Παρασκευή, 01 Νοεμβρίου 2013

Αν η μικρή Μαρία ήταν μελαχρινή;

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 37

Το «δράμα» της μικρής Μαρίας που βρέθηκε σε καταυλισμό στα Φάρσαλα, χωρίς να είναι το βιολογικό παιδί της οικογένειας με την οποία ζούσε, συγκίνησε το πανελλήνιο και κινητοποίησε την ταύτιση εκατοντάδων γονιών διεθνώς που ψάχνουν τα χαμένα τους παιδιά. Η συγκίνηση για το ενδεχόμενο να επρόκειτο για το αποτρόπαιο έγκλημα εμπορίας παιδιού ή απαγωγής του, στάθηκε κίνητρο δημοσιογραφικό και η είδηση κυριάρχησε σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, σε βαθμό που για λίγες μέρες τα προβλήματα με την Τρόϊκα, οι διαξηφισμοί των κομμάτων, οι δυσοίωνες προοπτικές..., όλα μπήκαν σε παρένθεση. Μέχρι και ο πρωθυπουργός, σε επίσημο ταξείδι του στην Ιταλία, θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει δηλώσεις: «Προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο γι’ αυτό το κοριτσάκι να του προσφέρουμε μια ωραία, άνετη και υγιή ζωή για το εναπομείναν μέρος της τραγωδίας που περνάει».

Η υπόθεση αφορά ένα πολύ μεγάλο και σύνθετο κοινωνικό πρόβλημα με πολλά επίπεδα. Ωστόσο, αυτό που προβλήθηκε περισσότερο από όλα, αν όχι αποκλειστικά από τα περισσότερα μέσα, είναι η εικόνα μιας όμορφης, ξανθής και γαλανής μικρούλας που εντοπίστηκε να ζει μακριά από τους βιολογικούς της γονείς, τους οποίους τώρα αναζητά η αστυνομία και η δικαιοσύνη. Το αμέσως επόμενο που απασχόλησε εκτενώς είναι, πώς είναι δυνατόν η δημόσια διοίκηση να είναι τόσο ανεπαρκής, ώστε ένα παιδί να αποκτήσει ληξιαρχική πράξη γέννησης με μόνο την παρουσία δύο μαρτύρων. Δεν λέω, ένα πλαστό έγγραφο και η εμπλοκή ενός δημόσιου υπαλλήλου στην έκδοσή του αποτελεί παράβαση καθήκοντος, αλλά η υπόθεση άπτεται πολύ μεγαλύτερων θεμάτων από αυτό της ανεπαρκούς γραφειοκρατίας που έμειναν έξω από τη συζήτηση.

Στην πιθανότητα η υπόθεση να αφορά τη βαρβαρότητα εμπορίας ανθρώπων, τα ΜΜΕ και όλη η κοινωνία μας αντέδρασαν με «αθωότητα», σαν να μην ήξεραν και να μάθαιναν τώρα για πρώτη φορά ότι υπάρχει διεθνές κύκλωμα και καθημερινά συμβαίνει το εμπόριο γυναικών, παιδιών, οργάνων... Μήπως δεν ξέρουμε πως διεκπεραιώνεται ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών υιοθεσιών που συχνά υποκρύπτουν παράνομη διακίνηση παιδιών; Μήπως δεν ξέρουμε ότι πωλούνται όργανα που αφαιρούνται από παιδιά τα ίχνη των οποίων δεν βρίσκονται ποτέ; Μήπως δεν ξέρουμε ότι η διακίνηση γυναικών ανθεί; Ξεχάσαμε τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των οροθετικών γυναικών; Πώς αντιμετωπίζεται αυτό ο όνειδος για τον πολιτισμό μας;

Όμως, αυτά τα σκληρά θέματα διαταράσσουν τον εφησυχασμό της κοινωνίας. Γι' αυτό και τα ΜΜΕ επιλέγουν να τα αφήσουν απέξω και να επικεντρωθούν σε ένα γλυκό, παιδικό προσωπάκι. Ακόμη και ο ένστολος αστυνομικός διευθυντής που εμφανίστηκε στους δέκτες να περιγράφει το συμβάν, παρά το υπηρεσιακό του ύφος και τη γραφειοκρατική καθαρεύουσα, χρησιμοποίησε την έκφραση το «ξανθό αγγελούδι» αυξάνοντας την τηλεοπτική συγκίνηση, αλλά και παραμερίζοντας όλα τα σημαντικά παραπληρωματικά προβλήματα μιας ολόκληρης ομάδας πολιτών που ζει σε ακραίο περιθώριο.

Τελείως έξω από την ενημέρωση και τον δημόσιο διάλογο έμειναν πολλά θέματα. Ένα από αυτά, θέμα μείζον διότι άπτεται του ανθρώπινου ψυχισμού, είναι πώς ζούσε το παιδί αυτό στη μη βιολογική του οικογένεια. Δεν υπάρχουν ενδείξεις (μέχρις στιγμής) να υπήρξε αντικείμενο κακοποίησης. Εάν υπέφερε ή όχι, κανένας δεν ξέρει να το πεί. Όταν μια δημοσιογράφος έκανε τη σχετική ερώτηση στην ψυχολόγο του θεσμού που το υποδέχθηκε, εκείνη απέφυγε να απαντήσει και αμήχανα έτρεψε τη συζήτηση αλλού. Προβλήθηκε στις τηλεοράσεις ένα βίντεο όπου το κοριτσάκι χορεύει σε τσιγγάνικο πανηγύρι προς τιμή της. Ήταν άραγε στιγμή «ευτυχίας» αυτή; Δεν πρόκειται να το μάθουμε διότι απλούστατα  μας λείπει το εργαλείο μέτρησης «ευτυχίας» ή «δυστυχίας». Όπως διαβεβαίωσε τους τηλεθεατές ο επικεφαλής του θεσμού, η μικρή Μαρία, που ήταν αναστατωμένη (πώς δεν θα ήταν ένα παιδί που απομακρύνεται συνοδεία της αστυνομίας από το περιβάλλον του;), αμέσως αισθάνθηκε εμπιστοσύνη διότι κατάλαβε πως δεν θα της έκανε κανείς κακό και έτσι ησύχασε.

Ομολογώ ότι κλονίστηκαν οι γνώσεις μου της ψυχολογία για τη δημιουργίου δεσμού, όταν άκουσα ότι ένα παιδί μπορεί να αναπτύξει σε λίγες μόνο ώρες εμπιστοσύνη απέναντι σε έναν άγνωστο, σε ξένο πλαίσιο. Υπάρχει επίσης μεγάλο ερώτημα για το τι σημαίνει βιολογικός και τι κοινωνικός γονιός. Και δεν είναι καθόλου δεδομένη η απάντηση, ποιος είναι πιο γονιός από τους δύο. Πόσο ήταν η μικρή Μαρία παιδί της οικογένειας; Και θα είναι άραγε «ευτυχέστερη» σε ένα θεσμό παιδικής προστασίας απ’ ό,τι στον καταυλισμό; Δύσκολες ερωτήσεις, δύσκολο να μάθουμε την αλήθεια. Η «τραγωδία» που κατά τον πρωθυπουργό περνάει η Μαρία, συνίσταται στο ότι ενδεχομένως είναι θύμα εμπορίας; Στο ότι δεν ζει με τους βιολογικούς της γονείς; Στο ότι ζεί σε άθλιες συνθήκες;

Το μεγαλύτερο θέμα που παραμερίστηκε δεν αφορά την τύχη ενός συγκεκριμένου παιδιού αλλά τις συνθήκες ζωής των Ρομά. Είναι γνωστό ότι σε πολλούς καταυλισμούς επιτελούνται παραβατικές πράξεις από λιγότερο έως πολύ σοβαρές. Η παραβατικότητα και το έγκλημα όμως είναι προϊόν των συνθηκών περιθωριοποίησης, απόλυτης ένδοιας και αθλιότητας μέσα στις οποίες ζει αυτή η κοινωνική ομάδα. Όταν ο καταυλισμός δεν έχει ηλεκτρικό ρεύμα, οι κάτοικοι  τον συνδέουν με την πλησιέστερη κολώνα ηλεκτρισμού. Άρα, γίνονται κλέφτες. Όταν δεν έχουν καμία απολύτως εργασία, αφαιρούν χαλκοσωλήνες και τους πωλούν. Γίνονται και πάλι κλέφτες. Θυμάμαι την αφήγηση μιας εκπαιδευτικού δημοτικού σχολείου που ζήτησε στα παιδιά της τάξης της μια Δευτέρα να αφηγηθούν πώς πέρασαν το Σαββατοκύριακο. Ένας μαθητής, ήταν Τσιγγανάκος, περιέγραψε με ενθουσιασμό πώς όλο το Σαββατοκύριακο μαζί με τον μπαμπά του έκλεβαν σωλήνες και πόσο ωραία πέρασε. Ακουγόταν τόσο απέραντα ανυποψίαστο το παιδί για το μεμπτό της πράξης, που η δασκάλα του δεν τόλμησε να σχολιάσει.

Ξέρουμε άραγε, πώς ακριβώς ορίζουν την παραβατικότητα αυτοί οι άνθρωποι; Δεν είμαι εγώ αυτή που θα υποστηρίξει ότι η παραβίαση των νόμων αφορά κάποιους και όχι κάποιους άλλους. Μήπως όμως θα έπρεπε να συμφωνήσουμε τουλάχιστον στην αναγνώριση του κοινού τόπου ότι αντικειμενικά δεν μπορεί να συνταχθεί με την υπόλοιπη έννομη κοινωνία μια κοινωνική ομάδα που ζει σε συνθήκες τέτοιες που για τους πολλούς γύρω ανήκουν σε άλλον αιώνα;

Δεν τους θέλει τους Τσιγγάνους κανείς, σε κανένα δήμο, σε καμιά γειτονιά, σε κανένα σχολείο. Πώς να περιμένουμε να αποκτήσουν την αίσθηση του πολίτη, να ασκηθούν στην ιδιότητα του πολίτη; Είναι δύσκολο θέμα η κοινωνική αποκατάσταση και ένταξη των Ρομά. Είναι τεράστιο πρόβλημα παντού, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλες τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Έχει τεθεί ως θέμα υψηλής προτεραιότητας από το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εποχές μεγαλύτερης ευμάρειας διατέθηκαν υψηλά ποσά για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, όπως γίνονται όλα σε αυτόν τον τόπο, τα χρήματα διασπαθίστηκαν, διότι οι ενέργειες δεν είχαν συντονισμό, οι επεμβάσεις ήταν αποσπασματικές, η προοπτική βραχύχρονη. Το χειρότερο εμπόδιο όμως ήταν και είναι η γενικευμένη δυσανεξία απέναντι σε αυτή την κοινωνική ομάδα.

Οι Δήμοι δεν αξιοποιούν τα σχετικά κονδύλια για τη δημιουργία οικισμών και αφήνουν τους Ρομά να ζουν σε παράνομους καταυλισμούς. «Εγώ, έχω χρήματα για να φτιάξω καινούργιο καταυλισμό, αλλά δεν τα αγγίζω. Δεν θα γίνουμε εμείς το σκουπιδαριό της περιοχής μας», μου είπε ένας δήμαρχος, όταν ως Ειδική Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας του έθεσα το θέμα των απερίγραπτων συνθηκών του καταυλισμού. Τα σχολεία υποκύπτουν στις πιέσεις των μπαλαμών (έτσι ονομάζουν τους μη Ρομά οι Ρομά) γονιών και είναι απρόθυμα να δεχτούν τα παιδιά. Έτσι βρέθηκε η φόρμουλα να φτιάχνουμε σχολεία γκέτο που τα παιδιά Ρομά θα διδάσκονταν χώρια από τα άλλα, τα καθαρά. Μολονότι συχνά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μας έχει επιδικάσει ποινές, τα σχολεία γκέτο παραμένουν. Η κάθε πόρτα της κονωνίας κλείνει και οι Ρομά μένουν έξω. Και οι υπόλοιποι, αποποιούμενοι την κοινωνική ευθύνη, εκλογικεύουν αυτό τον αποκλεισμό λέγοντας «θέλουν και ζουν έτσι, τους αρέσει αυτός ο τρόπος ζωής, τον προτιμούν».

Είναι ρατσιστική η ελληνική κοινωνία. Το ξέρουμε από πλήθος επιστημονικές μελέτες. Το ξέρουμε και από την καθημερινή μας ζωή. Έγινε σάλος για το μικρό ξανθό αγγελούδι. Ο πρωθυπουργός έφτασε να δηλώσει ότι η χώρα προσπαθεί να κάνει ό,τι μπορεί για να προσφέρει στη μικρή Μαρία μια «ωραία, άνετη και υγιή ζωή». Κανένας όμως δεν αναρωτήθηκε για τις συνθήκες στις οποίες ζουν τα μελαχρινά της (έστω και μη βιολογικά) αδερφάκια ή τα άλλα παιδιά του οικισμού ή όλα τα υπόλοιπα Ρομάκια της επικράτειας. Δεν δικαιούνται αυτά μα «ωραία, άνετη και υγιή ζωή»;  Δεν έγινε σάλος για τα χιλιάδες ασυνόδευτα ανήλικα που γυρνούν στους δρόμους. Δεν έγινε σάλος όταν ο χρυσαυγίτης βουλευτής Μεσσηνίας έκανε έφοδο στο νοσοκομείο Καλαμάτας και επετέθη στους Ρομά που βρίσκονταν εκεί, με σύνθημα «Έξω οι γύφτοι από τη Μεσσηνία». Ούτε όταν στη συνέχεια θεώρησε χρήσιμο να κάνει δηλώσεις προς τους δημοσιογράφους λέγοντας, «μας έκανε εντύπωση ο αριθμός των αλλοφύλων, γύφτων όπως τους λέει ο λαός μας... είναι πανώλη για τη Μεσσηνία» και στρεφόμενος προς τους Ρομά που ήταν μαζεμένοι εκεί φώναξε, «Δεν σας θέλουμε, είναι απαίτηση του λαού μας». Δεν έγινε σάλος όταν οι χρυσαυγίτες της Σκάλας Λακωνίας ηγήθηκαν πορείας με σύνθημα «Έξω οι γύφτοι από τη Σκάλα». Η «τραγωδία» της Μαρίας δεν θα τελειώσει, ότι και αν υπόσχεται ο πρωθυπουργός, αν δεν τελειώσει η τραγωδία για όλους τους υπολοιπους απόκληρους Ρομά στην Ελλάδα και παντού αλλού στον κόσμο.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στη Μαρία, που είχε την τύχη ή την ατυχία να γεννηθεί ξανθή. Αν ήταν σκουρόχρωμη σαν τα υπόλοιπα παιδιά του καταυλισμού δεν θα εντοπιζόταν και δεν θα γινόταν ποτέ πρωτοσέλιδο. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν αυτά που γέννησαν την υποψία ότι δεν ήταν βιολογικό παιδί των μελαψών γονιών της. Τα ξανθά της μαλλιά είναι σε μεγάλο βαθμό αυτά που έκαναν τις καρδιές των ανθρώπων να λυγίσουν και που θα προσδιορίσουν το μέλλον της. Υπάρχει μια έρευνα που έγινε πριν χρόνια και έδειξε ότι οι έλληνες γονείς «αγαπούν» περισσότερο τα ξανθά τους παιδιά... Στην κλίμακα των αξιών το ανοιχτόχρωμο πάντα υπερτερεί, με όλο το ρατσιστικό υπόβαθρο που το στηρίζει. Αν η μικρή Μαρία ήταν μελαχρινή, δεν θα μαθαίναμε ποτέ την ύπαρξή της. Θα μεγάλωνε μαζί με τα υπόλοιπα έξι (μη βιολογικά) αδέλφια της, στις συνθήκες φτώχειας και περιθωρίου που ζουν όλοι οι υπόλοιποι Ρομά, πολίτες της χώρας

Θάλεια Δραγώνα

Καθηγήτρια κοινωνικής ψυχολογίας στο τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην βουλευτίνα. Συμμετείχε ως μέλος της Διοικούσας Επιτροπής στη δημιουργία του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Το ερευνητικό της έργο αφορά την προαγωγή πρώιμης ψυχοκοινωνικής υγείας, την κοινωνική ταυτότητα, τις μειονότητες και τον εθνοκεντρισμό στο εκπαιδευτικό σύστημα. Πρόσφατo βιβλίo της: Multicultural societies and modes of integration: dilemmas of public education (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά