες προσωπικές και πολιτικές φιλοδοξίες του και δεν έμπαινε εμπόδιο στο αδιαπραγμάτευτο ζητούμενο: την καλλιέργεια του προφίλ και της προσωπολατρίας του ίδιου ως σχεδόν μεταφυσικού σωτήρα των Λατινοαμερικανών, «παίζοντας» παράλληλα διαρκώς με την ιδέα πως μια τέτοια βεβαιότητα περί κατοχής της μοναδικής αλήθειας για όλα τα δεινά του κόσμου δεν θα μπορούσε να περιορίζεται επ’ άπειρον από ανθρώπινους νόμους και αστικούς θεσμούς. Διότι ο μακαρίτης, όσο και να δεδικαίωται, δεν ήταν διόλου δημοκράτης, τουλάχιστον με την τρέχουσα δυτική έννοια (που ελπίζω να καλύπτει και εμάς τους ιδιοπρόσωπους Έλληνες). 

Ήταν μόλις 37 ετών, το 1992, όταν ως αξιωματικός των αλεξιπτωτιστών οργάνωσε ένα κακοσχεδιασμένο πραξικόπημα κατά του εκλεγμένου προέδρου Κάρλος Πέρες (το αν ο Πέρες ήταν καλός ή κακός πρόεδρος είναι προφανές ότι δεν μας ενδιαφέρει εδώ), ενώ όντας πρόεδρος και στον κολοφώνα της δημοτικότητάς του, το 2007, επιχείρησε να περάσει μια συνταγματική μεταρρύθμιση μέσω του δημοψηφίσματος που, αν το κέρδιζε, θα μετέτρεπε τη Βενεζουέλα σε ένα είδος θεσμοθετημένης δικτατορίας: μεταξύ άλλων, προέβλεπε τη δυνατότητα του προέδρου να κηρύσσει τη χώρα σε «κατάσταση εκτάκτης ανάγκης επ’ αόριστον» με ένα σωρό ενισχυμένες εξουσίες, μεταξύ των οποίων την επιβολή λογοκρισίας στα ΜΜΕ κατά βούληση, θεσμοθετούσε τη δυνατότητα κάποιου (δηλαδή του ίδιου) να θέτει υποψηφιότητα για πρόεδρος στο διηνεκές, επιμήκυνε την προεδρική θητεία στα 7 χρόνια, καταργούσε την αυτονομία της κεντρικής τράπεζας που πλέον θα περνούσε μαζί με τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας στα χέρια αποκλειστικά του προέδρου, παρέδιδε στην κυβέρνηση τον πλήρη έλεγχο της τοπικής αυτοδιοίκησης, απαγόρευε την κατοχή μεγάλων εκτάσεων γης από φυσικά άτομα, έδινε το δικαίωμα στο κράτος να απαλλοτριώνει γαίες και χωρίς απόφαση δικαστηρίου και, ως κερασάκι-δόλωμα, κατέβαζε τις ώρες εργασίας στις 36 την εβδομάδα κι έδινε δικαίωμα ψήφου στα 16. Παρά ταύτα, ο λαός δεν τσίμπησε, τα αντανακλαστικά τόσων εμπειριών από πολιτικές εκτροπές επιτέλους ξύπνησαν και ο Τσάβες έχασε πανηγυρικά.

Ο λόγος που δέχτηκε τη λαϊκή ετυμηγορία και δεν επέμεινε (όπως αρχικά είχε υπαινιχθεί) στην καλυμμένη χούντα που πονηρά πρότεινε έχει να κάνει με τον πυρήνα της προσωπικότητάς του: σε αντίθεση με τους σκληρούς δικτάτορες διαφόρων αποχρώσεων που έβγαλε σωρηδόν η Λατινική Αμερική, ο Ούγο Τσάβες ταύτιζε την ουσία της ύπαρξης του με τη λατρεία του κόσμου προς το πρόσωπό του και την υπόστασή του ως ειδώλου των μαζών, σε ένα μόνιμο μεθύσι επιβεβαίωσης που εκείνος, ένας λαϊκιστής ως το μεδούλι, δεν διακινδύνευε να χάσει ποτέ και για τίποτα.

ALO PRESIDENTE!

Γιατί κατά βάσιν αυτό ήταν το ψυχοδυναμικό υπόβαθρο του ανθρώπου Τσάβες: παθολογικά ναρκισσιστικό, εγωτικό και με την κατά το δυνατόν περισσότερη εξουσία ως κατακλείδα, αλλά και εργαλείο, μίας πραγματικής αυτοαναφορικής μανίας. Είχε δική του εκπομπή στην κρατική τηλεόραση (Alo Presidente!) όπου επιδιδόταν σε ακατάπαυστους μονολόγους και απολάμβανε τις ευχές μακροημέρευσης των (προσεκτικά επιλεγμένων) «απλών ανθρώπων» που επικοινωνούσαν μαζί του στον αέρα, γιγάντια πορτρέτα του στόλιζαν γιγαντοαφίσες και προσόψεις κρατικών κτιρίων, κάθε τόσο έβγαζε πύρινους μπαλκονάτους λόγους όπου κατακεραύνωνε τον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, εσχάτως τον σιωνισμό και, βεβαίως, τον αγαπημένο αντίζηλο, τις ΗΠΑ, το μέγεθος και η ισχύς των οποίων τού φούσκωναν το στήθος με έπαρση καθώς λογάριαζε τον εαυτό του ως ισότιμο εχθρό. Εν τέλει εκβίαζε όσο μπορούσε την παρουσία του στο ντόπιο και διεθνές προσκήνιο με ακούραστη συγκρουσιακή ζέση κατά πραγματικών και φαντασιακών αντιπάλων, που ήξερε πως του χάριζε μερικά επιπλέον λεπτά, ώρες ή μήνες πολύτιμη δημοσιότητα και τον στερέωνε, στα μάτια πολλών φτωχών Λατινοαμερικανών, στο βάθρο του σωτήρα-ηγέτη των λαών, ενός νέου Μπολίβαρ που, όπως κι ο παλιός, ήταν παλιάρι, στρατηλάτης, απελευθερωτής, τύραννος κι ο ίδιος βέβαια και εκστατικός από το νέκταρ της εξουσίας, αλλά με καπαρωμένη θέση στα βιβλία της ιστορίας και στα εικονοστάσια των αμόρφωτων μαζών που θα έχουν να λένε «με τον Τσάβες φάγαμε ψωμί» (στην Ελλάδα, αυτή η επίκληση συνήθως συνοδεύεται από το όνομα του Ανδρέα Παπανδρέου ή του δικτάτορα Παπαδόπουλου, αν σας λένε κάτι οι ιστορικοί παραλληλισμοί). 

Και ήταν και ιδεολόγος. Σε τι ακριβώς πίστευε, με την έννοια ενός σαφούς μανιφέστου α λα Λένιν, Μάο Τσε Τούνγκ ή Τσε Γκεβάρα, μάλλον ούτε και ο ίδιος πρόλαβε να καταλήξει. Κάτι μεταξύ υβριδικού κομμουνισμού, κρατικού πατερναλισμού και τριτοκοσμικού σοσιαλισμού, με έντονα εθνικιστικά στοιχεία, στην καλύτερη λατινοαμερικανική λαϊκιστική παράδοση – αλλά, πάντως, ό,τι κι αν πίστευε, το πίστευε πραγματικά. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ γιά πολυτέλειες και μεγάλες ζωές, δεν ακούμπησε (ο ίδιος – οι συνεργάτες του είναι άλλη υπόθεση...) ποτέ το κρατικό χρήμα, ζούσε σπαρτιάτικα όπως όριζε το παρελθόν του ως στρατιώτη, στα 14 χρόνια του στην εξουσία δεν τον απασχόλησε τίποτε άλλο παρά το έργο της διακυβέρνησης της Βενεζουέλας, έστω και μέσα από τα φίλτρα των προσωπικών του στόχων, και εκεί διοχέτευσε όλο του το είναι ώς το βιολογικό του τέλος.

Ο Ούγο Τσάβες ήταν αναμφισβήτητα ένας άνθρωπος βγαλμένος κατ’ ευθείαν μέσα από τον απλό κόσμο, τους ανθρώπους της δουλειάς και τη φτωχολογιά, ένα γνήσιο παιδί της εργατικής τάξης, ένας μιγάς που μιλούσε λαϊκά, έκανε χοντρά αστεία, φερόταν ώρες ώρες επαρχιώτικα ακόμα και στις διεθνείς διασκέψεις, μα έμοιαζε να έχει τις ίδιες ανάγκες και τις ίδιες αξίες με τον απλό Βενεζουελανό, πράγμα που άρεσε πολύ σε έναν κόσμο κουρασμένο από τόσες δεκαετίες φρούδας διακυβέρνησης από τις νεοαποικιακές ελίτ και τους σπουδαγμένους στα Χάρβαρντ τρυφηλούς γόνους τους. Γιατί ήταν κι αυτό ένα άκρως σημαντικό ζήτημα: στα μάτια εκατομμυρίων απλών Λατινοαμερικανών, ο Τσάβες εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή για να συμβολίσει και να προσωποποιήσει την αυθεντική «λατινοαμερικανικότητα», μία εν μέρει πραγματική και εν μέρει μυθική ταυτότητα γεμάτη συμβολισμούς, συμπαραδηλώσεις και στερεότυπα, που όμως λειτούργησε ως αντίπαλο δέος στον «κοσμοπολιτισμό» των ανώτερων τάξεων, ο οποίος στη Λατινική Αμερική ανέκαθεν μεταφραζόταν νέτα-σκέτα σε φιλοαμερικανισμό που, επιπλέον, γινόταν κατανοητός ως ταξικό σύνορο. Σε μία αχανή γεωγραφική και πολιτιστική έκταση όπου ο αντιαμερικανισμός είναι μία από τις πιό σταθερές συγκολλητικές ουσίες των μαζών, ο Τσάβες έγινε το στόμα τους, το χέρι τους, η φωνή τους, το πρόσωπο μίας Λατινικής Αμερικής που «ξυπνάει» και «αντιστέκεται» ενώ, στην πραγματικότητα, κατακλύζεται από μεγατόνους ακατέργαστου συναισθήματος –οργή, υπερηφάνεια, εκδίκηση, ανάταση–, το οποίο όμως είναι εύκολο στο χειρισμό από κάθε ικανό δημαγωγό, γιατί ακόμα, πιθανότατα για πολλά χρόνια επιπλέον, δεν συνοδεύεται από ίχνος κρίσης και λογικής. Ως δημαγωγός, ο Τσάβες ήταν η επιτομή του είδους. Και τούτο το παιχνίδι το έπαιξε μαεστρικά στην διάρκεια του πολιτικού του βίου.

Ωστόσο είναι αδύνατο να αναλύσεις το φαινόμενο Τσάβες χωρίς να φτάσεις στη ρίζα τής, για πολλούς Δυτικούς ανεξήγητης, επίμονα υψηλής δημοτικότητάς του στην ίδια τη Βενεζουέλα: σε μια χώρα που, όπως σε όλη σχεδόν τη Λατινική Αμερική, η δουλειά των ελίτ ήταν ανέκαθεν να συνάπτουν συμφέρουσες συμφωνίες με τις μεγάλες ξένες εταιρείες και να ξεκοκαλίζουν από κοινού τον τεράστιο εθνικό πλούτο όσο από κάτω οι κοινωνίες παράδερναν καθηλωμένες στην απέραντη φτώχεια και στις περιστασιακές βίαιες εκρήξεις (εμφυλίους, επαναστάσεις) με εκατόμβες νεκρών, ο Τσάβες υπήρξε ο πρώτος και μοναδικός ηγέτης που κατέβηκε ώς τον πάτο των πολλών εκατομμυρίων Βενεζουελανών που ζουν σε οριακές συνθήκες και έβαλε στο κέντρο του πλάνου του να κάνει κάτι γι’ αυτούς. Και έκανε. Το σωστό σωστό, έκανε πολλά, γι’ αυτό και οι φτωχοί των μεγαλουπόλεων και των παραγκουπόλεων, οι ακτήμονες αγρότες, οι μαύροι που ήταν πάντα στο κοινωνικό περιθώριο, οι εξαθλιωμένοι ιθαγενείς, οι κάθε λογής «μικροί» που είδαν πως εκεί ψηλά στο προεδρικό μέγαρο κάποιος τους νοιάζεται, του το αντιγύρισαν ξανά και ξανά με την ψήφο τους και τις θριαμβευτικές του εκλογικές νίκες, σε μια χώρα που, παρά τον πλούτο της, οι φτωχοί είναι ακόμα τόσοι πολλοί ώστε όποιος τους έχει με το μέρος του μπορεί να κερδίζει πλειοψηφίες στο διηνεκές.

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ

Η θετική πλευρά του σοσιαλιστικού οράματος του Τσάβες ήταν που έβαλε μπρος παντού κοινοτικά ιατρεία και νοσοκομεία, ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της ζούγκλας, έστησε κοινοτικά σουπερμάρκετ στις περιθωριακές γειτονιές που πρόσφεραν τα βασικά είδη σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, έχτισε πάμπολλες δημόσιες πολυκατοικίες όπου μετέφερε αστέγους και οικογένειες που διαβιούσαν σε άθλιες παράγκες, επέκτεινε την κοινωνική ασφάλιση, μοίρασε επιδόματα στους αναξιοπαθούντες, βοήθησε τις μονογονεϊκές οικογένειες, ίδρυσε πάμπολλα σχολεία, σχεδόν εξαφάνισε τον αναλφαβητισμό, επιδότησε κάθε είδους πολιτιστικό φορέα και εκδήλωση, μοίρασε κρατική γη και απαλλοτριωμένα τσιφλίκια στους μικρούς αγρότες, στήριξε με κάθε τρόπο τους τοπικούς θεσμούς της κοινότητας, του χωριού ή της γειτονιάς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ζωή των πολύ φτωχών Βενεζουελανών βελτιώθηκε κατά την εποχή Τσάβες και αυτό είναι ένα επίτευγμα που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί. Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι διέθετε αυτή τη δυνατότητα, γιατί είχε τη σπάνια ευτυχία να κάνει κοινωνική πολιτική με το πορτοφόλι φίσκα στα πετροδόλαρα και με τα λεφτά να του τρέχουν από τα μπατζάκια.

Όταν ο Τσάβες ανέβηκε στην εξουσία, το 1999, το πετρέλαιο ήταν στα 17 δολάρια το βαρέλι. Στην πορεία των αλλεπάλληλων θητειών του, έφτασε μέχρι και τα 140 δολάρια, ενώ τα τελευταία χρόνια έμενε σταθερά στα 100+ δολάρια, που σημαίνει πως η τιμή του κύριου εμπορεύσιμου αγαθού της Βενεζουέλας παρά λίγο να δεκαπλασιαστεί, γιά να σταθεροποιηθεί σε έναν μέσο όρο μεταξύ πενταπλασίου και εξαπλασίου, με αντίστοιχη τεράστια αύξηση των δημοσίων εσόδων επί των ημερών του (γιά να κάνουμε μία όχι και τόσο αυθαίρετη σύγκριση, είναι σαν η Ελλάδα να δεχόταν φέτος μεταξύ 75 και 100 εκατομμυρίων τουρίστες, και αυτό το νούμερο να έμενε λίγο ώς πολύ σταθερό γιά τα επόμενα δέκα χρόνια).

Περιέργως (ή καθόλου περιέργως), παρά τον ποταμό των δημόσιων εσόδων από τον μαύρο χρυσό και τη συνακόλουθη ραγδαία αύξηση των δημοσίων δαπανών υπέρ του λαού, που όντως συνέβη, το ποσοστό της  φτώχειας στη Βενεζουέλα μειώθηκε μεν αρκετά, αλλά όχι περισσότερο από όσο μειώθηκε σε αρκετές γειτονικές χώρες που υιοθετούσαν το, έστω και στρεβλωμένο λόγω τριτοκοσμικών τοπικών χαρακτηριστικών, καπιταλιστικό σύστημα (επί παραδείγματι, στο καπιταλιστικό Περού, το ίδιο διάστημα, η φτώχεια μειώθηκε περισσότερο απ’ ό,τι στη Βενεζουέλα, και μάλιστα χωρίς τους χρηματικούς πακτωλούς του πετρελαίου), ακολουθώντας έτσι απλώς τη γενική αναπτυξιακή τάση της Λατινικής Αμερικής κατά την τελευταία δεκαετία και τίποτα παραπάνω. Στην ουσία, τα κοινωνικά προγράμματα του Τσάβες αποτέλεσαν και την οροφή της οικονομικής ανάπτυξης (και ανέλιξης) των φτωχών στρωμάτων της χώρας, σε ένα περιβάλλον διαρκών εθνικοποιήσεων εταιρειών και περιουσιών, μεγάλης πίεσης στην ιδιοκτησία και την αποταμίευση, αλλά και συνεχούς πολιτικής και κοινωνικής έντασης, που όχι μόνο απομάκρυνε όλα τα ξένα κεφάλαια και τις σημαντικές επενδύσεις, αλλά και καταβαράθρωσε τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, ενώ μία τεράστια ποσότητα πόρων σπαταλιόταν στη «διεθνή αλληλεγγύη» του Τσάβες προς τα «αδελφά» καθεστώτα της Κούβας, του Εκουαδόρ και της Βολιβίας, κι από κοντά η κομματική κλεπτοκρατία των κατά τόπους κρατικών αξιωματούχων και κομισαρίων άδειαζε σταθερά τα κρατικά ταμεία.

Στην πραγματικότητα, έγινε ό,τι ακριβώς γίνεται, σαν πατρόν, στις κάθε είδους «σοσιαλιστικές επαναστάσεις»: η θέση των πολύ φτωχών βελτιώθηκε σχετικά, αλλά ο συνολικός μέσος όρος άρχισε να συμπιέζεται προς τα κάτω, γιατί τα ευεργετήματα της σημαντικής αύξησης του ΑΕΠ της χώρας λόγω της κατακόρυφης ανόδου του πετρελαίου γιά τους απλούς πολίτες εξαερώνονταν από τις συνεχείς υποτιμήσεις του νομίσματος και τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό (ο υψηλότερος σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική), αμφότερα καταστροφικά, μα απολύτως αναμενόμενα αποτελέσματα της πολιτικής του (ή, πιο σωστά, των πολιτικών τύπου) Τσάβες.

Αλλά η κύρια ζημιά που ο Τσάβες κατάφερε στην βενεζουελάνικη οικονομία ήταν, κυρίως, μακροοικονομική: η θεόκλειστη οικονομία, οι συνεχείς εθνικοποιήσεις, οι αυστηρότατοι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και η βαριά σκιά του κράτους πάνω από κάθε οικονομική δραστηριότητα έστειλαν τη χώρα στον πάτο της παγκόσμιας λίστας (θέση 144) με τις οικονομικές ελευθερίες, αλλά και στην 126η θέση της ανταγωνιστικότητας, παρά τα πλούτη και τα πετρέλαια. Ταυτόχρονα, η παραγωγικότητα της Βενεζουέλας έπεσε σημαντικά και η παραγωγή πετρελαίου καθεαυτή κατολίσθησε κατά 22%, αφού το καθεστώς έθεσε υπό τον έλεγχό του την άλλοτε αυτόνομη κρατική πετρελαϊκή εταιρεία. Η κρατικοποίηση των πάντων έφερε τη συνακόλουθη έλλειψη κινήτρων και τη διαχειριστική αδιαφορία που οδήγησε σε συνεχή πολύνεκρα δυστυχήματα στα διυλιστήρια και στην, απίστευτη κι όμως αληθινή, εισαγωγή βενζίνης και άλλων καυσίμων από τρίτες χώρες. Που σημαίνει, απώλεια πολύτιμου συναλλάγματος, αλλά και ένα γενικότερο ξεχαρβάλωμα των υποδομών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ενεργειακή ανεπάρκεια που βαίνει επιδεινούμενη, παρά την ύπαρξη αδιανόητα πλούσιων πετρελαϊκών, ορυκτών και υδάτινων πόρων. Η ανεπάρκεια αυτή, τα τελευταία χρόνια, έχει οδηγήσει σε συνεχείς διακοπές ρεύματος και μπλακ άουτ, ένα καίριο καθημερινό πρόβλημα που καμία άλλη λατινοαμερικανική χώρα δεν αντιμετωπίζει σε τέτοιο βαθμό, πλην (τυχαίο;) της Κούβας.

Σημειώστε ακόμη κάτι πολύ σημαντικό: από την πρώτη ημέρα που ο Τσάβες ανέβηκε στην εξουσία, έστριψε το οικονομικό τιμόνι της Βενεζουέλας μονόπαντα προς την πετρελαιοπαραγωγή, αμελώντας ή συνειδητά παραμερίζοντας τις άλλες παραγωγικές και εξαγωγικές δραστηριότητες της χώρας, που στο κάτω κάτω της γραφής χρειάζονταν και μία δυναμική ιδιωτική οικονομία γιά να λειτουργήσουν, την οποία η πολιτική Τσάβες απέκλειε απολύτως. Όθεν, στα στερνά του μεγάλου ηγέτη, το πετρέλαιο έφτασε να αποτελεί το 95% του εμπορίου της χώρας. Και αν αναρωτιέστε γιατί είναι αυτό κακό, σκεφτείτε μία χώρα 30 εκατομμυρίων κατοίκων να εξαρτάται απόλυτα και ολοκληρωτικά από ένα μόνο προϊόν, του οποίου η τιμή μπορεί μεν να ανεβεί αλλά μπορεί και να πέσει, το ίδιο και η παραγωγή γιά διάφορους λόγους (από φυσικές καταστροφές μέχρι πολιτικές αναταραχές). Μετά σκεφτείτε την ίδια χώρα της οποίας το σύστημα έχει εξαρτήσει τεράστια τμήματα του πληθυσμού αποκλειστικά από το μπιμπερό της κρατικής οικονομίας, σύμφωνα με τις πάγιες σοσιαλιστικές διανεμητικές πολιτικές, και ύστερα φανταστείτε τί μπορεί να συμβεί αν η τιμή (ή η παραγωγή) αυτού του προϊόντος χάσει, λόγου χάριν, ένα απλό 10%. Δεν χρειάζεται να πάτε μακριά: το 2002-2003 όταν το συνδικάτο της, ακόμα αυτόνομης τότε, κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας απήργησε γιά τρεις μήνες, η χώρα μέσα σε μία χρονιά βίωσε ύφεση 24%, όση δηλαδή η Ελλάδα στα 6 χρόνια της οικονομικής της κρίσης. Σημειώστε ακόμα στο τεφτέρι σας ότι ο φιλεργατικός και φιλολαϊκός Τσάβες απάντησε στην απεργία απολύοντας χωρίς πολλά πολλά 18.000 εργαζόμενους της εταιρείας, ήτοι το 40% του δυναμικού της, για «παράβαση καθήκοντος», επειδή τόλμησαν να απεργήσουν. Εδώ, σενιόρες, είναι επαναστατικός σοσιαλισμός, δεν είναι Ελλάδα και παίξε γέλασε...

Αξίζει ακόμα να πούμε πως το αυστηρό πλαφόν τεχνητά χαμηλών τιμών που το καθεστώς επέβαλε με το στανιό στις τιμές πολλών καταναλωτικών προϊόντων της αγοράς (επί παραδείγματι: ζάχαρη, καφές, χαρτί υγείας, γαλακτοκομικά, σαπούνι, μωρουδιακά κ.λπ.), παρά τον καλπάζοντα πληθωρισμό, με την ανόητη πεποίθηση ότι έτσι «βοηθάει τους φτωχούς», όπως ήταν φυσικό δημιούργησε αμέσως μία τεράστια και χρόνια έλλειψη των συγκεκριμένων αγαθών, τα οποία διοχετεύονταν πλέον στη μαύρη αγορά αντί πολύ αδρότερου αντιτίμου, αποκαθιστώντας έτσι το περιθώριο κέρδους που αποτελούσε κίνητρο γιά τους παραγωγούς ώστε να συνεχίσουν να παράγουν και πετυχαίνοντας τελικά το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν πιά να τα προμηθεύονται εύκολα, ενώ οι φτωχοί ξεροστάλιαζαν στις ουρές τετραγώνων των κρατικών καταστημάτων, ελπίζοντας στην τύχη για να βρουν έστω και κάποια από αυτά τα καθημερινά χρειώδη. Οι κραυγές του Τσάβες περί «κερδοσκόπων», «απατεώνων» και τέτοια λυρικά δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, αν και έπεισαν μερικούς πως θα έπρεπε να είναι ευγνώμονες για τα κρατικά καταστήματα έστω και με ατελείωτες ουρές, αφού ήταν η ενδεδειγμένη και σοσιαλιστική απάντηση στην έλλειψη αγαθών και στον πληθωρισμό που είχε δημιουργήσει – εσείς ποιος λέτε;

Κατά συνέπεια, το σοσιαλιστικό πείραμα του Τσάβες παρά τις όποιες καλές προθέσεις, κατέληξε όπως όλα τα σοσιαλιστικά πειράματα: σε σταδιακό οικονομικό αδιέξοδο, που ασφαλώς θα ήταν πλήρης και ολοκληρωτική καταστροφή αν η Βενεζουέλα δεν είχε την εξαιρετική τύχη να ειπράττει ανελλιπώς, βρέξει-χιονίσει, μπόλικα δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο από το πετρέλαιο, γεγονός που ακόμα αποτρέπει την ολική κατάρρευση της χώρας. Αν όμως σε μία χώρα με τέτοιο φυσικό υπέδαφος η οικονομία είναι απλώς θέμα αλλαγής πολιτικής γιά να ανακάμψει, στην ίδια την κοινωνία της Βενεζουέλας η διακυβέρνηση του Τσάβες άφησε, δυστυχώς, πολύ πιό δυσεπούλωτες πληγές.

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΜΙΑΣ ΕΠΟΠΟΙΙΑΣ

Όπως όλοι οι λαϊκιστές (καλή ώρα και σε εμάς, ονόματα δε λέμε), ο Τσάβες έπαιξε από την αρχή ώς το τέλος το πολιτικό παιχνίδι σαν πρωταγωνιστής σε ηρωικό έργο, όπου επικεφαλής των εξ ορισμού καλών καγαθών οπαδών του (οι οποίοι έφεραν το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του όρου «ο λαός») έδινε τον ιερό αγώνα  κατά των σατανικών και καταχθόνιων προδοτών της χώρας και υποχειρίων του διεθνούς καπιταλισμού, που (εκμεταλλευόμενοι τις «ατέλειες» της δημοκρατίας) επιβουλεύονταν την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια του βενεζουελάνικου έθνους. Σύμφωνα με το σενάριο του έργου, στον ρόλο των προδοτών και υποχειρίων συνήθως εμφανίζονταν το σύνολο των πολιτικών και των οπαδών της αντιπολίτευσης, ένας μεγάλος αριθμός δημοσιογράφων, σχεδόν όλοι οι επιχειρηματίες, οι περισσότεροι ξένοι πρέσβεις, οι μισοί διεθνείς οργανισμοί, και πάει λέγοντας. Η ακραία ρητορική του Τσάβες, η ακατάσχετη ηθικολογία του, η κατασκευή μίας νέας «μπολιβαριανής εποποιίας» που κράδαινε τα σύμβολα και τους μύθους των απαρχών της «λατινοαμερικανικότητας» γιά να αγιάσει τα όποια μέσα ο νέος φορέας τους διάλεγε να χρησιμοποιήσει γιά το «καλό του λαού» και εξ ονόματός του, η μόνιμη δαιμονοποίηση των αντιπάλων και ο πανταχού παρών ακτιβισμός των φανατικών οπαδών του, οι οποίοι οργανωμένοι σε δυναμικές ένστολες ομάδες αναλάμβαναν ποικίλες «δράσεις», άλλοτε προσφέροντας αρωγή στους κατά τόπους δυστυχείς κι άλλοτε σε συντεταγμένο ρόλο «αυθορμήτως αγανακτισμένων πολιτών», έστρωναν στο κυνήγι τους τυχόν «αντεπαναστάτες» (σας θυμίζει τίποτα;). Όλα αυτά δηλητηρίασαν και πόλωσαν τόσο πολύ τα πολιτικά ήθη της Βενεζουέλας ώστε, λίγα μόλις χρόνια μετά την εγκαθίδρυσή του στην εξουσία, η χώρα είχε διχαστεί βαθύτατα και ριζοσπαστικοποιηθεί απόλυτα, και οι αιματηρές συγκρούσεις, συχνά ένοπλες, μεταξύ οπαδών κυβέρνησης και αντιπολίτευσης έγιναν καθημερινό φαινόμενο στις μεγάλες πόλεις, αφήνοντας πίσω τους πλήθος νεκρών και ένα άσβεστο μίσος ανάμεσα στους μεν και στους δε.  Για τον Τσάβες δεν υπήρχε η έννοια της συναίνεσης, της διαπραγμάτευσης, της σύγκλισης: όλα ήταν καλό-κακό, άσπρο-μαύρο, ή εμείς ή οι άλλοι. Και επειδή η προφανής επιλογή όφειλε πάντα να είναι το «εμείς», βάλθηκε να φτιάξει μία Βενεζουέλα όπου «οι άλλοι» θα είχαν τα προβλήματα που τους άξιζαν με βάση τη δική τους, εξ ορισμού ύποπτη, επιλογή.  

Κύρια πλατφόρμα για την προώθηση της νεο-μπολιβαριανής του επανάστασης υπήρξε η ασταμάτητη προσπάθεια για συγκέντρωση εξουσιών στην κυβέρνηση και, ει δυνατόν, στο ίδιο το πρόσωπο του προέδρου, προσβλέποντας έτσι σε ένα προσωποπαγές συγκεντρωτικό σύστημα που για την επικράτησή του συγκρούσθηκε σκληρά με όλους τους αυτόνομους θεσμούς της χώρας προκειμένου να τους θέσει υπό τον έλεγχό του. Έχοντας πάντα (και επισείοντας ως φόβητρο) τη στήριξη των ενόπλων δυνάμεων και διαθέτοντας, φυσικά, την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που ψήφιζε ό,τι ήθελε ο αρχηγός, ο Τσάβες άπλωσε τα χέρια του κι έκλεισε μέσα την πολύτιμη πετρελαϊκή βιομηχανία, τη Δικαιοσύνη, την Αστυνομία, ακόμα και το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, τον μόνο θεσμό που μπορούσε να ελέγξει τις πράξεις του προέδρου (προσθέτοντας με ένα διάταγμα 12 νέες έδρες δικαστών στις 20 υπάρχουσες, στις οποίες αμέσως διόρισε στελέχη του κόμματός του). Έλεγξε, επίσης, σε μεγάλο βαθμό, τους τοπικούς κυβερνήτες και την αυτοδιοίκηση – και μόνη αποτυχία στην ατέρμονη πάλη γιά γενικό κουμάντο καταγράφεται η περίπτωση της συνταγματικά αυτόνομης Κεντρικής Τράπεζας (με τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας), για την οποία δεν του έκανε το χατίρι ο βενεζουελάνικος λαός που απέρριψε την πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης στο δημοψήφισμα του 2007. Εννοείται βέβαια πως στις καίριες κρατικές θέσεις διόρισε σκληροπυρηνικά στελέχη του κόμματός του με βασικό κριτήριο την επαναστατική ζωηρότητα και την τυφλή υποταγή στον αλάνθαστο ηγέτη, ενώ είναι άκρως ενδεικτικό της πολιτικής παιδείας του Τσάβες το γεγονός πως πλήθος δημόσιων αξιωμάτων, από υπουργικές καρέκλες μέχρι θέσεις κυβερνητών επαρχιών και διοικητών ΔΕΚΟ, κατελήφθησαν από στρατιωτικούς (εν ενεργεία παρακαλώ), προσδίδοντας ένα απρόσμενα μιλιταριστικό προφίλ στη σοσιαλιστική κυβέρνηση και υπενθυμίζοντας πως τα λατινοαμερικανικά ήθη ενέχουν ακόμα πολλά ζητήματα ιδιαίτερα προβληματικά ως προς αυτό που εμείς στην Ευρώπη ονομάζουμε δημοκρατία.

ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Με αυτά και με τα άλλα, ο Τσάβες κατέληξε πρακτικά πανίσχυρος. Και αφού έφτιαξε τη θεσμική πανοπλία του, προχώρησε στη σταδιακή θέσπιση ενός πλέγματος πνιγηρών νόμων, μέσω των οποίων ο εντελώς αλλεργικός στην κριτική, όπως όλοι οι νάρκισσοι, Τσάβες έστησε πλήθος κάγκελα κι εμπόδια στον πολιτικό διάλογο, στη διάδοση των ιδεών και στην ελεύθερη έκφραση εν γένει. Η Βενεζουέλα διέκοψε σταδιακά τις σχέσεις της με όλους τους οργανισμούς εποπτείας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (μάλιστα το 2012 αποχώρησε οριστικά από το Αμερικανικό Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που ήταν ο τελευταίος θεσμός μιας κάποιας προστασίας των πολιτών της από την κρατική κακομεταχείριση) ενώ, παράλληλα, το καθεστώς αυτού τού, κατά πολλούς, «μεγάλου δημοκράτη», εξαπέλυσε πογκρόμ εναντίον δημοσιογράφων, πολιτικών αντιπάλων, διανοουμένων και απλών ανθρώπων που έκαναν το λάθος να μιλήσουν άσχημα και ανοιχτά για τον πολυχρονεμένο πρόεδρο, κλείνοντας πολλά ΜΜΕ (κανάλια, σταθμούς, έντυπα) και στέλνοντας ένα σωρό κόσμο στις φυλακές με κατηγορίες που βασίζονταν σε νόμους τους οποίους κανένα στοιχειωδώς δημοκρατικό κράτος δεν θα τολμούσε να συζητήσει έστω φιλολογικά αν ήθελε να συνεχίσει να προσδιορίζεται ως στοιχειωδώς δημοκρατικό.

Απτό δείγμα του μαντρότοιχου που έχτισε γύρω από το δικαίωμα του λόγου στην Βενεζουέλα ο λαοφιλής Ούγο υπήρξαν οι νόμοι που ψηφίστηκαν το 2004 και προβλέπουν εξοντωτικές ποινές γιά τα βαριά εγκλήματα της «πρόκλησης άγχους στον πληθυσμό», της «πρόκλησης σε διασάλευση της δημόσιας τάξης», της «αμφισβήτησης της εξουσίας των κρατικών αρχών» και της «πρόκλησης μίσους γιά θρησκευτικούς ή πολιτικούς λόγους», χάρη στους οποίους το καθεστώς έθεσε πυκνά λογοκριτικά φίλτρα σε όλες τις διόδους ελεύθερης έκφρασης, από τα τηλεοπτικά κανάλια και τις εφημερίδες ώς τους τοπικούς ραδιοσταθμούς, τα βιβλία και τα blogs, τιμωρώντας σκληρά τους ελευθερόστομους για τις αποκοτιές τους.  

Ως επιστέγασμα, ο Τσάβες κατάφερε, με το καλό ή με το άγριο, να φορέσει χαλινάρι και στη Δικαιοσύνη, ένα εργαλείο άκρως απαραίτητο ώστε οι καταπιεστικές πλευρές της πολιτικής του να παραμένουν σύννομες, συνταγματικές και συγχρόνως πολύ αποτελεσματικότερες απ’ ό,τι αν επιβάλλονταν διά της ωμής ισχύος. Η ανοιχτή προεδρική παρέμβαση στην (υποτίθεται ανεξάρτητη) Δικαιοσύνη διέρρηξε και τα απώτατα δημοκρατικά όρια το 2009, όταν η άφοβη δικαστίνα Μαρία Λούρδες Αφιούνι απελευθέρωσε έναν υπόδικο επιχειρηματία που ο Τσάβες είχε άχτι, καθώς είχε παρέλθει (κατά ένα χρόνο!) το όριο της προφυλάκισής του δίχως δίκη. Αφρίζοντας, ο Τσάβες την αποκάλεσε από τηλεοράσεως «κλέφτρα» και απαίτησε να καταδικαστεί εκείνη σε 30 χρόνια φυλακή, προσθέτοντας απειλητικά πως αν ο Μπολίβαρ ήταν στη θέση του θα την είχε εκτελέσει. Η Αφιούνι συνελήφθη αμέσως και κλείστηκε χωρίς δίκη σε φυλακή ποινικών όπου (τυχαία...) εξέτιαν ποινές πολλοί εγκληματίες τους οποίους η ίδια είχε καταδικάσει. Στην φυλακή, η Αφιούνι κατήγγειλε πως βιάστηκε επανειλημμένα, έμεινε έγκυος και απέβαλε (οι αρχές της φυλακής ισχυρίστηκαν πως δεν έλαβαν καμία σχετική καταγγελία...) και μετά από ένα χρόνο της διαγνώστηκε καρκίνος, οπότε της επετράπη ο κατ’ οίκον περιορισμός, με τη ρητή απαγόρευση να μιλά σε δημοσιογράφους. Η περίπτωση της Αφιούνι φαίνεται να αιφνιδίασε τον Τσάβες, γιατί ξεσήκωσε μεγάλες αντιδράσεις εντός και εκτός Βενεζουέλας, αφού ακόμα και πιστοί φίλοι του καθεστώτος όπως ο Νόαμ Τσόμσκι ζήτησαν την απελευθέρωσή της «για ανθρωπιστικούς λόγους» (όχι όμως και για νομικούς ή δημοκρατικούς).

Με τέτοιων κυβικών νομικό και πολιτικό πολιτισμό, η Βενεζουέλα υπό τον Τσάβες κατέληξε μία χώρα με μεγάλο έλλειμμα ελευθερίας του λόγου και πλείστες περιπτώσεις καταπάτησης βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Εν έτει 2012, στη χώρα είχε μείνει σε λειτουργία μόνο ένα αντιπολιτευόμενο τηλεοπτικό κανάλι (το Globovision), ο πρόεδρος του οποίου, ο ιδιοκτήτης και ένας βασικός άνκορμαν αντιμετώπιζαν σωρεία ποινικών διώξεων από το καθεστώς, ενώ στα κρατικά ΜΜΕ συνηθέστατη ήταν η πρακτική της διαπόμπευσης των κάθε είδους αντιπάλων της κυβέρνησης με την κατηγορία των «προδοτών του λαού» και η συνακόλουθη ταύτισή τους με τα σκοτεινά συμφέροντα των «ξένων εχθρών της χώρας», που ερχόταν και «κούμπωνε» πάνω στην αχαλίνωτα εθνικιστική ρητορική του Τσάβες και τη διαρκή παρότρυνση σε επιφυλακή γιά τον «εξωτερικό εχθρό», απέναντι στον οποίο οι Βενεζουελάνοι οφείλουν να είναι ενωμένοι, πανέτοιμοι και, προ πάντων, στοιχισμένοι πίσω από τον φυσικό ηγέτη και τα σύμβολα του έθνους, ανάμεσα στα οποία έχει τεχνηέντως υπεισέλθει και ο σοσιαλισμός.

Οι συχνές εμφανίσεις του Τσάβες με στρατιωτικά ρούχα και τον μπερέ των ειδικών δυνάμεων, οι γκροτέσκο εμφανίσεις του στην τηλεόραση όπου τραγουδούσε πατριωτικά άσματα και εμβατήρια, η ηρωοποίηση (και ωραιοποίηση) του στρατού, το εμμονικό φετίχ με τη βενεζουελάνικη σημαία και τα πανταχού παρόντα χρώματά της, η διαρκής επίκληση ιστορικών γεγονότων και ηρωικών προγόνων (με τον Μπολίβαρ στο ρόλο του θρυλικού γενάρχη), η ασταμάτητη κινητοποίηση των μαζών, η οργάνωση «λαϊκών σωμάτων» με παραστρατιωτική δομή (CirculosBolivarianos, JuventudBolivarianaκ.λπ.), ο επιθετικός αντιελιτισμός, ο αντικαπιταλισμός, τώρα τελευταία και ο αντισημιτισμός, η αγιοποίηση του συνόλου («λαός») και η υποτίμηση του ατόμου («πολίτης»), η συνακόλουθη αδιαφορία γιά τα δικαιώματα του δευτέρου μπροστά στο «πεπρωμένο» του πρώτου, η επιμελής καλλιέργεια της νοοτροπίας του αείποτε αδικημένου («εμείς») που περικλείεται από ξένους εχθρούς («οι άλλοι»), η καταγγελία του «εσωτερικού εχθρού» που συνεργάζεται με το διάβολο για την υποδούλωση και τον αφανισμό του αγνού λαού, ο τονισμός του ρόλου του ενός ηγέτη ως υπερφυσικού αλεξικέραυνου όλων των κακών – όλα αυτά αποτελούν ασφαλή δείγματα μιας προέκτασης του σοσιαλιστικού ιδεολογήματος σε πεδία που ναι μεν στη Λατινική Αμερική των ατροφικών θεσμών, των λαϊκών μύθων και των χιλίων κινημάτων γίνονται αντιληπτά ως «αντιιμπεριαλιστικά - επαναστατικά», αλλά στην εμπειρότερη περί τα τέτοια Ευρώπη δεν μπορούν παρά να εγείρουν μνήμες περισσότερο πρώιμου φασισμού παρά μαρξισμού, όπως ίσως ο ίδιος ο Τσάβες θα προτιμούσε. Φυσικά, η ορολογία διαφέρει και η επιμονή του Τσάβες στη λαϊκή συμμετοχή και στις δημοκρατικές διαδικασίες τον απομακρύνει προσωρινά από το φασιστικό (μα και το μαρξιστικό) πρότυπο. Αλλά η εικονογραφία και η σημειολογία βρίσκονται ήδη εκεί, ελάχιστα κρυμμένες, και το πραξικοπηματικό παρελθόν του Τσάβες, οι περιστασιακές συγκαλυμμένες απειλές του, ακόμα και προς τον ίδιο τον λαό, για την περίπτωση που η «επανάσταση» θα κινδύνευε να «ανατραπεί» (συνήθως πριν από κάποια κρίσιμη εκλογή ή δημοψήφισμα) και η σταθερή πορεία προς ένα ολοένα αυταρχικότερο μοντέλο που ανακόπηκε μόνο απ’ το θάνατο καταδεικνύουν πως στην, έτσι κι αλλιώς, ρευστή και κάπως πρωτόγονη ιδεολογία του Τσάβες ένα είδος εθνικιστικής «φωτισμένης» δικτατορίας πρέπει να αποτελούσε τον φυσιολογικό τελικό προορισμό.

ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ

Παραδόξως (ή, ξανά, διόλου παραδόξως) όσο αυστηρή, άτεγκτη, οργανωμένη και ακοίμητη φάνηκε η «επανάσταση» σε θέματα που άπτονταν του λόγου, της διάνοιας, του πνεύματος και των ιδεών, τόσο απόλυτο «μπάχαλο» αποδείχθηκε σε πλείστα ζητήματα που επηρεάζουν με ακόμα πιο έντονο τρόπο τη λειτουργία του κράτους και την καθημερινότητα των πολιτών. Σε ένα περιβάλλον πανίσχυρης και αυταρχικής κεντρικής εξουσίας αλλά αποδυναμωμένων θεσμών, με την οικονομία σε βύθιση και την κοινωνία ένα βήμα πριν από τον εμφύλιο, η γενικευμένη διαφθορά και ανομία των πάντων διαχύθηκε ως φυσιολογική κατάσταση σε μια χώρα όπου οι μεν θεωρούσαν πως ως νικητές δεν έδιναν λογαριασμό σε κανέναν, οι δε πως το σαμποτάρισμα κάθε καθεστωτικής δομής ήταν πατριωτικό δικαίωμα και καθήκον τους. Ως αναμενόμενο αποτέλεσμα, η Βενεζουέλα του Τσάβες εξελίχθηκε στην πιθανότατα πιο επικίνδυνη χώρα του κόσμου, με τον πληθυσμό να οπλίζεται ανεξέλεγκτα, την αστυνομία να παρακολουθεί αδιάφορα ή να τα «παίρνει» από παντού και την αδιανόητη εγκληματικότητα να καθίσταται το κορυφαίο πρόβλημα γιά τους απλούς πολίτες : το 2011 στην χώρα καταγράφηκαν 19.336 (!) δολοφονίες, ήτοι 67 σε κάθε 100.000 κατοίκους (στην Ελλάδα την ίδια περίοδο: 1), αριθμοί πολύ υψηλότεροι από τη γειτονική Κολομβία, τη Βραζιλία και το Μεξικό, που έχουν επίσης κακό όνομα στο συγκεκριμένο θέμα.

Το θέμα της εγκληματικότητας, της ανομίας και της διαφθοράς έπληξε, έστω και λίγο, την παλλόμενη δημοτικότητα του Τσάβες, καθώς αφορούσε ακριβώς τους βασικούς υποστηρικτές του που ζουν κυρίως στις φτωχογειτονιές και τις παραγκουπόλεις, τους τόπους που κατ’ εξοχήν μαστίζονται από το έγκλημα. Έχει ενδιαφέρον όμως να παρατηρήσουμε πως οι αντιδημοκρατικές επιδόσεις του Τσάβες, στις οποίες κυρίως εστιάζουν οι αμερικανοευρωπαίοι κριτικοί του, δεν πτόησαν ιδιαίτερα τους Βενεζουελάνους ούτε και τους πολυπληθείς λατινοαμερικανούς οπαδούς του. Η εξήγηση είναι απλή : μιλάμε γιά έναν ευρύτατο πολιτιστικό και γεωγραφικό χώρο που έχει χτίσει την ιστορία του πάνω στη βάση αυταρχικών αποικιακών δομών, οι οποίες αντικαταστάθηκαν από αυταρχικές νεοαποικιακές ή νεοφεουδαρχικές δομές, κατά καιρούς παρεξέκλιναν σε αυταρχικές στρατιωτικές δικτατορίες, ενίοτε προκάλεσαν αυταρχικές αριστερές επαναστάσεις και, στην καλύτερη περίπτωση, κατέληξαν αυταρχικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Κοινώς, μιλάμε γιά χώρες και λαούς με ελάχιστη δημοκρατική παιδεία και, εξ αυτού, με ελάχιστη δημοκρατική συνείδηση. Οι κατακτήσεις των αστικών δημοκρατιών της Ευρώπης ή, έστω, της «ελευθερίας και ισονομίας» των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελούν άγνωστους τόπους γιά τους Λατινοαμερικανούς, που όντως έχουν γίνει αντικείμενο απίστευτης εκμετάλλευσης από ελίτ και ξένους, όντως απομένει ακόμα να γίνουν κύριοι της μοίρας τους, αλλά συγχρόνως, χωρίς να φταίνε οι ίδιοι, λόγω ιστορίας και συλλογικού υποσυνειδήτου που εκμαιεύεται ακόμα από αυτήν, αναπαράγουν αταβιστικά το μοντέλο του σωτήρα-ηγέτη, του καβαλάρη που ξιφουλκεί, του νέου Μπολίβαρ ή, αν πάμε πιο πίσω, του νέου Τουπάκ Αμάρου, του τελευταίου αυτοκράτορα των Ίνκας που σκότωσαν το 1572 οι Ισπανοί, μόνο που το τωρινό του άβαταρ θα πάρει εκδίκηση από την ιστορία και θα νικήσει αυτός εξ ονόματος όλων των πρώην νικημένων – κι αν σφαχτούνε ένα εκατομμύριο σκλάβοι στα επινίκια, χαλάλι!

Οι μύθοι, λοιπόν, το πολιτιστικό υπέδαφος και η λαϊκή κουλτούρα παίζουν, όπως πάντα, τον κυρίαρχο ρόλο στη βαθύτερη ερμηνεία φαινομένων που μόνο επιδερμικά είναι πολιτικά, όπως είναι η περίπτωση του Ούγο Τσάβες, κι αυτό είναι κάτι που αγνοούν, αλλά θα όφειλαν να κατανοήσουν όσοι από τον δυτικό κόσμο, και από την Ελλάδα ειδικότερα, ονειρεύονται τον ντόπιο Τσάβες που θα εγκαθιδρύσει με σιδηρά χείρα την κοινωνική δικαιοσύνη του σοσιαλισμού, χωρίς όμως να είναι έτοιμοι, μιά και έρχονται από διαφορετικό ιστορικό δρόμο, να αναμετρηθούν με τις συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής – κάτι για το οποίο είναι έτοιμοι οι Λατινοαμερικανοί. Με άλλα λόγια, μια πολιτική τύπου Τσάβες μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε περιβάλλον διαρκούς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης, με διοχέτευση τεράστιων πόρων από το κράτος που θα πηγαίνουν εν πολλοίς χαμένοι επειδή δεν θα επενδύονται σε παραγωγικές υποδομές από τις οποίες θα μπορούσαν να ωφεληθούν οι πάντες, ψηφοφόροι του καθεστώτος και μη, με μεγάλη αποδυνάμωση των θεσμών και, συνακόλουθα, με σημαντική περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, με ωμή βία μέχρι εμφυλίου αν χρειαστεί, συνθήκη απαραίτητη προκειμένου ένα τέτοιο χαρμάνι «επαναστατικού σοσιαλισμού» να μπορεί να φέρει εις πέρας τις συγκεκριμένες ριζοσπαστικές πολιτικές του. Το θέμα είναι ότι ένας σημαντικός αριθμός Βενεζουελανών (και Λατινοαμερικανών) όλα αυτά τα γνωρίζει, και τα δέχεται, προκρίνοντας άλλα θέματα, ορθολογικά και μη, που θεωρούνται πιο σημαντικά από τα δημοκρατικά δικαιώματα, τη λειτουργική οικονομία, την ιδιοκτησία και την ελεύθερη έκφραση, πράγμα λογικό βεβαίως αφού οι περισσότεροι κρίνουν με βάση τις εμπειρίες τους και σε αυτές τα ανωτέρω κατά κανόνα δεν περιλαμβάνονται. Σεβαστό και κατανοητό. Ως Ευρωπαίοι όμως, και μέτοχοι του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού, τι έμπνευση μπορούμε να βρούμε εμείς σε αυτό το πρωτόλειο και κινούμενο με καύσιμο το συναίσθημα μοντέλο, που στα καθ’ ημάς να μη μεταφράζεται σε κάποιο είδος λαϊκού φασισμού ή, μια και έχουμε ήδη τέτοιους σπόρους, εθνικοσοσιαλισμού; Και πόσοι από εμάς είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε σαν σημερινοί Βενεζουελανοί, αν έχουμε υπ’ όψη μας όλα τα στοιχεία και διατηρούμε το δικαίωμα της επιλογής;

Για πολλούς Λατινοαμερικανούς, ωστόσο, ο Τσάβες κάλυψε κυρίως την ανάγκη αναφοράς σε ένα σύμβολο, ένα είδωλο, μία δεσπόζουσα πατρική φιγούρα που όλοι οι λαοί με ζητήματα ταυτότητας και ανωριμότητας, όπως εν πολλοίς  κι εμείς οι Ελληνες, αναζητούν για να τους πει έτοιμη τη λύση για το τι είναι καλύτερο γι’ αυτούς και, αν χρειαστεί, να καθαρίσει για πάρτη τους βάζοντάς τα με τους «μεγάλους». Υπάρχει μια συγκινητική διάσταση σε αυτή την παιδική φαντασίωση, που ως φαντασίωση έχει και το προνόμιο να σου επιτρέπει να αγνοείς την πραγματικότητα, είτε πιστεύοντας πως ο πατέρας σου είναι ο πιο έξυπνος και ο πιο δυνατός άνθρωπος στον κόσμο (πράγμα που γεμίζει περηφάνεια κι εσένα τον μικρό), είτε παριστάνοντας πως δεν βλέπεις πόσο σκατά τα έχει κάνει στη δουλειά και στο νοικοκυριό του επειδή τον αγαπάς μόνο και μόνο επειδή είναι αυτός που είναι. Και ο Τσάβες όντως στάθηκε σαν πατέρας στους ψηφοφόρους του, όπως άλλωστε όλοι οι επαγγελματίες λαϊκιστές. Όντως τα έβαλε με τους «μεγάλους» παίζοντας κουκλοθέατρο που άφηνε τα «παιδιά» με ανοιχτό το στόμα. Όντως καθρέφτισε μπόλικη από την εκτυφλωτική λάμψη του στην έως πρότινος άχρωμη και άοσμη στον διεθνή χώρο Βενεζουέλα. Και όντως τα έκανε σκατά στη δουλειά και στο νοικοκυριό του γιατί, πέραν πάσης αμφιβολίας, αυτός ο χαρισματικότατος ανήρ υπήρξε, όπως όλοι οι χαρισματικοί που διάγουν τον βίο τους χαμένοι στον αυτοθαυμασμό τους, ένας πολύ κακός κυβερνήτης.

Εν κατακλείδι, ο Ούγο Τσάβες θα μπορούσε να ειδωθεί και ως μία μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Πήρε στα χέρια του μια πάμπλουτη χώρα ακριβώς στη συγκυρία που θα μπορούσε να την απογειώσει  στο ζενίθ της ευημερίας της, διοχέτευσε (σωστά!) μπόλικο από το άπλετο χρήμα στη βοήθεια προς τους ασθενέστερους, θέλησε να προσφέρει καλύτερη υγεία και να μάθει γράμματα σε εκείνους για τους οποίους κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί πριν από αυτόν. Μα η ευκαιρία στράβωσε και χάθηκε όταν ο μανικός εγωκεντρισμός του δεν τον άφησε να δει τη Βενεζουέλα ως χώρα-σύνολο που έπρεπε να πάει καλά σε όλα τα επίπεδα, παρά μόνο ως γήπεδο μιας ιδεολογικής και, εν τέλει, απόλυτα προσωπικής σύγκρουσης, με τυπικά λατινοαμερικανικούς ποδοσφαιρικούς όρους, απ’ όπου κάποιοι έπρεπε να εξέλθουν θριαμβευτές, κάποιοι άλλοι κατατροπωμένοι κι όλοι μαζί να τον μνημονεύουν με δέος ως τον εκ θεού μεσσία ή ως την εκ θεού νέμεση. Μα αν τα έκανε όλα αλλιώς, δεν θα ήταν ο Τσάβες, δεν θα έβλεπε τώρα από ψηλά εκατομμύρια να κλαίνε σαν να έχασαν τον προσφιλή πατέρα τους, κείμενα να γράφονται για να αναλύσουν τη μοναδική περίπτωσή του και τη Βενεζουέλα, θλιμμένη και περήφανη με τα λάβαρα μεσίστια, να ξεκινάει την επόμενη ημέρα χωμένη στα χαρισματικά σκατά ώς το στόμα, χωρίς κανείς να έχει διδαχθεί και εκλογικεύσει τίποτα, κάτι που άλλωστε συμβαίνει με όλες τις μεταφυσικές και αμιγώς αισθησιακές εμπειρίες, όπως υπήρξε στην πραγματικότητα η προεδρία Τσάβες.

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΣΑΒΕΣ ΚΑΙ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

Understanding the Venezuelan Revolution: Hugo Chavez Talks to Marta Harnecker, Monthly Review Press, 2005, 232 σελ.

Cristina Marcano, Alberto Barrera Tyszka, Hugo Chavez: The Definitive Biography of Venezuela's Controversial President, μετάφραση από τα ισπανικά στα αγγλικά: Kristina Cordero, Random House 2007, 352 σελ.

Bart Jones, Hugo!: The Hugo Chavez Story from Mud Hut to Perpetual Revolution, Steerforth, 2008, 600 σελ.

Carlos Martinez, Michael Fox, JoJo Farrell (Edit), Venezuela Speaks!: Voices from the Grassroots, ΡΜ Press, 2010, 320 σελ.

H. Micheal Tarver, Julia C. Frederick, The History of Venezuela, Palgrave Macmillan, 2006, 208 σελ.

Richard Gott, Hugo Chavez and the Bolivarian Revolution (2η έκδ.), Verso 2011, 368 σελ.

Gregory Wilpert, Changing Venezuela by Taking Power: The History and Policies of the Chavez Government, Verso 2006, 312 σελ.

Miguel Tinker Salas, The Enduring Legacy: Oil, Culture, and Society in Venezuela, Duke University Press Books, 2009, 344 σελ.

 

1 σχολιο

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά