Σάββατο, 08 Αυγούστου 2015

Ορθολογισμός ή θεοκρατία; Αποδομώντας τον Λακάν

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Ειρήνη Αγαπηδάκη Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 56
Ένα κολάζ πολύ δημοφιλές στους ψυχαναλυτικούς κύκλους της Γαλλίας, με τον Λακάν δεσπόζουσα μορφή, που πάντως παραχαράσσει τη σχέση του γάλλου ψυχαναλυτή με τον Φρόυντ. Ένα κολάζ πολύ δημοφιλές στους ψυχαναλυτικούς κύκλους της Γαλλίας, με τον Λακάν δεσπόζουσα μορφή, που πάντως παραχαράσσει τη σχέση του γάλλου ψυχαναλυτή με τον Φρόυντ. Αρχείο The Books' Journal

Ίσως, τα βιβλία και τα άρθρα του Λουί Αλτουσέρ, καθώς και η αδυναμία του Σλαβόι Ζίζεκ στον Ζακ Λακάν, να εξηγούν τις συχνές αναφορές των κυβερνητικών στελεχών στο όνομα του τελευταίου. Ο Λακάν απολαμβάνει μεγάλη εκτίμηση στον αριστερό χώρο. Αναμενόμενο, αφού πολλά από τα στοιχεία των θεωρητικών κατασκευών που ανέπτυξε χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από αριστερούς διανοητές.

Στο χώρο όπου «ανήκει» ο Λακάν, παρά τις αντιρρήσεις του, το χώρο δηλαδή της ψυχανάλυσης και της ψυχολογίας γενικότερα, η θεωρία του έχει υποστεί σημαντική κριτική, κυρίως σε αντιπαραβολή με τη θεωρία του Ζίγκμουντ Φρόυντ, σε επίπεδο επιστημολογίας και τεκμηρίωσης. Άλλωστε, όπωςέλεγεοίδιοςοΛακάν, "It is up to you to be Lacanians if you wish. IamaFreudian"1.

Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στο χώρο του ιδεολογικού οπαδισμού, στην επιστήμη τα επιχειρήματα τίθενται σε αμφισβήτηση, υπόκεινται σε εξέταση και αναθεωρούνται. Με βάση αυτό, θα επιχειρηθεί μια κριτική θεώρηση του έργου του Λακάν ως προς το τι είναι τελικά η ψυχανάλυση, ενώ παράλληλα θα εξεταστεί η «εκλεκτική συγγένεια» της λακανικής θεωρίας με την αριστερή ιδεολογία.

Σκοπός του κειμένου δεν είναι η σαδιστική υποβολή του αναγνώστη σε δυσνόητες έννοιες, που συνήθως αποτυπώνονται με ακόμη δυσκολότερο τρόπο, αλλά η κατανόηση της σύνδεσης της φιλοσοφίας και της ψυχαναλυτικής προσέγγισης του Λακάν με την αριστερή ιδεολογία και η αντιθετική της σχέση με τον ορθολογισμό. Δυστυχώς, το «ιερογλυφικό» ύφος που χρησιμοποιείται συχνά από διανοητές και ψυχαναλυτές σε κείμενα που αφορούν τον Λακάν (αλλά και σε κείμενα ψυχαναλυτικού περιεχομένου γενικότερα – το «προνόμιο» αυτό δεν το έχουν αποκλειστικά οι λακανικοί ψυχαναλυτές), δυσκολεύει πολύ την κατανόηση και, συνακόλουθα, την άσκηση κριτικής. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτό το, «κρυπτογραφημένο» σχεδόν, ύφος γραπτού λόγου, εκπληρώνει την αποστολή που χαράσσουν τα ναρκισσιστικά ελλείμματα. Η αδυναμία κατανόησης των λεγομένων από τον αναγνώστη είναι ευθέως ανάλογη της σπουδαιότητας του προσώπου. Αντίθετα, ο απλός, ρέων λόγος υπόκειται σε αυστηρή (και πολλές φορές «βάναυση») κριτική, επειδή ακριβώς μπορεί να κατανοηθεί από τους περισσότερους, δίνοντας τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε να αρθρώσει τις αντιρρήσεις του. Θα έλεγε κανείς ότι, πιθανόν, η δεύτερη περίπτωση μαρτυρά έναν δημοκρατικό τρόπο ανταλλαγής ιδεών, που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια και απεχθάνεται την αυθεντία. Όλοι έχουμε ναρκισσιστικά ελλείμματα, απλώς κάποιοι τα ικανοποιούν με «ερωτικό» τρόπο, επιδιώκοντας ο αναγνώστης να κατανοήσει, να «διεισδύσει» στο κείμενο και να το χειριστεί όπως επιθυμεί (με επιθετικότητα, με σεβασμό, με κάθε τρόπο, όπως συμβαίνει και στο σεξ), ενώ άλλοι ικανοποιούνται μέσω του αυνανισμού. Τους αρέσει να φαντάζονται κάποιον άλλο που διαβάζει το κείμενο, χωρίς ποτέ να έρχονται «σε επαφή» μαζί του. Να μην επιτρέπουν δηλαδή στον άλλο την κατανόηση και τη «διείσδυση» στο κείμενο. Και οι δύο τρόποι είναι εξ ίσου «πραγματικοί» και η επιλογή ενός εκάστου συνιστά αναφαίρετο δικαίωμα.

Σύμφωνα με τον Λακάν, η ψυχαναλυτική θεωρία, όπως την ανέπτυξε ο Φρόυντ, διαχωρίζει το «πραγματικό» από το «αληθινό» και την «πραγματικότητα» από τη «φαντασίωση»2,3. Όπου «πραγματικό» θεωρείται το υποκειμενικό βίωμα κάθε ατόμου, το οποίο δεν υπόκειται στη βάσανο του ορθολογισμού, της επανεξέτασης, της απόδειξης και της επαλήθευσης. Ισχύει επειδή αποτελεί ανθρώπινη εμπειρία. Αν, για παράδειγμα, κάποιος έχει βιώσει τους γονείς του ως τιμωρούς, αυτό είναι «πραγματικό» και δεν αμφισβητείται. Δεν είναι ωστόσο και «αληθινό». Θα ήταν αληθινό, αν μπορούσαν να το βεβαιώσουν έξωθεν μαρτυρίες.

Μάλιστα, διαχωρίζει την ψυχανάλυση από την ψυχολογία και την ψυχιατρική και, κατά κάποιον τρόπο, εκφράζει «τη λύπη» του για τις δυο επιστήμες, διότι παλεύουν με μιαν «αλήθεια» που δεν υπάρχει2,4.  Το «αληθινό» στην ψυχολογία θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, ότι, βάσει των ερευνητικών δεδομένων, τα παιδιά μητέρων με κατάθλιψη έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν καταθλιπτικά συμπτώματα στην εφηβεία. Γι’ αυτό, αναπτύσσονται προληπτικές παρεμβάσεις, προκειμένου να μειωθεί όσο γίνεται περισσότερο αυτός ο κίνδυνος και να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη ανάπτυξη του παιδιού. Αυτό αποτελεί «αληθινό», επειδή είναι προϊόν ερευνητικής τεκμηρίωσης. Ο Λακάν προτείνει ότι, ουσιαστικά, η ερευνητική τεκμηρίωση προσιδιάζει στην «απόλυτη αλήθεια» και ως εκ τούτου δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το υποκειμενικό βίωμα. Γι’ αυτόν, η ψυχανάλυση μοιάζει με την ποίηση2. Ωστόσο η ποίηση δεν θεραπεύει, με την ψυχιατρική έννοια του όρου, έστω κι αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί θεραπευτικά.

Δεν θα ήταν παράτολμο να ισχυριστούμε ότι, παρ’ όλο που ο Λακάν χαρακτήρισε τη θεωρία του ως υποστηρικτική της φροϋδικής (και μάλιστα σε σημείο που να ισχυρίζεται ότι, εξ αιτίας των δικών του εργασιών, αποκαλύφθηκε η «αλήθεια» του φροϋδικού επιχειρήματος, το οποίο «επιμολύνθηκε» από την «Ψυχολογία του Εγώ» που αναπτύχθηκε στη Βόρεια Αμερική) και οι συνεχιστές του να συναινούν ότι επέκτεινε τη θεωρία του Φρόυντ. Στην πραγματικότητα, υπονόμευσε συστηματικά, το βασικό πλέγμα ιδεών πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η φροϋδική θεωρία, που δεν ήταν άλλο από τις ιδέες του Διαφωτισμού5. Οι διαφορές στις δύο θεωρίες (λακανική και φροϋδική), σε σχέση με το ασυνείδητο, τη σεξουαλικότητα, το «Εγώ», το «Εκείνο», το «Υπερεγώ» και το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα, αντανακλώνται στη θεώρηση καθεμιάς για τη φύση θεραπείας και την κατανόηση της σχέσης του ανθρώπου με τη γλώσσα και τον πολιτισμό6.

Ο Λακάν υποστηρίζει ότι το άτομο στην παιδική ηλικία, αισθάνεται ότι «υπάρχει» χωρίς ωστόσο ακόμη, να μπορεί να σκεφτεί. Για εκείνον, η ψυχανάλυση είναι αντίθετη με το καρτεσιανό «σκέφτομαι άρα υπάρχω» και την τοποθετεί στο πεδίο της «ποιητικής αναζήτησης»2,8.  Μάλιστα, στην προσπάθειά του να επαναπροσδιορίσει τις φροϋδικές έννοιες, τις μεταστρέφει, αποκόπτοντάς τις από τις ρίζες τους που είναι ο ατομικός ορθολογισμός του Διαφωτισμού, και τις εντάσσει στο πλαίσιο της απολυταρχικότητας, που υπήρχε στην προ-διαφωτισμού εποχή2,5.

 

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟ

Ο Λακάν απορρίπτει το καρτεσιανό cogito, που αποτελεί κορωνίδα του ανθρώπινου ορθολογισμού, και επαναφέρει τις πρωτόλειες καρτεσιανές υποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες όλες οι εμπειρίες, τα βιώματα του ανθρώπου αποτελούν μια ψευδαίσθηση, μιαν αυταπάτη, προερχόμενη από έναν «απατηλό Θεό»7. Αντικαθιστώντας το «απατηλό Εγώ» του ατόμου (το μέρος του ψυχισμού, δηλαδή, που αφορά τη διαχείριση της πραγματικότητας, η οποία κατά τον Λακάν είναι απατηλή και γεμάτη ψευδαισθήσεις) με τον «απατηλό Θεό», ο Λακάν προτείνει ότι σκοπός της ψυχανάλυσης δεν είναι η γνώση του ατόμου για τον εαυτό του, αλλά η μετάδοση μιας «μυστικιστικής σοφίας» από τον αναλυτή (που τη φέρει) στον αναλυόμενο5. Μάλιστα, αντικαθιστά την ισχύ της ερμηνείας του αναλυτή, η οποία αποτελεί προϊόν σκέψης και αναστοχασμού, με τη διαίσθηση, η οποία (σύμφωνα με τον ίδιο) αποτελεί την πεμπτουσία της επικοινωνίας με το ασυνείδητο του αναλυόμενου, που είναι πέρα από τις διαδικασίες της σκέψης2,5.

Είναι όντως έτσι; Αυτό είναι λοιπόν το «αληθινό νόημα του φροϋδικού μηνύματος»; Σίγουρα, κατά την αναλυτική διαδικασία υπάρχουν οι ευτυχείς στιγμές, όπου ο συντονισμός αναλυτή-αναλυόμενου έχει αποτέλεσμα την ασυνείδητη επικοινωνία με εξαιρετικά γόνιμα αποτελέσματα. Είναι οι στιγμές αυτές που και τα δύο μέλη αισθάνονται «πληρότητα». Από αυτές αντλούν δύναμη για να συνεχίσουν την κοπιώδη προσπάθεια, όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν τόσο καλά και αναδύονται επιθετικά συναισθήματα και λειτουργίες στην αναλυτική διαδικασία. Όταν κάποιος σε καταλαβαίνει βαθιά και εκφράζει τη σκέψη σου, αισθάνεσαι ότι μπορείς να τον εμπιστευτείς. Γιατί; Γιατί κατανοείς ότι «εμπεριέχει», αντέχει να φιλοξενεί πλευρές του εαυτού σου, τις οποίες εσύ πολλές φορές δεν αντέχεις να δεις και να αναγνωρίσεις ως δικές σου. Αυτό όμως αποτελεί προϊόν της σχέσης και της σκέψης. Τέτοιες στιγμές, μπορεί να υπάρξουν ορισμένες φορές ανάμεσα σε ερωτικούς συντρόφους. Τότε αισθάνεται κανείς, ότι «τον αγαπούν». Η «συνάντηση» σε ψυχικό επίπεδο, ακόμη και αν το συναισθηματικό περιεχόμενό της δεν είναι θετικό (ή καλύτερα ευχάριστο), αποτελεί την απαρχή μιας γόνιμης διαδικασίας, που οδηγεί στον αναστοχασμό και τη γνώση για τον εαυτό μας και τον κόσμο.

Μια συνηθισμένη τεχνική στη λακανική ψυχανάλυση είναι η «συγκοπή», το σήμα τέλους της συνεδρίας. Αυτό χρησιμοποιείται όταν ο αναλυόμενος πει κάτι το οποίο θεωρείται ως «προκαταβολική βεβαιότητα»2,6. Για παράδειγμα, φανταστείτε έναν άνδρα 40 ετών ξαπλωμένο στο ντιβάνι του λακανικού αναλυτή, ο οποίος το πρώτο τέταρτο της συνεδρίας (θα μπορούσε βέβαια να συμβεί και στο πρώτο πεντάλεπτο, αλλά οι λακανικοί αναλυτές δεν θεωρούν σκόπιμο στις περισσότερες περιπτώσεις να διακόπτουν τη συνεδρία πριν το πρώτο τέταρτο) αναφέρει «Είμαι σίγουρος ότι τα σεξουαλικά μου προβλήματα οφείλονται στην τιμωρητική, σχεδόν βασανιστική αγάπη της μητέρας μου». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο αναλυτής πρέπει να τερματίσει τη συνεδρία, για να μην αφήσει το άτομο να συνεχίσει, επειδή το πιθανότερο είναι, αν συνεχίσει να μιλά, θα αναιρέσει τον προηγούμενο ισχυρισμό. Αν δηλαδή ο φανταστικός μας αναλυόμενος συνέχιζε, πιθανόν να έλεγε «Νομίζω ότι υπερβάλλω κάπως, η μητέρα μου δεν ήταν μόνο “τύραννος”, έκανε και καλά…». Σύμφωνα λοιπόν με τον Λακάν, ο αναλυτής δεν πρέπει να επιτρέψει στο άτομο να συνεχίσει, διότι η δεύτερη φράση θα αναιρέσει εν μέρει την πρώτη. Η δεύτερη φράση χαρακτηρίζεται ως «υπερβολικά λογική» και, ως τέτοια, αποπροσανατολίζει το άτομο από το «πραγματικό».

Διαχωρισμός του «πραγματικού» από το «αληθινό». Και της πραγματικότητας από τη φαντασίωση. Γιατί η αμφισβήτηση της βεβαιότητας είναι λιγότερο έγκυρη από την έκφραση της βεβαιότητας; Το να λες, π.χ., «ο πατέρας μου με κατέστρεψε», γιατί είναι πιο «πραγματικό» από το να λες: «ο πατέρας μου μου έκανε μεγάλο κακό, αλλά με φρόντισε κιόλας, έκανε και καλά»; Λίγες είναι οι φορές που δεν ισχύει το δεύτερο. Ακόμη και στις πιο δύσκολες περιπτώσεις ψυχοπαθολογίας ενηλίκων που φτάνουν στο γραφείο του αναλυτή, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι προφανώς και υπήρξε κάποιου είδους φροντίδα, αλλιώς το μωρό που ως ενήλικος βρίσκεται μπροστά μας δεν θα επιβίωνε. Κι αν δεν υπήρξε γονιός, υπήρξε κάποιος, με κάποιον τρόπο που τον φρόντισε. Κατά κάποιον τρόπο, στη λακανική ψυχανάλυση πρέπει να υπάρχει απομόνωση του βιώματος από τα στοιχεία της λογικής που μπορούν να το επιμολύνουν9. Ωστόσο, ο άνθρωπος δεν προσέρχεται στο ντιβάνι με μια πλευρά. Κάθε άλλο. Εστιάζοντας στο βίωμα με έναν τρόπο «αποστειρωμένο», αποκομμένο από τις αντιφάσεις που το συνοδεύουν, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στη μνήμη, παράλληλα, ταυτόχρονα με το βίωμα,  μέσα από την «προκαταβολική βεβαιότητα» και τη συγκοπή, ο Λακάν επαναλαμβάνει το «τραύμα του καθρέφτη». Βλέπει τον αναλυόμενο ως «τεμαχισμένο σώμα», επικεντρώνοντας σε μια πλευρά κάθε φορά και όχι στο «όλον». Το υποκείμενο δεν θα πρέπει να αφήνεται ελεύθερο να εκφράσει τις αντιφατικές πλευρές του εαυτού του; Αν αυτές δεν βιωθούν ως τέτοιες, πώς θα απαρτιωθεί η γνώση του για τον Εαυτό; Με αυτήν την έννοια, ο αναλυτής στον Λακάν, κατευθύνει εν είδει «φωτισμένου Πατέρα» την ανάλυση και όχι το υποκείμενο.

Η συνθήκη της ισοτιμίας καταργείται. Επιβάλλεται στο άτομο, έξωθεν, ένας ρυθμός, ο ρυθμός του αναλυτή.

Επιπλέον, οι «ελεύθεροι συνειρμοί» όπως περιγράφονται στη φροϋδική  ψυχαναλυτική θεωρία, απηχούν μια ορθολογική λειτουργία, μια διαδικασία με νόημα, η οποία δεν συντελείται στο κενό, αλλά περιλαμβάνει τον αναλυτή, τον αναλυόμενο, τον ενδιάμεσο χώρο και το πλαίσιο10. Το πλαίσιο (χώρος, ώρα, διάρκεια, setting) είναι βασική συνθήκη που θα πρέπει να εσωτερικευθεί προκειμένου να λάβει χώρα η αναλυτική διεργασία. Αν ο αναλυόμενος δεν εσωτερικεύσει αυτά τα στοιχεία που αποτελούν πτυχές μιας σταθεράς, έτσι ώστε από εξωτερική ενέργεια να μετατραπεί σε εσωτερική ικανότητα, δεν θα μπορέσει να αποκτήσει τη βασική εμπιστοσύνη, ώστε να λειτουργήσει η αναλυτική συνθήκη. Το άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι ο Εαυτός του είναι κάτι θολό, ρευστό, αβέβαιο. Το ίδιο είναι και η πραγματικότητα. Αντιφατική, δύσκαμπτη, ρευστή, αβέβαιη.  Όπως μπορεί να ήταν και η φροντίδα που έλαβε όταν ήταν βρέφος. Ασταθής, απρογραμμάτιστη, όχι σύμφωνα με τις ανάγκες και τον ρυθμό του. Το πλαίσιο, σε αυτή την περίπτωση, λειτουργεί ως η «σταθερά» που σε αυτή βασίζεται το άτομο για να αντέξει το αναλυτικό «ταξίδι», που δεν γίνεται πάντα με «καλό καιρό». Όπως το παιδί, επιθυμεί να βασιστεί στη «σταθερά» που λέγεται γονεϊκή φροντίδα, για να εξερευνήσει τον κόσμο και τον εαυτό του μέσα σε αυτόν. Το «άγνωστο».

Πολύ περισσότερο, αν αισθάνεται κανείς ότι αυτή η ροή διακόπτεται άτακτα, απρόβλεπτα, ακαθόριστα, επειδή κάποιος άλλος έχει την εξουσία να το κάνει. Η απαρτίωση απαιτεί χώρο, χρόνο, πλαίσιο και ψυχική διαθεσιμότητα από την πλευρά του αναλυτή. Με τη λακανική «συγκοπή» είναι σαν να επιβεβαιώνεται στο άτομο ότι ο αναλυτής δεν είναι αρκετά ανθεκτικός για να αντέξει τη συνέχεια. Το άτομο, μέσα από την έκφραση των αντιφάσεων, απαρτιώνει ένα είδος «πραγματικού», που είναι το μόνο «αληθινό». Την «γκρίζα γνώση». Αυτή που υπαγορεύει ότι ο κόσμος δεν είναι «άσπρο ή μαύρο», «καλό ή κακό», αλλά «γκρι». Σύνθετος. Ακόμη και το τραύμα στην παιδική ηλικία δεν είναι μια μονοσήμαντη καταστροφή. Κρύβει μέσα του λιβιδινική ευχαρίστηση, ανάγκη για τον Άλλο. Πολλά διαφορετικά, αντιφατικά πράγματα, που έχουν προσδεθεί πάνω στο τραύμα και επιβιώνουν μέσα στο χρόνο με μια άρρηκτη σύνδεση. Ακριβώς γι’ αυτό η όποια «βεβαιότητα» δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητα από τις αντιφάσεις που τη συνοδεύουν.

Η ψυχανάλυση δεν αντιτίθεται στο «σκέφτομαι άρα υπάρχω», διότι αν ήταν έτσι δεν θα μπορούσε να υπάρξει ανάλυση5. Ακόμη και στις περιπτώσεις των πλέον διαταραγμένων ασθενών, υπάρχει, διατηρείται μια «υγιής νησίδα» η οποία περιλαμβάνει κάποιας μορφής σκέψη. Σε αυτήν επενδύει η αναλυτική διαδικασία. Φανταστείτε ένα χωράφι γεμάτο παρασιτικά φυτά και ζιζάνια κάθε λογής και στη μέση, σε ένα μικρό σημείο, μερικά σιτηρά. Τα σιτηρά υπάρχουν, αλλά με πολύ περιορισμένο τρόπο. Για να μπορέσει το χωράφι να αποδώσει καρπό ικανό να θρέψει τον άνθρωπο, θα πρέπει κάποιος να το απαλλάξει από τα ζιζάνια, να το καλλιεργήσει, να το φροντίσει. Έτσι, τα σιτηρά θα αποδώσουν καρπό και θα είναι σε θέση να θρέψουν. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την ψυχανάλυση. Ο αναλυτής, αποτελεί πόρο για τον αναλυόμενο. Διαθέτει τον εαυτό του, ώστε να μπορέσει ο αναλυόμενος να καλλιεργήσει το χωράφι και να «φτιάξει» την τροφή για τον εαυτό του. Στόχος δεν είναι να εξαρτηθεί ο άνθρωπος μια ζωή, από ένα εξωτερικό χέρι που κρατά ένα μπιμπερό γεμάτο γάλα, το οποίο σπάνια θα είναι όσο ζεστό το θέλει, όσο επαρκές και όσο γευστικό, αλλά να μπορέσει να παραγάγει την τροφή του και να «φάει» μόνος του. Μια τροφή που δεν θα είναι ποτέ «τέλεια» σε είδος, ποιότητα και ποσότητα, αλλά θα είναι δική του και, ακριβώς γι’ αυτό, θα είναι αρκετή.  Κι αυτό είναι προϊόν της σχέσης, της «αληθινής» σχέσης που συντελείται στο «εδώ και το τώρα» μεταξύ αναλυτή-αναλυόμενου, παράλληλα με την «πραγματική» σχέση, όπου κάθε μέλος βιώνει και απαρτιώνει με διαφορετικό τρόπο την «αλήθεια». Μάλιστα, στην ψυχανάλυση, από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει κανένα μυστήριο σαν αυτό που υποθέτει ο Λακάν και καμιά «μυστικιστική σοφία» που μεταδίδεται από τον αναλυτή στον αναλυόμενο. Αντίθετα, πρόκειται για μια βαθιά ανθρώπινη συνθήκη, κατά την οποία, η συνάντηση δύο ανθρώπων ενέχει όλα τα θετικά και τα αρνητικά που εμπεριέχονται στις ανθρώπινες σχέσεις. Η ποιότητα της σχέσης, θα καθορίσει την ποιότητα του στοχασμού, της σκέψης που να αναπτυχθεί και αντίστροφα.

 

«ΔΕΝ ΣΚΕΠΤΟΜΑΙ, ΑΠΛΑ ΥΠΑΡΧΩ»

Το «δεν σκέφτομαι, απλά υπάρχω», ταυτίζεται με την ψυχική απονέκρωση. Τη «νέκρα», (“deadness”)10 που εμποδίζει την ψυχικοποίηση των ασυνείδητων φαντασιώσεων κaι επιθυμιών. Η συνθήκη «απλά υπάρχω» δεν είναι «αληθινή». Και όταν είναι πραγματική, «υποκειμενικό βίωμα» δηλαδή, αποτελεί έκφραση ψυχοπαθολογίας. Σε αυτό βρίσκονται οι απαρχές της «μεταφυσικής» του Λακάν: η ύπαρξη χωρίς τη σκέψη αποτελεί αντικείμενο της θρησκείας, όχι της ψυχολογίας. Ακόμη και η «ψυχολογία του ασυνειδήτου» δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο την ικανότητα για σκέψη. Τουναντίον. Οι ψυχαναλυτές στοχάζονται πάνω στη διαταραχή της σκέψης, η οποία δίνει την εξουσία στο ασυνείδητο, ώστε να είναι «το αόρατο χέρι» που κανονίζει τις επιλογές ενός ατόμου, χωρίς το ίδιο να το συνειδητοποιεί. Στόχος είναι το άτομο να αποκτήσει επίγνωση της ασυνείδητης λειτουργίας, για να αποκτήσει ένα πιο ισχυρό «Εγώ» και να μπορέσει να απαρτιώσει τις διαφορετικές πλευρές του. Να αποκτήσει δηλαδή έναν όσο γίνεται «ολόκληρο» και «ολοκληρωμένο» εαυτό, ο οποίος δεν θα πάσχει από «μερική αναπηρία», επειδή το άτομο για διάφορους λόγους δυσκολεύεται (π.χ.) να εμπεριέξει τις επιθετικές και τραυματικές πλευρές του.

Η διαδικασία της ταύτισης με τον «Ιδανικό Εαυτό», που αναφέρει ο Λακάν στο «στάδιο του καθρέφτη» και το τραύμα του «τεμαχισμένου σώματος» αποτελεί την αφετηρία της ψυχοπαθολογίας και συνοψίζεται σε αυτό που ήδη ο DonaldWinnicottείχε ονομάσει «ψευδή εαυτό»11. Το παιδί, ταυτίζεται με την προβολή της μητέρας για τον δικό της ιδανικό εαυτό και καταλήγει να γίνεται κάποιος που δεν είναι στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, η μητέρα θεωρεί τον εαυτό της απόλυτα καλό. Έτσι, δυσκολεύεται π.χ., να συνειδητοποιήσει ότι η ανάγκη του παιδιού της για προσοχή τής προκαλεί έντονα αρνητικά συναισθήματα και δυσφορία. Αυτή είναι μια «καλή μητέρα», που αγαπά το παιδί. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατόν να αισθάνεται θυμό για εκείνο; Προβάλλει λοιπόν μια εξιδανικευμένη δική της εικόνα πάνω στο παιδί, στην οποία αναβοσβήνει η φωτεινή επιγραφή: «Εγώ είμαι καλή. Εσύ φταις, που έχεις τόσο απαιτητικές ανάγκες. Κάτι δεν πάει καλά με σένα». Το παιδί, βάλλει εκ των ένδον κατά αυτής της εικόνας, ταυτίζεται μαζί της, επιχειρώντας να «μειώσει» τις ανάγκες του για προσοχή, για να ταιριάξει με τη φαντασίωση της μητέρας. Με άλλα λόγια, προσπαθεί να γίνει όσο πιο «τέλειο» γίνεται, σύμφωνα με το μητρικό κριτήριο, αποποιούμενο τις ανάγκες και τα συναισθήματα που συνοδεύουν τη ματαίωση. Γίνεται δηλαδή κάποιος άλλος, ξένος προς τον πραγματικό εαυτό. Ταυτίζεται με τη σκληρή, άκαμπτη και εξιδανικευτική φαντασίωση της παντοδυναμίας της μητέρας. Η ανθρώπινη σχέση που βρίθει αναγκών και ατελειών δίνει τη θέση της σε ένα «τέλειο», «παντοδύναμο» ζεύγος, στο οποίο καθένας είναι κάποιος άλλος και κανείς δεν χρειάζεται κανέναν. Όλα καλά, αν αυτή η τελειότητα ήταν «αληθινή», ή έστω «πραγματική». Δεν είναι τίποτε από τα δύο. Γι’ αυτό αργότερα, στο ασφαλές πλαίσιο της ανάλυσης, θα αναδυθούν οι τόσο εύθραυστες ψευδείς πτυχές του εαυτού. Ο αναλυόμενος στο ντιβάνι θα βιώσει εκ των υστέρων τον ψυχικό πόνο που αποστέρησε από τον εαυτό του ως παιδί και θα ανακαλύψει ότι η εύθραυστη αυτοπεποίθηση προέκυψε από την υιοθέτηση ενός εαυτού που ποτέ δεν ήταν «αληθινός» ή «πραγματικός», γιατί δεν ήταν δικός του. Ήταν μόνο η φαντασίωση ενός άλλου για τον δικό του εαυτό.

Σε επίπεδο συλλογιστικής, τόσο στη λακανική, όσο και στη φροϋδική θεώρηση, υπάρχει μια κυκλική πορεία5. Ωστόσο, στη λακανική προσέγγιση, η κυκλική συλλογιστική είναι περισσότερο παρούσα και προβληματική από ό,τι στον Φρόυντ. Ο Φρόυντ χρησιμοποιεί τον μύθο χωρίς αλληλεξάρτηση με το επιχείρημα. Η θεωρία του διατηρεί αυτονομία από αυτόν. Μπορεί δηλαδή κάποιος, να απορρίψει εντελώς το Τοτέμ και ταμπού, χωρίς να απορρίπτει τα επιχειρήματα του Φρόυντ για το ασυνείδητο, τη βρεφική σεξουαλικότητα και το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα13,14. Αντίθετα, στην περίπτωση του Λακάν, το επιστημονικό επιχείρημα για «το στάδιο του καθρέφτη» στηρίχθηκε στην αλήθεια του αρχετυπικού μύθου. Έτσι, η θεωρία του Λακάν εμπεριέχει το μύθο μέσω της συνθήκης των συγκοινωνούντων δοχείων. Το ένα χωρίς το άλλο δεν νοείται. Όποιος αποδέχεται το «στάδιο του καθρέφτη», αποδέχεται αυτόματα και την αλήθεια του μύθου5.

Ο Λακάν «κοροϊδεύει» την ψυχιατρική επειδή θεωρεί ότι αγνοεί τη συναισθηματική υπόσταση του ανθρώπου. Ο ίδιος θεωρούσε την ψυχανάλυση περισσότερο «ποίηση» και λιγότερο επιστήμη. Όμως, ήδη από το 1948, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε διατυπώσει τον ορισμό της υγείας ως εξής: «υγεία είναι μια κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι απλά η απουσία αρρώστειας ή αναπηρίας»12. Φαίνεται ότι διέλαθε της προσοχής του Λακάν η υιοθέτηση του Βιοψυχοκοινωνικού Μοντέλου στην Υγεία (σε όλους τους κλάδους, όχι απλά στην ψυχιατρική) και η σταδιακή εγκατάλειψη του βιοϊατρικού μοντέλου που βασίστηκε στην καρτεσιανή «μηχανιστική» λογική, όπου το ανθρώπινο σώμα λειτουργούσε ως μηχανή. Αν χαλούσε, για παράδειγμα, ο κινητήρας (π.χ. το πάσχον όργανο ή το πάσχον σύστημα), αρκούσε να τον επιδιορθώσεις για να επαναφέρεις την υγεία. Στο πλαίσιο του ολιστικού μοντέλου, η υγεία δεν είναι αυτοσκοπός αλλά πόρος για τη ζωή. Αποτελεί μια δυναμική κατάσταση η οποία εξαρτάται από τρεις διαστάσεις: σωματική, ψυχική κοινωνική, οι οποίες βρίσκονται σε συνεχή αλληλεξάρτηση. Αυτή η θεώρηση αντικατοπτρίζεται στα ερευνητικά δεδομένα των τελευταίων 70 ετών, όπου τόσο στην ψυχιατρική όσο και στους υπόλοιπους κλάδους το σώμα και οι παθήσεις του συνδέονται με τον ψυχισμό – και αντίστροφα. Το «πραγματικό» συναντά το «αληθινό». Σήμερα γνωρίζουμε ότι η διαταραχή στον μηχανισμό επαναπρόσληψης σεροτονίνης στον εγκέφαλο έχει αποτέλεσμα την εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων, τα οποία, ωστόσο, αποκτούν ένα νόημα συγκεκριμένο, ανάλογα με το υποκείμενο που τα βιώνει. Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά την αποκατάσταση της νευροχημικής λειτουργίας, εξαφανίζοντας το σύμπτωμα. Ωστόσο, η εξασφάλιση της λειτουργικότητας δεν ταυτίζεται με τη θεραπεία. Γι’ αυτό, συχνά, τα άτομα που πάσχουν από κάποια ψυχική διαταραχή υποβάλλονται σε ψυχοθεραπεία. Η ψυχοθεραπεία (και η ψυχανάλυση) μπορεί επίσης να επηρεάσει τη χημική νευροδιαβίβαση στον εγκέφαλο, υπάρχουν πλέον ερευνητικά δεδομένα που το πιστοποιούν. Το σωματικό, δηλαδή, αλληλεπιδρά με το ψυχικό και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ιδωθεί χωριστά. Είναι σαν να υποστηρίζει κάποιος, αντίστοιχα, ότι το «Εγώ» δεν αλληλεπιδρά με το ασυνείδητο. Είναι απορίας άξιο πώς ο Λακάν κατέληξε σε αυτές τις διαπιστώσεις, αν σκεφτεί κάποιος την εποχή που έζησε και το γεγονός ότι η «Ψυχοσωματική Σχολή», όπως λέει και το όνομά της, συνέδεσε άρρηκτα το «ψυχικό» με το «σωματικό». Να την αγνοούσε; Απίθανο.

 

Η ΨΥΧΩΣΗ, ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ, Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Ακόμη και στην «αιτιολογία της τρέλας», ο Λακάν εστιάζει στη διαταραχή σημαινόντων και συναισθημάτων, που εμπεριέχονται στη γλώσσα, εξαφανίζοντας εντελώς τη σωματική διάσταση από το κάδρο και εντρυφώντας στην «καθαρή» (κατά τον ίδιο) αξία του σημαινομένου6. Οι λέξεις του ψυχωσικού ασθενούς, υποστηρίζει ο Λακάν, δεν είναι ατάκτως ερριμμένες, αλλά έχουν «νόημα» για τον ίδιο. Αυτό το νόημα καλείται να ανακαλύψει και ο αναλυτής. Σωστά. Η ψυχανάλυση, και πριν από τον Λακάν άλλωστε, αυτό υποστήριζε. Το ζήτημα είναι ότι, για να γίνει αποτελεσματική «δουλειά» στο ντιβάνι, ο ψυχωσικός ασθενής θα πρέπει να λάβει φάρμακα. Διότι η ψύχωση, διαταράσσει τη λειτουργία της σκέψης. Και αν η σκέψη δεν αποκατασταθεί (μερικά, όσο είναι δυνατό), το άτομο δεν θα μπορέσει να εργαστεί ψυχαναλυτικά, να απαρτιώσει δηλαδή τις διαφορετικές πλευρές του, να τις ενδοβάλλει και να αναλάβει την ευθύνη τους. Η φροϋδική ψυχανάλυση βασίζεται στη σκέψη, όχι στη διαίσθηση, όπως η λακανική. Το ίδιο και οι σύγχρονες μορφές ψυχοθεραπείας. Επομένως, απορρίπτοντας το cogito, oΛακάν διέρρηξε ταυτόχρονα κάθε δεσμό με την ψυχανάλυση και την ψυχιατρική επιστήμη. Μεταπήδησε στο χώρο της τέχνης. Η ψυχανάλυση αποτελεί εργαλείο κατανόησης. Όχι το μόνο και σε καμία περίπτωση το «απόλυτο». Κάθε άλλο.

Η υπερβολική επένδυση στο «πραγματικό» (το βίωμα), και η απαξίωση του «αληθινού» που θεωρείται πλάνη, θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει  την εκλεκτική συγγένεια της λακανικής θεωρίας με την αριστερή ιδεολογία.

Κατά μια έννοια, η «Αριστερά» ταυτίζει το «πραγματικό» με το «αληθινό», καταργώντας τελικά, το τελευταίο. Το βίωμα, είναι πάνω από τις μετρήσεις, την έρευνα, την πραγματικότητα. Αν οι άνθρωποι βιώνουν την τωρινή κατάσταση στην Ελλάδα, για παράδειγμα, ως ανθρωπιστική κρίση, έτσι είναι. Δεν χωρά αμφισβήτηση. Δεν έχει καμιά σημασία ότι σε χώρες της Αφρικής οι άνθρωποι πεθαίνουν εξ αιτίας ασθενειών που για μας θεωρούνται πια ασήμαντες. Δεν έχει καμιά σημασία που σε κάποιες ασιατικές χώρες ο μηνιαίος μισθός είναι το 1/100 του δικού μας. Η σύγκριση με βάση τα δεδομένα της πραγματικότητας, τα μετρήσιμα, τα «αληθινά», είναι πλάνη, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το υποκειμενικό βίωμα. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι η Αριστερά ταυτίζεται με την εξιδανικευτική εικόνα του «σταδίου του καθρέφτη». Θεωρεί φυσική την επιδίωξη της παντοδυναμίας. Μάλιστα, «προβάλλει» αυτή την εξιδανίκευση σε εκείνους που έχουν χρήματα, τους «πλούσιους». Αυτοί, έχουν τη «μυστικιστική σοφία» των χρημάτων και μπορούν να φέρονται «παντοδυναμικά». Πρέπει λοιπόν, να υφαρπάξουμε αυτή τη σοφία, δηλαδή τα χρήματά τους, μέσω των φόρων και άλλων μέσων της κρατικής εξουσίας, για να μπορέσουμε όλοι να διεκδικήσουμε το μερίδιό μας στην παντοδυναμία. Ή καλύτερα, για να εξασφαλίσουμε μια «ισόποση παντοδυναμία» για όλους. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ότι αυτή είναι και η πυρηνική έννοια πίσω από την ιδέα του «εξισωτισμού». Ο μόχθος, ο κόπος, η προσπάθεια του Άλλου δεν αναγνωρίζονται. Ούτε καν ο Άλλος ως χωριστή οντότητα. Είπαμε, το «πραγματικό» δεν διαφέρει από το «αληθινό». Η επιδίωξη της «παντοδυναμίας» αποκλείει τη γνησιότητα του ανθρώπου, η οποία περιλαμβάνει πλήθος ατελειών. Αυτό, σε συνδυασμό με την επιβολή του «καλού» που επαγγέλλεται η Αριστερά, σε ό,τι κι αν αναφέρεται αυτό το «καλό», οδηγεί στον ψυχικό ολοκληρωτισμό. Ίσως γι’ αυτό παρατηρούμε τελευταία δείγματα «ψυχικού ολοκληρωτισμού», τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Καλό είναι αυτό που λέω εγώ και αποστολή μου είναι να σ’ το επιβάλλω, επειδή αν σε αφήσω να αποφασίσεις θα επιστρατεύσεις τις δυνάμεις της λογικής και θα απομακρυνθείς από την «πραγματικότητα». Όπως ο αναλυτής στον Λακάν, που δεν επιτρέπει στον αναλυόμενο να συνεχίσει και τερματίζει τη συνεδρία, επειδή ο ίδιος έχει την εξουσία να γνωρίζει και να επιβάλλει το «πραγματικό» και το «καλό». Αυτή η προσέγγιση βέβαια, πόρρω απέχει από το να χαρακτηριστεί «δημοκρατική». Η δημοκρατία είναι σαν την φροϋδική θεώρηση για τη ζωή. Είναι γεμάτη ατέλειες και χρειάζεται να συμφιλιωθεί κανείς με αυτό, να το αποδεχτεί βαθιά, να αισθανθεί τη ματαίωση, να πενθήσει για το «τέλειο» που δεν υπάρχει, προκειμένου να κινητοποιηθούν οι δυνάμεις του στην κατεύθυνση της δημιουργικότητας και της προσαρμογής. Η παραίτηση από το «ιδανικό» και η αποδοχή της ματαίωσης που τη συνοδεύει είναι απαραίτητη για να ζήσει κάποιος μια δημιουργική και παραγωγική ζωή ή, αντίστοιχα, για να αναπτυχθεί και να λειτουργήσει το δημοκρατικό πολίτευμα. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί αλλαγή και βελτίωση σε οτιδήποτε. Το «ιδανικό» υπάρχει ως μια κατάσταση που γνωρίζουμε ότι δεν θα συμβεί ποτέ. Αντίθετα, στην αριστερή ιδεολογία, το «ιδανικό» είναι μια υπαρκτή πιθανότητα και επιδιώκεται συστηματικά ως τέτοια.

Ως επίλογος, η τωρινή κατάσταση που βρίσκεται η χώρα μας, μοιάζει με το έγκλημα των αδερφών Παπέν που αναφέρει ο Λακάν2. Πρόκειται για δύο αδερφές, οι οποίες δούλευαν ως υπηρέτριες στο σπίτι μιας αστικής οικογένειας στη Γαλλία. Μια μέρα, κι ενώ οι σχέσεις υπηρετικού προσωπικού και οικογένειας είχαν ήδη διαταραχθεί σημαντικά, σε σημείο που «να μην ανταλλάσουν ούτε λέξη», έγινε μια ξαφνική διακοπή ρεύματος. Εκείνα τα λεπτά, οι αδελφές Παπέν δολοφόνησαν τα μέλη της οικογένειας με ειδεχθή τρόπο, κατόπιν καθάρισαν το σπίτι, πλύθηκαν και ξάπλωσαν στο κρεβάτι μαζί. Όταν αργότερα φυλακίστηκαν, εξακολουθούσαν να ρωτούν πώς είναι τα μέλη της οικογένειας, σαν να εξακολουθούσαν να ζουν.

Ένα αντίστοιχο παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι το εξής: αν οι δυνάμεις που επιδιώκουν την «παντοδυναμία» συνεχίσουν να κυριαρχούν, η χώρα θα «πέσει στον γκρεμό», το χρήμα θα γίνει σπανιότερο κι από τα εντελβάις και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όταν τα ΑΤΜ θα είναι κλειστά, θα εξακολουθεί («μετά το έγκλημα») να αναρωτιέται πώς θα διανείμει «τα λεφτά που υπάρχουν».

Με βάση τη φροϋδική θεώρηση εύχομαι αυτό να μείνει αυστηρά «πραγματικό» και να μη γίνει ποτέ «αληθινό».

 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΛΑΚΑΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΑΚΑΝ

  1. Lacan, J., "Overture to the 1st International Encounter of the Freudian Field" στο Hurly-Burly, Issue 6, September 2011, p. 18
  2. Ντετί Μ. (2000). Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση του Λακάν. Μτφρ: Νάσια Ποταμιάνου. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα
  3. Julien, P. (1994). Jacques Lacan’s Return to Freud: The Real, the Symbolic, and the London: New York University Press
  4. Ragland-Sullivan, Ellie. 1987. Jacques Lacan and the Philosophy of Psychoanalysis. Urbana: University of Illinois Press
  5. Stockholder K. (1998).Lacan versus Freud: Subverting the Enlightenment. American Imago, 361-422The Johns Hopkins University Press.
  6. Nobus, D. (2000). Jacques Lacan and the Freudian Psychoanalysis. London: Routledge
  7. Felman, Shoshana. 1987. Jacques Lacan and the Adventure of Insight. Cambridge: Harvard University Press
  8. Dor, J. 1985. Εισαγωγή στην ανάγνωση του Λακάν 2. Η δομή του υποκειμένου, Αθήνα, Πλέθρον, 1996
  9. Lacan, J. (1985). The Mirror Stage as Formative of the Function of the I as Revealed inPsychoanalytic Experience 1934, in Ecrits. The Hogarth Press and the Institute of Psychoanalysis, London. p. 67
  10. Βασλαματζής Γ., Ζερβής Χ., Ιωάννοβιτς Ε., Καλλιτεράκη Ε., Καραμανωλάκη Χ., Κοοκκώση Μ., Κωνσταντινίδου Β., Μανιαδάκης Γ., Παπακωνσταντίνου Κ., Χατζησταυράκης Γ. (2014). Το Κενό, το Αρχαϊκό, το Ψυχικό Τραύμα. Σειρά Συνάψεις. Εκδόσεις Κοινός τόπος Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου. Εταιρεία Ιστορικών, Επιστημολογικών και Φιλοσοφικών Μελετών
  11. Green A. (1999b). On discriminating and not discriminating between affect and representation. International Journal of Psychoanalysis.80, 277-316.
  12. Preamble to the Constitution of the World Health Organization as adopted by the International Health Conference, New York, 19-22 June, 1946; signed on 22 July 1946 by the representatives of 61 States (Official Records of the World Health Organization, no. 2, p. 100) and entered into force on 7 April 1948).
  13. Freud S. (1915). The unconscious. SE 14.
  14. Freud S. (1923). The Ego and the Id.

 

 

Ειρήνη Αγαπηδάκη. Ψυχολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στην προαγωγή και αγωγή υγείας, υποψήφια διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά