Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Αγνό και γνήσιο του έρωτος παιδί

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Το 1972 ήμουν έξι χρονών και οι κινηματογραφικές μου αναζητήσεις περιορίζονταν στον Πινόκιο και τη Φαντασία του Ντίσνεϋ, άντε και στο Κίτρινο Υποβρύχιο – οι Μπητλς ως κινούμενα σχέδια στα ψυχεδελικότερά τους. Αλλά  και να ήμουν σε θέση και σε διάθεση να παρακολουθήσω μια ταινία «αυστηρώς ακατάλληλη», οι λογοκριτές της χούντας είχαν πετσοκόψει τις επίμαχες σκηνές του Τελευταίου Τανγκό στο Παρίσι. (Στα πορνοσινεμά –εννοείται– πέριξ της Ομόνοιας, οι οπισθοπεθουσίες και οι γλουτοβλεννώσεις έδιναν κι έπαιρναν τόσο επί της οθόνης, όσο και εντός της αιθούσης, πόσω δε μάλλον στις τουαλέτες…) Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι δημιούργησε, έστω κι έτσι, σκάνδαλο στην Ελλάδα. Ακόμα και το Ελεύθερο Θέατρο –ο θρυλικός θίασος που επινόησε τη μετεπιθεώρηση– του αφιέρωσε, το καλοκαίρι εκείνο, στο Άλσος Παγκρατίου, ολόκληρο νούμερο. «Με βουτυράκι και με λίγη μαρμελάδα θα είναι ο πωπός σου σωστή ζαλάδα» έλεγαν οι στίχοι του σχετικού τραγουδιού σε μουσική του Λουκιανού Κηλαηδόνη.

Έπρεπε να φτάσουμε στο 1986, το Τελευταίο Τανγκό να προβληθεί σε καινούργια κόπια –αλογόκριτο εννοείται– κι εγώ να σπεύσω, για να αντιληφθώ ότι ο Μπερτολούτσι δεν είχε γυρίσει ένα φιλμ σχετικά με το πρωκτικό σεξ ούτε καν με τη σεξουαλική παραφορά γενικά. Πως η περίφημη σκηνή που ο Μάρλον Μπράντο διεμβολίζει την Μαρία Σνάιντερ ωχριά σε σημασία συγκρινόμενη με τη σεκάνς όπου της απαγορεύει να συστηθούν –«δεν θέλω να μάθω ποτέ το όνομά σου, δεν θέλω να έχουμε ονόματα!»– και, στη συνέχεια, παίζουν, χοροπηδώντας και κραυγάζοντας, τις μαϊμούδες.

Το αντίστοιχο με το Τελευταίο Τανγκό θα μού συνέβαινε εάν αφηνόμουν να σχηματίσω γνώμη σχετικά με τη Ζωή της Αντέλ από τις εντυπώσεις των θεατών –οι οποίοι εκφράζονται πλέον ευθαρσώς στο διαδίκτυο– ή και κάποιων ακόμα από τους επαΐοντες κινηματογραφικούς κριτικούς. Θα νόμιζα ότι πρόκειται για ένα πορνογράφημα ή –στην καλύτερη– για μια ελεγεία στον λεσβιακό έρωτα. Θα συνεπέρανα ότι οι Κάννες το βράβευσαν είτε σκανδαλισμένες σαν παλιές Αρσακειάδες είτε –τρισχειρότερα– υποκείμενες σε συμφέροντα της κινηματογραφικής βιομηχανίας. «Τι τα θέλετε; Η πρόκληση και οι διασυνδέσεις μοναχά πουλάνε…», όπως λένε πικρόχολα κάτι παραγνωρισμένοι καλλιτέχνες.     

Ακόμα κι έτσι να συνέβαινε όμως, ακόμα και αν η Ζωή της Αντέλ δεν επεδίωκε παρά να καβλώσει –να γαργαλίσει έστω– τους θεατές, άξιος θα ήταν ο μισθός της εφ’ όσον θα το επετύγχανε. Με την εξαίρεση του μουσουλμανικών χωρών, ο πλανήτης έχει εδώ και χρόνια μπουχτίσει από τη δημόσια ενασχόληση με το σεξ, από την αναπαράσταση του σε όλες τις πιθανές και απίθανες εκδοχές. Η γυμνή γυναίκα έχει ανελέητα απομαγευτεί (όπως περίφημα το διατυπώνει ο Φοίβος Δεληβοριάς στο τραγούδι του «Η Πέρα Χώρα») και ο γυμνός άντρας επίσης. Διαφημιστές, δημοσιογράφοι, ψυχολόγοι και σεξολόγοι έχουν κατατεμαχίσει τη γενετήσια σφαίρα μας και την έχουν αναλύσει από κάθε όψη και άποψη, μπουρδολογώντας ως επί το πλείστον. Ο μοναδικός λόγος που δεν θα ήθελα να ξαναγίνω πολύ νέος είναι ότι, παρακολουθώντας από τα δώδεκα μου –ίσως και νωρίτερα– βίντεο στο youpornκαι σε άλλα συναφή κανάλια, πιθανόν να μη μου απέμενε στα είκοσι ίχνος σεξουαλικής περιέργειας.

Σε έναν τέτοιον κορεσμένο κόσμο, το να καταφέρει μια ταινία να ερεθίσει τους θεατές της αποτελεί επίτευγμα. Και η Ζωή της Αντέλ το επιτυγχάνει θριαμβευτικά. Όποιος βρέθηκε σε μια σκοτεινή αίθουσα και άκουσε τα αμήχανα γελάκια και τα βλακώδη σχόλια του κοινού κατά τις σκηνές του σεξ, δεν θα ’χει αμφιβολία. Ακόμα και στην απίθανη περίπτωση, που ο ίδιος θα τις παρακολούθησε εντελώς ασυγκίνητος – που η κλινοπάλη των δυό κοριτσιών ή ακόμα και οι εικόνες της Αντέλ να κοιμάται μόνη της και μια σταγόνα σάλιου να κυλάει από το σαρκώδες στόμα της δεν τον διέγειραν στο ελάχιστο… (Από τα επιχειρήματα εναντίον της ταινίας, το κωμικότερο ήταν ότι η Αντέλ και η φίλη της δεν έκαναν έρωτα κατά τρόπο ρεαλιστικό, όπως κάνουν οι «αληθινοί» άνθρωποι, ομοφυλόφιλοι ή ετεροφυλόφιλοι. Λες και υπάρχει ένας και μόνο τρόπος του συνουσιάζεσθαι. Σάμπως να οφείλει η τέχνη να υποτάσσεται στον μέσο όρο, να πειθαρχεί στις στατιστικές που πιθανόν να λένε ότι τα προκαταρκτικά διαρκούν τέσσερα λεπτά και η κυρίως πράξη άλλα επτά…)

Ο σκηνοθέτης είχε προφανώς μαγνητιστεί από την πρωταγωνίστρια Αντέλ Εξαρχόπουλος. Ακόμα και τον τίτλο του γκράφικ νόβελ, πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, άλλαξε για το χατίρι της. Σε ελάχιστα από τα πλάνα του η Αντέλ δεν εμφανίζεται καθόλου – ούτε καν κάπου στο βάθος. Το επίτευγμα του Αμπντελατίφ Κεσίς είναι πως την καψούρα του αυτή κατάφερε να μας τη μεταδώσει στο ακέραιο. Και ας μη βιαστούμε να πούμε πως σε όποια χέρια και αν έπεφτε η χυμωδέστατη και εκφραστικότατη κυρία Εξαρχόπουλος, το ίδιο γκελ θα έκανε στους θεατές. Θα είχε γίνει άραγε η Μπριζίτ Μπαρντό το σεξ σύμπολ μιας ολόκληρης εποχής αν δεν είχε βρεθεί στο δρόμο της ο Ροζέ Βαντίμ; Θα είχε φανερωθεί το εύρος του ταλέντου της Μαρίκας Νίνου αν δεν υπήρχε ο Τσιτσάνης;

Η ζωή της Αντέλ, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην ανάδειξη της κεντρικής ηρωίδας. Τουναντίον. Ακολουθώντας την κατά πόδας από τα δεκαπέντε μέχρι τα εικοσιτρία της, βλέπουμε εμπρός μας να παρελαύνει μια ολόκληρη εποχή. Η σημερινή εποχή. Η σημερινή Γαλλία.

Μια κοινωνία που παρά τη διαρκή της τροφοδότηση με νέο αίμα (ευλογημένη μετανάστευση!), φαντάζει κουρασμένη, άνευρη, χλωμή φωτοτυπία του ένδοξου παρελθόντος της. Οι νεανικές διαδηλώσεις μιμούνται –δίχως ίσως καν να το συνειδητοποιούν– το ύφος του Μάη του ’68. Οι καλλιτεχνικές συναναστροφές πιθηκίζουν το μποέμικο πνεύμα του Μεσοπολέμου ή των ’60ς. Η έμπνευση που (μοιάζει να) στερούνται οι εικαστικοί των ημερών μας υπεραναπληρώνεται από το τουπέ τους. Μια διαρκής αγωνία για το ρηξικέλευθο και για το εκκεντρικό, η οποία καταντάει κομφορμιστική μέχρι δακρύων. Μια νευρωτική κοινωνικότητα στα πάρτυ, στα εγκαίνια των γκαλερί, στα γκαίυ κλαμπ, σαν εκείνο που λαχταρούμε να μας ξεφεύγει πάντοτε την τελευταία στιγμή κι εμείς να τρέχουμε ασθμαίνοντες στο κατόπι του…

Μονάχα ο μικροαστισμός διατηρείται αλώβητος. Ο μικροαστισμός των μικροαστών, του οικογενειακού περιβάλλοντος της Αντέλ και των συμμαθητών της, που σκανδαλίζονται, τη χλευάζουν, της επιτίθενται μόλις αντιλαμβάνονται ότι συναναστρέφεται μια λεσβία. Αλλά και ο μικροαστισμός των εύπορων «πεθερικών» της, οι οποίοι τη ρωτούν –άναυδοι– πώς είναι δυνατόν να μην έχει μεγαλύτερη φιλοδοξία από το να γίνει μια άσημη δασκάλα. «Έχεις μεγάλο ταλέντο, στόφα συγγραφέα! Πρέπει να εκδώσεις το ημερολόγιό σου!» την προτρέπει αργότερα η ερωμένη της. «Μα δεν το γράφω για τους άλλους…» απαντάει, αμυνόμενη σχεδόν, η Αντέλ.

Η κινηματογραφική γραφή του Κεσίς μού θύμισε πολύ έντονα τον Φλωμπέρ. Όπως ο ακαταπόνητος Γκυστάβ αναπαριστούσε στις σελίδες του την πραγματικότητα με διαπεραστικότητα και με πληρότητα μαγνητικού τομογράφου, έτσι κι ο σκηνοθέτης της Αντέλ δεν αφήνει τίποτα απολύτως να πέσει κάτω. Κι όπως η εξαντλητική περιγραφή του εργοστάσιου με τις φαγιάντσες στην Αισθηματική Αγωγή κουράζει ενδεχομένως τον αναγνώστη, συμβάλλει ωστόσο στο μεγαλείο του μυθιστορήματος, έτσι και η ντοκυμαντερίστικη σχεδόν κινηματογράφηση του μαθήματος της Αντέλ στο νηπιαγωγείο ολοκληρώνει τον χαρακτήρα της. Κι ας δυσανασχετούν ενδεχομένως οι σημερινοί θεατές, που είναι συνηθισμένοι σε πολύ σύντομες, εναλλασσόμενες σκηνές, όλο τερτίπια και εφέ, φτιαγμένες για να τους ανεβάζουν την αδρεναλίνη και μόνο…

Εν κατακλείδι, τι είναι Η ζωή της Αντέλ; Χρονικό ενηλικίωσης; Ερωτικό δράμα; Κοινωνικό ψηφιδωτό; Γκαίυ μανιφέστο; Κάθε σημαντικό έργο τέχνης αποτελεί έναν μπαξέ, απ’τον οποίον ο καθένας παίρνει ό,τι θέλει. Ό,τι του ταιριάζει.

Απ’την Αντέλ (που εγώ ως καλοπροαίρετος θεατής έχω πειστεί απολύτως για την ύπαρξή της), συγκρατώ ότι ποτέ της δεν την έθελξε ούτε η προοπτική της κοινωνικής ανόδου ούτε το καλλιτεχνικό περιβάλλον, ούτε καν η διαφορετικότητα ως τέτοια. Τον έρωτα αναζητούσε, τον έρωτα απολάμβανε, τον έρωτα θρηνούσε. Φαντάζει η Αντέλ –όπως θα το έθετε ο Καβάφης– απλό και γνήσιο του έρωτος παιδί. Που πάνω απ’ την τιμή και την υπόληψί του έθεσε ανεξετάστως της καθαρής σαρκός του την καθαρή ηδονή.

Η Ζωή της Αντέλ (Lavied'Adèle). Έγχρωμη ταινία σε σκηνοθεσία του Abdellatif Kechiche. Σενάριο: AbdellatifKechiche και GhaliaLacroix, από το βιβλίο κόμικς της Julie Maroh, Το μπλε είναι το πιο ζεστό χρώμα. Παίζουν: Léa Seydoux, Adèle Exarchopoulos, Salim Kechiouche. Παραγωγή: Quat'sousFilms, WildBunch, France 2 Cinéma. Διάρκεια: 179 λεπτά.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά