Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

24 χρόνια χωρίς τείχος

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Στα 1917, η κομμουνιστική επανάσταση εκπροσωπούσε το φως και την ελπίδα των κοινωνιών που στόχευαν να απαλλαγούν από τα δεσμά της φεουδαρχία και, αργότερα, του καπιταλισμού. Στα 1989, οπότε και τα μαρξιστικά καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης κατέρρευσαν, ο κομμουνισμός αποδείχθηκε ένα κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, το οποίο είχε καταρρεύσει ηθικά στις συνειδήσεις των ανθρώπων πολλά χρόνια πριν.  

Άραγε, πώς τόσο υψιπετείς προθέσεις οδήγησαν σε τόσο χαμερπείς πράξεις; Πώς μια ομάδα αγνών επαναστατών, που δεν αμφιβάλλουν ότι κατέχουν τους «αντικειμενικούς νόμους της ιστορίας», τους οποίους προφανώς αγνοούν οι «μάζες», στο όνομα της χειραφέτησης, εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς χαρακτηριστικά του οποίου ήταν η ανελευθερία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και τελικά, είναι η πανουργία της Ιστορίας, ή μήπως η ειρωνεία της, που αποφάσισε τα πρώτα θύματα αυτής της επανάστασης να είναι οι ίδιοι οι πρωτεργάτες της;

Ο Βίκτωρ Λβόβιτς Κίμπαλτσιτς (1890-1947), όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Βἰκτωρ Σερζ, ξεκίνησε την πολιτική και θεωρητική του ζωή ως αναρχικός. Στην πορεία όμως τον κατέκτησαν οι ιδέες της Ρωσικής Επανάστασης. Αποτέλεσμα: αυτός ο αναρχικός συνεργάστηκε με τον Τρότσκι και κυνηγήθηκε από τον Στάλιν.

Στο βιβλίο του Λέων Τρότσκι, στην ουσία, δεν γράφει τη βιογραφία του προσώπου που επιδίωξε την παγκόσμια επανάσταση[1]. Αντιθέτως, περιγράφει το δράμα της δικής του προσωπικής ιστορίας και, μέσω αυτής, τις απογοητεύσεις της επαναστατικής γενιάς και, εν τέλει, την αποτυχία του καθεστώτος που έφερε η εξέγερση του Οκτωβρίου 1917. Η μαρτυρία του είναι ένα ντοκουμέντο για την τραγική κατάληξη τηυν οποία είχαν οι ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο.

Ο αναγνώστης δεν θα βρει στο πρόσωπο του Σερζ έναν κριτή της Επανάστασης. Ο παλαιός αναρχικός δεν αμφισβητεί την κατάργηση της Συντακτικής Συνέλευσης από τον Λένιν και τον Τρότσκι, όταν οι εκλογείς έστειλαν στους μπολσεβίκους το μήνυμα ότι αποτελούν μειοψηφία. Δεν αμφισβητεί καν τις ενέργειες του Τρότσκι για την καταστολή της εξέγερσης στην Κρονστάνδη[2] ούτε θέτει σε αμφισβήτηση την όλη αντίληψη του Τρότσκι, ο οποίος από το 1902 μιλούσε για την άμεση σοσιαλιστική επανάσταση, αντίληψη στον αντίποδα της διαδεδομένης αργότερα θεωρίας «των σταδίων». Την αντίληψη εκείνη ο Λένιν την ακολούθησε ασμένως, χωρίς ποτέ να αναγνωρίσει την πατρότητά της στον Τρότσκι. Από τη σκοπιά του, ο Βίκτωρ Σερζ αντιμετωπίζει τη γέννηση της γραφειοκρατίας ως μια παρέκκλιση των κομματικών μηχανισμών, όχι ως αναπόφευκτη συνέπεια της κατάργησης της Δημοκρατίας από το κόμμα.  

Στο σημεἰο αυτό θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι οι συνθήκες εμφυλίου πολέμου, οι έκτακτες περιστάσεις, η πολιορκία της σοβιετικής δημοκρατίας από τους ιμπεριαλιστές οδήγησαν στην ενδυνάμωση της δικτατορίας. Είναι όμως την ίδια εποχή που οι αρχικοί σύμμαχοι των μπολσεβίκων, οι σοσιαλεπαναστάτες, οι μενσεβίκοι, η Ρὀζα Λούξεμπουργκ, ο μεγάλος αναρχικός Κροπότκιν και ο μετέπειτα συνομιλητής του Στάλιν, Μαξίμ Γκόρκι, προειδοποιούσαν ότι η κατάργηση της δημοκρατίας και του πολυκομματισμού θα οδηγήσει την οκτωβριανή επανάσταση στον απόλυτο εκφυλισμό.

Ο Βίκτωρ Σερζ και ο Λέων Τρότσκι, όπως και οι υπόλοιποι πρωτεργάτες της επανάστασης άλλωστε, δεν συνειδητοποίησαν την αξία της δημοκρατίας. Εκτός από θύτες, όμως, υπήρξαν και θύματα των επιλογών τους. Έσπειραν στην επανάσταση το σπόρο της αγνής πίστης, αλλά θέρισαν τον ολοκληρωτισμό. Προσέφεραν το ρομαντισμό της ανιδιοτελούς αγάπης προς τον βασανισμένο και αδικημένο άνθρωπο, αλλά παρέδωσαν την καταδίκη του ατόμου.

Ο ΛΕΝΙΝ ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΟ ΜΥΘΟ ΤΟΥ

Αν ο Τρότσκι και ο Σερζ ήταν οι μεγάλοι νικητές της επανάστασης που ηττήθηκαν λόγω των επιλογών τους, ο Λένιν κατ’ αντιστοιχία, αν και εν τέλει ήταν ο νικητής, ορισμένοι εκτιμούν ότι έδωσε στο καθεστώς τα χαρακτηριστικά που οδήγησαν στην ήττα του. Η Ελέν Καρέρ ντ’Ενκός στη μονογραφία της Λένιν, για τον ηγέτη της επανάστασης, απομυθοποιεί μια προσωπικότητα η οποία, ακόμα και σήμερα, εκτιμάται για την ηθική και την πολιτική ακεραιότητά της.

Η περίπτωση του Λένιν δεν είναι τόσο εύκολη, όπως η αντίστοιχη του Στάλιν. Ο τελευταίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για τη διαστροφή του λενινιστικού έργου. Η Ντ’Ενκός καταρρίπτει αυτό το σχήμα, αποδεικνύοντας ότι καθόλου δεν έχουμε να κάνουμε με έναν αγνό ρώσο επαναστάτη στον αντίποδα ενός μοχθηρού καυκάσιου γεωργιανού γραφειοκράτη. Στο ερώτημα αν η σταλινική τραγωδία αποτελεί διαστροφή της πορείας που ακολούθησε η ρωσική επανάσταση ή αναπόφευκτη κατάληξη της λενινιστικής θεώρησης και πρακτικής, η Ντ’Ενκός απαντά στηρίζοντας το δεύτερο σκέλος.

Η ζωή του Λένιν, λέει η Ντ’Ενκός, συνδέθηκε με το κρασί. Η κατανάλωσή του υποσχόταν τη μετάβαση της ανθρωπότητας από τον ζόφο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στη μέθη μιας «κοινωνίας των ίσων». Ο Λένιν, σύμφωνα με την προσέγγιση της Ντ’Ενκός, αναδεικνύεται στις πραγματικές διαστάσεις του, αυτές ενός μέτριου θεωρητικού, ο οποίος απεδείχθη μετρ του τακτικισμού. Ο Λένιν εμφανίστηκε ως προσωπικότητα που περιφρονεί τον αυθορμητισμό, ιδιοποιείται την αλήθεια και στηρίζεται στον αυταρχισμό και στο μίσος κατά της δημοκρατίας.

Ο Λένιν είναι το κλασικό παράδειγμα πολιτικού που φοβούνταν την ελευθερία. Το νήμα που συνδέει τις όποιες, μετριότατες, θεωρητικές, φιλοσοφικές και οικονομικές αντιλήψεις του είναι ο φόβος του μπροστά στο αυθόρμητο και η ανάγκη πολιτικής και ιδεολογικής χειραγώγησής του. Το κόμμα γι' αυτόν είναι ένας μηχανισμός που στοχεύει να ενσταλάξει την επαναστατική συνείδηση στο προλεταριάτο, το οποίο από μόνο του δεν είναι σε θέση να ξεπεράσει τα καθαρά οικονομικά και συντεχνιακά του συμφέροντα. Επιπλέον, το καθήκον για τη διαμόρφωση αυτής της συνείδησης ανατίθεται στον επαγγελματία επαναστάτη. Ο Λένιν ποτέ δεν θα μπορούσε να δεχτεί την άποψη των μενσεβίκων, τους οποίους ανέτρεψαν οι μπολσεβίκοι, ότι θα μπορούσε να υπάρξει επιτυχημένη επανάσταση σε συνθήκες πολιτικού και ιδεολογικού πλουραλισμού. Ο Μάρτοφ[3] και ο Πλεχάνωφ[4] ήσαν, γι’ αυτόν, προδότες πριν ακόμη «προδώσουν».

Οι προτροπές του Λένιν για φυσική εξόντωση, για «κρέμασμα χωρίς δισταγμό» των αντιπάλων του και η περιφρόνηση και το μίσος του κατά της διανόησης μπορεί, σήμερα, να πικραίνουν μερικούς που έχουν πιστέψει στις πολιτικές ικανότητές του, δεν αποτελούν όμως πτυχές μιας δαιμονοποίησης. Ειδικά όσον αφορά την ολοκληρωτική υποταγή της επανάστασης στα κελεύσματα του κόμματος και του ηγέτη του, αρκεί κανείς να διαβάσει τον 45ο τόμο των Απάντων του Λένιν (Μάρτιος 1922 - Μάρτιος 1923) και θα κατανοήσει γιατί ο σταλινισμός δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.

Ο ΣΤΑΛΙΝ ΚΑΙ Ο ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ

Όσο για τον Στάλιν, στο βιβλίο τού Ζαν-Ζακ Μαρί, Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι Στάλιν,δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένας μανιακός της εξουσίας καιροσκόπος πολιτικός, αλλά εντάσσεται σε ένα πλαίσιο ταξικών συσχετισμών. Ο Στάλιν εκπροσωπεί τις προσδοκίες του πλήθους των μεσαίων κρατικών στελεχών, οι πιο πολλοί από τους οποίους προέρχονται από τον παλιό κρατικό μηχανισμό και, με τις εκκαθαρίσεις των παλιών επαναστατών, είδαν ν' ανοίγει ο δρόμος για την ένταξή τους στους κόλπους της εξουσίας.

Ο Ζαν-Ζακ Μαρί δίνει ιδιαίτερη προσοχή και σ’ ένα άλλο χαρακτηριστικό του σταλινισμού, το οποίο δεν έχει προσεχθεί ιδιαίτερα. Η συνεκτική ιδεολογία του καθεστώτος μετά το 1930 ήταν ο εθνικισμός, συνοδευόμενος, μετά τον πόλεμο, από τον αντισημιτισμό. Αυτή η ιδεολογία παρέμεινε κυρίαρχη στη Σοβιετική Ένωση και μετά τον Στάλιν.

Ανεξάρτητα απ’ όσα έχουν ειπωθεί και θα ειπωθούν για τον Στάλιν, θεωρώ ότι αυτό που χαρακτηρίζει τον σταλινικό ολοκληρωτισμό δεν είναι μόνο η χρήση της βίας, αλλά η διεκδίκηση των μπολσεβίκων, ανεξαρτήτως φατρίας, να αναγνωριστούν ως οι φορείς της μίας και αποκλειστικής αλήθειας που ενυπάρχει στη μία και μοναδική μορφή ιδιοκτησίας. Το κόμμα, στο πρόσωπο του ηγέτη του, είναι το μόνο που γνωρίζει την αλήθεια και εξοντώνει όσους πιστεύουν πως υπάρχουν και άλλες αλήθειες. Εδώ νομίζω πως κάθεκαλοπροαίρετος δεν μπορεί παρά να δει το κοινό νήμα που συνδέει τον λενινισμό με τον σταλινισμό, και στο βάθος την άποψη του Μαρξ για την  κατάκτηση της εξουσίας ως απαραίτητο μέσο για τη διαμόρφωση των νέων κοινωνικών σχέσεων.

Από τις σχέσεις αυτές συνάγεται εύκολα ότι το σύστημα που γέννησε η οκτωβριανή επανάσταση ήταν ολοκληρωτικό. Δυο βιβλία που μιλούν για τον χαρακτήρα αυτής της επανάστασης  και για τη φύση των καθεστώτων που αυτή γέννησε αποδεικνύουν αυτόν τον χαρακτηρισμό της. Το πρώτο γράφτηκε τα πρώτα χρόνια  της αποσταλινοποίησης, το δεύτερο μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού.

Η Ολοκληρωτική Δικτατορία είναι η γερμανική τροποποιημένη μετάφραση ενός έργου αναφοράς. Είναι το έργο που κατέθεσε ο γερμανός πολιτικός επιστήμονας και πρωτοπόρος στην ανάλυση της φύσης των ολοκληρωτικών καθεστώτων, Καρλ Γιοακίμ Φρήντριχ (1901-1984), στην κλασική πλέον μελέτη για τον ολοκληρωτισμό, την οποία αρχικά είχε γράψει το 1956 σε συνεργασία με τον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, για να πρωτοκυκλοφορήσει στην Αμερική υπό τον τίτλο, Ολοκληρωτική δικτατορία και αυταρχία.

Ο Φρήντριχ υποστηρίζει ότι υπάρχουν έξι κοινά χαρακτηριστικά των τριών ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα: του ναζισμού, του ιταλικού φασισμού και του κομμουνισμού. Χαρακτηριστικά που μας επιτρέπουν να ταξινομούμε και τα τρία αυτά πολιτικά συστήματα στην περιοχή της Ολοκληρωτικής Δικτατορίας.

Ποια ακριβώς είναι τα κοινά σημεία των καθεστώτων της Ολοκληρωτικής Δικτατορίας; Πρώτον, η ιδεολογία. Οι Ολοκληρωτικές Δικτατορίες είναι καθεστώτα που βασίζονται στην πεποίθηση ότι η Ιστορία είναι με το μέρος τους και, κατά συνέπεια, καμία θυσία δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στην κυριαρχία της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας ή της καθαρής φυλετικής κοινωνίας. Πιστεύουν, επίσης, ότι η βία αποτελεί το μοναδικό μέσο για την επίτευξη της καθαρής φυλετικά ή της ίσης ταξικά κοινωνίας. Όσο και να είναι διαφορετικές οι ιδεολογικές αρχές και αφετηρίες των καθεστώτων Ολοκληρωτικής Δικτατορίας, το μείζον είναι η κοινή τους αντίληψη για τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να πετύχουν τους σκοπούς τους. Και αυτοί οι τρόποι ανάγονται στη βία και το έγκλημα.

Δεύτερο κοινό σημείο είναι η κυριαρχία του ενός μοναδικού μαζικού κόμματος, το οποίο καθοδηγείται από έναν άνθρωπο-δικτάτορα. Το ένα και μοναδικό κόμμα είναι το βασικό στήριγμα της Ολοκληρωτικής Δικτατορίας. Ο δικτάτορας-ηγέτης αυτού του κόμματος κατέχει απεριόριστη εξουσία και δρα επιτυχημένα επειδή στηρίζεται στην τρομοκρατική μυστική αστυνομία και στο μονοπώλιο των μέσων ενημέρωσης, που αποτελούν το τρίτο και το τέταρτο κοινό χαρακτηριστικό των Ολοκληρωτικών Δικτατοριών. Τα επόμενα δύο κοινά χαρακτηριστικά είναι η κυριαρχία που κατέχει το κόμμα και ο δικτάτορας ηγέτης στη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων και η κεντρικά διευθυνόμενη οικονομία. Η τελευταία, είτε παραμένει ο ατομικός χαρακτήρας της κατοχής των μέσων παραγωγής είτε αυτά γίνονται κρατικά, κυριαρχείται από τον κεντρικό σχεδιασμό. Στη ναζιστική Γερμανία και στη φασιστική Ιταλία ο σχεδιασμός αυτός κυριαρχούνταν από την ιδέα του πολέμου, στη Σοβιετική Ένωση από την ιδέα της γοργής και με κάθε θυσία εκβιομηχάνισης.

Το δεύτερο βιβλίο αναφοράς είναι του Τσβετάν Τοντορόφ, Μνήμη του κακού, Πειρασμός του καλού. Κατά τη γνώμη μου είναι μακράν το καλύτερο βιβλίο που κυκλοφορεί στα ελληνικά για τη φύση και το χαρακτήρα του κομμουνισμού.

Η ανάλυση του ολοκληρωτικού χαρακτήρα των καθεστώτων του υπαρκτού  σοσιαλισμού στο βιβλίο του Τοντορόφ περνά με ιδιαίτερα ευφυή και πρωτότυπο τρόπο μέσα από την ανάλυση της βιογραφίας έξι προσωπικοτήτων που έζησαν το ζόφο του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού. Το κοινό στοιχείο που διέπει αυτές τις προσωπικότητες είναι ότι με το συγγραφικό τους έργο και με το παράδειγμα της προσωπικής τους ζωής τάχθηκαν εναντίον κάθε ολοκληρωτισμού, με βαρύ τίμημα την κατασυκοφάντηση και τον εξοστρακισμό τους από τους πρώην συντρόφους τους. Η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν, γερμανίδα κομμουνίστρια που κατέφυγε στην ΕΣΣΔ, «κατάφερε» να γνωρίσει τα σταλινικά στρατόπεδα και να παραδοθεί, το 1940, από τους Σοβιετικούς στον Χίτλερ. Ο Νταβίντ Ρουσέ, έγκλειστος στο γερμανικό στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ, με το συγγραφικό έργο του καταγγέλλει την ύπαρξη των ναζιστικών στρατοπέδων. Η γαλλίδα εθνολόγος Ζερμαίν Τιγιόν, αφού βίωσε τη φρίκη του Ράβενσμπρουκ, αφοσιώθηκε στον αγώνα για την υπεράσπιση προσώπων που απειλούνταν από τις φανατικές κρατικές εξουσίες. Ο Ρομαίν Γκαρύ, ρωσοεβραϊκής καταγωγής, αφού μάχεται ως αεροπόρος τον φασισμό, αφιερώνεται σε ένα συγγραφικό έργο κύριος στόχος του οποίου είναι το μανιχαϊκό πνεύμα. Ο ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα Ιταλοεβραίος Πρίμο Λέβι, επιζήσας του Άουσβιτς, με το έργο του καταδεικνύει τις γκρίζες ζώνες της ανθρώπινης ζωής. Τέλος, ο ρώσος δημοσιογράφος και μυθιστοριογράφος Βασίλι Γκρόσμαν, που αποκάλυψε με συγκλονιστικό τρόπο «τη ζωή και το πεπρωμένο» του ανθρώπου στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό.

Το πιο σημαντικό στοιχείο και των έξι παραπάνω προσώπων είναι η άρνησή τους να παίξουν το ρόλο του θύματος που ζητά εκδίκηση. Αυτό που κάνει τη ζωή αυτών των ανθρώπων υπόδειγμα είναι ότι την οδηγούσαν οι αρχές της ατομικής αγάπης ως υπέρτατης αξίας και της δικαιοσύνης. Ο Τοντορόφ κατανοεί τους κινδύνους της «κοινοτοπίας του καλού», τόσο καλά όσο η Χάννα Άρεντ κατανοούσε την «κοινοτοπία του κακού». Ο γαλλοβούλγαρος κοινωνιολόγος γνωρίζει πολύ καλά ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν είναι απαλλαγμένη από τον πειρασμό του καλού, γιατί οι δημοκρατίες, στο βαθμό που στηρίζονται σε ανισότητες και σε ταξικές διαφορές, συγχέουν πολλές φορές την ηθική με την πολιτική.

Ο Τοντορόφ δείχνει ότι δεν υπάρχει επιλογή ανάμεσα στο Άουσβιτς (ή και τη Μακρόνησο) από τη μια και στη σοβιετική Κολύμα, το Κατύν και τον εσκεμμένο λιμό των ουκρανών χωρικών από την άλλη. Εδώ δεν υπάρχει διαβάθμιση, υπάρχει μόνο κοινή καταδίκη. Την ίδια στιγμή, όμως, αποστρέφεται τις ιδεολογικές ταυτίσεις και τις κοινότοπες αναγωγές του κομμουνισμού στο φασισμό. Γιατί είναι άλλο η καταδίκη, άλλο η μελέτη και άλλο η πολιτική θέση.

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Η διαμάχη για τη σύγκριση φασισμού και κομμουνισμού έχει μεγάλο παρελθόν και έντονο παρόν. Όταν, το 2001, κυκλοφόρησαν και στην Ελλάδα Η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού και Ο Αιώνας των Κομμουνισμών ξέσπασαν και εδώ μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις. Και όμως, και τα δυο βιβλία ήσαν πολύ «λίγα» για το έργο που τους ανατέθηκε: να δείξει την ολοκληρωτική φύση του κομμουνισμού το πρώτο, να αναδείξει –παρά την αναγνώριση των αντιδημοκρατικών πτυχών του– την απελευθερωτική πλευρά του κομμουνισμού το δεύτερο.

Στη Μαύρη Βίβλο… κατατίθενται συγκλονιστικά στοιχεία για τον εμφύλιο πόλεμο, τη βίαιη και καταστροφική κολεκτιβοποίηση, τον μεγάλο λιμό, τους διωγμούς αντιφρονούντων, τις εκτελέσεις και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σοβιετική Ένωση, ενώ με ενδιαφέρον παρακολουθεί κανείς τα δεινά όχι μόνο των τότε σοβιετικών πολιτών, αλλά και όλων των άλλων λαών στην υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη, αλλά και στις χώρες που σε Ασία και Αφρική γνώρισαν τον κομμουνισμό. Είναι ένα βιβλίο που, στηριγμένο σε αρχεία, μαρτυρίες, ντοκουμέντα, καταγράφει με μεγάλη ακρίβεια την εγκληματική πλευρά αυτών των καθεστώτων.

Η κεντρική ιδέα όμως της συντακτικής ομάδας και, κυρίως, των Στεφάν Κουρτουά και Νικολά Βερτ, η οποία ανάγει τον κομμουνισμό αποκλειστικά σε καθεστώς με εγκληματική φύση, δεν επιτρέπει τα πολύτιμα στοιχεία να πλαισιωθούν και με αναλύσεις για τη φύση της ιδεολογίας και του χαρακτήρα του κομμουνισμού ούτε εμβαθύνει στους λόγους για τους οποίους ο κομμουνισμός είχε τόση επιρροή στο δυτικό εργατικό κίνημα και στους διανοούμενους. Με λίγα λόγια, αν δούμε τη Μαύρη Βίβλο… από την πλευρά της αποκάλυψης του εγκληματικού ζόφου του κομμουνισμού είναι ένα πολύτιμο έργο, αν τη δούμε όμως ως ένα κοινωνιολογικό ή και ιστορικό βιβλίο είναι μάλλον μια αποτυχημένη προσπάθεια. Η αναγωγή του κομμουνιστικού φαινομένου σε εγκληματογόνο ιδεολογία φτωχαίνει αφάνταστα την πολυσημία του. Πάντως, στην ελληνική έκδοση, μακράν το πληρέστερο και διεισδυτικότερο κείμενο είναι η (γραμμένη γι’ αυτή την έκδοση) εισαγωγή του Δημήτρη Δημητράκου.

Ο Αιώνας των Κομμουνισμών έχει τις ακριβώς αντίθετες αδυναμίες. Στο έργο αυτό, η κοινωνιολογική και ταξική ανάλυση έχει μεγαλύτερο βάθος, οι συγγραφείς του επιχειρούν να δουν την άνοδο του φαινομένου στην πολιτικοποίηση των λαϊκών τάξεων αποφεύγοντας να το δουν ως κίνημα μόνο των ελίτ. Αποφεύγουν όμως, ταυτόχρονα, να σημειώσουν ότι αυτές οι τάξεις όχι μόνο σταδιακά τέθηκαν στο περιθώριο, αλλά και ότι στη συνέχεια οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και, μετά την περίοδο του σταλινισμού, στην πολιτική και οικονομική αδράνεια. Ο κομμουνισμός δεν ήταν ούτε μόνο έγκλημα, όπως υποστηρίζει η Μαύρη Βίβλος, ούτε όμως ένα σύστημα με μόνο κάποιες σχέσεις απόστασης από τη Δημοκρατία. Ήταν ένα σύστημα που, μολονότι ενέπνευσε μεγάλες ελπίδες και μολονότι οδήγησε σε πράξεις ατομικού ηρωισμού, ακριβώς επειδή περιφρονούσε βαθύτατα τη Δημοκρατία οδηγήθηκε στο έγκλημα και στον εκφυλισμό.

ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΕΡΡΕΥΣΕ

Τρεις γενικές αντιλήψεις επικρατούν για τα γεγονότα που μέσα στο 1989 συγκλόνισαν την Ευρώπη και οδήγησαν στην κατάρρευση των κομμουνιστικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης.

*Η πρώτη θεωρεί ότι, μαζί με τα καθεστώτα, κατέρρευσε και ο σοσιαλισμός ως σύστημα ιδεών και ότι, ταυτόχρονα, μαζί του, κατέρρευσε και ο μαρξισμός ως σύνολο μεθοδολογικών προσεγγίσεων για την ανάλυση της πραγματικότητας. Εκείνο που πρέπει να αποδειχθεί, η σχέση δηλαδή των μαρξιστικών ιδεών με την πραγματικότητα του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, πλασάρεται ως κάτι δεδομένο, ως μια νέα βεβαιότητα.

*Η δεύτερη αντίληψη προσεγγίζει την πραγματικότητα μέσα από σχήματα ενός μοντέλου που απέδωσε (πού; και έως πότε;) και εξαντλήθηκε.

*Η τρίτη άποψη αποδέχεται ότι αυτές οι χώρες δεν ήταν σοσιαλιστικές, άρα δεν τίθεται και κανένα πρόβλημα για τις «αποκαθαρμένες» σοσιαλιστικές ιδέες. Όσο και αν φαίνεται ότι οι δύο τελευταίες αντιλήψεις είναι διαμετρικά αντίθετες, έχουν μια κοινή θεωρητική αδυναμία. Εξετάζουν την πράξη σε πλήρη αντιδιαστολή με τη θεωρία της.

Η άποψη ότι εξαντλήθηκε το μοντέλο ανάπτυξης αυτών των χωρών μέσα από την εμφάνιση του διοικητικού-γραφειοκρατικού στρώματος και των «διαστρεβλώσεων» που αυτή η εξέλιξη επέφερε δεν εξηγεί επαρκώς σε ποιες κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες στηρίχθηκε αυτή η στρέβλωση. Χωρίς να κάνουμε αφαίρεση δεδομένων όπως το «χαμηλό επίπεδο αφετηρίας» από το οποίο ξεκίνησαν οι περισσότερες από αυτές τις χώρες, την έλλειψη δημοκρατικών παραδόσεων, τις εξωτερικές συνθήκες που επέβαλαν συγκεκριμένες αυταρχικές πολιτικές αντιλήψεις, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι οι πρωταρχικές αιτίες της γραφειοκρατικής δόμησης του μοντέλου αυτού εντοπίζονται στη σχέση του παραγωγικού τρόπου που ευνοήθηκε σε αυτ΄’α τα καθεστώτα με το δημοκρατικό-θεσμικό πλαίσιο.

Είναι εξωπραγματική η άποψη ότι υπήρχε μια καθ’ όλα σοσιαλιστική βάση και μια εντελώς αντίθετη πολιτική πραγματικότητα. Ας το δούμε αυτό πιο συγκεκριμένα. Η οκτωβριανή επανάσταση οδήγησε, αρχικά, στην κρατικοποίηση της βιομηχανικής οικονομίας και, αργότερα, στη βίαιη κολεκτιβοποίηση. Μέσα από την έλλειψη συμμετοχής των εργατών στη διεύθυνση της παραγωγής και του κεφαλαίου, στη διαδικασία των αποφάσεων για το τι παράγεται, πώς παράγεται, για ποιον παράγεται, δημιουργήθηκε μια νέα σχέση μεγαλύτερης αποξένωσης των εργατών από τα μέσα παραγωγής. Η κρατικοποίηση εξίσωσε όλες τις μορφές μισθωτής εργασίας.

Ο μονόπλευρος προσανατολισμός προς την ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας, η παραγωγικίστικη αντίληψη για την ανάπτυξη οδήγησαν στην ουσιαστική συρρίκνωση του δημοκρατικού ελέγχου μέσα στην παραγωγή. Στη συρρίκνωση αυτή συνέβαλαν και οι πρωταρχικές αντιλήψεις του Λένιν αλλά και του Τρότσκι για την «ενιαία θέληση», ως απαραίτητος όρος για την ανάπτυξη της οικονομίας.

 Ο Λένιν, το 1918, υποστηρίζει «την απαραίτητη υποταγή των χιλιάδων (παραγωγών) σε μια «ενιαία θέληση». Οι στόχοι της πλήρους εκβιομηχάνισης μέσα σε μια καθυστερημένη χώρα οδηγούν στην αναζήτηση των «ειδικών», επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο στο γραφειοκρατικό στρώμα να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Χρησιμοποιώντας την κριτική του Μαρξ στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844 για τους ουτοπιστές, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η αυτή εδώ η διατύπωσή του, «ο κομμουνισμός αυτός, η θετική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στην αρχή εμφανίζεται σαν καθολική ατομική ιδιοκτησία […] η κατηγορία που λέγεται εργάτης δεν εξαφανίζεται, αλλά επεκτείνεται σε όλους τους ανθρώπους, η σχέση της ατομικής ιδιοκτησίας παραμένει, η σχέση της κοινότητας προς τον κόσμο των πραγμάτων», ταιριάζει απόλυτα με το δημιούργημα του λενινιστικού και σταλινικού κομμουνισμού.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες της γενικευμένης κρατικοποίησης και μισθωτής εργασίας, ο σκοπός της παραγωγής δεν είναι φυσικά το κέρδος, αλλά ο όγκος της, τα στατιστικά της δεδομένα, το δόγμα: η παραγωγή για την παραγωγή. Η γραφειοκρατία, κατέχοντας όλο το υπερπροϊόν, δεν ενδιαφέρεται για τη διάθεσή του και για τις συνέπειες που ενδεχομένως να υπάρξουν στην αγορά. Αυτή η συρρίκνωση παραγωγής και αγοράς σημαίνει και συρρίκνωση της κατανάλωσης. Καταναλωτές όμως είναι οι εργαζόμενοι, ο άλλος πόλος της κρατικοποιημένης παραγωγής.

Στη βάση της αδυναμίας του κεντρικού οικονομικού και πολιτικού μηχανισμού να δώσει κίνητρα στις παραγωγικές δυνάμεις εμφανίζονται τα προβλήματα της τροφοδοσίας και των ελλείψεων.  Για την κομματική νομενκλατούρα ο όγκος της παραγωγής είναι το κύριο, η ποιότητά της και η δυνατότητα πραγματοποίησής της στην αγορά είναι το δευτερεύον. Επί Στάλιν (και επί Μάο, στην Κίνα), μάλιστα, η κατανάλωση γίνεται αναγκαίο κακό.

Όλες αυτές οι τάσεις των παραγωγικών σχέσεων έχουν τη δική τους βάση στην αυταρχική πολιτική θεσμοποίηση. Σε κανένα άλλο κοινωνικοοικονομικό σύστημα η μαρξιστική θέση για τον υπερκαθορισμό του «εποικοδομήματος» από τη βάση δεν αποδείχτηκε τόσο λανθασμένη, απ’ όσο σ’ αυτά τα καθεστώτα που ήθελαν να είναι μαρξιστικά. Εδώ, το εποικοδόμημα που λέγεται πολιτική καθορίζει ολοκληρωτικά τις παραγωγικές και τις οικονομικές σχέσεις. 

Το κόμμα –ανεξαρτήτως αρχικών προθέσεων των μπολσεβίκων– εμφανίζεται ως φορέας της «ενιαίας θέλησης» για την εκτατική εκβιομηχάνιση. Ο φορέας αυτός, για να έχει όντως «ενιαία θέληση», πρέπει να ταυτιστεί με το κράτος, το οποίο είναι ο απαραίτητος μηχανισμός για την υλοποίηση αυτής της θέλησης. Πρώτη πράξη σε αυτή τη διαδικασία είναι η διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης, αφού είχαν γίνει ήδη εκλογές στις οποίες οι μπολσεβίκοι δεν έλαβαν την πλειοψηφία. Όπως εύστοχα παρατήρησε η Λούξεμπουργκ, μέσα από τις φυλακές του Βρότσλαβ, η κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας οδήγησε αναπόφευκτα και στην απονέκρωση των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας.

Αυτή η έλλειψη δημοκρατίας μετέτρεψε τον μαρξισμό σε κωδικοποιημένο «μαρξισμό-λενινισμό». Η απελευθερωτική ιδεολογία του μαρξισμού γίνεται εγχειρίδιο με αριθμημένους νόμους για το κάθε ζήτημα. Η μετατροπή της επιστήμης και της ιδεολογίας σε κομματικό κώδικα είναι το τίμημα της περιφρόνησης των λεγόμενων τυπικών ελευθεριών που κάθε άλλο παρά τυπικές απεδείχθη ότι είναι. Το δόγμα «η παραγωγή για την παραγωγή», σε συνθήκες δημοκρατικού ελλείμματος, επεκτείνει τη βουλησιαρχία στον ευαίσθητο τομέα της αγροτικής παραγωγής με τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες. Η απολυτοποίηση των οικονομικών μεγεθών και της βιομηχανικής ανάπτυξης οδηγεί στη δημιουργία αυθαίρετων πρωτοποριών των επαϊόντων. Για να μην ισοπεδώσω όμως τα ιστορικά γεγονότα πρέπει να τονίσω ότι ο Λένιν, στα τελευταία άρθρα του, αντιλήφθηκε πού οδηγούνταν η ΕΣΣΔ. Ήταν όμως αφ’ ενός πολύ αργά για τον ήδη παγιωμένο και γραφειοκρατικό μηχανισμό να μετασχηματιστεί με ημίμετρα (ΝΕΠ, χωρίς πολυκομματισμό), αφ’ ετέρου ήταν ακόμη πιο αργά για να κατανοήσει ο ίδιος ο σοβιετικός ηγέτης πόσο καταστροφική ήταν η περιφρόνησή του προς την αστική φιλελεύθερη δημοκρατία.

ΚΡΙΣΗ ΝΟΜΟΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΕΣΤΡΟÏΚΑ

Ποιες συνθήκες όμως οδήγησαν αρχικά στην περεστρόικα[5] και, κατόπιν, στην κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού; Τι προετοίμασε και προκάλεσε την εξέγερση  και τις δημοκρατικές επαναστάσεις των λαών της Ανατολικής Ευρώπης, στα τέλη της δεκαετίας του 1980;

Κάθε κοινωνικό σύστημα, για να αποφύγει τους βίαιους κλυδωνισμούς και τις καταρρεύσεις, έχει την ανάγκη έστω κάποιας στοιχειώδους νομιμοποίησης. Χρειάζεται να αποκτήσει μια κάποια συναίνεση. Η συναίνεση αυτή πραγματώνεται μέσα από ορισμένους διαμεσολαβητικούς φορείς. Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, η νομιμοποίηση του συστήματος υλοποιείται μέσω του διαμεσολαβητικού ρόλου που επιτελούν τα κόμματα και οι εκλογές. Στην ΕΣΣΔ και στις ανατολικές χώρες, όμως, δεν υπήρχαν διαμεσολαβητικοί φορείς ανάμεσα στη γραφειοκρατική ιθύνουσα τάξη και στις μάζες. Στην αρχή, ίσως, τέτοιο διαμεσολαβητικό ρόλο έπαιζαν η ελπίδα, η προσδοκία, ο στόχος μιας καλύτερης ζωής. Αυτές οι ελπίδες όμως κάποτε εξαντλήθηκαν, η δε συνέχιση της καταναλωτικής ανέχειας δεν διευκόλυνε την απρόσκοπτη λειτουργία του συστήματος. Το σύστημα «η παραγωγή για την παραγωγή» και όχι κάποιο ατελές ή ημιτελές σοσιαλιστικό μοντέλο, όντως, εξαντλήθηκε.

Εμφανίστηκε η ανάγκη να προωθηθούν τέτοιοι διαμεσολαβητικοί φορείς, που αφ’ ενός θα γεφύρωναν το χάσμα μεταξύ γραφειοκρατίας και εργαζομένων πολιτών, αφ’ ετέρου θα συνέβαλλαν στη διαδικασία αύξησης της παραγωγής και ικανοποίησης ορισμένων καταναλωτικών αναγκών. Αυτό προϋπέθετε την εφαρμογή οικονομικών μεταρρυθμίσεων που θα έφερναν στο άμεσο προσκήνιο τους διευθυντές επιχειρήσεων και τους τεχνοκράτες. Τα πρώτα οικονομικά βήματα της περεστρόικα στηρίχθηκαν στην ανάγκη να βρεθεί μια διαμεσολάβηση μεταξύ της γραφειοκρατίας και των μαζών, έτσι ώστε να νομιμοποιηθεί το μοντέλο μέσα από άμεσες οικονομικές συνέπειες, αλλά και ιδεολογικές μεταβολές (γκλάσνοστ).

Το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα  σκόνταψε, όπως ήταν φυσικό, στην έλλειψη δημοκρατικού-θεσμικού πλαισίου. Ολόκληρη όμως αυτή η διαδικασία λειτούργησε ως πολιορκητικός κριός για την εμφάνιση των πολιτών στο προσκήνιο. Η γραφειοκρατία, όντως απομακρυσμένη από τις μάζες, δεν είχε την ανάγκη τους, επιζητούσε μόνο τη νομιμοφροσύνη τους. Οι γραφειοκράτες όμως, για να πετύχουν, πρέπει πρώτα να δώσουν κίνητρα και, στη συνέχεια, να συνδεθούν με τις μάζες. Αυτό φυσικά σήμαινε την υπέρβαση του ελεγχόμενου εκδημοκρατισμού μέσω της ανάπτυξης μορφών αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η περεστρόικα, με αυτόν τον τρόπο, υπερέβη τις αρχικές προθέσεις της. Ο Γκορμπατσόφ όχι μόνο δεν στάθηκε εμπόδιο στις δημοκρατικές αλλαγές, αλλά και τις προώθησε, αναλαμβάνοντας έναν νέο ρόλο. Όχι το ρόλο του ηγέτη του κόμματος που ταυτόχρονα είναι και κράτος, αλλά του ηγέτη μιας κοινωνίας που προβάλλει ως κύριο αίτημά της την αναγέννηση των δημοκρατικών αξιών.

Αυτό που προέκυψε από τις εξελίξεις ήταν ακριβώς ό,τι ο «αιώνας των κομμουνισμών» έβλεπε ως γεννήτορα του πολιτικού μοντέλου που ευνόησε. Ήταν η πολιτικοποίηση των μαζών. Μόνο που, τώρα, αυτή ήταν αντίστροφη. Αντί να γεννήσει τον κομμουνισμό, επανέφερε τον καπιταλισμό. Η Ρωσία, βεβαίως, από τον ολοκληρωτικό κομμουνισμό του Στάλιν οδηγήθηκε στον ληστρικό καπιταλισμό του Βλαντίμιρ Πούτιν (με ευδόκιμη και μακρά θητεία στη σοβιετική KGB). Αρχικά, πάντως, φάνηκε ότι ήταν δυνατό να προσεγγιστεί μια πραγματικότητα πολιτικού πλουραλισμού, κατάργησης του κομματικού μονοπωλίου, διαμόρφωσης ανεξάρτητων συνδικάτων και, κυρίως, δυνατότητας αυτοί οι λαοί να επιλέξουν τις κοινωνικές και πολιτικές κατευθύνσεις των χωρών τους. Από εκεί και ύστερα, εφ’ όσον ο Γκορμπατσόφ ήταν αποφασισμένος να μη χρησιμοποιήσει τον Κόκκινο Στρατό για να πατάξει την κίνηση προς τη δημοκρατία, ο δρόμος ήταν ανοικτός στην κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων.

ΉΤΑΝ ΑΘΩΑ Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ;

Κατόπιν όλων των παραπάνω, είναι αναγκαίο να αναρωτηθούμε αν είναι εντελώς αμέτοχη η θεωρία στο αποτέλεσμα. Αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι, μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο αναφορών, ο Μαρξ είχε μια αντίληψη της εξουσίας που έρρεπε περισσότερο προς τον γιακωβινισμό, ότι υποτιμούσε τα δικαιώματα του ανθρώπου ως εγωιστικές κατακτήσεις, ότι αντιλαμβανόταν την ατομική ιδιοκτησία και την εξουσία κυρίως ως φαινόμενα κατοχής και όχι σχέσεων, ότι τέλος η σκέψη του διαπερνούνταν και από ορισμένες ουτοπικές συλλήψεις για το ρόλο της αγοράς, των εμπορικο-χρηματικών σχέσεων, καθώς και από ένα ιδιότυπο και εν πολλοίς αντιφατικό παραγωγικισμό, τότε είναι ανάγκη να ανανεωθούν, να εμπλουτισθούν και να επανεξετασθούν και οι πηγές της σοσιαλιστικής θεωρίας, για να μπορέσει η Αριστερά να πείσει στο μέλλον, αλλά και για να αποφύγει άλλες, το ίδιο οδυνηρές, εμπειρίες. Εξ άλλου, η σοσιαλιστική θεωρία δεν ταυτίζεται συλλήβδην με τις απόψεις του Μαρξ. Ούτε φυσικά η αριστερή πρακτική ταυτίζεται με τις πρακτικές των κομμάτων στην Ανατολική Ευρώπη.

Πολλοί είναι αυτοί που αμφισβητούν την εξίσωση του κομμουνιστικού και του φασιστικού ολοκληρωτισμού. Ο Μαρκ Μαζάουερ, μάλιστα, τονίζει ότι αυτή η εξίσωση «αποτελεί ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα, το οποίο αποκρύπτει περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτει». Σίγουρα πρέπει να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγχυση μεταξύ της εξίσωσης και των ομοιοτήτων στον τρόπο λειτουργίας των δυο συστημάτων.

Αυτοί όμως που μιλούν απλά για εξίσωση είναι ελάχιστοι. Κυρίως, είναι είτε πρώην μετανοήσαντες κομμουνιστές είτε ρηχοί φιλελεύθεροι, είτε μάλλον ένας συνδυασμός των δύο. Η μάχη κατά της εξίσωσης αποτελεί στρεψοδικία, γιατί το ερώτημα δεν αφορά αν αυτά τα καθεστώτα ήσαν ίδια, αλλά το αν ήσαν εξ ίσου ολοκληρωτικά. Το ζητούμενο δεν είναι η εξίσωση του κομμουνισμού με το φασισμό, αλλά η αναγνώριση της ολοκληρωτικής τους φύσης. Αυτά τα καθεστώτα σε καμία περίπτωση δεν ήσαν ίδια, αλλά ταυτοχρόνως ήσαν το ίδιο και εξ ίσου ολοκληρωτικά, με τον δικό του τρόπο το καθένα.

Τελικά και παρά την οδυνηρή εμπειρία των κομμουνιστικών κοινωνιών, όπως υποστηρίζει και ο Τοντορόφ, οι αντιθέσεις ανάμεσα σε μεταρρύθμιση, ισότητα, ελευθερία από τη μία και σε συντήρηση, ιεραρχία και αυταρχισμό από την άλλη ισχύουν και σήμερα, χαράσσοντας τα όρια μεταξύ Αριστεράς και  Δεξιάς. Η σημαντική όμως αυτή διάκριση, θα πρόσθετα, στο πλαίσιο της δημοκρατίας περνά μέσα από την αντίθεση μεταξύ ολοκληρωτισμού και Δημοκρατίας.

Ως φιλελεύθερη αστική κατάκτηση, η Δημοκρατία είναι το νόημα της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού.


 

[1] OΛεφ Νταβίντοβιτς ΜπρονστέινήΛέων Τρότσκι(1879-1940), διετέλεσε κομισσάριος Εξωτερικών αμέσως μετά την επανάσταση του 1917 και, στη συνέχεια, τα χρόνια της Αντεπανάστασης, ίδρυσε τον Κόκκινο Στρατό, διατελώντας κομισσάριος Πολέμου. Μετά το θάνατο του Λένιν διαγράφηκε από το ΚΚ, εξορίστηκε από τη Σοβιετική Ένωση και τελικά δολοφονήθηκε στο Μεξικό από τον σοβιετικό πράκτορα Ραμόν Μερκαντέρ..

[2] Στις αρχές Μαρτίου του 1921, εξεγέρθηκαν οι ναύτες στην Κρονστάνδη, που ήταν βάση του στόλου της Βαλτικής, εναντίον του μπολσεβικικού καθεστώτος, συνέλαβαν μάλιστα ορισμένους κομματικούς-κρατικούς κομμισάριους. Στο πλευρό τους ήταν και πολλοί αναρχικοί. Τα κύρια αιτήματα της εξέγερσης ήταν η άρση της λογοκρισίας στον Τύπο, η κατάργηση της θανατικής ποινής, η διάλυση της μυστικής αστυνομίας. Η εξέγερση της Κροστάνδης κατεστάλη με ιδιαίτερη βιαιότητα στις 18 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς.

[3] Λ. Μάρτοφ (Γιούλι Οσίποβιτς Τσεντερμπάουμ): παλαιός συνεργάτης του Λένιν στα προεπαναστατικά εκδοτικά εγχειρήματά του, προσχώρησε από το 1905 στους μενσεβίκους. Οι απόψεις του διαφαίνονται και στα κείμενά του, τα οποία είναι ενδεικτικά της απομάκρυνσής του από τον επαναστατικό μαρξισμό. Το 1920 εγκατέλειψε τη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο μέχρι τον θάνατό του.

[4] Ο ιδρυτής του ρωσικού μαρξισμού, και το κρίσιμο 1917 οπαδός της τακτικής των μενσεβίκων, αντιτάχτηκε πολιτικά στην Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά χωρίς να πάρει μέρος στην πάλη κατά της σοβιετικής εξουσίας. Πέθανε το 1918.

[5]  H περεστρόικα (ανασυγκρότηση, αναδιάρθρωση) ήταν η ονομασία των οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που προσπάθησε να προωθήσει ο τελευταίος πρόεδρος της ΕΣΣΔ, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, από τον Απρίλιο του 1985 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1991. Την πολιτική εκείνη συμπλήρωνε η γκλάσνοστ, η διαφάνεια στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα.

Γιώργος Σιακαντάρης

Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, διετέλεσε επιστημονικός διευθυντής στο ΙΣΤΑΜΕ. Βιβλία του: Οι μεγάλες απουσίες. Η ελληνική δημοκρατία σε άμυνα (2011), Ζαν-Ζακ Ρουσσώ: Ο φιλόσοφος της πεφωτισμένης δημοκρατίας (2012).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Νομική 1972-1973: Η Νομική* Η ανατομία μιας σύγχυσης

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά