Παρασκευή, 01 Νοεμβρίου 2013

Πώς γίνεται μια δημόσια συζήτηση

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 37

Το Ηνωμένο Βασίλειο έξω από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;

Τους τελευταίους μήνες, στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται σε εξέλιξη μια μάλλον περίεργη για τα δεδομένα της χώρας συζήτηση. Βασικό ερώτημα γύρω από το οποίο περιστρέφεται το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης είναι το αν η χώρα πρέπει ή όχι να υπαναχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ). Το ερώτημα ψάχνει απάντηση σε όλα τα δημόσια forum. Από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έως συνέδρια και επιτροπές του Κοινοβουλίου, το ζήτημα γύρω από την ανάγκη παραμονής ή όχι στην ΕΣΔΑ συγκεντρώνει το ενδιαφέρον. Σημείο επαφής των υπέρμαχων και των πολέμιων της παραμονής της χώρας στην Σύμβαση είναι η κοινή διαπίστωση ότι δεν υπάρχει πιο σωστός τόπος και χρόνος για να λάβει χώρα μια τέτοια συζήτηση.

 

Η ιδέα της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΣΔΑ δεν είναι νεοπαγής. Η διαφορά πολιτισμού και κοινών αξιών μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της συντριπτικής πλειονότητας των υπόλοιπων χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης αποτελεί ανέκαθεν το βασικό επιχείρημα που τροφοδοτεί το κίνημα κατά της παραμονής. Σε επίπεδο έννομων τάξεων, η παραπάνω διαφοροποίηση εντοπίζεται στο γνωστό δίπολο αγγλοσαξονικής και ηπειρωτικής νομικής παράδοσης, με την πρώτη να παρουσιάζει πιο φιλελεύθερα χαρακτηριστικά με κύριο άξονα την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τη δεύτερη να προωθεί έναν πιο παρεμβατικό κρατισμό. Για τους υποστηρικτές της αποχώρησης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής Δικαστήριο) έχει υιοθετήσει την προοπτική της ηπειρωτικής παράδοσης, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί ξένο προς τη βρετανική πραγματικότητα (ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει το γεγονός ότι στις χώρες με ηπειρωτική νομική παράδοση προβάλλεται το ακριβώς αντίθετο επιχείρημα, ότι δηλαδή το Δικαστήριο έχει υιοθετήσει την αγγλοσαξονική παράδοση). Αυτή η θέση έχει βρει υποστηρικτές ήδη από συνάψεως της ΕΣΔΑ και επανεμφανίζεται σταθερά έπειτα από κάθε δημοσίευση δυσάρεστης για τη Βρετανία απόφασης του Δικαστηρίου.

Όμως οι σχετικά πρόσφατες κρίσεις του Δικαστηρίου για τις απελάσεις των τρομοκρατών, το δικαίωμα ψήφου των κρατουμένων και την απαγόρευση άσκησης ένδικου βοηθήματος κατά της επιβολής ποινής ισόβιας κάθειρξης αναμόχλευσαν τη συζήτηση, θέτοντας πιο επιτακτικά το αίτημα για αποχώρηση. Πιο συγκεκριμένα, ως προς τις αποφάσεις απέλασης αλλοδαπών κατηγορουμένων για τρομοκρατία, το Δικαστήριο έκρινε κάποιες εξ αυτών παράνομες για λόγους προστασίας των ανήλικων τέκνων των κατηγορουμένων που ζουν στη χώρα ή για την αποφυγή του κινδύνου να υποστούν βασανιστήρια στις χώρες επιστροφής τους (η υπόθεση που συζητήθηκε περισσότερο ήταν αυτή του Ιορδανού Αμπού Κατάμπα). Ως προς το δικαίωμα ψήφου των κρατουμένων κρίθηκε ότι η επιβολή απόλυτης απαγόρευσης άσκησης του δικαιώματος στην ψήφο στις βουλευτικές και στις τοπικές εκλογές σε όλους ανεξαιρέτως τους κρατούμενους (περίπου 70.000 άτομα) δεν αποτελεί ορθή άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που έχει το Ηνωμένο Βασίλειο να ρυθμίζει το υπό κρίση δικαίωμα, με συνέπεια η εφαρμογή της νομοθετικής διάταξης να συνιστά απάνθρωπη μεταχείριση. Τέλος, το Δικαστήριο, με πρόσφατη απόφασή του, έκρινε ότι η απαγόρευση άσκησης οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος σε καταδικασθέντες σε ποινή ισόβιας κάθειρξης δεν είναι σύμφωνη με τις επιταγές της Σύμβασης.

Το κοινό στοιχείο που εντοπίστηκε από τους υποστηρικτές της αποχώρησης στις παραπάνω αποφάσεις ήταν ότι το Δικαστήριο έκρινε επί νομοθετημάτων που είχαν ψηφιστεί από το Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο, ως έκφραση της βούλησης του λαού, είναι απόλυτα κυρίαρχο και ανέλεγκτο στο πλαίσιο της βρετανικής έννομης τάξης όχι μόνο από εγχώριες αλλά και από υπερεθνικές αρχές. Οι αποφάσεις ήταν προβληματικές γιατί η παράδοση και η ταυτότητα της βρετανικής έννομης τάξης δεν έγιναν σεβαστές από το Δικαστήριο. Κατά την ίδια άποψη, το Δικαστήριο επέβαλε διά των αποφάσεών του μια διαφορετική νομική πραγματικότητα από αυτή που το χωροχρονικό δεδομένο στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν έτοιμο να εγκολπωθεί. Έτσι η αποχώρηση παρουσιάζεται από τους υποστηρικτές της ως η μόνη λύση για να περισωθεί η βρετανική –νομική τουλάχιστον– ταυτότητα.

Στον αντίποδα αναδείχτηκαν κυρίως τέσσερα επιχειρήματα υπέρ της παραμονής της χώρας στη Σύμβαση. Σε πρώτο επίπεδο αναδείχτηκαν τα ιστορικά δεδομένα που αφορούν τη σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΣΔΑ. Η ΕΣΔΑ αποτελεί ένα διεθνές κείμενο ανθρώπινων δικαιωμάτων, το οποίο δημιούργησαν κατ’ εξοχήν βρετανοί νομικοί μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Στόχος της Σύμβασης ήταν η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και η αποφυγή νέων φρικαλεοτήτων αντίστοιχης έντασης με αυτές που είχαν προηγηθεί. Στην προώθηση του αιτήματος για την κατάρτιση και την ψήφιση της Σύμβασης, ο ρόλος του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν καθοριστικός, με τον τότε κρατούντα πρωθυπουργό Ουίνστον Τσώρτσιλ να πρωταγωνιστεί. Η κουλτούρα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, υπέρμαχος της οποίας ήταν ανέκαθεν το Ηνωμένο Βασίλειο, είχε κερδίσει την ιδεολογική μάχη απέναντι στον ναζιστικό ολοκληρωτισμό, και αυτή η νίκη βρήκε την έκφρασή της στην υπογραφή και την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η σύμβαση για τα δικαιώματα ήταν η επιβεβαίωση της ιδεολογικής νίκης της χώρας. Έκτοτε, τρεις Βρετανοί έχουν διατελέσει πρόεδροι του Δικαστηρίου –από τους συνολικά έντεκα–, γεγονός με ιδιαίτερη σημασία αν σκεφτεί κανείς ότι μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι σαράντα επτά συμβαλλόμενα κράτη.

Ως συνέπεια των ανωτέρω, ο ρόλος της Βρετανίας στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ είναι ενισχυμένος. Η Βρετανία, ως θιασώτης της φιλελεύθερης παράδοσης και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχει κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια πραγματικής εφαρμογής της Σύμβασης και συμμόρφωσης των πιο απείθαρχων στις επιταγές της συμβαλλόμενων κρατών. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι διαχρονικά μία από τις λίγες χώρες που διαπιστώνονται ελάχιστες παραβιάσεις των άρθρων της Σύμβασης. Κατά το έτος 2012 ήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου περίπου χίλιες υποθέσεις κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, από τις οποίες διαπιστώθηκαν παραβιάσεις της Σύμβασης σε μόλις 10, δηλαδή σε ποσοστό 0,01%. Η συμμόρφωση της χώρας με τις επιταγές της Σύμβασης είναι αναντίρρητη. Αντιθέτως, εναντίον χωρών όπως η Ρωσία και η Τουρκία εκκρεμούν δεκάδες χιλιάδες προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ επί των υποθέσεων που άγονται προς ουσιαστική κρίση από το Δικαστήριο διαπιστώνονται παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων που το 2012 ήταν τουλάχιστον δεκαπλάσιες σε σχέση με τις αντίστοιχες του Ηνωμένου Βασιλείου. Η αποχώρηση της Βρετανίας από τη Σύμβαση θα ήταν μεγάλο πλήγμα στην προσπάθεια σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε αυτές τις χώρες, καθώς θα χανόταν το ηθικό και πολιτικό έρεισμα για την επιβολή τους διά της εφαρμογής της ΕΣΔΑ. Αν η Βρετανία υπαναχωρούσε από τη Σύμβαση για το λόγο ότι δήθεν το Δικαστήριο δεν σέβεται την κυριαρχία της και τις εθνικές της ιδιαιτερότητες, τότε θα δινόταν η ευκαιρία και σε άλλες χώρες, στις οποίες ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αποτελεί πρώτη προτεραιότητα, να αποχωρήσουν ή έστω να συνεχίσουν να αγνοούν την ΕΣΔΑ και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο θα είχε εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας Ευρώπης με κεντρικό πυλώνα τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου ως ελεύθερου και αυτοδύναμου προσώπου.

Πέρα όμως από τις χώρες που παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα συμμόρφωσης με τα προβλεπόμενα στην ΕΣΔΑ, υπάρχει και το ζήτημα της διαμάχης μεταξύ της ηπειρωτικής και της αγγλοσαξονικής παράδοσης. Η παρουσία της Βρετανίας στη Σύμβαση αποτελεί το αναγκαίο αντίβαρο που εξασφαλίζει ικανοποιητικά επίπεδα ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου που πρεσβεύει το αγγλοσαξονικό δίκαιο και τον κρατικό παρεμβατισμό που προβάλλει η παράδοση του ηπειρωτικού δικαίου. Τυχόν αποχώρηση της Βρετανίας θα άφηνε ένα δυσαναπλήρωτο κενό και θα διατάρασσε τις λεπτές ισορροπίες που υπάρχουν σε ιδεολογικό επίπεδο εντός του Δικαστηρίου. Σε πρακτικό επίπεδο, η εμπειρία και η τριβή των βρετανών δικαστών σε θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων επιτελεί καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου και για έναν ακόμη λόγο. Μετά την αθρόα είσοδο χωρών της πρώην ΕΣΣΔ στο Συμβούλιο της Ευρώπης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το επίπεδο των δικαστών του Δικαστηρίου υπέστη σοβαρό πλήγμα, καθώς η εξοικείωσή των νέων δικαστών του Δικαστηρίου με τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι ακόμη και σήμερα σε ικανοποιητικό επίπεδο. Έτσι, κυρίως οι βρετανοί δικαστές έχουν σημαντικό ρόλο στη μεταλαμπάδευση αξιών και αρχών του συστήματος ανθρώπινων δικαιωμάτων, έτσι ώστε η ερμηνεία και η εφαρμογή της Σύμβασης να είναι η πλέον ορθή και σύμφωνη με τις αρχές του ανθρωπισμού.   

Τέλος ένα από τα πιο ρεαλιστικά επιχειρήματα που αναδείχτηκαν υπέρ της παραμονής της χώρας στην ΕΣΔΑ ήταν το ότι η Βρετανία, πέραν της Σύμβασης, δεσμεύεται και από άλλα εγχώρια και διεθνή νομικά κείμενα που έχουν εν πολλοίς ταυτόσημο με την ΕΣΔΑ περιεχόμενο. Έτσι π.χ. στις περιπτώσεις των απελάσεων των κατηγορούμενων ή καταδικασθέντων ως τρομοκρατών, ακόμη και αν η ΕΣΔΑ δεν ήταν υποχρεωτική για τη Βρετανία, θα έβρισκαν εφαρμογή οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη νομική μεταχείριση των αλλοδαπών, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού ή o Νόμος του 1998 για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (HumanRightsAct) που αποτελεί εγχώριο δίκαιο. Έτσι και πάλι σε περίπτωση δικαστικής διαμάχης το αποτέλεσμα θα ήταν ταυτόσημο. Εύκολα διαπιστώνεται ότι για να αλλάξει ο ρους της δικανικής κρίσης και να επιτευχθεί το επιθυμητό για τους υποστηρικτές της αποχώρησης από την ΕΣΔΑ αποτέλεσμα χρειάζονται πολύ πιο δραστικές κινήσεις, λόγω της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων από πολυεπίπεδους κανόνες δικαίου αυξομειούμενης έντασης και ισχύος. Αν και πρακτικά φαίνεται ανέφικτο, είναι δεδομένο ότι μια τέτοια απομόνωση της Βρετανίας από τη διεθνή κοινότητα θα είχε ανυπολόγιστες συνέπειες.

Αν όλα τα παραπάνω φαίνεται να παρουσιάζουν απλώς φιλολογικό ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα σε μια χώρα μάλλον διαφορετική και τουλάχιστον μακρινή σε σχέση με τη δική μας, τότε αξίζει η προσοχή μας να στραφεί σε δύο παραμέτρους της δημόσιας συζήτησης που λαμβάνει χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το πρώτο ζήτημα, που εφάπτεται με τα τεκταινόμενα στην ελληνική πραγματικότητα, αφορά το επίπεδο εμβάθυνσης στην ουσία των ζητημάτων που ανακύπτουν στη δημόσια συζήτηση. Όπως εκτέθηκε παραπάνω, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της αποχώρησης, οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσβάλλουν την εθνική κυριαρχία των Βρετανών, γιατί αφορούν νόμους που τέθηκαν σε ισχύ από το Κοινοβούλιο και σε κάθε περίπτωση δεν συμβαδίζουν με τη βρετανική πραγματικότητα. Κατά τους υποστηρικτές δηλαδή αυτής της άποψης, το Δικαστήριο λειτουργεί σαν ξένο σώμα προκαλώντας μόνιμα βλάβες στο Ηνωμένο Βασίλειο, και ως τέτοιο πρέπει να αποβληθεί. Αυτή η θέση είναι και σε εμάς οικεία, αφού αντίστοιχος συλλογισμός αναδείχτηκε στο πλαίσιο της συζήτησης για το Μνημόνιο. Το βασικό επιχείρημα υπέρ της αποχώρησης από το Μνημόνιο ήταν ότι τα μέτρα που εφάρμοζε η ελληνική κυβέρνηση μας είχαν επιβληθεί έξωθεν, ότι προσέβαλαν την εθνική μας κυριαρχία και ότι δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν γιατί δεν ήταν προσαρμοσμένα στην ελληνική πραγματικότητα. Και στην περίπτωση της Βρετανίας αλλά και στη δική μας, η  σκέψη που αποτέλεσε το εφαλτήριο για να συζητηθούν καίριας σημασίας ζητήματα είχε το αυτό περιεχόμενο.

Ωστόσο, η συζήτηση στη Βρετανία προχώρησε στην ανάπτυξη ουσιαστικών επιχειρημάτων, ενώ η αντίστοιχη στην Ελλάδα προσέγγισε το θέμα μόνο ακροθιγώς. Ανεξάρτητα από την ορθότητα του επιχειρήματος που αναπτύχθηκε υπέρ της αποχώρησης, πρέπει να συμφωνήσουμε ότι η απάντηση σε αυτό είναι ένα πολύ μικρό κλάσμα της ουσίας και σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε η συζήτηση να περιοριστεί μόνο σε αυτό, αλλά αντιθέτως να επεκταθεί και σε πιο καίρια ζητήματα. Στην Ελλάδα, ο δημόσιος διάλογος γύρω από ένα τόσο φλέγον ζήτημα, όπως η οικονομική κρίση και οι τρόποι εξόδου από αυτή, βάλτωσε γύρω από ζητήματα που δεν έχουν σχέση με την ορθότητα των μέτρων τα οποία έλαβε η ελληνική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να μην αγγίξει την ουσία του θέματος. Η συζήτηση γύρω από τις πιθανές ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις υποβαθμίστηκε, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των ομιλούντων (ανάμεσα στους οποίους αναμφίβολα λογίζονται τα ΜΜΕ) αναλώθηκε στην ανάλυση πτυχών του θέματος, οι οποίες μικρή μόνο σχέση έχουν με τον πυρήνα του.

Αντιθέτως, στη Βρετανία ο διάλογος προχώρησε και σε ζητήματα ουσίας, με αποτέλεσμα να αναδειχτούν επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές, παρά το γεγονός ότι και εκεί οι συνθήκες του δημόσιου διαλόγου δεν είναι ιδανικές. Αν και οι υποστηρικτές της άποψης για αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΣΔΑ δεν δημιούργησαν αρχικά το καλύτερο δυνατό πλαίσιο για μια σε βάθος συζήτηση, λόγω της κακής πληροφόρησης, της υπερβολής στην παρουσίαση του θέματος και της μάλλον ρηχής προσέγγισης της ουσίας του, εν τούτοις η αντίδραση των υποστηρικτών της παραμονής της χώρας στη Σύμβαση είναι η πρέπουσα. Η άποψη για παραμονή στην ΕΣΔΑ στηρίζεται σε επιχειρήματα που αφορούν την ουσία του ζητήματος και όχι περιφερειακά ή άσχετα θέματα. Έτσι, ουσιαστικός διάλογος έλαβε και λαμβάνει χώρα στη Βρετανία. Η ουσιαστική προσέγγιση του ζητήματος από τους υπέρμαχους της παραμονής στη Σύμβαση έχει –μέχρι στιγμής– αποτέλεσμα να απομειωθεί η δυναμική του αιτήματος για αποχώρηση.

Η αδυναμία διεξαγωγής ενός ουσιαστικού διαλόγου στην Ελλάδα για φλέγοντα ζητήματα, όπως η οικονομική κρίση, είναι δυστυχώς αποδεδειγμένη. Το επίπεδο εμβάθυνσης της συζήτησης γύρω από την ουσία και συγκεκριμένα η ανάπτυξη ουσιαστικών επιχειρημάτων ως απάντηση στην επιφανειακή προσέγγιση των ζητημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου στη Βρετανία μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα για την ωρίμανση της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα, η οποία είναι σήμερα πιο αναγκαία από ποτέ.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά το ρόλο των ΜΜΕ. Όπως εκτέθηκε παραπάνω, πάντοτε υπήρχαν φωνές που υποστήριζαν την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΣΔΑ. Στην πρόσφατη αναζωπύρωση αυτών των θέσεων και την εντατικοποίηση του αιτήματος για αποχώρηση καίριο ρόλο παίζει ο Τύπος, και δη οι εφημερίδες Sun και Daily Mail. Οι συγκεκριμένες εφημερίδες απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό με πολλαπλά ενδιαφέροντα, με τα ζητήματα κοινωνικής φυσιολογίας να συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον σε σχέση με αυτά της πολιτικής, ενώ διακρίνονται για τον ιδιόμορφο τρόπο με τον οποίο μεταδίδουν πληροφορίες, σε τέτοιο σημείο που ένας τυχαίος ή έστω περιστασιακός αναγνώστης τους πολλές φορές δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς διαβάζει (χαρακτηριστικό είναι ότι η Sunαναφέρεται στον παλαιό πρωθυπουργό της χώρας Ουίνστον Τσώρτσιλ ως «ourWinnie», δηλαδή «ο Γουίννι μας» – ο λόγος φυσικά άγνωστος).

Στο πλαίσιο της συζήτησης γύρω από την παραμονή ή όχι στην ΕΣΔΑ, οι δύο εφημερίδες ανέδειξαν με άρθρα τους τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κατά την άποψη των συντακτών τους υπέσκαπταν την εθνική κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου. Πέρα από το αίτημα για αποχώρηση, χαρακτηριστικό των άρθρων αυτών ήταν η λανθασμένη μετάδοση ορισμένων πληροφοριών (πιο εξόφθαλμο λάθος αποτελεί το ότι οι δικαστές του Δικαστηρίου παρουσιάζονται ως δικαστές του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης), οι μάλλον υπερβολικοί τίτλοι (χαρακτηριστικός ο ακόλουθος τίτλος: «VictoryfortheEvil», δηλαδή «Νίκη για το Κακό» με αφορμή την απόφαση του Δικαστηρίου που έκρινε ως απάνθρωπη μεταχείριση την απαγόρευση άσκησης ένδικου μέσου κατά απόφασης επιβολής ποινής ισόβιας κάθειρξης) και η ανεπαρκής μετάδοση της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου ανά υπόθεση (έτσι, στην υπόθεση που αφορούσε το δικαίωμα ψήφου των κρατουμένων, το ενδιαφέρον των ΜΜΕ δεν στράφηκε στην ουσία της υπόθεσης και στο αν η κρίση του Δικαστηρίου είναι ή όχι ορθή, αλλά στους πανηγυρισμούς του αιτούντος κρατουμένου για τη νίκη του).

Με βάση τα παραπάνω, η πληροφόρηση από τους υποστηρικτές της αποχώρησης δεν είναι η πλέον ενδεδειγμένη. Αποτέλεσε όμως αφορμή για μια σε βάθος συζήτηση και πρόσκληση για την ανάπτυξη αντεπιχειρημάτων από την πλευρά των υπέρμαχων της παραμονής. Έτσι άλλες εφημερίδες, όπως η Independent, με αρθρογραφία, και επιστημονικοί όμιλοι, όπως η Ένωση Δικηγόρων για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα με σεμινάρια που διοργάνωσε,  αντέταξαν τα προεκτεθέντα επιχειρήματα υπέρ της παραμονής της χώρας στην ΕΣΔΑ. Στην συζήτηση δηλαδή που λαμβάνει ακόμη και σήμερα χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο δημόσιος διάλογος είναι σε πλήρη ανάπτυξη. Ένα ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει να κάνει με την παραμονή ή όχι της χώρας σε μια διεθνή σύμβαση τίθεται στη βάσανο του δημόσιου διαλόγου, στον οποίο βρίσκουν χώρο όλες οι απόψεις. Ο Τύπος προβάλλει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα με αποτέλεσμα την ουσιαστική ενημέρωση του κοινού και συμβάλλοντας στην πρόοδο του δημόσιου διαλόγου. Έτσι προσεγγίζεται πιο αποτελεσματικά και η ουσία του θέματος. Αντιθέτως, στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της συζήτησης για την οικονομική κρίση, τα ΜΜΕ δεν ανταποκρίθηκαν στο ρόλο τους, αφού αναλώθηκαν σε επιφανειακές συζητήσεις για περιφερειακά σε σχέση με την ουσία θέματα, με αποτέλεσμα το επίπεδο ενημέρωσης του κοινού να είναι χαμηλό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις συνέπειες της εφαρμογής του Μνημονίου. Η στάση των ΜΜΕ στη Βρετανία θα πρέπει να αποτελεί οδηγό για αντίστοιχης –αν όχι μεγαλύτερης– σημασίας συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι η ιδανική. Η σφαιρική προβολή όλων των απόψεων και η ουσιαστική ενημέρωση του κοινού είναι στοιχεία μάλλον υποβαθμισμένα στο πλαίσιο του εγχώριου διαλόγου και πρέπει άμεσα τα εγχώρια ΜΜΕ να τα επιδιώξουν.

Η συζήτηση στη Βρετανία βρίσκεται ακόμη σε πλήρη εξέλιξη, αν και η θέση υπέρ της παραμονής της χώρας στη Σύμβαση κερδίζει συνεχώς έδαφος. Όσο όμως το Δικαστήριο εκδίδει αποφάσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση τη νομιμότητα των κανόνων δικαίου της βρετανικής έννομης τάξης, θα υπάρχουν φωνές που θα ζητούν την αποχώρηση της χώρας από τη Σύμβαση. Ας ελπίσουμε ότι τα επιχειρήματα που έχουν αναδειχθεί υπέρ της παραμονής τελικά θα πείσουν.

Το αγαθό της ελεύθερης έκφρασης αποτελεί κατάκτηση κάθε σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Το δημόσιο φόρουμ αποτελεί το σημαντικότερο πεδίο ανταλλαγής απόψεων για ζητήματα που αφορούν στην κοινωνία. Ο δημόσιος διάλογος στο Ηνωμένο Βασίλειο γύρω από την παραμονή ή την αποχώρηση της χώρας από την ΕΣΔΑ εμφανίζει ποιοτικά χαρακτηριστικά που είναι άξια προσοχής και, δυστυχώς, λείπουν από τον εγχώριο δημόσιο διάλογο. Η απορρόφηση των χαρακτηριστικών αυτών πρέπει να αποτελεί βασική μας προτεραιότητα, προκειμένου να αντεπεξέλθουμε στις προκλήσεις και τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά μας πιο έντονα από ποτέ. Μόνο έτσι η ελευθερία έκφρασης θα λειτουργήσει αποτελεσματικά και δεν θα αποτελεί κενό γράμμα και κάλυψη για όσα συμβαίνουν.

ΛΕΖΑΝΤΑ

«Νίκη για το κακό» θεωρεί η «κίτρινη» Sun την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που έκρινε ως απάνθρωπη μεταχείριση την απαγόρευση άσκησης ένδικου μέσου κατά απόφασης επιβολής ποινής ισόβιας κάθειρξης. Η βρετανική εφημερίδα ισχυρίζεται διαστρεβλώνοντας εσκεμμένα την απόφαση ότι, στο εξής, τα «τέρατα» θα μπορούν να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Το δημοσίευμα «διακοσμεί» σύνθεση με τα πρόσωπα πέντε καταδικασθέντων σε ισόβια, η παραβατικότητα των οποίων έχει στο παρελθόν συζητηθεί ιδιαίτερα στα ΜΜΕ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά