Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Ντόρις Λέσσινγκ: η γυναίκα που συμμετείχε σε όλα

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38
Αυστραλία, 4 Νοεμβρίου 1991. Η Ντόρις Λέσσινγκ στο βήμα του Πανεπιστημίου της Βικτώρια Αυστραλία, 4 Νοεμβρίου 1991. Η Ντόρις Λέσσινγκ στο βήμα του Πανεπιστημίου της Βικτώρια

Νομπελίστα στα 88 της χρόνια, η Ντόρις Λέσσινγκ, που πέθανε τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου σε ηλικία 94 χρόνων, είχε κάποτε δηλώσει ότι έγινε συγγραφέας από απογοήτευση. Ωστόσο, με το πολυδιάστατο έργο της κατάφερε να συλλάβει το πνεύμα σχεδόν κάθε δεκαετίας και να επιβεβαιώσει τη σημασία της αδιάκοπης ανανέωσης και αλλαγής.

Ήταν η πιο ευμετάβολη, και ταυτόχρονα η πιο ακέραια, η πιο γερά ριζωμένη στην ταυτότητά της συγγραφέας. Με την ίδια τόλμη που διατράνωνε μιαν άποψη, μπορούσε επίσης να την αποκηρύξει· με την ίδια φλόγα που στρατευόταν, διεκδικούσε και την ανεξαρτησία της. Ελέγχοντας ανελέητα ιδέες και θέσεις, πάντα σε εγρήγορση για να αφουγκραστεί αποκλίνουσες εναλλακτικές δυνατότητες, πάντα ετοιμοπόλεμη, καχύποπτη απέναντι στις κυρίαρχες βεβαιότητες, ρευστή και στέρεη συνάμα – «κάθε δυο χρόνια αισθάνομαι πόσο ανόητη υπήρξα την προηγούμενη διετία»[1], έλεγε. Πιστή στη συλλογικότητα, υπερασπίστηκε την αυτεξουσιότητα και την αυτονομία· πρόμαχος της ισότητας ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις, φύλα, φυλές και εθνικές ομάδες, αρνήθηκε την ισοπέδωση των διαφορών τους· θηρεύτρια της αρμονίας και της ενότητας, αποτύπωσε τη διαφωνία και την αταξία· αισιόδοξη για την ανθρώπινη πρόοδο και εξέλιξη, φοβόταν τη σαρωτική δύναμη της αντίδρασης και της οπισθοδρόμησης· συνεπής σε ηθικές αξίες, παραδεχόταν θαρραλέα την ενδιάθετη ροπή της προς την ανηθικότητα. Ένα παράδοξο ήταν η Ντόρις Λέσσινγκ· ένα ωραίο μείγμα αντισυμβατικότητας και εντιμότητας, σοβαρότητας και χιούμορ, μυστικιστικής ενόρασης και πραγματισμού.

Όλοι θυμόμαστε πώς δέχτηκε την είδηση της βράβευσής της με το Νόμπελ. Έβγαινε από ένα ταξί –τα γκρίζα της μαλλιά τραβηγμένα σ’ έναν ατημέλητο κότσο, ένα κόκκινο κασκόλ περασμένο πρόχειρα γύρω από το λαιμό, βλέμμα σκοτισμένο– όταν βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια φωτογραφική μηχανή. «Τι φωτογραφίζετε;» ρώτησε. «Εσάς», απάντησε σχεδόν ντροπαλά ο δημοσιογράφος τείνοντας το μικρόφωνο προς το μέρος της. «Δεν μάθατε τα νέα;» – και της τα ανακοίνωσε. «Ω, Χριστέ μου!» αναφώνησε σχεδόν αποθαρρυμένη η Λέσσινγκ, κάνοντας με το χέρι της μια αποτρεπτική κίνηση. Ύστερα μπήκε στο σπίτι της, ξαναβγήκε μ’ ένα ποτήρι νερό στο χέρι, κάθισε στα μπροστινά σκαλιά σαν αγρότισσα «έτοιμη να καθαρίσει πατάτες», καθώς έγραψε ο NewYorker, και ρώτησε τους δημοσιογράφους πώς περίμεναν να αντιδράσει στην αναγγελία τους. «Το όλο πράγμα είναι υπερβολικά άχαρο, ανόητο και αγενές. Δεν μπορείς να βραβεύσεις με Νόμπελ τους νεκρούς, γι' αυτό μου το έδωσαν προτού τα τινάξω», σχολίασε, αποσβολώνοντάς τους. «Έχω μαζέψει όλα τα καταραμένα τα βραβεία της Ευρώπης», είπε στη συνέχεια, «όλα, ένα προς ένα, κι είμαι πολύ ευχαριστημένη που κέρδισα και το τελευταίο. Έκανα φλος ρουαγιάλ». Ήταν φανερό, αστειευόταν. Πάντοτε αστειευόταν η Λέσσινγκ, με οτιδήποτε μύριζε επιτήδευση και σοβαροφάνεια, με οτιδήποτε γλιστρούσε προς την υπερβολή, αλλά κυρίως με τον εαυτό της.

Η Ντόρις Λέσσινγκ ήταν η γηραιότερη συγγραφέας που πήρε το Νόμπελ, αλλά δεν αναδέχτηκε τη διάκριση σαν την πιο σημαντική στιγμή της πλούσιας, γόνιμης ζωής της. «Ορισμένοι κριτικοί δεν τη συγχώρησαν που δεν υποκρίθηκε το αντίθετο»[2], διαβάζουμε στον NewYorker. Όμως η βράβευση είχε έρθει με καθυστέρηση: το όνομά της κυκλοφορούσε πολλά χρόνια, αλλά η κριτική επιτροπή σταθερά το προσπερνούσε. Ίσως πάλι, η αναμονή να είχε μαράνει την επιθυμία.  Δεν είναι τυχαίο που τιτλοφόρησε την ομιλία της στην τελετή απονομής «Περί του να μην κερδίζεις το Βραβείο Νόμπελ».

Ωστόσο, η διαδρομή της όλη είχε προδιαγράψει αυτήν την αντίδραση. «Αντισυμβατικότητα, το όνομά σου είναι Ντόρις Λέσσινγκ», έγραψε κάποτε η Λόρνα Σέιτζ. Γεννημένη στο Κερμανσάχ της Περσίας το 1919 από βρετανούς γονείς, θα βρεθεί στα 5 χρόνια της στη Νότια Ροδεσία, θα εντυπωσιάσει τους δασκάλους της με την αντίληψη και την πρώιμη ωριμότητά της, αλλά, στα δεκαπέντε της, θα παρατήσει το σχολείο, αδυνατώντας να προσαρμοστεί σε ό, τι χαρακτήριζε «θεσμοποίηση της βλακείας»· θα αντιδράσει βίαια στην «ασφυκτική προστασία» της καταπιεστικής μητέρας της, μιας γυναίκας απόλυτα ταυτισμένης με την αισθηματολογική, υποκριτική, αποικιοκρατική κοινωνία της Ροδεσίας, και θα ταχθεί με το μέρος του δυναστευόμενου από τη σύζυγό του, ήπιου πατέρα της· θα παντρευτεί δύο φορές – στα δεκαεννιά, έναν άντρα που διάλεξαν οι γονείς της, με τον οποίο θα αποκτήσει δυο παιδιά και, οκτώ χρόνια αργότερα, έναν φλογερό κομμουνιστή που θα την μυήσει στον μαρξισμό, θα της χαρίσει ένα γιο, αλλά θα την απογοητεύσει πολύ γρήγορα· κι έτσι, στα τριάντα της, θα εγκαταλείψει τα πάντα (και τα δύο πρώτα της παιδιά), για να φτάσει στο Λονδίνο, ασυντρόφευτη, με τον μικρότερο γιο της αγκαλιά και μόνη αποσκευή της το χειρόγραφο του πρώτου της μυθιστορήματος· θα ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα και θα παραμείνει στις τάξεις του ως το 1956, θύμα κι αυτή της «μαζικής ψύχωσης», καθώς την ονομάζει, που είχε καταλάβει τους περισσότερους διανοούμενους της γενιάς της, κι όταν, τέλος, θα αποφασίσει την έξοδο δεν θα αρνηθεί ποτέ την πρωταρχική παρόρμηση που την οδήγησε στην Αριστερά, και που δεν ήταν άλλη από τη λαχτάρα της «να αναλάβει την ευθύνη του μέλλοντος». Θα αποκηρύξει το γάμο, θέτοντας στόχο «τον έρωτα και όχι την ασφάλεια», θα ανοίξει το σπίτι της σε νέους καλλιτέχνες, μετατρέποντάς το σε ένα είδος κοινοβίου και, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, θα αφιερώσει πολύ από το χρόνο της σε άστεγους και παραστρατημένους εφήβους, βοηθώντας τους να επανενταχθούν, δίνοντας στη μητρότητα πολύ ευρύτερο περιεχόμενο. Για να συντηρήσει τον εαυτό της και το παιδί της θα κάνει όποια δουλειά βρεθεί, από νοσοκόμα και πωλήτρια, μέχρι τηλεφωνήτρια και στενογράφος, αλλά δεν θα σταματήσει, ούτε μια μέρα, να γράφει.

Συμπληρώνοντας τη Βιρτζίνια Γουλφ

Η Ντόρις Λέσσινγκ έγραψε πολύ και δοκιμάστηκε σε όλα τα είδη. Πιάνοντας το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει η Βιρτζίνια Γουλφ, θέλησε να δείξει ότι η γυναικεία υποκειμενικότητα δεν περιορίζεται στη στενή οικιακή συνθήκη και στις άμεσες προσωπικές σχέσεις, αλλά μπορεί να ενταχθεί σε ευρύτερες κοινωνικές συλλογικότητες, τόσο στον υλικό, χειροπιαστό, ιστορικό χρόνο, όσο και στην ανιστορική επικράτεια του συλλογικού ασυνείδητου, που διανοίγεται σε άλλες σφαίρες για να συμπεριλάβει ως και ένα όραμα συμπαντικό. Όπως και στη Βιρτζίνια Γουλφ, έτσι και στη Λέσσινγκ, αυτός ο νέος, διευρυμένος γυναικείος εαυτός δεν είναι στατικός, αλλά ένα διαρκές διαδραστικό παιχνίδι ανάμεσα σε συνεχώς ανανεούμενα και επανεπινοούμενα ταυτοτικά στοιχεία, που υπόσχονται καινούργιες, απείρως θελκτικές, δυνατότητες.

Η ερευνήτρια Ροξάν Φαντ έγραψε κάποτε ότι μια βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο συγγραφείς είναι ότι ενώ οι κυρίαρχες εικόνες στη Γουλφ είναι υδάτινες (Τα κύματα), στη Λέσσινγκ είναι πιο σταθερές και συμπαγείς (Thefour-gatedcity). «Η Γουλφ συμπλέει με τους κύκλους της φύσης ·η Λέσσινγκ χτίζει κατασκευές που φιλοδοξούν να βελτιώσουν και να αναβαθμίσουν τη φύση», παρατηρεί[3]. Πρόκειται για μια διαφορά που ενδέχεται να οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο βλέπει η καθεμιά την ανομοιότητα των φύλων και αντιμετωπίζει την παραδοσιακή διχοτομία ανάμεσα στο θηλυκό (φύση) και το αρσενικό (κουλτούρα). «Μολονότι και οι δύο συγγραφείς προσπαθούν να “αποφυλοποιήσουν” τις ιδιαιτερότητες του εαυτού στο έργο τους χωρίς να χάσουν τη θηλυκή τους υποκειμενικότητα, οι πολιτισμικές προκαταλήψεις εξακολουθούν να τις επηρεάζουν», γράφει η Φαντ.

Αν η Βιρτζίνια Γουλφ, ωστόσο, θέλησε να διερευνήσει ό,τι η φεμινίστρια κριτικός Ελέιν Σοουγοώλτερ έχει ονομάσει «εσωτερικό χώρο της γυναικείας εμπειρίας», συγκροτώντας μια γλώσσα ρευστή, συντονισμένη στο ρυθμό του σώματος, η Ντόρις Λέσσινγκ, παρ’ ότι αρνείται να προσεταιριστεί ένα αρσενικό Εγώ για να πείσει ως ομιλούν υποκείμενο, διεκδικεί από άλλη οδό τη θηλύτητα. «Θεωρώ τη Γουλφ υπερβολικά αξιοπρεπή… πολύ κυρία», δήλωνε σε μια συνέντευξή της. «Αισθάνομαι ότι η εμπειρία της πρέπει να ήταν υπερβολικά περιορισμένη, επειδή πάντα υπάρχει ένα σημείο στα βιβλία της στο οποίο κοντοστέκομαι για να κάνω τη σκέψη: “υπέροχα, κοίτα όμως τι παρέλειψες”». Κι έτσι, στην πρώτη τουλάχιστον συγγραφική της φάση, αναλαμβάνει η ίδια να γράψει όσα έχουν παραλειφθεί από την πρόδρομό της: να καταγράψει με ακρίβεια το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της αφήγησης, να μιλήσει ανοιχτά για τη συνειδητοποίηση της γυναικείας σωματικότητας, που η Γουλφ παραήταν βικτωριανή για να την αποτολμήσει, να θέσει το ύφος της στην υπηρεσία μιας σφιχτής δομής που γίνεται ολοένα πιο πυκνή προκειμένου να δαμάσει την ανυπότακτη πολυπλοκότητα του βιώματος: η ρεαλιστική πρόζα της Λέσσινγκ, συναισθηματικά αποστασιοποιημένη και εγκεφαλικά ακριβής, μοιάζει συχνά νωθρή και βαριά συγκρινόμενη με τον κελαριστό, ανάλαφρο, μοντερνιστικό τόνο της Γουλφ. Η μελετήτρια LynnSukenick παρατηρεί ότι μολονότι η αφήγηση της Γουλφ δεν έχει σωματικό περιεχόμενο, «το ποιητικό της ύφος διελαύνεται από τη σημειολογία του σώματος, ενώ η Λέσσινγκ συχνά μιλάει για το σώμα με την αποσωματοποιημένη φωνή του παντογνώστη αφηγητή». Όμως, η ίδια η συγγραφέας θα υπερασπιστεί τον ρεαλισμό της:

Για μένα η υψηλότερη στιγμή της λογοτεχνίας ήταν το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, το έργο του Τολστόι, του Σταντάλ, του Ντοστογιέφσκι, του Μπαλζάκ, του Τουργκένιεφ, του Τσέχωφ· το έργο των μεγάλων ρεαλιστών. Ορίζω το ρεαλισμό ως την τέχνη που απορρέει τόσο πηγαία και φυσικά από τη γερά ελεγχόμενη, όχι όμως κατ’ ανάγκην διανοητικά καθοριζόμενη θεώρηση της ζωής που αφομοιώνει τον συμβολισμό… και κάθε άλλον –ισμό.

Ξαναδιαβάζω συνεχώς τους παλιούς γίγαντες. Το ίδιο και οι περισσότεροι γνωστοί μου, αριστεροί και δεξιοί, πολιτικοποιημένοι και μη, θρησκευόμενοι και άθρησκοι, που συμμερίζονται μια κοινή στάση: ότι διαβάζουν τα μυθιστορήματα, όπως νομίζω ότι θα έπρεπε να διαβάζονται, για να διαφωτιστούν, για να διευρύνουν την αντίληψή τους για τη ζωή.

Δεν επιζητούσα μια απαρασάλευτη αναδιαβεβαίωση των παλιών ηθικών αξιών, πολλές από τις οποίες δεν αποδέχομαι· δεν αναζητούσα τις απολαύσεις της οικειότητας. Αναζητούσα τη θέρμη, τη συμπόνια, την ανθρωπιά, την αγάπη για τους ανθρώπους που καταυγάζει τη λογοτεχνία του δέκατου ένατου αιώνα και που καθιστά όλα εκείνα τα παλιά μυθιστορήματα μια δήλωση πίστης στον ίδιο τον άνθρωπο[4].

Η  υπεράσπιση του ρεαλισμού από τη νεαρή ακόμη Λέσσινγκ αρδεύεται από τη φιλελεύθερη ουμανιστική παράδοση της αυθεντικότητας του ατόμου· αλλά τοποθετώντας τον άνθρωπο στον ορίζοντα της ηθικότητάς του, η συγγραφέας δεν αποφεύγει πάντα τον διδακτισμό. Φταίει, ασφαλώς, και ο μαρξισμός της – γιατί η ιδιαίτερη ηθική κλίση της Λέσσινγκ ήταν αδύνατον να μη σαγηνευτεί από τον κομμουνισμό. Υπήρξε «κόκκινη γιατί αυτό ήταν «το ιδεολογικό αίσθημα της καρδιάς των μέσων του αιώνα μας»· όμως την εποχή που δήλωνε ότι «αναζητούσε την ανθρωπιά», η Λέσσινγκ είχε πια απορρίψει την ακατέργαστη ηθικολογία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ως πληκτική και κουτή προπαγάνδα. «Ένα ριζοσπαστικό ανθρωπιστικό κοσμοείδωλο πυροδοτεί την κριτική της, όχι μόνο ενάντια στην αποικιοκρατική, συντηρητική κοινωνία της Νότιας Ροδεσίας όπου μεγάλωσε, αλλά και ενάντια στις κομμουνιστικές κοινωνίες», έγραψε ο Φρέντερικ Στερν[5].

ToΧρυσό Σημειωματάριο

Στο πρώτο της βιβλίο, Τραγουδάει το χορτάρι (1950), η Λέσσινγκ παρακολουθεί βήμα προς βήμα την πορεία της ζωής της λευκής Νοτιοαφρικανής Μαίρης Τέρνερ, εξερευνώντας τον κλειστοφοβικό κόσμο της αποικιακής ροδεσιανής κοινωνίας και αποτυπώνοντας με ανελέητη καθαρότητα τις καταπιεστικές κενοδοξίες και την ηθελημένη άγνοια των λευκών, τις φυλετικές εντάσεις, την απομόνωση και την ακατανοησία που καθιστούν τη ζωή αφόρητη για την τραγική ηρωίδα. Η ίδια εμπειρία, η ζωή στη Νότια Αφρική, αρδεύει και το μυθιστορηματικό κουιντέτο της Τα παιδιά της βίας, την ηθική, κοινωνική, πολιτική και αισθηματική αγωγή της ανήσυχης λευκής Νοτιοαφρικανής Μάρθα Κουέστ, η διαδρομή της οποίας είναι τόσο κοινή με εκείνη της Λέσσινγκ. Και εδώ, οι πολιτικές απόψεις πηγάζουν από τα βιώματα της ημιαυτοβιογραφικής ηρωίδας της Μάρθα Κουέστ, το bildungsromanτης οποίας είναι μια «μελέτη της ατομικής συνείδησης στη σχέση της με το συλλογικό», σύμφωνα με την ίδια την Λέσσινγκ. Το βιβλίο της The Four-gatedcity, πάντως, τέταρτος και τελευταίος τόμος των Παιδιών της Βίας,  σταδιακά θα απομακρυνθεί από τη Μάρθα Κουέστ για να εξελιχθεί σε μια μελλοντολογική φανταστική αφήγηση, όπου ο παντογνώστης αφηγητής εξαφανίζεται μέσα στα ντοκουμέντα μιας αποκαλυψιακής συνθήκης που περιέχει την τελευταία μαρτυρία της Μάρθας ως προσώπου.

Τα Παιδιά της βίας γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν μεταξύ 1952 και 1969· ενδιαμέσως, το 1962, εκδόθηκε το εμβληματικό, πολυσέλιδο Χρυσό σημειωματάριο, όπου, όπως θα σημειώσει η Λόρνα Σέιτζ, η Λέσσινγκ αναποδογυρίζει «το μέσα έξω» την ανάγκη της για συλλογικό βίο και κοινότητα, συμπυκνώνοντας τα πάντα –το πάθος, την πολιτική, τη μητρότητα, τη συγγραφή, τη δημιουργικότητα– σε σελίδες απόλυτης ειλικρίνειας και εντατικής πληρότητας.

Πανοραμική θεώρηση της ζωής μιας γυναίκας που συμμετέχει έντονα στην εποχή μας, το Χρυσό Σημειωματάριο αποτελεί καμπή στη συγγραφική διαδρομή της Λέσσινγκ. Ηρωίδα εδώ είναι η Άννα Βουλφ, χωρισμένη μητέρα, συγγραφέας ενός μόνο βιβλίου που η επιτυχία του της διασφαλίζει κάποιο εισόδημα, κομμουνίστρια, μαγείρισσα, περιπαθής ερωμένη, φίλη. Όπως η ίδια η Λέσσινγκ σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου, έναν πρόλογο που προστέθηκε δέκα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, υπάρχει ένας σκελετός ή πλαίσιο –μια νουβέλα που τιτλοφορείται Ελεύθερες γυναίκες– η οποία διαιρείται σε πέντε μέρη, μεταξύ των οποίων μεσολαβούν σκηνές από τέσσερα σημειωματάρια, τα οποία κρατάει η Άννα Βουλφ, κεντρικός χαρακτήρας των Ελεύθερων Γυναικών. Ενα μαύρο, αφιερωμένο στα βιώματά της από την Αφρική πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα κόκκινο, επικεντρωμένο στην πολιτική, όπου είναι έκδηλη η αμφιθυμία απέναντι στο αγγλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και η αποστροφή για τον σταλινισμό και τις αγριότητές του, ένα κίτρινο, δοχείο της συναισθηματικής της ζωής, ένα μπλε, όπου καταχωρίζονται συμβάντα της καθημερινότητας και, τέλος, ένα χρυσό στο οποίο τα αφηγηματικά νήματα συναρμόζονται επιτέλους.

 Αμφισβητώντας έντονα τον ρεαλισμό, καθώς είναι προσεκτικά δομημένο στη βάση της αυτοαναφορικότητας, το μυθιστόρημα αποδομεί και συνθέτει, αποδομεί και συνθέτει, επιχειρώντας  να διαχειριστεί τόσο τις ρωγμές της συνείδησης της ηρωίδας του, όσο και τις ρωγμές της αφηγηματικής δομής – που πολύ σύντομα επρόκειτο να γίνουν ο τόπος του μεταμοντέρνου μυθιστορήματος . Εμβληματικό για τη γενιά των sixties, το βιβλίο θεωρήθηκε φεμινιστικό ενώ κάθε άλλο παρά στρατευμένο ήταν στη «γυναικεία υπόθεση» και, προ παντός, κάθε άλλο παρά «πολιτικώς ορθό». Οι αναγνώστριες χαιρέτισαν την αφήγηση της Λέσσινγκ ως μια αυθεντική καταγραφή της εμπειρίας τους και υιοθέτησαν την Άννα, με τους απογοητευτικούς άνδρες της, την αβέβαιη πολιτική θέση και την μπλοκαρισμένη δημιουργικότητα, ως «αδελφή τους», μια ακόμη γυναίκα που διεκδικούσε πεισματικά την ταυτότητά της. Ζήτημα ερμηνείας, θα πει κανείς· ο καθένας διαβάζει με τον τρόπο του και σύμφωνα με τις ανάγκες του. Όμως, το φανατικό κοινό του «Σημειωματαρίου», τρεις, αν όχι τέσσερις γενιές γυναικών, ταύτισαν τόσο ηρωίδα και συγγραφέα, ώστε μετέτρεψαν και την ίδια τη Λέσσινγκ σε φεμινιστικό εικόνισμα, κάτι που η ίδια αρνήθηκε επί χρόνια πεισματικά, φτάνοντας μάλιστα να θεωρήσει τη «θηλυκή της οδύσσεια» έργο αποτυχημένο, γιατί η πρόσληψή του έγινε με όρους που το ίδιο το κείμενο ποτέ δεν έθεσε. «Αυτό το μυθιστόρημα δεν ήθελε να είναι ο κράχτης της απελευθέρωσης των γυναικών, ούτε να χρησιμοποιηθεί στον πόλεμο των δύο φύλων», έγραψε στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του «Σημειωματαρίου» το 1971, έχοντας ήδη κατανοήσει ότι «οι βίαιες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές που ζούμε μετακινούν συθέμελα τον κόσμο προς ένα νέο μοντέλο» και ότι «την εποχή που αυτές οι μεταβολές θα έχουν συντελεστεί, οι στόχοι της απελευθέρωσης των γυναικών μπορεί να φαντάζουν πολύ μικροί και αλλόκοτοι». Αργότερα, δεν θα διστάσει να καταγγείλει το φεμινισμό και τις ακρότητές του. «Δεν έχω τίποτα κοινό με τις φεμινίστριες· αντιθέτως με ενοχλεί η δυσκαμψία, η απολυτότητά τους», σχολίαζε το 1994. «Δεν τους περνάει καν από το μυαλό ότι μια γυναίκα μπορεί να αγαπά τους άνδρες ή να απολαμβάνει τη συντροφιά τους». Και η Λέσσινγκ αγαπάει τους άνδρες. Δεν τους θεωρεί εξ ορισμού εγωιστές, ανώριμους, συναισθηματικά ακατέργαστους, αλλά συντρόφους και συνομιλητές, εξ ίσου συντεθλιμμένους από κοινωνικές δομές και συμβάσεις.

Διαδικασίες μετασχηματισμού

Μετά το Χρυσό Σημειωματάριο, βεβαίως, τίποτα δεν θα είναι ίδιο για την Ντόρις Λέσσινγκ. Έχοντας ήδη εγκαταλείψει την ορθολογική κομμουνιστική ιδεολογία, στρέφεται προς τον μυστικισμό του σουφισμού: «Αφ' ότου έγραψα το Σημειωματάριο έχω γίνει λιγότερο προσωπική», εκμυστηρεύεται στον φίλο της, Τζ. Ράσκιν. «Σταμάτησα να λέω αυτό το πράγμα είναι δικό μου, αυτή η εμπειρία είναι δική μου. Σχεδόν δεν πιστεύω πια ότι έχω σκέψεις. Η σκέψη με περιτριγυρίζει, υπάρχει παντού γύρω μου»[6]. Είναι η εποχή που θα καταφύγει  σε μεταφυσικές εικασίες και φανταστικές κατασκευές για να εστιάσει με οξύτητα πάνω σε σύγχρονα ζητήματα – τον επιχειρησιακό κόσμο, τις σύγχρονες κυβερνήσεις, τη νέα σεξουαλικότητα. Βιβλία όπως  τα Briefing for a Descent into Hell (1971), Αναμνήσεις ενός επιζώντος (1974) και η σειρά των πέντε μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας Canopus in Argos: Archives (1979 έως 1983, από τα οποία Ο απεσταλμένος στον πλανήτη 8  διασκευάστηκε σε όπερα από τον Φίλιπ Γκλας, σε λιμπρέτο της ίδιας της Λέσσινγκ) είναι βαθιά επηρεασμένα από τον μυστικισμό των σούφι και αναζητούν τα σημεία σύνδεσης της ανθρώπινης μοίρας με το πεπρωμένο των κοινωνιών. Αυτά τα ηθικά ενδιαφέροντα απηχούν τους συγγραφείς του 19ου αιώνα, τον Ντίκενς, την Έλλιοτ, τον Χάρντι, που διάβασε η Λέσσινγκ παιδί· ταυτόχρονα, όμως, δηλώνουν τη σταδιακή εγκατάλειψη του ορθολογισμού, την αναζήτηση μιας απάντησης στη μυστικιστική εμπειρία. «Ας μη με εγκαλούν για νεοφανή θρησκευτικότητα», είχε κάποτε δηλώσει, σχεδόν οργισμένη. «Ο ίδιος ο ορθολογισμός είναι σαν θρησκεία: οι επιθέσεις εναντίον του θεωρούνται σχεδόν βέβηλες. Όσο γερνάω βλέπω τον κόσμο όλο και λιγότερο πειστικό· έτσι καθώς μας προσπερνάει ορμητικά είναι ένα όνειρο, μια σκιά. Στ’ αλήθεια, πιστεύω ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Όμως αυτό που με ενδιαφέρει είναι πώς με το χρόνο καταρρέουν πεποιθήσεις και βεβαιότητες, έτσι που απομένεις με όλο και λιγότερη πίστη ή ενδιαφέρον για την “πολύτιμη” προσωπικότητά σου».

Πολλά, πάρα πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν ακόμη για την Ντόρις Λέσινγκ – όμως θα προτιμήσω να τελειώσω με την τελευταία παράγραφο της ζοφερής αλληγορίας της Ο απεσταλμένος στον Πλανήτη 8. Είναι λίγες φράσεις μονάχα, που συνοψίζουν το κοσμολογικό της όραμα, τον πόθο αυτής της τόσο αγκυρωμένης στα πράγματα και στις λέξεις γυναίκας να αποσπαστεί από το πεπερασμένο:

Έχω την εντύπωση πως δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα για τους εαυτούς μας, πως δεν αναρωτιόμαστε αρκετά συχνά αν οι ζωές μας ή κάποια γεγονότα και κάποιες περίοδοι της ζωής μας δεν είναι αναλογίες ή αλληγορίες ή αντίλαλοι των εξελίξεων και των γεγονότων που συμβαίνουν σε άλλους ανθρώπους ή σε ζώα, ακόμα και σε δάση, ωκεανούς, βράχους – στον κόσμο μας, δηλαδή, ή ακόμα και σε άλλους κόσμους και σε άλλες διαστάσεις.


 

[1]               Florence Howe, 'A Conversation with Doris Lessing (1966),” στο βιβλίο Doris Lessing: Critical Studies, επιμ. Annis Pratt και L. S. Dembo (Madison: University of Wisconsin Press, 1974).

[2]               Alexandra Schwartz: “On Doris Lessing and not saying thank you”, περ. New Yorker, 20/11/2013.

[3]               Roxanne J.Fand “The dialogic self: Reconstructing subjectivity in Woolf, Lessing and Arwood” (Susquehanna University Press, 1999).

[4]               Doris Lessing, A small personal voice. Essays, Reviews, Interviews, επιμ.: Paul Schlueter (Flamingo).

[5]               Frederick C. Stern: “Doris Lessing, The politics of radical humanism”, στο βιβλίο των Kaplan και Rose Alchemy of Survival (Ohio University Press).

[6]               Jonah Raskin, “Doris Lessing at Stony Brook: An Interview,” New American Review αρ. 8 (1970).

Κατερίνα Σχινά

Δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει βιβλία των Τόνι Μόρισον, Φίλιπ Ροθ, Ίαν ΜακΓιούαν, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Τζορτζ Στάινερ, Τζόις-Κάρολ Όουτς. Kυκλοφορεί το βιβλίο της, Καλή κι ανάποδη.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Το μανιφέστο του φιλελευθερισμού Αποχαιρετώ

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά