Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Τα ίχνη της ρευστής ελληνικής αστικής τάξης

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Από τον Τσίλλερ στις οικοδομές του μοντέρνου κινήματος

Όποιος είχε την τύχη να παρακολουθήσει την Έκθεση για τον Τσίλλερ στην Εθνική Πινακοθήκη, το 2010, ήταν σαν να βρισκόταν σε έναν μαγικό κόσμο, σε μια Αθήνα του 19ουαιώνα που, από κάποιες απόψεις, ανταποκρινόταν στις πιο οξυμένες φαντασιώσεις για μια προϊστορία αστικής τάξης γαλλικού  ή άλλου ευρωπαϊκού τύπου στην Ελλάδα. Οι εικόνες της Έκθεσης δεν ήταν παραπλανητικές. Τα κτίρια αυτά είχαν πράγματι υπάρξει. Στο υψηλής στάθμης βιβλίο, Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων, 1837-1923, σε επιμέλεια Μαριλένας Κασιμάτη, που συνόδευε την Έκθεση, δημοσιεύεται συνέντευξη του Τσίλλερ όπου ο αρχιτέκτων επισημαίνει:

Η Αθήνα σήμερον είναι αγνώριστος, ενώ προ ετών ήτο χωρίον. […] Αι Αθήναι έχουσι οικοδομήματα καλά, αριστουργήματα τόσα, όσα εις όλο το Παρίσι παρόμοια δεν απαντά τις. […] Μονοκατοικίαι κομψαί όπως αι εν Αθήναις είναι σπάνιαι. (εφημερίδα Ακρόπολις, 17/2/1898)

Η αλήθεια είναι ότι τα κτίρια αυτού του είδους αφορούσαν συγκεκριμένες περιοχές των Αθηνών, δεν απλώνονταν παντού στην πρωτεύουσα, ασχέτως αν στοιχεία από το στυλ τους επηρέαζαν και τη λαϊκή αρχιτεκτονική. Αν θέλει  κανείς να φανταστεί τι σημαίνει «ταπεινό σπίτι» μπορεί να διαβάσει το μυθιστόρημα Οι Άθλιοι των Αθηνών του Κονδυλάκη που εξελίσσεται την ίδια περίπου περίοδο. Τα μέγαρα λοιπόν του Τσίλλερ, αλλά και των άλλων αρχιτεκτόνων συναφή με αυτά, ήταν τα ενδιαιτήματα της προεξάρχουσας αστικής τάξης της χώρας και ήταν πράγματι υψηλής κλάσης τόσο από αισθητική, όσο και από οικοδομική άποψη, συγκρινόμενα με αντίστοιχα του εξωτερικού.

Τον Ιούλιο του 2013 παρουσιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη, σε συνδυασμό με σχετική Έκθεση, υπό την αιγίδα της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού το βιβλίο Αθηναϊκές κατοικίες του μοντέρνου κινήματος. Πρόκειται για συλλογικό τόμο με κεντρικό άξονα τη δουλειά της αρχιτεκτόνισσας Κατερίνας Χατζηκωνσταντίνου που αποτύπωσε το σύνολο των κτιρίων αυτής της κατηγορίας σε κεντρικές περιοχές των Αθηνών. Υψηλής ποιότητας κτίρια τα περισσότερα από αυτά και σε συντονισμό με τις αιχμές του μοντερνισμού αλλού στην Ευρώπη, ήταν στην πλειονότητά τους, οι κατοικίες της υψηλής αστικής τάξης μεταξύ των δύο παγκόσμιων πολέμων. Το ενδιαφέρον για την ανάλυσή μας βρίσκεται στο ότι, ενώ ο «κόσμος» του Τσίλλερ δεν απέχει από αυτόν του μοντέρνου κινήματος παρά μόνο κάποιες δεκαετίες και όχι έτη φωτός, στον θεατή των δύο εκθέσεων θα έδιναν την αίσθηση δύο διαφορετικών πλανητών.

Τα περί διαφορετικών πλανητών δεν αφορούν μόνο αυτές τις δύο συγκεκριμένες φάσεις του αρχιτεκτονικού πολιτισμού της Ελλάδας. Θα μπορούσαμε, αντί γι’ αυτές, να σκεφτούμε τα σπίτια της πρώιμης αστικής τάξης τον καιρό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως σώζονται σήμερα στην Καστοριά, τη Σιάτιστα ή τα Τρίκαλα, ή  το κτισμένο τοπίο των ελληνικών πόλεων μετά την τεράστιας κλίμακας μεταπολεμική ανοικοδόμηση.

Παντού στην Ευρώπη των τελευταίων αιώνων τα κτίρια κατοικιών της άρχουσας τάξης μεταβάλλονταν σε συνάφεια με τις κοινωνικές, πολεοδομικές και τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά ειδικά η Ελλάδα ήταν αυτή που χαρακτηριζόταν από έντονες ασυνέχειες μεταξύ της μιας φάσης και της άλλης (συνήθως χωρίς ομαλή μετάβαση αλλά και με απαξίωση της αμέσως προηγούμενης φάσης), καθώς βέβαια και από μια πρωτοφανή ρευστότητα των εξελίξεων – πολύ συχνά, η χρονική διάρκεια μιας φάσης ήταν μικρή.

Περί τίνος πρόκειται; Σε τι αντιστοιχούν όλα αυτά; Μια συστηματική μελέτη της ιστορίας της ελληνικής κοινωνίας με βάση τα κτίριά της θα ήταν εξόχως διαφωτιστική και πολύτιμη όχι μόνο για την αυτογνωσία μας, ειδικά τώρα, στην περίοδο της τρομερής κρίσης και της συναφούς αμηχανίας ως προς το από πού ερχόμαστε και που πάμε, αλλά και προκειμένου να αναδειχθούν συγκεκριμένοι διαχρονικοί παράγοντες επιρροής των εξελίξεων, μήπως και μπορέσουμε εντοπίζοντάς τους να τους διαχειριστούμε. Μάλιστα, η σύνταξη ενός Χάρτη των οικοδομών του ευρύτερου ελληνισμού σε συνδυασμό με τις επαγγελματικές και άλλες δραστηριότητες των ιδιοκτητών τους, από το 18ο ή τον 19ο αιώνα ώς τις μέρες μας, από τη λεκάνη της Μεσογείου ώς τα Βαλκάνια και από τη Μικρά Ασία ώς τη Ρωσία –ένα ερεθιστικό πνευματικό εγχείρημα καθ’ εαυτό– θα μπορούσε να μας βοηθήσει τα μέγιστα στη διάγνωση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσαν τα πράγματα, από τους προγόνους μας τρεις τέσσερις γενιές πριν, μέχρις εμάς. Παρά την έλλειψη επαρκούς υπόβαθρου, θα επιχειρήσουμε παρακάτω μία κατ’ αρχήν διερεύνηση της κατάστασης.

Eλληνική και ευρωπαϊκή αστική τάξη

Άραγε, οι εύποροι Έλληνες που παρήγγειλαν στον Τσίλλερ τα κτίρια κατοικιών τους ή τις εκκλησίες τους, συνιστούσαν όντως «τάξη» με την ευρωπαϊκή σημασία του όρου, μια τάξη συνδεδεμένη με συγκεκριμένο σύστημα παραγωγής, το οποίο με τη σειρά του χαρακτηριζόταν από μία αίσθηση συνέχειας, με παρελθόν και μελλοντικές προοπτικές, ή ήταν ένα άθροισμα ευπόρων διαφορετικών προελεύσεων που το συνδετικό τους χαρακτηριστικό ήταν ότι συνιστούσαν ένα είδος «αριστοκρατίας» περί την εξουσία, το παλάτι ή την κυβέρνηση; Η προέλευση μπορεί να αφορούσε πολλά πεδία: έμποροι που επωφελήθηκαν από το άπλωμα του καπιταλισμού στις μεγάλες περιφέρειες της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Ρωσίας, επαρχιώτες μη κεντρικοί μεν στην καπιταλιστική διαδικασία, που διέθεταν όμως πλούτο από νέες οικονομικές δραστηριότητες (όπως π.χ. το εμπόριο σταφίδας με έδρα το Αίγιο, όπου κάλεσαν τον Τσίλλερ να οικοδομήσει αγορές, μέγαρα και εκκλησίες) ή τοπική εξουσία την οποία θα ήθελαν να την εξαργυρώσουν στη νέα κατάσταση, ή ακόμα και Ευρωπαίοι που δραστηριοποιούνταν για διάφορους λόγους στην ελληνικό χώρο, σαν τον Σλήμαν.

Καθώς το παραγωγικό υπόβαθρο αυτής (αλλά και των κατοπινών εκδοχών) της ιδιόμορφης προεξάρχουσας τάξης –την οποία συμβατικά αποκαλούμε αστική– έμοιαζε με κινούμενη άμμο (σήμερα είχε πέραση αυτή η δραστηριότητα, αύριο η άλλη, καθώς ο ελληνισμός παρακολουθούσε τις εξελίξεις προσπαθώντας να τις αξιοποιήσει, αλλά δεν είχε ο ίδιος την πρωτοβουλία), μήπως τα μέγαρα του 19ου ή των αρχών του 20ού αιώνα προσομοίαζαν με τις οικοδομές του αρχιτέκτονα Βουρέκα στις λεγόμενες «αριστοκρατικές» περιοχές της Αθήνας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ότι δηλαδή η κύρια λειτουργία τους ήταν η συμβολική, αναδεικνύοντας τη θέση των ιδιοκτητών στο σύστημα εξουσίας διά της συγκεκριμένης υλικής και χειροπιαστής παρουσίας των κατασκευών;

Ασχέτως αν ο Τσίλλερ ανέδειξε στα έργα του με υψιπέτεια τον «υπεριπτάμενο», σε σχέση με το παραγωγικό υπόβαθρο, χαρακτήρα της προεξάρχουσας τάξης, ασχέτως αν αυτές, μαζί με τα νεοκλασικά και τα συναφή στυλ, επηρέασαν θετικά και το λαϊκό γούστο, το οποίο μάλιστα κατάφερε να μπολιάσει τα ξένα πρότυπα με αυτόχθονα και συμβατά με το νέο περιβάλλον χαρακτηριστικά, και ασχέτως αν για τις λεπτές ψυχές, σαν αυτή του Γιάννη Τσαρούχη, οι κατασκευές αυτές προσφέρονταν ως θεατρικά σκηνικά υπέρ μιας καλλιτεχνικής καλλιέργειας, τελικά οι ένοικοί τους είχαν την ίδια οργανική σχέση με αυτού του είδους τα κτίρια που είχαν και οι ευρωπαίοι ομόλογοί τους ή ήταν ακόμα μία μίμηση για ένα στρώμα που εμιμείτο έτσι κι αλλιώς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά –όπως το ντύσιμο ή τους τρόπους– της ευρωπαϊκής αστικής τάξης; Η ευκολία με την οποία οι απόγονοι αυτών που παρήγγειλαν την οικοδόμηση των κτιρίων τα παρέδωσαν στην αντιπαροχή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μας υποχρεώνει να το σκεφτούμε. Ο Τσαρούχης έγραφε σε σχετικό δοκίμιό του ότι πρώτα κατεδαφίστηκε «το πάλαι ποτέ υπερήφανο γκέτο της αριστοκρατίας της Βασιλίσσης Σοφίας» και μετά ακολούθησε η γενικευμένη καταστροφή των νεοκλασικών του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Η υιοθέτηση ευρωπαϊκών ρευμάτων, ως μίμηση και όχι ως αντιστοιχούσα σε εξελίξεις στην παραγωγή ή στην οργάνωση της κοινωνίας, ισχύει για πολλές περιόδους. Οξυδερκείς κοινωνικοί παρατηρητές σχολίαζαν ότι στο θυρωρείο μιας κατά τα άλλα μοντέρνας πολυκατοικίας μπορούσες να δεις, ακόμα και τη δεκαετία του 1970, μια γιαγιά με τσεμπέρι που μόλις κατέβηκε από το χωριό και βοηθούσε το γιο της το θυρωρό.

Βεβαίως, «το ευρωπαϊκό ως ρούχο ή ως μίμηση» μπορεί να μην είναι η αιτία των ριζικών ασυνεχειών των εξελίξεων της ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτές αποτυπώνονται στο χτισμένο περιβάλλον, αλλά η συνέπεια εξελίξεων στο πεδίο της πραγματικότητας. Η κινητή άμμος του καπιταλισμού της περιφέρειας μπορεί εκ των πραγμάτων να συνεπάγεται ότι οι οικονομικές και οι συναφείς κοινωνικές εξελίξεις να έχουν κύκλο μόνο μιας γενιάς, το ίδιο και η συγκεκριμένη σύνθεση της προεξάρχουσας τάξης. Για παράδειγμα, το ότι δεν κρατήθηκαν τα μέγαρα της Βασιλίσσης Σοφίας δεν έχει να κάνει μόνο με το γούστο των επιγόνων, αλλά και με το ότι δεν είχαν πια τα οικονομικά μέσα να τα κρατήσουν (π.χ. με τα τεράστια έξοδα για λειτουργία, συντήρηση, ανάγκες για πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό, κ.λπ.). Το οικονομικό μοντέλο είχε αλλάξει σχεδόν ξαφνικά, το ίδιο και οι διαχειριστές του.

Τυχόν απόκλιση της ελληνικής αστικής ή προεξάρχουσας τάξης από τα ευρωπαϊκά δεδομένα δεν συνιστά από μόνη της «ελάττωμα». Αντίθετα, με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται μία ιδιοπροσωπία, ενδεχομένως διαχρονική, και αυτό μας βοηθάει να αντιληφθούμε καλύτερα την κατάσταση και να τη διαχειριστούμε αποδοτικότερα.

Άλλωστε, στο πλαίσιο μιας πολυσύνθετης πραγματικότητας, ακόμα και σε φάσεις που η προεξάρχουσα τάξη ήταν πρακτικά αποσυνδεδεμένη από το όποιο εγχώριο σύστημα παραγωγής, η μεταφορά κερδών της από δραστηριότητές της στο εξωτερικό στον γενέθλιο τόπο ήταν αξιομνημόνευτη για την οικονομία. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Λέσβου, όπου από το 1850 και μετά, που το νησί ήταν καθημαγμένο από φυσικές καταστροφές, η μετανάστευση στην Αίγυπτο και τη Ρωσία και η ενασχόληση των παροίκων εκεί ως εμπόρων, μεσαζόντων, τοκογλύφων, τραπεζιτών ή βιομηχάνων δημιούργησε τεράστιες περιουσίες, μέρος των οποίων επέστρεψε στην Ελλάδα (βλ. Ευρυδίκη Σιφναίου, Λέσβος, οικονομική και κοινωνική ιστορία 1840-1912, Δήμος Μυτιλήνης 1996). Μεγάλος αριθμός των μεγάρων που ακόμα δεσπόζουν στο νησί οφείλουν την ύπαρξή τους ακριβώς σ’ αυτούς τους πόρους, ενώ η εργώδης οικοδομική παραγωγή που ήταν συνυφασμένη με την κατασκευή τους ήταν μία πολύ στιβαρή εγχώρια οικονομική δραστηριότητα –έστω και σχετικά περιορισμένης διάρκειας– από την οποία επωφελήθηκε η οικονομία της Λέσβου.

Η αναλυτική διερεύνηση των διαφόρων φάσεων της ελληνικής προεξάρχουσας τάξης –ακόμα και η μεταβολή της φύσης, αλλά και της σύνθεσής της– σε συσχετισμό με τις εγχώριες και διεθνείς εξελίξεις είναι το τελικό ζητούμενο, αλλά είναι έξω από τα πλαίσια του παρόντος άρθρου. Αυτό όμως που μπορούμε να κάνουμε είναι να επιμείνουμε στα δύο βασικά και διαχρονικά χαρακτηριστικά των εξελίξεων: στην ύπαρξη κάθε τόσο ριζικών τομών και ασυνεχειών από τη μία, και τη μεγάλη ρευστότητα των δεδομένων και της διαχείρισής τους, από την άλλη. Και αν οι ριζικές τομές –σήμερα ζούμε άλλη μία και τη ζούμε επώδυνα– μπορεί να οφείλονται ενδεχομένως κατά πολύ σε δυνάμεις έξω και μεγαλύτερων από μας, λόγω γενικότερων εξελίξεων στην περιοχή, ίσως το κλειδί υπέρ των τρόπων επέμβασής μας στα πράγματα να βρίσκεται σε μία άλλη παράμετρο, τη ρευστότητα.

Η ρευστότητα –σε σχέση με τις κοινωνικές εξελίξεις– είναι χαρακτηριστικό δύο όψεων. Η μία σχετίζεται με μία δυσανεξία που παρατηρείται όταν οι άνθρωποι δεν ξέρουν πού να πατήσουν, όταν το χθεσινό νόμισμα δεν ισχύει σήμερα, όταν οι παλιές βεβαιότητες ανατρέπονται χωρίς να είναι σαφές πώς λειτουργεί το καινούργιο. Αυτή είναι η «κακή» όψη. Αλλά υπάρχει και η θετική: μία νέα κινητικότητα μπορεί να δώσει απρόβλεπτες ευκαιρίες, να δώσει ζωτικό χώρο για δράση σ’ αυτούς που ήταν στριμωγμένοι στην προηγούμενη φάση, να εξερευνήσει νέες περιοχές που μπορεί να έχουν κάτι το απρόβλεπτα θετικό.

Είναι γεγονός ότι ο ελληνισμός στην πρόσφατη ιστορία του διαχειρίστηκε τη ρευστότητα με επιδεξιότητα. Από τον 18ο αιώνα που, αξιοποιώντας τις νέες συνθήκες στην οθωμανική αυτοκρατορία αλλά και στην Ευρώπη, εξαπλώθηκε εμπορικά σε μια τεράστια περιοχή, στον 19ο αιώνα με την κατάκτηση της ελευθερίας του από τους Οθωμανούς, στον 20ό και στον τρόπο που ξεπέρασε ακόμα και τη Μικρασιατική Καταστροφή, στήνοντας ένα συμπαγές εθνικό κράτος συμβατό με τις συνθήκες της εποχής, ώς τη μεταπολεμική περίοδο, με τη δυναμική είσοδό του στη μοντέρνα εποχή, παρά την πολλαπλά καταστρεπτική δεκαετία που προηγήθηκε.    

Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τα αποτελέσματα αυτής της διαχείρισης, οι περισσότεροι από μας θα προτιμούσαν να είναι καλύτερης ποιότητας. Μια σοβαρή και συγκεκριμένη αποτίμηση είναι απαραίτητη, αλλά για να είναι αυτή η δουλειά αποδοτική πρέπει να εξετάσει τα περιθώρια που όντως είχαμε για καλύτερους χειρισμούς, ανατρέχοντας στην προηγούμενη παρατήρησή μας, ότι συνήθως οι ριζικές τομές στην πορεία μας σχετίζονται και με δράσεις εξωτερικών δυνάμεων, συχνά ισχυρότερων από τις δικές μας.

Σε κάθε περίπτωση, το βαρύ χαρακτηριστικό της σημερινής κατάστασης δεν είναι το γεγονός καθ’ εαυτό ότι για μία ακόμη φορά στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας βιώνουμε με ριζική τομή, αλλά το ότι ίσως για πρώτη φορά η ρευστότητα είναι σχεδόν μπλοκαρισμένη θεσμικά. Για να το κατανοήσουμε αυτό με όχημα την οικοδομή, αρκεί να αναρωτηθούμε: ποιες μπορεί να είναι οι κατασκευές της εποχής που έρχεται; Τα δεδομένα που μέχρις στιγμής έχουμε, αν δεν μεταβληθούν, μας δείχνουν ότι θα ζούμε μια ζωή σε κτίρια της προηγούμενης φάσης «παγωμένα στο χρόνο» ως κατασκευαστικές δομές και σε προϊούσα χειροτέρευση τόσο της λειτουργικότητας, όσο και της εμφάνισής τους, και μάλιστα σε κτίρια που σε σημαντικό ποσοστό τους πιθανότατα δεν θα ανήκουν πια στους μέχρι τώρα ιδιοκτήτες τους, μετά από κάποιους ετήσιους κύκλους φορολογικών επιβαρύνσεων της ακίνητης περιουσίας που είναι ήδη δρομολογημένες. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τα μεσαία και τα κατώτερα εισοδήματα. Αν μιλάμε για τα κτίρια της «προεξάρχουσας» τάξης, η απόγνωση πολλών εγκλωβισμένων ιδιοκτητών ακινήτων στο Ψυχικό, στην Κηφισιά ή τη Γλυφάδα είναι κοινό μυστικό. Αλλά ακόμα και αν υποθέσουμε ότι η «υψηλή τάξη» της νέας εποχής είναι εντελώς διαφορετική από αυτή της προηγούμενης, θα έπρεπε να μας προβληματίσει αν τα ενδιαιτήματά της είναι για την ώρα «αόρατα».

Ο συνδυασμός μιας άγριας τομής με παράλληλο εγκλωβισμό των Ελλήνων έτσι ώστε να μην έχουν τη δυνατότητα να διαχειριστούν τη ρευστότητα είναι κάτι το πρωτοφανές στην ιστορία του ελληνισμού από τον 18ο αιώνα –όταν ακόμα η Ελλάδα ανήκε στην οθωμανική αυτοκρατορία– μέχρι σήμερα, εκτός κάποιων μικρής χρονικής διάρκειας περιόδων, όπως ήταν η περίοδος της τριπλής Κατοχής 1941-1944 ή τοπικά στην Κωνσταντινούπολη η περίοδος 1942-1944, όπου με τον VarlikVergisi, τον ληστρικό νόμο του φόρου περιουσίας, εξουθενώθηκαν αποφασιστικά η ελληνική, αρμενική και εβραϊκή κοινότητα της Πόλης (Βλ. Φαϊκ Οκτέ, VarlikVergisi, εκδόσεις Ηρόδοτος - Σύλλογος Κωνσταντινουπολίτων, 1998).

Μάλιστα, μπορεί στο άρθρο μας να δώσαμε έμφαση στην προεξάρχουσα τάξη, αλλά η επιτυχημένη διαχείριση της ρευστότητας αφορούσε πρακτικά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας με τη μεγάλη εσωτερική αλλά και προς το εξωτερικό κινητικότητα που τη χαρακτήριζε, την έμφαση στην εκπαίδευση ως οχήματος για την ανέλιξη, τη διεκδίκηση ευκαιριών για μεγαλύτερη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία, τον γρήγορο εναγκαλισμό –μέχρις υπερβολής– του καινούργιου. Τώρα, όλα μοιάζουν με ταριχευμένα, σαν να είναι παγωμένα στο χρόνο.

Στις σημερινές συνθήκες, το κύριο μέλημά μας δεν μπορεί παρά να είναι ο απεγκλωβισμός μας, η αποκατάσταση της δυνατότητάς μας να διαχειριστούμε τη ρευστότητα. Είναι ο μόνος τρόπος ώστε να κινηθούμε με πιθανότητες επιτυχίας προς τη νέα εποχή. Κι αν έχουμε τις δυνάμεις και την ψυχική υψιπέτεια, ας φροντίσουμε η διαχείρισή μας αυτή να είναι αποδοτικότερη και ποιοτικότερη από των προηγούμενων εποχών.

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Τα βιβλία που έχουν γραφεί με έμφαση στο κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο του συστήματος παραγωγής των κτιρίων της αστικής τάξης στην Ελλάδα ή στις περιοχές του ευρύτερου ελληνισμού είναι αξιόλογα μεν αλλά σχετικά περιορισμένου αριθμού και, πάντως, δεν έχουν γραφεί με βάση ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς ώστε να λειτουργήσουν ως ψηφίδες ενός ευρύτερου μωσαϊκού. Το έργο αυτό περιμένει ακόμα τους δημιουργούς που θα το ολοκληρώσουν.

Από την άλλη μεριά, τα έργα που αναφέρονται στο αρχιτεκτονικό έργο μεμονωμένων ή ευρισκόμενων σε δημιουργικό συντονισμό αρχιτεκτόνων είναι πολλά και πολύτιμα.

Ο κατάλογος που ακολουθεί είναι εντελώς ενδεικτικός των δύο προαναφερόμενων κατηγοριών και παρουσιάζεται περισσότερο ως υπόβαθρο του άρθρου.

º     Αθηναϊκές κατοικίες του μοντέρνου κινήματος, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, 2013

º     Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων [1837-1923], Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, 2010

º     Αμαλία Κωτσάκη, Αλέξανδρος Νικολούδης [1874-1944] – Αρχιτεκτονικά Οράματα, Πολιτικές χειρονομίες, Ποταμός, 2007

º     Χ. Σαχανά, Αιμ. Στεφανίδου, Σ. Τσιτιρίδου, Α. Σαμουηλίδου, Ο αρχιτέκτονας Θουκυδίδης Π. Βαλέντης, Μουσείο Μπενάκη - Νήσος, 2007

º     Ελένη Φεσσά - Εμμανουήλ, Εμμανουήλ Β. Μαρμαράς, 12 Έλληνες αρχιτέκτονες του μεσοπολέμου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005

º     Βασίλης Κολώνας, Έλληνες αρχιτέκτονες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (19ος - 20ός αιώνας), Ολκός, 2005

º     Μάνος Γ. Μπίρης, Αθηναϊκή Αρχιτεκτονική [1875-1925], Μέλισσα, 2003

º     Μάνος Γ. Μπίρης, Μάρω Λαρδαμίτση - Αδάμ, Νεοκλασική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Μέλισσα, 2001.

º     Μανόλης Β.Μαρμαράς, Η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας. Η αρχή της εντατικής εκμετάλλευσης του αστικού εδάφους, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1991.

º     Δημήτρης Φιλιππίδης, Για την ελληνική πόλη, Θεμέλιο, 1990.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά