Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Νομική 1972-1973: Η Νομική*

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38
21 Φεβρουαρίου 1973. Φοιτητές από την κατάληψη της Νομικής Αθηνών στην ταράτσα του κτιρίου. 21 Φεβρουαρίου 1973. Φοιτητές από την κατάληψη της Νομικής Αθηνών στην ταράτσα του κτιρίου. Αρχείο The Books' Journal

Υπάρχουν στιγμές που συμπυκνώνουν το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Όταν εμφανίζεται μια τέτοια στιγμή, όταν δηλαδή συμβαίνει ως παρόν, συνήθως δεν αναγνωρίζουμε αυτή της την ξεχωριστή υφή και ποιότητα. Αυτό δεν είναι αφύσικο, αφού, για να έχει τέτοια υφή και ποιότητα η στιγμή αυτή, κάποια από όσα εκτυλίσσονται σε αυτήν, ή και όλα, μας παρασέρνουν στη δίνη τους, και της παραδινόμαστε ολοκληρωτικά, και εκείνη μας καταλαμβάνει απόλυτα, και δεν υπάρχει χώρος, χρόνος και τρόπος να ξεχωρίσουμε τη στιγμή αυτή.

Μετά παρέρχεται, αλλά δεν φεύγει. Αποσύρεται ίσως από την καθημερινή μας μνήμη, ή κάπου βρίσκεται καταχωνιασμένη σαν μια ακόμη σκιά από κάτι που μοιάζει να πέρασε πια. Δεν πέρασε όμως η παλαιά εκείνη στιγμή. ζει ως παρατεταμένο παρόν, ελλοχεύει, και ξαναέρχεται αργότερα, καμία φορά και χρόνια αργότερα, άλλοτε απρόσκλητη, άλλοτε με αφορμή μια φαινομενικά άσχετη στάση ή πράξη μας, που γίνεται χωρίς να γνωρίζουμε ότι έτσι την ανακαλούμε. Χωρίς να το περιμένουμε και χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε, η στιγμή εκείνη έρχεται ξανά και ξανά, ζωντανή όπως τότε, και δίνει το δικό της νόημα –άλλοτε ευχάριστο για μας, άλλοτε όχι- σε ό,τι από τις δικές μας καθημερινότητες αυτή -και όχι εμείς- επιλέγει να δώσει το νόημα της. Έτσι, η πυκνή εκείνη στιγμή ζει το δικό της μέλλον μέσα στο δικό μας παρόν.

***

Στις σελίδες που ακολουθούν θα θυμηθώ τις δύο καταλήψεις της Νομικής, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1973. Δεν μου αρέσει να πολυμιλώ για το θέμα αυτό.

Αν και είχα όχι λίγες ευκαιρίες, δημόσια μόνο μία φορά μίλησα και έγραψα για εκείνα τα γεγονότα του ’73, σε  εκδήλωση του Συλλόγου του Διδακτικού Προσωπικού της Σχολής μας το 2007. Ίσως η πρόσκληση να μιλήσω στην εκδήλωση αυτή, δίπλα στον Γ.Α. Μαγκάκη -μια ευκαιρία τιμής και μνήμης- κάπως παραμέρισε την απροσδιόριστη, αλλά πολύ σταθερή αναστολή μου. Μάλλον όμως εκείνα τα γεγονότα του ’73 διάλεξαν τις  περιστάσεις ως αφορμές, και ήρθαν, σαν από μόνα τους, για να επιβάλουν ξανά τη δική τους ζωή μέσα από την δική μου ομιλία το 2007 και, πάλι σαν από μόνα τους, ξαναήρθαν για να μου επιβάλουν την αναδημοσίευσή της –δηλαδή την ανάκληση δικής τους παρουσίας- σήμερα, σαράντα χρόνια μετά.

Η περιγραφή που επιχειρώ είναι συνοπτική, ελλειπτική και αρκετά αποσπασματική, και αποσκοπεί στο να αποδώσει μία γενική περιγραμματική εικόνα. Δεν διεκδικεί πληρότητα, άλλωστε υπάρχουν σχετικές αναλυτικές δημοσιεύσεις και πολλά και κατ΄ επανάληψη δημοσιευμένα στοιχεία. Επίσης δεν διεκδικώ αντικειμενικότητα. Στηρίζομαι κυρίως στη μνήμη και στην αντίληψή μου, μπορώ όμως να διαβεβαιώσω ότι, τουλάχιστον συνειδητά, δεν παραποιώ τίποτε και ότι είμαι σε θέση να τεκμηριώσω τα γεγονότα στα οποία θα αναφερθώ και να στηρίξω τις κρίσεις και εκτιμήσεις μου για αυτά.

***

Είναι ουσιώδες για έναν σημερινό αναγνώστη να έχει μία εικόνα της χρονικής και πολιτικής στιγμής των διεργασιών, ας πούμε από την άνοιξη του 1972, που οδήγησαν, την άνοιξη του 1973, στις καταλήψεις της Νομικής.

Ήταν μία περίοδος με την χούντα στο απόγειο της ισχύος της. Είχε την απροσχημάτιστη πλέον υποστήριξη των ΗΠΑ του Νίξον και του Κίσσιγκερ, που επισφραγίσθηκε με την επίσκεψη του ελληνικής καταγωγής Αντιπροέδρου τους Σπάϊρο Άγκνιου (έκπτωτου, αργότερα, από το αξίωμά του ως χρηματιζόμενου πολιτικού απατεώνα). Είχε την πλήρη ανοχή της Σοβιετικής Ένωσης και γενικώς των χωρών του σοσιαλιστικού μπλοκ, προφανώς έναντι αντίστοιχης ανοχής που έδειξαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ στην στρατιωτική κατοχή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας επί της Τσεχοσλοβακίας. Ο βασιλιάς, παρά το ότι η φυγή του από την Ελλάδα έγινε μετά από σύγκρουσή του, τον Δεκέμβριο του 1967, με τους πραξικοπηματίες, είχε αρχίσει να ανταλλάσσει τηλεγραφήματα φιλοφρονήσεων με τη χούντα, η οποία δεν είχε καταργήσει τον βασιλικό θεσμό. Οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν εξωθηθεί είτε σε βαθύτατη παρανομία είτε στη φυλακή. Η χούντα είχε την άνεση, ήδη από το 1970, να διαλύσει τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στο Παρθένι και στο Λακκί της Λέρου, απολύοντας τους αρχικά περίπου 10.000, στη συνέχεια περίπου 3.000 αριστερούς πολιτικούς κρατουμένους. Η προληπτική λογοκρισία είχε αρθεί. Παρά κάποιες, όχι ασήμαντες, εκδηλώσεις αντίθεσης σε αυτήν, η χούντα μπορούσε να έχει την αίσθηση μιας κοινωνικής ανοχής προς αυτήν.

Στο εσωτερικό της χώρας, η αντίθεση στη χούντα εκδηλωνόταν πλέον αν όχι ως ατομική υπόθεση εκείνων που την εκδήλωναν, πάντως ως αντίσταση μικρών συλλογικών υποκειμένων – χούφτες ανθρώπων, γενναίων, αλλά όχι πολλών. Δεν αντιμετώπιζε ενεργή μαζική αντίσταση η χούντα, ο κόσμος, «ο λαός», δεν μιλούσε δυνατά και δημόσια για αυτήν, άτομα μιλούσαν, και αυτά χαμηλόφωνα και σε στενούς κύκλους. Η κηδεία του Γιώργου Σεφέρη, στις 22 Σεπτεμβρίου 1971, εξελίχθηκε σε αυθόρμητη αντιδικτατορική διαδήλωση, χωρίς οργανωμένη συνέχεια όμως. Η χούντα είχε επιβάλει το φόβο της και στις προσωπικές και κοινωνικές μας σχέσεις. Δεν αστειευόσουν με οποιονδήποτε και για οτιδήποτε σ΄ ένα πάρτι, δεν τραγουδούσες οτιδήποτε σε μια ταβέρνα, ακόμη και βαθιά τη νύχτα σε μια λαϊκή ταβέρνα όταν είχαν απομείνει μόνο το τραπέζι της παρέας σου και ο φιλικός ταβερνιάρης, πρόσεχες τα λόγια σου ακόμη και για να φλερτάρεις μια κοπέλα, κάποτε μάλιστα ίσως και στις ιδιωτικότατες, άμεσα σωματικές στιγμές που ήσασταν μαζί αφού τα ’χατε φκιάξει.

Ήταν όμως μία περίεργη εποχή. Φαίνεται ότι αυτή ακριβώς η αίσθηση ισχύος που είχε η χούντα από το 1971 την οδήγησε σε ορισμένες ανοχές που, με τη σειρά τους, συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί μία πολιτισμική αρχικά, πολιτική στη συνέχεια δυναμική. Ήδη από το 1970 είχε νόμιμα ιδρυθεί η Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων, η ΕΚΙΝ και η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων. Η ΕΚΙΝ, με βασικό οργανωτή τον αξέχαστο Παναγιώτη Κανελλάκη, και με σύμπραξη προσώπων όπως απ΄ τους εξ ημών νομικούς ο μετέπειτα Καθηγητής μας Γιώργος Κουμάντος, διοργάνωσε, μέσα από συνεχείς παρενοχλήσεις και μέχρι τον Μάιο του 1972 που η χούντα την διέλυσε, μακρά σειρά από ομιλίες και εκδηλώσεις έμμεσα αλλά ουσιαστικότατα αντιδικτατορικές. Κυρίως όμως δημιούργησε ένα χώρο γνωριμίας και επικοινωνίας ανθρώπων με βαθύτερο αντιδικτατορικό υπόστρωμα.

Αλλά και ευρύτερα, ομιλίες σε μικρούς γενικά κύκλους, προσωπικοτήτων όπως ο Γκύντερ Γκρας ή η Τζόαν Ρόμπινσον, βιβλία μαρξιστικής θεωρίας του εκδοτικού οίκου Νέοι Στόχοι, η συστηματικότερη ακρόαση ξένων ραδιοσταθμών όπως η DeutscheWelle, υπαινικτικές γελοιογραφίες, π.χ. του Κώστα Μητρόπουλου, ορισμένες θεατρικές παραστάσεις όπως Η όπερα του ζητιάνου του Μπρεχτ από το Ελεύθερο Θέατρο, η προβολή ταινιών κλασικού σοβιετικού κινηματογράφου στην Αλκυονίδα συνέθεταν ένα κλίμα μεγαλύτερης επικοινωνίας ανάμεσα σε έναν κόσμο φοιτητών, στη βάση (καλύτερα: και στη βάση) μιας υπόρρητης, πάντοτε σαφούς όμως, κάποιες φορές και φανερής αντίθεσης στη χούντα και στη βάση ενός ιδεώδους ομιχλωδώς αριστερού στην αρχή, με πολύ πιο συγκεκριμένες κομμουνιστικές απολήξεις στη συνέχεια. Οι τοπικοί σύλλογοι φοιτητών, όπως ο Σύλλογος Κρητών Φοιτητών, απέκτησαν ιδιαίτερη δημοφιλία και δημιούργησαν –δηλαδή επέβαλαν- μία ακόμη σφαίρα δημοσιότητας και ένα σταθερό έδαφος γνωριμίας και επικοινωνίας φοιτητών από διαφορετικές Σχολές, αλλά με την ίδια στάση και θέληση απέναντι στη χούντα.

Ήταν ένα κλίμα σαφές, αλλά ακόμη μουλωχτό.

***

Η πορεία προς τις καταλήψεις ξεκίνησε απλά: ας πούμε με μία αίτηση που υπέβαλαν στις 21 Μαρτίου 1972 σαράντα δύο φοιτητές της Νομικής προς το Πρωτοδικείο Αθηνών, που τότε έδρευε στην οδό Σανταρόζα, με αίτημα την αντικατάσταση της διορισμένης από τη χούντα διοίκησης του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής «Η Θέμις» προσωρινή διοίκηση και την άμεση διεξαγωγή εκλογών για ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου βάσει των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Οι υπογραφές μαζεύτηκαν μία-μία και σιωπηρά, μόλις όμως κατατέθηκε η αίτηση δόθηκαν στη δημοσιότητα και δημοσιεύθηκαν στα Νέα, στη στήλη, αν θυμάμαι καλά, του Μηνά Παπάζογλου. Μετά τη δημοσίευσή τους, την αίτηση προσυπέγραψαν εκατοντάδες ακόμη.

Συνάντησε ενδιαφέρουσες αντιδράσεις το διάβημα αυτό. Το Σπουδαστικό της Ασφάλειας, ειδική υπηρεσία επιφορτισμένη με την πολιτική παρακολούθηση των φοιτητών και των σπουδαστών και με συνεχή, φανερή και μυστική, παρουσία στις αίθουσες και στους περιβόλους των Πανεπιστημίων, με καταδότες ανάμεσα και στους φοιτητές και στους διδάσκοντες, πρέπει να βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία. Ήξερε πολύ καλά τι ανθρώπους αντιμετώπιζε, αυτή τη φορά όμως δεν αντιμετώπιζε παράνομους και συνωμότες αλλά πρόσωπα που με το ονοματεπώνυμό τους κατέφυγαν στη δικαιοσύνη, σε δικαστές ανοχής της χούντας τελικώς, ζητώντας όχι την δικτατορία του προλεταριάτου, ούτε καν να φύγουν οι συνταγματάρχες, αλλά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα. Δεν μπορώ να φαντασθώ τι ακριβώς ελέχθη στις υπηρεσιακές τους συσκέψεις, όμως εκείνο που αποτυπώθηκε στις αχρείες φάτσες υποκειμένων όπως ο Καλύβας, ο Αυγερινός (γνωστός και ως Λούκυ Λούκ), ο Σμαΐλης, ο Μαρκονίκος τις επόμενες μέρες που περνοδιάβαιναν στη Σχολή ήταν ιδιαιτέρως διασκεδαστικό. Μπορώ πάντως να τους φαντασθώ –πελιδνούς; αξιοπρεπώς οργισμένους; αλληλοκατηγορούμενους και αλληλοϋπονομευόμενους;– να πασχίζουν να εξηγήσουν στους παραπάνω τους την υπηρεσιακή τους αποτυχία να αποτρέψουν αυτό που τους βρήκε.

Περίεργα αντέδρασαν και ορισμένες πλευρές της αντιδικτατορικής αντίστασης στο εξωτερικό. Θυμάμαι μία ανακοίνωση, εξαφανισθείσα έκτοτε, μαχητικής οργάνωσης που δρούσε στο εξωτερικό, απ΄ όπου με αγανάκτηση διαδηλωνόταν ότι «δεν πέφτει η χούντα και ο ιμπεριαλισμός με τον Αστικό Κώδικα και τα παιδιά των αστών» (το τελευταίο ήταν υπαινιγμός για μία τουλάχιστον από τις υπογραφές). Η μαχητική αυτή οργάνωση ετοιμαζόταν για ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα στην Ελλάδα, τον οποίο ατυχώς δεν πρόλαβε να αρχίσει όπως τον ευαγγελιζόταν, διότι την πρόλαβε η κατάρρευση της χούντας.

Το αθώο εκείνο δικαστικό διάβημα είχε μεγάλη δυναμική: σε λίγες ημέρες αντίστοιχες υπογραφές μαζεύτηκαν σε όλες τις Σχολές της Αθήνας στο Πανεπιστήμιο, στο Πολυτεχείο, στην ΑΣΟΕΕ. Οι υπογραφές ξεπέρασαν τις χίλιες, και, λίγο καιρό μετά τις πρώτες 42 της Νομικής, συγκεντρώθηκαν στο μεγάλο αμφιθέατρο του Χημείου οι κοντά χίλιοι προσφεύγοντες για να συζητήσουν την πορεία των δικών με τους δικηγόρους τους. Πιστέψτε με, πιο εύκολα γεμίζει σήμερα, το 2013, η πλατεία Συντάγματος από ό,τι το Χημείο τότε. Από τους δικηγόρους εκείνους ας θυμηθώ τον πιο αθόρυβο: Νίκος Καραμανλής, πολιτικός κρατούμενος στα Γιούρα και μετά στο Παρθένι της Λέρου από την 21η Απριλίου 1967 μέχρι λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1970. Και αυτός βασανίσθηκε, λίγους μήνες αργότερα, με άγρια εκδικητικότητα από την ΕΣΑ.

Τα διαβήματα των αιτήσεων αυτών, οι κατά Σχολές συναντήσεις και συζητήσεις για αυτά, όπως και η συνάντηση εκείνη στο Χημείο σημείωσαν, πραγματικά και συμβολικά, ένα νέο πολιτικό δεδομένο: δημιουργήθηκε, με σχεδιασμένη πράξη αντίστασης, μία δημόσια σφαίρα, ένας δημόσιος δηλαδή χώρος, πολιτικός και άκρως πολιτικοποιημένος, φοιτητικός στον βασικό πυρήνα του. Μέσα στον κατακτημένο αυτό δημόσιο χώρο, δεκάδες φοιτητές στην αρχή, εκατοντάδες αργότερα και χιλιάδες στη συνέχεια –όχι πολλές χιλιάδες, αλλά χιλιάδες-, με τα ονόματα και τα επώνυμά τους γνωστά, με την εγγύηση που σε κάτι τέτοιες στιγμές δίνει το ότι έβαλες το κεφάλι σου στον πάγκο του χασάπη, μιλούσαν, μεταξύ τους και σε άλλους, και δημιουργούσαν νέες πραγματικότητες. 

***

Τη φθινοπωρινή αναταραχή του 1972 η χούντα προσπάθησε να την αντιμετωπίσει με προκήρυξη φοιτητικών εκλογών για τις 10 Οκτωβρίου 1972. Τις διεξήγαγαν οι εγκάθετοί της, τις νόθευσαν και εξέλεξαν τους εαυτούς τους, με εξαίρεση την Σχολή Τοπογράφων Μηχανικών του Πολυτεχνείου, όπου δεν τα κατάφεραν. Τους ψευδοεκλεγέντες εγκάθετους δεν τους αναγνώρισε κανένας – μάλιστα ως ουσιαστικούς εκπροσώπους των φοιτητών φαίνεται ότι δεν τους μέτρησε ούτε ο ίδιος ο Παττακός. Η εκλογική όμως αυτή διαδικασία έφερε τη συνειδητοποίηση ότι δημιουργήθηκε πια έδαφος για φανερή, συνεχή, μαζική και οργανωμένη διεκδίκηση της ελεύθερης, συνδικαλιστικής τουλάχιστον, έκφρασης των φοιτητών.

Στο μεταξύ και παράλληλα, η δυναμική που είχε ήδη εκδηλωθεί αναπτυσσόταν με ταχύτητα. Οι φοιτητές εξέλεξαν επιτροπές ανά έτος και ανά Σχολή και διασχολικό όργανο για τον συντονισμό τους. Η άνοιξη του 1973 βρήκε πολλές Σχολές, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στη Θεσσαλονίκη και στα Γιάννινα, σε συνεχείς αποχές που αποφάσιζαν συνεχείς συγκεντρώσεις φοιτητών στους χώρους των Σχολών τους. Η χούντα, στις 15 και 16 Φεβρουαρίου 1973, διέκοψε την αναβολή και επέβαλε την στράτευση σε 91 νομίζω φοιτητές, στελέχη του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος. Η ενέργεια αυτή επέτεινε και επέσπευσε τη σύγκρουση.

Ένας πρώτος προάγγελος των μείζονος κλίμακας μαζικών κινητοποιήσεων ήταν μία Γενική Συνέλευση του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής που είχε γίνει ήδη στις 21 Ιανουαρίου 1972, πριν από τις 42 υπογραφές, στο Μεγάλο Αμφιθέατρο (στην αίθουσα Σβώλου) με την παρουσία του μακαρίτη καθηγητή της εγκληματολογίας Δασκαλόπουλου ως εκπροσώπου των καθηγητών και της διορισμένης διοίκησης του Συλλόγου. Η συνέλευση κατέληξε σε πανωλεθρία των εγκαθέτων και εκλογή δεκαμελούς επιτροπής για την διεκδίκηση εκλογών.

Τις καταλήψεις της Νομικής προετοίμασαν, πολλές μικρές συγκεντρώσεις φοιτητών «στα σκαλάκια», στα κλιμακοστάσια δηλαδή του κεντρικού κτιρίου ανάμεσα στον δεύτερο και στον τρίτο όροφο άλλοτε στην πλευρά της Σίνα και άλλοτε στην πλευρά της Μασσαλίας. Σε αυτές μιλούσαν φοιτητές προς φοιτητές για θέματα των κινητοποιήσεων – που μπορούν, για εκείνη τη φάση, να συνοψισθούν σε μία δέσμη ακαδημαϊκών αιτημάτων με γενική κατεύθυνση την ανατροπή του νομοθετικού και πραγματικού καθεστώτος ελέγχου της χούντας στα Πανεπιστήμια και την κατάκτηση του ασύλου και της αυτοτέλειάς τους. Επίσης ακούγονταν τραγούδια, σχεδόν αποκλειστικά, του απαγορευμένου Μίκη Θεοδωράκη και πάντοτε το φιλοπόλεμο κρητικό ριζίτικο «Πότε θα κάνει ξαστεριά», και αντιδικτατορικά συνθήματα, και μετά οι συγκεντρωνόμενοι μιλούσαν μεταξύ τους, γελούσαν, έφευγαν σε παρέες, συνέχιζαν τις συζητήσεις σε σπίτια και σε ταβέρνες, γνωρίζονταν καλύτερα. Σε αρκετές μικροσυγκεντρώσεις - μικροδιαδηλώσεις μέσα στο κτίριο ή στο πεζοδρόμιο της Σόλωνος, μέσα στον μικρό χαμό που γινόταν, διακινούνταν, αρκετά φανερά, αντιδικτατορικές προκηρύξεις αριστερών οργανώσεων και έντυπα. Το φθινόπωρο του 1972 κυκλοφόρησαν, για πρώτη φορά σε μεγάλη ευρύτητα στον φοιτητικό χώρο, παράνομα έντυπα. Συγκρατώ, επειδή είχαν την ευρύτερη διάδοση, το τεύχος με τις «Θέσεις της ΚΟΣ – Κομματικής Οργάνωσης Σπουδαστών του ΚΚΕ Εσωτερικού», που αργότερα μετονομάσθηκε σε «Ρήγας Φεραίος» και, νομίζω λίγο αργότερα, την έκδοση της Πανσπουδαστικής, οργάνου της Αντιδικτατορικής ΕΦΕΕ, επηρεαζόμενου από το ΚΚΕ. Ακολούθησαν και άλλα και όχι μόνον φοιτητικά.

Το κλίμα φόβου, καχυποψίας και σιωπής κατέρρεε – και κατέρρεε γρήγορα.

***

Η πρώτη κατάληψη έγινε στις 20 και 21 Φεβρουαρίου 1973. Το κεντρικό κτίριο της Νομικής καταλήφθηκε από φοιτητές κυρίως της Νομικής, αλλά και της Φιλοσοφικής και Φυσικομαθηματικής και σποραδικά και άλλων Σχολών. Καταλήφθηκε όλο το κτίριο, αίθουσες, γραφεία, ταράτσα. Η ταράτσα της Νομικής έγινε το πρώτο μεγάλο σύμβολο δημόσιας και μαζικής αντίστασης στη χούντα. Είναι πολύ γνωστές οι φωτογραφίες και τα κινηματογραφημένα στιγμιότυπα με τα πανώ και τα συνθήματα ανοιχτά και δυνατά κατά της χούντας στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα στις γεμάτες κόσμο αφετηρίες των λεωφορείων, για περίπου 40 ώρες. Τη Σχολή είχε κλείσει σε σφιχτό κλοιό η Αστυνομία. Απ΄ τη μέσα πλευρά, οι είσοδοί της είχαν αμπαρωθεί όπως όπως με ό,τι βρέθηκε, τραπέζια, έδρανα, παλιές ντουλάπες και πίσω τους είχαν εγκατασταθεί ομάδες για περιφρούρηση. Από τα τηλέφωνα που βρέθηκαν δόθηκαν τηλεφωνικές ανταποκρίσεις σε ξένους σταθμούς, νομίζω κυρίως σε γερμανικούς. Τα γραφεία των καθηγητών που παραβιάσθηκαν δεν έπαθαν ζημίες, λίγη αταξία μόνο έμεινε μετά. Αντιθέτως χρησιμοποιήθηκαν από όποιους πρόλαβαν για μία πιο άνετη, ίσως και πιο ευχάριστη διανυκτέρευση.

Η κατάληψη έληξε τη δεύτερη μέρα, μετά από διαπραγματεύσεις επιτροπής από εκπροσώπους φοιτητών της Νομικής και της Φιλοσοφικής με τις πρυτανικές αρχές, που κατά όλες τις ενδείξεις είχαν αναλάβει έναντι της χούντας προσπάθεια για εκτόνωση της κατάστασης. Έληξε χωρίς βία σε συμφωνία με την Πρυτανεία, τμήμα της οποίας ήταν να ζητήσει η Πρυτανεία την ανάκληση των στρατεύσεων. Η αποχώρηση έγινε οικειοθελώς, ίσως όχι χωρίς κάποια σποραδικά επεισόδια αστυνομικής βίας, αλλά γενικά οι φοιτητές αφέθηκαν να αποχωρήσουν γενικώς ήσυχα. Την απόφαση για αποχώρηση έλαβε τελικά συνέλευση των συγκεντρωμένων φοιτητών της Νομικής και της Φιλοσοφικής, όχι χωρίς έντονες και οξείες διαφωνίες.

Η κατάληψη αιφνιδίασε τους πάντες, εκτός από εκείνους που την οργάνωσαν. Οι φοιτητές, νομίζω, έπραξαν σωστά που έδωσαν στην κατάληψη αυτή τη διέξοδο που της έδωσαν. Οι φοιτητές δεν υποχώρησαν όταν αποχωρούσαν. έφυγαν νικητές – κατά κράτος. Αποχώρησαν συντεταγμένα, έχοντας γελοιοποιήσει τον θηριώδη κατασταλτικό μηχανισμό της χούντας, έχοντας αναγνωρισθεί ως εκείνοι με τους οποίους οφείλει να μιλά και οφείλει να υπολογίζει όποιος θέλει να έχει έλεγχο στη Σχολή και, κυρίως, έφυγαν με όλες τις προϋποθέσεις της συνέχειας του κινήματός τους: μία γενικότερα αποδεκτή ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα και στρατηγική, οργανωτικές δομές τόσο συνδικαλιστικές όσο και πολιτικές, επαρκή αριθμό στελεχών που είχαν πια αποκτήσει την απαιτούμενη πείρα.

Ταυτόχρονα, παγίωσαν μια νέα κατάσταση που υπερέβαινε κατά πολύ τους ίδιους και τα αρχικά τους αιτήματα. Η κατάληψη της Νομικής προσέδωσε στο φοιτητικό κίνημα έναν ευθέως πολιτικό χαρακτήρα. Τώρα η φανερή, ανοικτή, δημόσια, μαζική αντιπαράθεση με την χούντα ήταν μια απτή πραγματικότητα, ανοικτή σε οποιονδήποτε άλλο κοινωνικό χώρο.

***

Η χούντα επιχείρησε να αντιδράσει με το μόνο τρόπο που ήξερε: τη βία. Ενεργοποίησε τη στρατιωτική αστυνομία, την ΕΣΑ, για αποτελεσματικότερες ανακρίσεις και κατατρομοκράτηση. Δέρναν άσχημα και οι εσατζήδες, αλλά ήταν άσχετοι. Ούτε μια ανάκριση της προκοπής δεν μπόρεσαν να κάνουν.

Αν μπορώ, σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, να διατυπώσω κάποιο σχόλιο για την αντίδραση της χούντας στις καταλήψεις της Νομικής και συνολικότερα στο φοιτητικό κίνημα την άνοιξη του 1973, είναι ότι ήταν πολιτικά αξιοθρήνητη. Η χούντα είχε τότε το δρόμο μιας απόπειρας εξομάλυνσης της έντασης, π.χ. επιτρέποντας ελεύθερες εκλογές στους φοιτητικούς συλλόγους (κάτι που δεν έπραξε) και καταργώντας έστω μερικά από τα πλεγματικά –και κατ΄ αποτέλεσμα άχρηστα– μέτρα αστυνομικού ελέγχου των Πανεπιστημίων, ακόμη και κάποιας «φιλελευθεροποίησης» από θέση σχετικής ισχύος – κάτι που προσπάθησε μήνες αργότερα, μετά όμως το εναντίον της στρατιωτικό κίνημα του Ναυτικού το καλοκαίρι του 1973, τότε όμως από θέση εμφανούς αδυναμίας. Είχε επίσης το δρόμο της ακραίας βίας, όπως αυτή που ασκήθηκε μέσα στο Πολυτεχνείο και μετά από αυτό, την οποία, αν ασκούσε νωρίς, π.χ. μετά τη δημοσίευση των 42 υπογραφών, είναι πιθανό ότι θα είχε καταφέρει να ανακόψει αρκετή από την ορμή που επακολούθησε. Η χούντα όφειλε και αντικειμενικά ήταν δυνατόν να καταλάβει ότι κάτι είχε χάσει ανεπιστρεπτί, τότε όμως δεν είχε χάσει ακόμη τα πάντα. Δεν νομίζω πάντως ότι τελικά ακόμη και έτσι θα κατάφερνε να ανακόψει οριστικά την εναντίον της επίθεση ή να εκτονώσει ουσιαστικά την κατάσταση, διατηρούμενη στην εξουσία με την ισχύ που είχε ώς τότε. Άλλο όμως το ζήτημα αυτό και άλλο ο παιδαριώδης πολιτικός ερασιτεχνισμός τους.

***

Η δεύτερη κατάληψη έγινε στις 20 Μαρτίου 1973. Περίπου δύο χιλιάδες φοιτητές κατέλαβαν ξανά τη Σχολή, αλλά αυτή τη φορά δεν αιφνιδίασαν την Ασφάλεια. Από το πρωί ένστολα τμήματα της αστυνομίας είχαν καταλάβει θέσεις στους γύρω χώρους, ενώ άλλα στελέχη τους, ένστολα και με πολιτικά, με επικεφαλής ανώτερους αξιωματικούς του Σπουδαστικού και την αηδή επικουρία μικρής ομάδας χουντικών τραμπούκων και φοιτητών, είχαν καταλάβει το ισόγειο του κτιρίου και έλεγχαν τις εισόδους.

Σε μία προσπάθεια επικοινωνίας της με την Πρυτανεία, η Επιτροπή Κατάληψης αντιμετώπισε τελεσίγραφο: ή θα εκκενώσετε αμέσως το κτίριο ή θα κληθούν να το εκκενώσουν οι αστυνομικές αρχές. Οι φοιτητές δεν δέχθηκαν να εκκενώσουν το κτίριο με τελεσίγραφο. Τότε η Σύγκλητος απευθύνθηκε στον Αστυνομικό Διευθυντή Αθηνών με το εξής έγγραφο:

Κατόπιν της αρνήσεως των κατεχόντων το Μέγαρον θεωρητικών Επιστημών φοιτητών, όπως εκκενώσουν τούτο συμμορφούμενοι προς σχετικήν πρόσκλησιν της Παν/κής Συγκλήτου και εν όψει του γεγονότος, ότι η υπ΄ αυτών παραγματοποιουμένη συγκέντρωσις τυγχάνει παράνομος, παρακαλούμεν, όπως ενεργήσητε τα δέοντα διά την αποκατάστασιν της τάξεως. Ο Πρύτανης Κωνσταντίνος Ι. Τούντας. Οι Συγκλητικοί Δ. Κουστογιαννόπουλος  Θηραίος, Κ. Ρόκας, Α. Χαστούκης, Κ. Γεωργόπουλος, Γ. Μερίκας, Φ. Μπουμπουλίδης, Λ. Καραπιπέρης, Χ. Χαραλαμπάκης, Κ. Μουρατίδης, Γ. Βάρβογλης και Γ. Παπαντωνόπουλος.

Ακολούθησε έφοδος της αστυνομίας και βίαιη εκκένωση της Σχολής. Η άνιση σύγκρουση που ακολούθησε ήταν σύντομη, γενικά αθόρυβη και εξαιρετικά άγρια. Δεν υπήρξαν πάντως νεκροί ούτε χρησιμοποιήθηκαν πυρά όπλων. Τραυματίσθηκαν και συνελήφθηκαν αρκετοί, χύθηκε και αίμα. Όχι οι κρουνοί που από δω κι από κει διεκτραγωδήθηκαν λυρικώς πολύ αργότερα, λίγο ήταν, στις γωνίες, σε μερικά σκαλιά, σε κάνα-δυο τοίχους, μερικές σταγόνες ήταν το αίμα και κηλίδες – αλλά αληθινό.

Σε ανακοίνωσή της, που έγινε γνωστή την ίδια μέρα αργά το απόγευμα, υπογραφόμενη από όλους τους παραπάνω καθηγητές μας, η Σύγκλητος

συνελθούσα εκτάκτως σήμερον, την 20ήν Μαρτίου 1973 [...] εκφράζει την ικανοποίησίν της, διότι το σύνολον σχεδόν των φοιτητών κατενόησε το δύσκολον έργον το οποίον αντιμετωπίζει [...] λυπείται, διότι ομάς  φοιτητών, ελαχίστη εν σχέσει προς τον όγκον του φοιτητικού κόσμου [...] δημιουργεί προσκόμματα εις το έργον αυτής. Επί πλέον, παρά πάσαν έννοιαν δικαίου και ελευθερίας, προσπαθεί να εμποδίση την άσκησιν του αναφαιρέτου δικαιώματος των φοιτητών, όπως μορφωθούν. Αι σημεριναί εκδηλώσεις των φοιτητών τούτων αντίκεινται εις πάσαν έννοιαν ευκοσμίας, πειθαρχίας και συμμορφώσεως προς τους Πανεπιστημιακούς Νόμους και τας εντολάς της Συγκλήτου. [...] Οι συγκεντρωθέντες φοιτηταί τελικώς δεν συνεμορφώθησαν ούτε προς τας προτροπάς των Πανεπιστημιακών Αρχών, ούτε προς τας επανειλημμένας προσκλήσεις αυτού, μετά την εκπνοήν της ταχθείσης προθεσμίας, ειδοποιηθέντος του κ. Εισαγγελέως. Κατόπιν αυτού, η τάξις απεκατεστάθη τη επεμβάσει της Πολιτείας.

Δεν είναι χωρίς χρησιμότητα να υπενθυμισθεί ότι μόλις δυο βδομάδες νωρίτερα, στις 2 Μαρτίου 1973, απευθυνόμενος προς τους καθηγητές των Πανεπιστημίων ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, με μία σκαιότατη ομιλία του σε μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές του ελληνικού Πανεπιστημίου, υπήρξε σαφής:

Αλλά, κύριοι, οφείλετε να αντιμετωπίσετε τους ελαχίστους ταραξίες [...]. Αν νομίζετε ότι σας χρειάζεται βοήθεια θα την ζητήσετε σεις και εγγράφως [...]. Σεις θα αποκαταστήσετε την τάξιν.

Πράγματι, το μεσημέρι της 20ής Μαρτίου 1973, οι καθηγητές μας απεκατέστησαν την τάξη. Για πολύ λίγο χρόνο όμως, για ελάχιστο.

***

Θέλω να ολοκληρώσω την περιγραφή μου με μερικά διάσπαρτα σχόλια.

Είναι μύθος τα περί αυθορμήτου του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος. Αυθόρμητη και πολυάνθρωπη ήταν η ραγδαία προσέλευση στις βασικές πολιτικές και οργανωτικές του δομές, το ίδιο όμως το φοιτητικό κίνημα δεν γεννήθηκε αυθόρμητα, έτσι, από τον αέρα. Υπήρξαν συγκεκριμένα πρόσωπα που, λ.χ., επεξεργάσθηκαν την πολιτική των υπογραφών και των προσφυγών στα δικαστήρια. Ήταν πολύ συγκεκριμένα τα πρόσωπα που ώρες ατέλειωτες, νύχτες ατέλειωτες, σε σπίτια που συνεχώς άλλαζαν, σε πάρτι που για μερικούς δεν ήταν πάρτι, σε καφετέριες, έξω από φουαγιέ κινηματογράφων και θεάτρων, περπατώντας στο δρόμο και σε εκδρομές συζητούσαν εξαντλητικά και έπαιρναν αποφάσεις για κάθε λεπτομέρεια. Η πρώτη συγκέντρωση στη Νομική, πολύ πριν από την κατάληψη, έγινε και με τηλεφωνικές προσκλήσεις από τηλεφωνικούς θαλάμους ή «καθαρά» ακόμη τηλέφωνα. Μέσα σε μία συγκεκριμένη και προσεκτικά επιλεγμένη ημέρα, συμφωνημένα πρόσωπα εμφανίσθηκαν στο διάλειμμα, ανάμεσα στις παραδόσεις κυρίως μεγάλης προσέλευσης μαθημάτων και, μέσα στις αίθουσες των μαθημάτων, ζήτησαν από όσους παρακολουθούσαν το μάθημα να σχηματίσουν τριμελείς ή πενταμελείς επιτροπές έτους για τη διεκδίκηση ελεύθερης αντιπροσώπευσης των φοιτητών του έτους – και σε κάθε τέτοια αίθουσα βρισκόταν, ανάμεσα στο ακροατήριο, ένας τουλάχιστον φοιτητής, κατάλληλα προετοιμασμένος, που έπαιρνε το λόγο, συμφωνούσε με το συνάδελφό του που έκανε την πρόσκληση, δήλωνε ότι την αποδεχόταν και παρακινούσε και τους άλλους να συμμετάσχουν στην επιτροπή και να τη στηρίζουν. Την ίδια εκείνη ημέρα, κάθε έτος της Νομικής είχε εκλέξει τους εκπροσώπους του, ο αριθμός των ενεργών στελεχών ξαφνικά πολλαπλασιάσθηκε, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για τη συνέχεια. Και αυτό είναι μόνον ένα παράδειγμα. Αντίστοιχα παραδείγματα, λίγα στην αρχή, εκατοντάδες αργότερα, οργανωμένα, ιεραρχημένα, συστηματικά, υπομονετικά και με μοναδική αποτελεσματικότητα δημιούργησαν εκείνο το ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό οικοδόμημα που ήταν αναγκαίο και αποδείχθηκε επαρκές για να δώσει έκφραση και να υποδεχθεί την πράγματι αυθόρμητη, στη συνέχεια, έκρηξη του αντιδικτατορικού μίσους των ελλήνων φοιτητών.

Ο μύθος περί του γενικώς αυθόρμητου καλλιεργήθηκε συστηματικά και σε σημαντικό βαθμό περιφέρεται ώς τώρα. Δεν είναι αθώος ο μύθος αυτός, διότι μπορούν να τον επικαλούνται όλοι, και έχουν λόγο να τον επικαλούνται όσοι δεν μπορούν να επικαλούνται την πραγματικότητα, είτε γιατί –μετέπειτα θορυβωδώς παρόντες- τότε ήταν απόντες, είτε γιατί σήμερα βολεύει περισσότερο ως κολακευτικός όλων ο μύθος.

Το βασικό αίτημα των φοιτητών συνοψίζεται στο σύνθημα: «Κάτω η χούντα – Έξω οι Αμερικάνοι». Μεγάλες και οξύτατες ήταν οι εσωτερικές συγκρούσεις και συζητήσεις των εξεγερμένων φοιτητών σχετικά με το αν ο αγώνας έχει χαρακτήρα αντιδικτατορικό μόνο ή και αντιιμπεριαλιστικό και πώς συνδέεται ο αντιδικτατορικός χαρακτήρας με τον αντιιμπεριαλιστικό. Οι διχογνωμίες αυτές ταχύτατα βρήκαν συγκροτημένη έκφρασή με τον σχηματισμό διαφόρων οργανώσεων και διαφορετικών τάσεων μέσα στις ίδιες τις πολιτικές οργανώσεις. Είναι αλήθεια ότι προβλήθηκαν και φοιτητικά αιτήματα. Οι φοιτητές ζητούσαν το άσυλο, ζητούσαν ακαδημαϊκές ελευθερίες, ζητούσαν να φύγουν οι εγκάθετοι της χούντας από τα Πανεπιστήμια. Όμως αυτό που κυρίως θέλαμε ήταν να δέσουμε χειροπόδαρα τον άθλιο τύραννο, να τον σύρουμε να καταξεσκιστεί απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους και να τον πετάξουμε στον Τάρταρο, κουρέλι. Κατά κατά βάση δηλαδή θέλαμε το κεφάλι του τύραννου, πραγματικά, όχι συμβολικά.

Είναι αδύνατον να γίνει κατανοητό εκείνο το φοιτητικό κίνημα αν δεν γίνει κατανοητός ο ρόλος της Αριστεράς, και μάλιστα ο καταστατικός ρόλος της κομμουνιστικής Αριστεράς. Φοιτητικές οργανώσεις με αναφορά σε πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα εκτός Αριστεράς, όπως θα ήταν λ.χ. φιλελεύθερες οργανώσεις ή οργανώσεις της δημοκρατικής εν γένει Δεξιάς, δεν υπήρξαν. Το φοιτητικό κίνημα αναπτύχθηκε και μέσα από την αδυσώπητη σύγκρουση κατά πρώτο λόγο ανάμεσα στην ΚΟΣ, αργότερα «Ρήγα» του ΚΚΕ εσωτερικού και στην ΚΝΕ του ΚΚΕ, με την εμπλοκή στη συνέχεια μαοϊκών οργανώσεων, και κυρίως της ΑΑΣΠΕ του ΕΚΚΕ και της ΠΠΣΠ της ΟΜΛΕ, αλλά και οργανώσεων άλλων μικρότερων αριστερών ρευμάτων, όπως η «Μαμή», οργάνωση που παρέπεμπε στην πασίγνωστη φράση που αποδίδεται στον Μαρξ ότι η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Η εσωτερική αυτή σύγκρουση συνέβαλε, και αυτή, στη δημιουργία ανθρώπων έτοιμων να πράξουν αποφασιστικά ό,τι απαιτούσε η ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος, γιατί μόνο μέσα από την ανάπτυξη του κινήματος, και τη δική τους προσωπική συμβολή σε αυτή μπορούσε να αναπτυχθεί και η πολιτική τους οργάνωση. Ένα περίεργο πράγμα: η σύγκρουση αυτή όχι μόνον δεν παρακώλυσε, αλλά, ακριβώς αντίθετα, έδωσε αποφασιστική ώθηση στο φοιτητικό κίνημα, χωρίς ποτέ, ούτε για μία στιγμή, ούτε για μία ατομική περίπτωση, να μπορεί να μαρτυρηθεί ότι οδήγησε σε κατάδοση στους ασφαλίτες.

Βεβαίως και δεν ήταν όλοι όσοι μετείχαν στο φοιτητικό εκείνο κίνημα οργανωμένοι κομμουνιστές ή κομμουνιστές εν γένει. Ήταν όμως τα συντριπτικά περισσότερα –όχι όλα- ηγετικά και αποφασιστικά του στελέχη. Η πολιτική πίστωση ανήκει πάντως στα φοιτητικά στελέχη, όχι στις πολιτικές ηγεσίες των κομμουνιστικών τους κόμμάτων. Εκείνοι, οι «παλιοί», οι «αρχαίοι», με μυθικό σχεδόν κύρος στα μάτια των οργανωμένων κομμουνιστών φοιτητών για τον απόηχο της αύρας της Εθνικής Αντίστασης, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και την αίγλη των πολυετών φυλακίσεων που τους συνόδευε, σε καθοριστικό βαθμό διστακτικοί σε διάφορα, κατά κανόνα όμως δογματικοί και αδίστακτοι στα εσωτερικά ζητήματα των κομμάτων τους, ξεπεράσθηκαν από την πρώτη τουλάχιστον ορμή του φοιτητικού κινήματος. Στην πορεία ανέκτησαν κάποια επιρροή σε αυτό. Αργότερα, όταν μετά την πτώση της χούντας εγκαθιδρύθηκαν ως ηγεσίες, προσπάθησαν να προσαρμόσουν τη μεταχουντική συνέχειά του στα δικά τους μέτρα, άλλοτε ηρωικά, άλλοτε και με προϊούσα ταχύτητα όχι και τόσο, και πάντως ξεπερασμένα. Οι προσωπικές πορείες των συντριπτικά περισσότερων κομμουνιστών φοιτητών του 1973 αυτό ακριβώς το γεγονός καταδεικνύουν, όσο και αν η πικρή συνειδητοποίησή του δεν ήρθε για όλους την ίδια στιγμή και με την ίδια ένταση.

Όμως στελέχη του φοιτητικού κινήματος του 1972-1973 αναδείχθηκαν και φοιτητές που δεν ήταν κομμουνιστές. Ορισμένοι πρωταγωνιστούσαν από την πρώτη στιγμή, στην πρώτη γραμμή. Σε αρκετούς από αυτούς, οι αρχές της χούντας επιφύλαξαν θηριωδέστερη μεταχείριση: μα αφού εσύ δεν είσαι σαν κι αυτούς, εσύ είσαι δικό μας παιδί, και γίνεσαι προδότης και της πατρίδας σου και της τάξης σου. Ως προς αυτά ακριβώς τα παιδιά, την αγριότητα επέτεινε το πλέγμα του λούμπεν ημιαμόρφωτου ταλαιπωρημένου χαφιέ απέναντι σε ένα μορφωμένο και πλούσιο παιδί –και υπήρξε τέτοια περίπτωση- που αντί να δέχεται τον χαφιέ για υπηρέτη του και να τον χαρτζιλικώνει απέρριπτε μαχητικά κι αυτόν και τα αφεντικά του κι όλον τον βρωμερό κόσμο του. Σε αυτά ακριβώς τα παιδιά, αστούς στις καλύτερες δημοκρατικές παραδόσεις της τάξης τους, αξίζει μία ιδιαίτερη μνεία και τιμή.

Θεωρώ ότι οφείλεται ιστορική τιμή στην ΚΟΣ και τον «Ρήγα» του ΚΚΕ εσωτερικού, στην ΚΝΕ του ΚΚΕ, στην ΑΑΣΠΕ του ΕΚΚΕ, στην ΠΠΣΠ και σε όλες, μία προς μία, τις άλλες οργανώσεις που συνδημιούργησαν τότε την κοίτη για να περάσει το μεγάλο ποτάμι. Οφείλεται όμως και προσωπική αναγνώριση στον κάθε φοιτητή και στην κάθε φοιτήτρια ατομικά για όσο και ό,τι ο καθένας και η καθεμιά προσέφερε. τους αξίζει η τιμή ότι, αν μη τι άλλο, αυτά τα παιδιά με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, για μία ακόμη φορά έδωσαν, τουλάχιστον, το μέτρο της αξιοπρέπειας.

Αρκετοί από τους πρωταγωνιστές εκείνους ζουν σήμερα, στην Ελλάδα ή έξω από αυτήν και έξω από κάθε δημοσιότητα σχετικά με όσα έπραξαν τότε. Είναι δε αρκετά μεγάλος ο αριθμός των ανθρώπων αυτών ώστε να είναι τυχαίο γεγονός ότι ζουν έξω από κάθε δημοσιότητα σχετικά με το ρόλο τους εκείνους τους μήνες. Θα μπορούσα να αναφέρω αρκετούς, πολλοί από τους οποίους είναι πετυχημένοι στους χώρους τους, αλλά δεν το κάνω, διότι θα προσβάλλω την επιλογή τους για διακριτικότητα και τη σεμνότητά τους. Αρκετών οι δρόμοι είναι χωρισμένοι εδώ και χρόνια, αλλά η alma mater τους, η «Μεγάλη του Γένους Σχολή» που δημιούργησαν με τη θητεία τους στην ακμή των γεγονότων εκείνων των οργανώσεών τους, όσο και αν παράκμασε στη συνέχεια και τελείωσε, τους συνδέει πάντα με εκείνο τον άρρηκτο τρόπο που μας συνδέει ένα παρελθόν όταν γίνεται ιστορία που εμείς δημιουργήσαμε.

Δικαιούμαι όμως να θυμηθώ ξεχωριστά μερικά αγαπημένα πρόσωπα που δεν είναι πια μαζί μας. Ο πατέρας Τιμόθεος Λαγουδάκης, διάκονος στην Εκκλησία της Κρήτης, όχι κρυπτόμενος, αλλά φανερός πρωταγωνιστής στην μάχη για ελεύθερες εκλογές στην Θεολογική ήταν ένας χαμογελαστός άνθρωπος. Κοντόσωμος, ξανθωπός, με πάντοτε χαρούμενα ήρεμο πρόσωπο και εμφανή κρητική προφορά, που ως ρασοφόρο –ίσως γιατί, λόγω του σχήματός του, τον νόμιζαν δικό τους παιδί- οι ασφαλίτες τον άφηναν να μπαινοβγαίνει στη Σχολή στην πρώτη κατάληψη – και όταν έμπαινε άνοιγε με φιλοπαίγμον πονηρό βλέμμα τα μανίκια από τα ράσα του και σκόρπιζε σοκολάτες, μπισκότα, τσιγάρα, παξιμάδια, δίνοντας ανάταση έτσι όπως μόνον εκείνος ήξερε να δίνει, κι αυτό ξανά και ξανά και ξανά, όσο διαρκούσε η κατάληψη. Ο Τιμόθεος σκοτώθηκε το 1973, μαζί με έναν άλλο συναγωνιστή του, επίσης ιερωμένο, σε ένα περίεργο τροχαίο, αργά μια νύχτα κάπου έξω από την Κόρινθο. Διέδωσαν και ότι οδηγούσε σαν δαίμονας. Ο Νίκος Μεγγρέλης, μέλος του Γραφείου του «Ρήγα» Νομικής, έθεσε τέρμα στη ζωή του πριν από δεκαετίες πια. Η Αγγελική Ξύδη, της Φιλοσοφικής, ηγετικό στέλεχος της ΚΝΕ, πέθανε από ανίατο νόσημα. Ο Τάσος Ξένος, ηγετικό στέλεχος στη Νομική, χωρίς κομματική ένταξη τότε, μέλος, μετά τη δικτατορία, της οργάνωσης Σοσιαλιστική Πορεία, πέθανε από καρδιά. Τον Στέλιο Αλεξανδρόπουλο, στέλεχος της ΚΝΕ στο Πολιτικό, επίκουρο Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, τον έστειλαν πριν αρκετά χρόνια σε πρόωρο θάνατο από ανακοπή καρδιάς κάτι τηβεννοφόρα καθάρματα, επειδή δεν έστερξε σε φαυλότητές τους στις εισαγωγικές εξετάσεις του Μεταπτυχιακού τους.

***

Αυτά η Νομική. Το Πολυτεχνείο είναι άλλο κεφάλαιο, από το ίδιο όμως βιβλίο.

Και το μήνυμα της Νομικής; Πολλά μηνύματα ακούσθηκε πως έδωσε και πως συνεχίζει να δίνει η Νομική, πάρα πολλά. Δεν είναι ανεξήγητο: όσο κι αν ο χρόνος περιβάλλει πια με ορατή αχλύ τη Νομική του 1972 και του 1973 και θαμπώνει μορφές και σημασίες, η Νομική εξακολουθεί να είναι αρκετά μεγάλη υπόθεση ώστε πολλοί, ασυναίσθητα (δηλαδή όχι άτιμα) ή και συνειδητά (δηλαδή άτιμα) διαβάζουν σε εκείνα τα γεγονότα τις δικές τους σημερινές προτεραιότητες, σκοπιμότητες, επιδιώξεις. Όλοι τους τιμούν τη Νομική, ακόμη κι όταν την κακομεταχειρίζονται με ιδιοτέλεια, διότι και έτσι αναγνωρίζουν στα γεγονότα τού τότε δύναμη σήμερα.

Όμως τα ιστορικά γεγονότα –και η Νομική είναι ένα από αυτά- έχουν τη δική τους ζωή. Δεν ανήκουν σε κανέναν. Δεν επιδέχονται κανέναν αυθεντικό ερμηνευτή, ούτε και τους δημιουργούς τους, που και αυτοί άλλωστε, ακόμη και όταν εμφανίζονται ως πρόσωπα, ανήκουν στα γεγονότα, είναι τμήμα των γεγονότων, και κανείς τους δεν τα φέρει ως ιδιόκτητες αποσκευές. Τα ίδια τα γεγονότα ζουν, όσο ζουν, για να διηγούνται τη δική τους ιστορία σε καθέναν που θέλει και αντέχει να την ακούσει.

Το μήνυμα λοιπόν της Νομικής δόθηκε τότε. Για σήμερα δεν έχω να σας πω απολύτως τίποτε.


 

* Το κείμενο αυτό αποδίδει ομιλία μου σε εκδήλωση του Συλλόγου Διδακτικού Προσωπικού της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 22 Φεβρουαρίου 2007 με θέμα την εξέγερση των φοιτητών της Νομικής τον Φεβρουάριο του 1973. Σε ελαφρά διαφορετική μορφή έχει ήδη δημοσιευθεί σε ξεχωριστό τεύχος που εξέδωσε ο Σύλλογος και στην επετειακή έκδοση, για τα δέκα χρόνια κυκλοφορίας του αξιοθαύμαστου περιοδικού Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου, τεύχ. Κ’, 2007 (επετειακό τεύχος), το οποίο εκδίδουν, μέχρι σήμερα, αποκλειστικά και μόνον φοιτητές της Νομικής Σχολής Αθηνών. Σαράντα χρόνια μετά το annus mirabilis 1973 αισθάνθηκα την ανάγκη να το αποχαιρετίσω, παραδίδοντάς ό,τι μη ιδιωτικό μοὐ απέμεινε από την άνοιξη της χρονιάς εκείνης σε ευρύτερη δημοσιότητα. Ευχαριστώ το Books’ Journal για την αναδημοσίευση.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά