Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Οι τρεις ταφές της Ελένης Παπαδάκη

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Ιάκωβος Ανυφαντάκης Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 56
H ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη. Εκτελέστηκε τον Δεκέμβριο του 1944. H ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη. Εκτελέστηκε τον Δεκέμβριο του 1944. Συλλογή Μιχάλη Παπαδάκη

Η παρούσα εργασία θα εστιάσει στη δεύτερη κίνηση, την επιστροφή στο παρελθόν, σε ένα συγκεκριμένο γεγονός του παρελθόντος, τη δολοφονία της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη, για να εξετάσει πώς την προσλαμβάνουν και την επεξεργάζονται συγγραφείς μέσα σε διαφορετικά πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα. Ένα τόσο περιορισμένο παράδειγμα δεν μπορεί βεβαίως να δώσει συνολικές απαντήσεις για τη διαχείριση της μνήμης του εμφυλίου πολέμου. Μπορεί, όμως, να μας δείξει πώς χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς η περίπτωση του θανάτου μιας μείζονος καλλιτέχνιδος και, μέσω της αναγωγής, πώς αντιμετωπίζεται η τέχνη σε συνθήκες πόλωσης. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 56, Ιούνιος 2015.

Λογοτεχνία και ιστοριογραφία συγκροτούν δύο αφηγήσεις του παρελθόντος άλλοτε συμπληρωματικές και άλλοτε ανταγωνιστικές. Η λογοτεχνία μπορεί να αποτελέσει πηγή ή υλικό της ιστοριογραφίας, πεδίο μελέτης και εργαλείο για να βοηθήσει τον ερευνητή να προσεγγίσει τη δομή της αίσθησης της εποχής που εξετάζει. Η ιστοριογραφία, από την άλλη, προσφέρει θέματα στη λογοτεχνία, το πλαίσιο για τα μυθιστορήματα και την ευκαιρία για το συγγραφέα να κατανοήσει καλύτερα την εποχή του. Ωστόσο δεν είναι λίγες οι φορές που οι δύο αφηγήσεις στέκονται ανταγωνιστικά η μια προς την άλλη. Η ιστορία θέτει τα όρια στην επινόηση που μπορεί να έχει η λογοτεχνία κατά την κατασκευή του παρελθόντος και η δεύτερη, συχνά, αμφισβητεί τα πορίσματα της πρώτης όσον αφορά τον τρόπο που προσεγγίζει τα θέματά της.

Αυτή τη σύνθετη σχέση έχουν επιχειρήσει συχνά να χαρτογραφήσουν οι σπουδές μνήμης τα τελευταία χρόνια. H λογοτεχνία αντιμετωπίζεται με δύο τρόπους: είτε ως μια προβολή του παρελθόντος στο παρόν είτε ως μια προσπάθεια ανάμνησης του τότε με φίλτρο τους καταναγκασμούς του τώρα. Οι δύο οπτικές αποτελούν και δύο αντίρροπες κινήσεις, η καθεμιά εστιάζοντας σε διαφορετικό σημείο της σχέσεως παρελθόντος-παρόντος. Η παρούσα εργασία θα εστιάσει στη δεύτερη κίνηση, την επιστροφή στο παρελθόν, σε ένα συγκεκριμένο γεγονός του παρελθόντος, τη δολοφονία της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη, για να εξετάσει πώς την προσλαμβάνουν και την επεξεργάζονται συγγραφείς μέσα σε διαφορετικά πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα. Ένα τόσο περιορισμένο παράδειγμα δεν μπορεί βεβαίως να δώσει συνολικές απαντήσεις για τη διαχείριση της μνήμης του εμφυλίου πολέμου. Μπορεί, όμως, να μας δείξει πώς χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς η περίπτωση του θανάτου μιας μείζονος καλλιτέχνιδος και, μέσω της αναγωγής, πώς αντιμετωπίζεται η τέχνη σε συνθήκες πόλωσης.

Σύμφωνα με την Ann Rigney, ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να έχει πέντε ρόλους στη διαχείριση του παρελθόντος.

 

  1. Tου «μεταβιβαστή», μεταφέροντας προηγούμενες μορφές ανάμνησης από τη μια γενιά στην επόμενη.
  2. Tου «σταθεροποιητή», μορφοποιώντας τους τρόπους αφήγησης και παρέχοντας ένα πλαίσιο για τις αναμνήσεις.
  3. Toυ «καταλύτη», στρέφοντας την προσοχή σε νέα θέματα ή επαναφέροντας το ενδιαφέρον σε ζητήματα ώς ένα βαθμό λησμονημένα.
  4. Του «αντικειμένου ανάμνησης», όταν το κείμενο γίνεται το ίδιο θέμα δράσης, όπως π.χ. ο Οδυσσέας του Τζόυς στο Δουβλίνο[1].
  5. Του «ελεγκτή», αφού μέσα από την αναθεώρηση της ανάγνωσής του αποτυπώνονται οι αλλαγές στην μνήμη[2].

 

Εστιάζοντας στην ελληνική περίπτωση, η Βενετία Αποστολίδου πρώτη επισήμανε τη σημασία της λογοτεχνίας στην επεξεργασία του εμφυλίου. Υποστήριξε ότι οι συγγραφείς υπήρξαν περισσότερο ευαίσθητοι στην καταγραφή αιρετικών μορφών αναπαράστασής του[3]. Συχνά, βιβλία αποτέλεσαν καταλύτες για δημόσιο διάλογο γύρω από τους τρόπους μνημόνευσης της ιστορίας. Πρόχειρα μπορούμε να αναφέρουμε, ως παραδείγματα, το διάλογο περί «μαύρης λογοτεχνίας», με αφορμή την έκδοση των Δοντιών της μυλόπετρας του Νίκου Κάσδαγλη, του Χρονικού μιας σταυροφορίας του Ρόδη Ρούφου και της Πολιορκίας του Αλέξανδρου Κοτζιάτη δεκαετία του 1950[4], την κριτική που ασκήθηκε στις Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα στις αρχές του 1960[5], τις επιθέσεις που δέχτηκε η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη στα μέσα του 1980 και τη διαμάχη γύρω από την Ορθοκωστά το 1994[6]. Σε καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις η λογοτεχνία αποτέλεσε την αφετηρία για δημόσιο διάλογο, που με τη σειρά του τροφοδότησε τη μελέτη της ιστορίας.

H Ελένη Παπαδάκη  γεννήθηκε το 1903 και ήταν κόρη εύπορης οικογένειας της Αθήνας. Είχε από μικρή πάθος με το θέατρο. Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι ήταν καταρτισμένη στη μουσική και πολύγλωσση (μιλούσε και διάβαζε αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά), για να μπορεί να μελετά τους ρόλους της στο πρωτότυπο. Θεωρήθηκε η κορυφαία ηθοποιός της γενιάς της μαζί με την Κατίνα Παξινού, με την οποία υπήρχε ανταγωνισμός για τη διανομή των ρόλων[7]. Αυτή η σύγκρουση καταγράφηκε και στον Τύπο, με αρκετούς κριτικούς να μεταφέρουν αμφιβολίες για την προτίμηση που έδειχνε το Εθνικό Θέατρο στην Παξινού. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Παπαδάκη κατηγορήθηκε για τις επαφές της με τους Γερμανούς και τη στενή της σχέση με τον Ιωάννη Ράλλη, πρωθυπουργό της διορισμένης από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής κυβέρνησης. Κυκλοφόρησε, μάλιστα, η φήμη ότι ο Ράλλης πέρασε ειδικό νόμο για να καταφέρει να την παντρευτεί με τέταρτο γάμο. Ταυτόχρονα, ωστόσο, υπάρχουν μαρτυρίες ότι η Παπαδάκη χρησιμοποίησε αυτές τις διασυνδέσεις για να σώσει κρατουμένους των Γερμανών που θα οδηγούνταν στην εκτέλεση. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών τη διέγραψε από μέλος του, κατηγορώντας τη για προδοτική στάση. Το απόγευμα της Πέμπτης 21 Δεκεμβρίου 1944, η Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ στα Πατήσια τη συνέλαβε στο σπίτι των Μυράτ, και το ίδιο βράδυ, αφού δικάστηκε από λαϊκό δικαστήριο, δολοφονήθηκε στην Ούλεν, στο σημερινό Γαλάτσι. Λίγες μέρες μετά το θάνατό της, το ΚΚΕ εκτέλεσε όσους ήταν υπεύθυνοι για το θάνατό της, αφού τους κατηγόρησε ότι ως πράκτορες της Inteligence Service σκότωσαν την Παπαδάκη για να δυσφημήσουν το ΕΑΜ. Ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης, αργότερα, στη 12η Ολομέλεια, αναφέρθηκε στη δολοφονία της Παπαδάκη ως ένα από τα σφάλματα του κόμματος.

Μετά το θάνατό της, η Ελένη Παπαδάκη χρησιμοποιήθηκε από την αντικομμουνιστική προπαγάνδα ως παράδειγμα που τεκμηρίωνε μια βία της Αριστεράς που είχε ως βάση της το φθόνο και την προσπάθεια να εξοντωθεί η παλιά ελίτ –είτε είχε φταίξει είτε όχι–, ώστε οι κομμουνιστές να πάρουν τη θέση των εκπροσώπων της. Η θλίψη για την απώλεια της ηθοποιού, πάντως, ξεπέρασε το αντικομουνιστικό στρατόπεδο. Ως αθώο θύμα, έγινε ποίημα από τον Άγγελο Σικελιανό και εικονογραφήθηκε σαν Αγία Ελένη από τον Φώτη Κόντογλου. H Παπαδάκη ενέπνευσε τρεις σημαντικούς νεοέλληνες συγγραφείς σε διάστημα έξι δεκαετιών, να τη χρησιμοποιήσουν ως ηρωίδα στα βιβλία τους που αναφέρονται στα Δεκεμβριανά.[8]

Καθένα από τα βιβλία (που αναλύονται παρακάτω) ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση στη ζωή και το θάνατο της ηθοποιού. Η Θεανώ Γαλάτη του Γιώργου Θεοτοκά είναι μια παράλληλη ιστορία που δίδει χρώμα σε ολόκληρη τη δράση. Στον Μάνου Ελευθερίου η Παπαδάκη βρίσκεται στο επίκεντρο του μύθου, αφορμή και κατάληξη της πλοκής. Ο συγγραφέας ακολουθεί μια λοξή προσέγγιση στο παρελθόν. Θέτει ως υπόθεση ότι η Παπαδάκη δεν σκοτώθηκε στα Δεκεμβριανά και αναζητεί, έκτοτε, την τύχη της, διερευνώντας παράλληλα τις αιτίες της δολοφονίας της. Για τον Μισέλ Φάις, η Ελένη Παπαδάκη αποτελεί τον δεύτερο πυλώνα της πλοκής μαζί με τη βιογραφία του Νίκου Ζαχαριάδη, σε ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που εντάσσει την σύγχρονη ελληνική ιστορία μέσα στα όρια μιας οικογενιακής σάγκα. Ας ακολουθήσουμε τη χρονολογική σειρά στην παράθεση των βιβλίων.

Το 1964, ο Γιώργος Θεοτοκάς ολοκληρώνει το μυθιστόρημα Ασθενείς και οδοιπόροι, κομμάτι της ευρύτερης σύνθεσης που είχε ξεκινήσει με την Ιερά οδό το 1950. Θέμα του είναι η κατοχική εμπειρία στη Αθήνα και η πολιτική διαμόρφωση των υποκειμένων, κάτω από τις αντίρροπες τάσεις των τριών παραγόντων που δρούσαν: των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, του αστικού κόσμου και του ΕΑΜ. Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι η Θεανώ Γαλάτη, η ιστορία της οποίας θυμίζει έντονα αυτή της Ελένης Παπαδάκη. Η Γαλάτη συνδέεται ερωτικά με τον γερμανό αξιωματικό Χίλεμπραντ, για να μπορέσει μέσα από την επιρροή της να σώσει τους κρατούμενούς του. Στα Δεκεμβριανά συλλαμβάνεται, περνάει από στρατοδικείο και εκτελείται, όμοια με ό,τι συνέβη στην Ελένη Παπαδάκη. Το βιβλίο αντιμετωπίζει την ιστορία από την πλευρά του αστικού κόσμου που δεν συμμετείχε στις συγκρούσεις αλλά παρακολουθούσε τα γεγονότα με αγωνία για το ποια θα είναι η κατάληξη. Στέκεται αρκετά στην κόκκινη βία, την οποία θεωρεί προσπάθεια των κομμουνιστών να εκμεταλλευτούν το χάος για να καταλάβουν την εξουσία[9]. Όπως πάντως σημειώνει η Μαρία Νικολοπούλου, «το κείμενο δεν υιοθετεί τον λόγο της Δεξιάς σχετικά με τις αιτίες του Εμφυλίου, αποδίδοντας μέρος της ευθύνης στην πολιτική των Άγγλων. Η έμφαση όμως στο λαϊκό δικαστήριο και στους ομήρους των Δεκεμβριανών υιοθετεί τον λόγο περί αριστερής βίας ως μέσου κατάληψης της εξουσίας»[10].

Στη Γυναίκα που πέθανε δύο φορές (2006), ο Μάνος Ελευθερίου έχει κεντρικό θέμα την ιστορία της Ελένης Παπαδάκη. Είναι η γυναίκα του τίτλου που, σύμφωνα με το εύρημα του Ελευθερίου, δεν πέθανε το 1944, αλλά επέζησε και, πολλά χρόνια αργότερα, ένας θαυμαστής της, ανακαλύπτοντας την αλήθεια, προσπαθεί να διαλευκάνει τις συνθήκες της παρ’ ολίγον εκτέλεσής της, τις αιτίες, τους ηθικούς και τους φυσικούς αυτουργούς. Σε αυτό το αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς νεκρό, ο ήρωας, για να απαντήσει τα ερωτήματά του, αναζητεί μάρτυρες και πρωταγωνιστές των γεγονότων και καταφεύγει στα δικαστικά αρχεία, χρησιμοποιεί δηλαδή τις μεθόδους του ιστορικού για να μπορέσει να ανασυστήσει το παρελθόν και να εξηγήσει το πώς και το γιατί του θανάτου της Ελένης Παπαδάκη[11]. Ο Ελευθερίου κάνει εκτενή προσωπική έρευνα χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα αρχεία για την ηθοποιό και, εκεί που δεν του αρκούν τα τεκμήρια, συμπληρώνει τα κενά με τη φαντασία του, αφού όπως ο ίδιος έχει υποστηρίξει εκεί όπου απουσιάζουν οι πηγές παίρνει τη θέση τους ο στοχασμός[12].

Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας γίνεται αυτοσκοπός για τον ήρωα του βιβλίου. Ο Ελευθερίου δημιουργεί έναν κόσμο γεμάτο πάθη, φθόνο και αντιζηλίες. Μεταφέρει τη δράση από το πολιτικό στο προσωπικό επίπεδο. Η δολοφονία της Παπαδάκη δεν ήταν μια πολιτική πράξη, αλλά μια ενέργεια που έγινε δυνατή μέσα στο περιβάλλον που είχε δημιουργηθεί από τη σύγκρουση. Η έλλειψη κεντρικής εξουσίας σήμαινε ότι μια σειρά από περιφερειακές ομάδες μπορούσαν να δρουν με σχετική αυτονομία. Ο Ελευθερίου δεν ενοχοποιεί το ΚΚΕ για τη δολοφονία της Παπαδάκη αλλά διότι έδωσε βήμα σε αυτούς που θεωρεί φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς του θανάτου της.

Τα Πορφυρά Γέλια (2010) του Μισέλ Φάις επιχειρούν να καταγράψουν όλες τις διαστάσεις της εμφύλιας βίας, από την κορυφή ώς τη βάση, από το περιβάλλον του Ζαχαριάδη ώς τα νεαρά μέλη της ΟΠΛΑ, τους θύτες και τα θύματα, και σε ένα γεωγραφικό χώρο που καλύπτει ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και το στρατόπεδο του Μπούλκες. Το βιβλίο είναι μια οικογενειακή τραγωδία της Αριστεράς με βασική πρωταγωνίστρια την Αθηνά Σέκερη, την «κόκκινη δασκάλα», μια κομμουνίστρια που έμεινε φανατικά πιστή στον Ζαχαριάδη ακόμα και μετά το θάνατό του. Γύρω της αναπτύσσονται επάλληλοι κύκλοι θυμάτων της δράσης της: ο άντρας της, μεταφραστής των Βακχών και υποβολέας της Ελένης Παπαδάκη· ο εκτελεστής της ΟΠΛΑ που λαμβάνει την εντολή να σκοτώσει τον άντρα της· ο ένας γιος της που καταλήγει στην ακροαριστερή τρομοκρατία και ο άλλος στην ακροδεξιά συνωμοσιολογία, ενώ ο τρίτος πέφτει θύμα της καταπίεσής της, αφήνοντας τον δικό του γιο, την επόμενη γενιά, να διαχειριστεί την επίπονη οικογενειακή μνήμη. Το βιβλίο είναι εμποτισμένο στην ιστορία, στα μεγάλα γεγονότα και στις μικρές λεπτομέρειες, οι ήρωές του δρουν ανάμεσα στις γνωστές ιστορικές προσωπικότητες και μεταφέρει έτσι μια πλάγια πολιτική ανάλυση. Οι ήρωες του Φάις βρίσκονται σε όλη την παλέτα της πολιτικής. Και η βία υπάρχει όχι ως «μαμή της ιστορίας» αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της. Η αφοσιωμένη κομμουνίστρια Αθηνά, ακόμη και όταν παραληρεί από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, επισημαίνει ότι έκαναν επανάσταση και η επανάσταση περιλαμβάνει τη βία. Το μέλος της ΟΠΛΑ δέχεται το ρόλο μαζί με τις τύψεις που κουβαλάει για τις πράξεις του, αφού ενστερνίζεται την αναγκαιότητά τους. Και οι μετριοπαθείς, ο εγγονός και ο παππούς, καταλήγουν να αποστραφούν την πολιτική αφού καταλαβαίνουν ότι η εξουσία, η δύναμη και, τελικά, η βία είναι τμήμα της. Ο Φάις, όμως, μοιάζει περισσότερο να μελετά τη βία από όλες της πλευρές και σε όλες τις διαστάσεις της, εστιάζοντας στην πολιτική συμπεριφορά των θυτών. Μέσα σε αυτό το γαϊτανάκι, η Ελένη Παπαδάκη εντάσσεται ως δευτερεύων αλλά ουσιαστικός χαρακτήρας. Είναι το ακριβώς αντίθετο από την Κόκκινη Δασκάλα: ταγμένη στην τέχνη της, ποθητή και χωρίς δογματισμό. Προκαλεί τη ζήλεια της Σέκερη, επειδή πιστεύει ότι ο άνδρας της είναι κατά βάθος ερωτευμένος μαζί της. Με αυτό τον τρόπο, ο Φάις καταγράφει λιτά την ιστορία του τέλους της, βρίσκοντας την ευκαιρία να μιλήσει για την τύχη των καλλιτεχνών σε πολωμένες συνθήκες, όπως εκείνες στις οποίες συνέγραψε ο ίδιος τα Πορφυρά Γέλια.

Ο κάθε συγγραφέας γνωρίζει τη δουλειά των προγενεστέρων του, αλλά ταυτόχρονα δεν συνομιλεί με αυτούς. Δεν παρατηρούμε μια εξέλιξη στην παράσταση του θανάτου της Παπαδάκη αλλά τρεις μεμονωμένες, αυτόνομες περιπτώσεις. Στόχος τους είναι να αποτυπώσουν την ηθοποιό και τον θάνατό της όπως τον έχει οραματιστεί καθένας. Να τον ερμηνεύσει. Να τον χρησιμοποιήσει. Η Παπαδάκη μετατρέπεται στο case study, το παράδειγμα που τους επιτρέπει να μιλήσουν για όσα σύγχρονά τους τούς απασχολούν. Ας αναλύσουμε λίγο περισσότερο πού καταλήγουν για να μπορέσουμε στη συνέχεια να δούμε γιατί ειδικά η Ελένη Παπαδάκη. Γιατί, δηλαδή, δεν επιλέγεται οποιοδήποτε άλλο ανώνυμο θύμα της κατοχής την ιστορία του οποίου θα μπορούσε ο συγγραφέας να πλάσει στη φαντασία του.

Για τον Θεοτοκά, η Παπαδάκη είναι η ανυστερόβουλη εκπρόσωπος της αστικής Αθήνας που προσπαθεί με διαλλακτικούς τρόπους να επικοινωνήσει με τους Γερμανούς, ώστε να μπορέσει να σώσει όσους πρόκειται να εκτελεστούν. Έτσι, συμβολίζει μια συναινετική πολιτική, η οποία προτάσσει την υπομονή, στοχεύοντας στις μικρότερες απώλειες μέχρι τη φυγή των Γερμανών, γι’ αυτό και στοχοποιείται από τους κομμουνιστές που αρνούνται να αποδεχθούν τη μετριοπάθεια. Για τον Ελευθερίου, ο θάνατος της Ελένης Παπαδάκη έχει να κάνει με τις καλλιτεχνικές αντιζηλίες οι οποίες οδήγησαν στο στιγματισμό της εντός Εθνικού Θεάτρου και, τελικά, στο θάνατό της. Αποπολιτικοποιείται και τοποθετείται στον μικρόκοσμο της καλλιτεχνικής κοινότητας. Ο ίδιος ο Ελευθερίου αναφέρει ότι αυτό που κυρίως τον ενδιέφερε ήταν να δει το πρόβλημα της «ανθρωποθυσίας»[13]. Στον Φάις, ο θάνατος της Παπαδάκη έρχεται ως κορύφωση μιας σκοτεινής εποχής γεμάτης βία. Οι εντολές για το θάνατο ενός ανθρώπου, ενός οποιουδήποτε ανθρώπου, ήταν εύκολο να δοθούν μέσα στη σκληροπυρηνική, γραφειοκρατική αντίληψη εξουσίας που είχε επικρατήσει.

Η επιλογή της Ελένης Παπαδάκη, λοιπόν, δεν είναι τυχαία. Μέσα από αυτή, οι συγγραφείς έχουν την ευκαιρία να μιλήσουν για το σύμβολο του καλλιτέχνη σε δύσκολους καιρούς, ανάμεσα σε αντιμαχόμενες πλευρές. Η ζωή της Ελένης Παπαδάκη νοηματοδοτείται μέσα από το θάνατό της. Είναι το τέλος της, που οδηγεί τους συγγραφείς να ασχοληθούν με αυτή. Αξίζει, όμως, να αναφερθεί ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι μοναδική στα «επώνυμα» θύματα της δεκαετίας του 1940. Ανάλογη είναι η αντιμετώπιση του Κίτσου Μαλτέζου. Ενδεικτικά αναφέρεται, η Τειχομαχία του Θ.Δ. Φραγκόπουλου και ο πρώτος τόμος από το Χρονικό μιας Σταυροφορίας του Ρόδη Ρούφου. Στην περίπτωση του Μαλτέζου, όμως, έχουμε βιβλία γραμμένα από άτομα που τον γνώριζαν και συγκλονίστηκαν από το θάνατό του, δημιούργησαν, λοιπόν, μυθιστορηματικά μνημεία όπου με αφορμή τη δολοφονία του ηρωοποιούν τον βίο του για να τιμωρήσουν –έστω λογοτεχνικά– τους θύτες. Η Ελένη Παπαδάκη, από την άλλη, θυμίζει ένα σύμβολο διαρκώς ανανοηματοδοτούμενο, στο οποίο επιστρέφουν οι συγγραφείς για να του δώσουν νέο περιεχόμενο το οποίο θα αρμόζει στις δικές τους ιδέες. Τα στοιχεία της Παπαδάκη που διαρκώς επανέρχονται μέσα στα κείμενα είναι η καλλιτεχνική της αξία, το βίαιο άδικο τέλος της και η επιθυμία της να μείνει αμέτοχη στις πολιτικές εξελίξεις, εστιάζοντας στην τέχνη της. Μέσα από την Παπαδάκη, λοιπόν, οι συγγραφείς βρίσκουν την ευκαιρία να διαπραγματευτούν μια ολόκληρη στάση ζωής, η οποία στέκεται απέναντι σε οποιαδήποτε στράτευση, αντίθετα προτιμά να αφοσιωθεί στην υποκριτική, χτίζοντας μια αλληγορία για τη διαχρονική θέση της τέχνης απέναντι στην πολιτική.



[1]Bloomsday εορτάζεται κάθε χρόνο στις 16 Ιουνίου στο Δουβλίνο, την ίδια μέρα που εκτυλίχθηκε το 1904 ο Οδυσσέας του Τζαίημς Τζόυς. Πρβλ. Declan Kimberd, “Ulysses, modernism's most sociable masterpiece”, The Guardian, 16 Ιουνίου 2009, διαθέσιμοστοhttp://www.theguardian.com/books/2009/jun/16/jamesjoyce-classics.

 

[2] Ann Rigney, “The dynamics of rememberance: Texts between monumentality and morphing”, στο Astrid Erll & Ansgar Nünning (επιμ.), Cultural Memory Studies; An International and Interdisciplinary Handbook, Βερολίνο-Νέα Υόρκη, De Gruyter, σ. 351-352.

[3]Βενετία Αποστολίδου, «Πώς η λογοτεχνία διέσωσε την ιστορική μνήμη», Το Βήμα, 17 Οκτωβρίου 1999.

[4] Για την πολεμική γύρω από τη λογοτεχνία τη δεκαετία του 1950, διαφωτιστικές είναι οι κριτικές του Δημήτρη Ραυτόπουλου στην Επιθεώρηση Τέχνης, «Μαύρη πολιτική λογοτεχνία 1-3», διαθέσιμες και στο Δημήτρης Ραυτόπουλος, Οι ιδέες και τα έργα, χ.ε., Αθήνα 1965, σ. 289-304.

[5] Περισσότερα για το διάλογο γύρω από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες, πρβλ.: Μίλτος Πεχλιβάνος, Από τη Λέσχη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Πόλις, Αθήνα 2008.

[6] Για τη διαμάχη γύρω από την Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού, πρβλ. Θανάσης Σκούπρας, «Η Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού και η κριτική», Νέα Εστία, Τεύχος 1802, Ιούλιος-Αύγουστος 2007.

[7] Μιχάλης Παπαδάκης, Ελένη Παπαδάκη: Η σκιαγραφία μιας ξεχωριστής θεατρικής ιδιοφυίας, Εστία, Αθήνα 19842, σελ. 12-21.

[8] Η ιστορία της Παπαδάκη εμφανίζεται και σε άλλα βιβλία με σύντομες αναφορές, διαφορετικές εκδοχές του θανάτου της. Είναι σημάδι το πόσο ισχυρή είναι η επιρροή της περίπτωσής της στη δημόσια ιστορία. Πρβλ.: Νίκος Δαββέτας, Το θήραμα, Κέδρος, Αθήνα 2004, σ. 11-13.

[9] Γιώργος Θεοτοκάς, Ασθενείς και οδοιπόροι, Φέξης, Αθήνα 1964, σ. 160.

[10]Μαρία Νικολοπούλου, «Η πεζογραφία με θέμα τον εμφύλιο», στο Γιώργος Αντωνίου-Νίκος Μαραντζίδης, Η εποχή της σύγχυσης: Η δεκαετία του ’40 και η ιστοριογραφία, Εστία, Αθήνα 2008, σ. 487-488.

[11] Το παιχνίδι των συγγραφέων με τις μεθόδους των ιστορικών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο την εποχή που γράφει ο Ελευθερίου. Ο Βαλτινός στην Ορθοκωστά παραθέτει επινοημένες μαρτυρίες σαν να βρισκόμασταν μπροστά στο εργαστήρι του ερευνητή. Ο Νίκος Δαββέτας στη Λευκή Πετσέτα στο ρινγκ κατασκευάζει έναν ήρωα δημοσιογράφο που εστιάζει στη μικροϊστορία των Δεκεμβριανών. Η Μάρω Δούκα στο βιβλίοΤο δίκιο είναι ζόρικο πολύ γράφει για την ιστορία μιας νεαρής Χανιώτισσας που παρατάει τις σπουδές της στην Αθήνα προκειμένου να ερευνήσει την τοπική ιστορία της γενέτειράς της και, μαζί με αυτή, την οικογενειακή της ιστορία.

[12] Μάνος Ελευθερίου, Συνέντευξη με τον Γιάννη Τζαννετάκο, Εξιστορείν και ιστορείν, ΕΤ1, διαθέσιμο στο https://www.youtube.com/watch?v=_d596EQDCkE.

[13] Ο.π.

 

Η μελέτη αποτελεί επεξεργασμένη μορφή ομιλίας με τον ίδιο τίτλο στο συνέδριο «Δεκεμβριανά 1944: Το παρελθόν και οι χρήσεις του», που διοργάνωσαν τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας και το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2014.

 

 

Ιάκωβος Ανυφαντάκης. Υποψήφιος διδάκτορας Σύγχρονης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, γράφει κριτική βιβλίου για την Εφημερίδα των Συντακτών. Για τη νουβέλα του Αλεπούδες στην Πλαγιά (2013) είναι υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα.

 

 

 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά