Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταρρυθμίζεται η Ελλάδα;

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Π.Κ. Ιωακειμίδης Δημοσιεύθηκε στο Taurus Τεύχος 58 Εκλογές Σεπτέμβριος 2015 Παρεμβάσεις
Μια καθημερινή ημέρα σε μια τυπική δημόσια υπηρεσία της Ελλάδας. Το επισημαίνει και ο ΟΟΣΑ: φαύλη, ανεπαρκής, απρόθυμη και γερασμένη η δημόσια διοίκηση. Μια καθημερινή ημέρα σε μια τυπική δημόσια υπηρεσία της Ελλάδας. Το επισημαίνει και ο ΟΟΣΑ: φαύλη, ανεπαρκής, απρόθυμη και γερασμένη η δημόσια διοίκηση. Φωτογραφία Αρχείου

Εάν με το τέλος της τριετίας του μνημονίου (και με την προϋπόθεση ότι στο ενδιάμεσο δεν θα συμβεί κάποιο δραματικό ατύχημα) η Ελλάδα δεν θα έχει καταφέρει να επανέλθει στις αγορές ως λίγο-πολύ αξιόπιστη  χώρα, τότε η έξοδος από το ευρώ, το Grexit, θα γίνει πραγματικότητα καθ’ όλα αναπόφευκτη. Αναδημοσίεση από το Books' Journal 58, Σεπτέμβριος 2015, που κυκλοφορεί.

 

 

Η Ελλάδα μπήκε οριστικά και βιώνει ήδη την εποχή του τρίτου και επαχθέστερου μνημονίου –του μνημονίου της Αριστεράς– και, ταυτόχρονα, βαδίζει σε εκλογές. Θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί και τα δύο. Έστω. Ένας κύκλος έκλεισε. Η σύναψη του τρίτου μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ διέλυσε όλους τους (αντι-μνημονιακούς) μύθους, τις πλάνες και τις αυταπάτες των εναλλακτικών και εύκολων λύσεων χωρίς κόστος και συνέπειες. Οι κοινωνικά επώδυνες συνέπειες θα αρχίσουν να φαίνονται πολύ σύντομα. Όπως θα φανούν και οι πολιτικές συνέπειες. Με το τρίτο μνημόνιο, με τα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις που διαλαμβάνει, επιδιώκεται πρωτίστως η επιστροφή της Ελλάδας σε κάποια οιονεί κανονικότητα ως μέλος της ευρωζώνης και, πάνω απ’ όλα, η αποτροπή του επώδυνου Grexit.

Το πρώτο μείζον ερώτημα είναι εάν, βεβαίως, θα υλοποιηθούν οι προβλεπόμενες μνημονιακές μεταρρυθμίσεις. Η εκτίμηση είναι ότι, με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ οποιασδήποτε εκδοχής, που απορρίπτει την ιδιοκτησία του προγράμματος, η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων εμφανίζεται ως μια ιδιαίτερα δύσκολη έως ανέφικτη άσκηση. Έστω και με τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ που έχει απαλλαγεί από τούς οπαδούς της δραχμής και του Grexit. Ένα ευρύτερο κυβερνητικό σχήμα κρίνεται αναγκαίο για την προώθηση των  μεταρρυθμίσεων. Και σ’ αυτό ακριβώς το σχήμα προσβλέπουν οι Ευρωπαίοι αμέσως μετά τις εκλογές. Εάν με το τέλος της τριετίας του μνημονίου (και με την προϋπόθεση ότι στο ενδιάμεσο δεν θα συμβεί κάποιο δραματικό ατύχημα) η Ελλάδα δεν θα έχει καταφέρει να επανέλθει στις αγορές ως λίγο-πολύ αξιόπιστη  χώρα, τότε η έξοδος από το ευρώ, το Grexit, θα γίνει πραγματικότητα καθ’ όλα αναπόφευκτη. Ούτε νέα χρηματοδότηση πρόκειται να υπάρξει από την Ευρώπη (ή άλλους) ούτε η ελληνική πραγματικότητα «σηκώνει» άλλο ένα μνημόνιο. Το ορατό τέλος του δρόμου βρίσκεται, στην καλύτερη περίπτωση, τρία χρόνια μακριά.

Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι οι μνημονιακές μεταρρυθμίσεις εφαρμόζονται κατά γράμμα, θα αποτελέσουν την απάντηση στο πρόβλημα εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, θα οδηγήσουν στην ανάδειξή της σε σύγχρονη, κανονική ευρωπαϊκή χώρα; Η απλή απάντηση είναι όχι. Το μνημόνιο δεν είναι επαρκής λύση στο ελληνικό πρόβλημα. Η λύση βρίσκεται στην πολύ βαθύτερη μεταρρύθμιση, στην αλλαγή του ελληνικού πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού και, σε κάποιες πτυχές του, και του πολιτιστικού σχηματισμού. Όθεν και το εναγώνιο ερώτημα: μπορεί  η σημερινή Ελλάδα να προχωρήσει σ’αυτές τις μεταρρυθμίσεις; Έχει τις πολιτικές δυνάμεις για το σκοπό αυτό;

Σ’ ένα άρθρο του στους Financial Times (9 Ιουνίου 2015), ο καθηγητής Fr. Giavazzi υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να μεταρρυθμισθεί. «Είναι αρκετά σαφές», τονίζει, «ότι οι Έλληνες δεν έχουν καμιά διάθεση να εκσυγχρονίσουν την κοινωνία τους. Στενοχωριούνται ελάχιστα από το ότι η οικονομία τους καταστρέφεται υπό το καθεστώς της πατρονίας [...]. Ως εκ τούτου, η Ευρώπη πρέπει να σταματήσει να αντιμετωπίζει το ελληνικό ζήτημα ως οικονομικό πρόβλημα. Πηγαίνει πολύ βαθύτερα. Στην καρδιά της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Στο συμπέρασμα αυτό φαίνεται να καταλήγει ολοένα και ευρύτερο μέρος των πολιτικών ελίτ της Ευρώπης. Μπορούμε να τους διαψεύσουμε; 

Για να γίνει αυτό, για να υπερβεί δηλαδή η Ελλάδα οριστικά τον κύκλο των κρίσεων και να καταστεί κανονικό ευρωπαϊκό κράτος, χρειάζεται να μεταρρυθμίσει εκ βάθρων τρεις κύριους τομείς:

 

(α) το κρατικό-διοικητικό μόρφωμα που συμπεριλαμβάνει και τον τομέα της δικαιοσύνης,

(β) το εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες του τις βαθμίδες,

(γ) την πολιτική κουλτούρα υποβάθρου που τροφοδοτεί τον ανατρεπτισμό,  τον λαϊκισμό, τον εξαιρετισμό , στοιχεία που  υποσκάπτουν τη βασική αξία και την προϋπόθεση της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης, την εμπιστοσύνη.

 

Όλες οι σύγχρονες μελέτες και έρευνες καταλήγουν σ’ ένα κοινό συμπέρασμα: ότι η κοινωνική ευημερία, η ανάπτυξη, η οικονομική πρόοδος, η ποιότητα του πολιτικού συστήματος εξαρτάται καθοριστικά από το τρίπτυχο αυτό – την ποιότητα των θεσμών, του κράτους, της διοίκησης, του εκπαιδευτικού συστήματος και του ανθρώπινου κεφαλαίου, της εμπιστοσύνης. Εάν αυτό το τρίπτυχο προϋποθέσεων πάσχει, τότε ούτε ποιότητα δημοκρατίας ούτε  κοινωνική ευημερία ούτε οικονομική ανάπτυξη μπορούν να υπάρξουν. Όσοι πόροι κι αν επενδυθούν δεν θα οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Θα καταλήξουν, μάλλον, στην εξάπλωση της διαφθοράς. 

Το πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα είναι περίπλοκο και σύνθετο. Δεν είναι μόνο θέμα οργανωτικών δομών, όπως κατά κανόνα και μονοσήμαντα προσεγγίζεται. Είναι πρωτίστως θέμα κουλτούρας.Η κουλτούρα της διοίκησης δεν είναι προσανατολισμένη στην επίλυση των προβλημάτων – problem-solving. Ούτε στη διαμόρφωση σχέσεων εμπιστοσύνης με την κοινωνία.Το γνωρίζω από πρώτο χέρι. Και τούτο γιατί και η ελληνική παιδεία δεν είναι προσανατολισμένη στην καλλιέργεια αυτών των αξιών. Καλλιεργεί τον ελληνικό εξαιρετισμό .

Ο Φράνσις Φουκουγιάμα, ο γνωστός αμερικανός στοχαστής του «τέλους της ιστορίας», σ’ ένα άλλο ογκώδες βιβλίο του με τίτλο Εμπιστοσύνη. Οι κοινωνικές αξίες και η δημιουργία της ευημερίας (Trust. The Social Virtues and the Creation of Prosperity, Free Press, Λονδίνο 1996) έχει επισημάνει ότι «ένα από τα πλέον σημαντικά διδάγματα που θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από την ανάλυση της οικονομικής πραγματικότητας είναι ότι η ευημερία ενός έθνους και η ικανότητα να ανταγωνίζεται εξαρτάται από ένα μοναδικό, ισχυρό πολιτιστικό χαρακτηριστικό: το βαθμό εμπιστοσύνης (trust) που ενυπάρχει στην κοινωνία». Την ίδια παρατήρηση έκανε, επίσης, σε παλαιότερη ομιλία του στην Αθήνα ο Πάβο Λιπόνεν, πρώην πρωθυπουργός της Φινλανδίας, μιας χώρας που αποτελεί υπόδειγμα οικονομικής οργάνωσης και εκπαιδευτικής αρτιότητας. Ο Π. Λιπόνεν απέδωσε την επιτυχία της χώρας του στον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που διακρίνει την κοινωνία, και το πρόβλημα της Ελλάδας στον εξαιρετικά χαμηλό βαθμό διακοινωνικής, διαπροσωπικής εμπιστοσύνης. Η διαπίστωση αυτή είναι πέρα για πέρα ορθή. Η ρίζα μιας σειράς προβλημάτων βρίσκεται ακριβώς στην απουσία της (πολιτιστικής) αξίας της εμπιστοσύνης, τόσο στο συλλογικό όσο και στο διαπροσωπικό επίπεδο. Στο συλλογικό επίπεδο, ως χώρα, συγκροτούμε μια βαθύτατα ανασφαλή οντότητα. Για λόγους γεωγραφικούς, ιστορικούς, ευρύτερα πολιτιστικούς, κοινωνιολογικούς κ.ά., μας διακατέχει βαθύτατη ανασφάλεια και διάχυτη έλλειψη εμπιστοσύνης. Τείνουμε να θεωρούμε ότι σχεδόν οι πάντες επιβουλεύονται την ύπαρξή μας, συνωμοτούν για την εξόντωσή μας, «ζηλεύουν τη θέση και τις ομορφιές μας», ότι είμαστε «έθνος ανάδελφον» και άλλα ηχηρά παρόμοια.

Αυτή η ανασφαλής προσέγγιση στην ευρύτατη κοινωνική υποδομή (δεν συζητάμε για τις στάσεις κάποιων ελίτ) δεν μας επιτρέπει να δούμε με ορθολογική καθαρότητα και εξωστρέφεια τον κόσμο, να σταθμίσουμε μετρημένα τη θέση και το ρόλο μας στην παγκόσμια κοινότητα. Έτσι κινούμαστε ανάμεσα στα πλέον αντιφατικά και εν πολλοίς παράδοξα σύνδρομα. Από τη μια θεωρούμε ότι είμαστε το «κέντρο του κόσμου», ο «περιούσιος λαός», η «κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού», από την άλλη όμως πιστεύουμε ότι είμαστε υποχείριο ή θύμα των ξένων, των μεγάλων δυνάμεων, των σκοτεινών κύκλων( «σύνδρομο θυματοποίησης»). Η ανασφαλής αυτή στάση μάς οδηγεί σε υψηλότερο ίσως βαθμό από άλλες ευρωπαϊκές χώρες να μαχόμαστε τις ιστορικές τάσεις της εποχής μας, λόγου χάριν την παγκοσμιοποίηση (ενώ ταυτόχρονα επωφελούμαστε από τα προϊόντα που παράγει, όπως τα κινητά τηλέφωνα, το διαδίκτυο, κ.λπ.).

Στο κοινωνικό και ατομικό επίπεδο, η ανασφάλεια εκφράζεται με την έλλειψη εμπιστοσύνης στις διαπροσωπικές σχέσεις, πέρα απ’ αυτές της οικογένειας και της παρέας. Ουσιαστικά, η Ελλάδα είναι κατά βάση μια «κοινωνία της παρέας» ή, ακόμη, των «στενών κυκλωμάτων» («φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα...»). Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη «παρέα» με το νόημα που έχει στην ελληνική γλώσσα δεν απαντάται σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Μέσα στην παρέα φαίνεται να δικαιολογούνται τα πάντα, να επιτρέπονται σχεδόν τα πάντα, να συγχωρούνται τα πάντα. Η εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών της οικογένειας και της παρέας εμφανίζεται ως απόλυτη. Οποιοσδήποτε πολιτικός (με λίγες εξαιρέσεις) καταλάβει θέση εξουσίας θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι θα πρέπει, ως πρώτο καθήκον, να «τακτοποιήσει» μέλη της οικογένειας και της παρέας του σε διάφορες θέσεις, αδιαφορώντας εάν συγκεντρώνουν ορισμένα απαραίτητα προσόντα ή αν ανταποκρίνονται στοιχειωδώς στο έργο που τους ανατίθεται. Τα πρόσφατα παραδείγματα από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ είναι πάμπολλα.

Η απουσία εμπιστοσύνης εκτρέφει τη δυσπιστία προς τις θεσμικές, απρόσωπες, καθολικές σχέσεις, γεννώντας ουσιαστικά το τέρας της γραφειοκρατίας και της τυπολατρίας. Ειδικά η γραφειοκρατία, στη ρίζα της, θεωρείται ότι είναι προϊόν έλλειψης εμπιστοσύνης. Η απαίτηση για πιστοποιητικά επί των πιστοποιητικών αυτό εκφράζει. Η έλλειψη εμπιστοσύνης εξηγεί επίσης το φαινόμενο της ογκώδους νομοπαραγωγής. Η Ελλάδα παράγει περισσότερους νόμους από όλες  σχεδόν τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σχεδόν τίποτα δεν μπορεί να ρυθμισθεί χωρίς νόμους, με την επίκληση της κοινής λογικής. Η χώρα, επίσης, διακρίνεται για το φαινόμενο της  δικομανίας. Οι μισοί Έλληνες έχουν παραπέμψει για σημαντικούς και ασήμαντους λόγους τους άλλους μισούς στα δικαστήρια, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Είναι προφανές ότι κάτω απ’ αυτές τις προϋποθέσεις ούτε ορθολογική, θεσμική συγκρότηση του κράτους μπορεί να υπάρξει ούτε αποτελεσματική οικονομική οργάνωση. Και βεβαίως ούτε σταθερά υψηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να υπάρξει μια Ελλάδα σύγχρονη, κανονική, ευρωπαϊκή (κι αυτό ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και την εφαρμογή του μνημονίου).

Πάρα πολλά θα χρειαστεί, επομένως, να αλλάξουν. Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται να αναδειχθούν πολιτικά οι γνήσιες μεταρρυθμιστικές δυνάμεις...

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά