Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Διαδρομές της νοσταλγίας [1]

Κατηγορία Φιλοσοφία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Φιλοσοφία
Federico Barocci, Ο Αινείας φεύγει από τη φλεγόμενη Τροία, λάδι σε καμβά, 1598. Federico Barocci, Ο Αινείας φεύγει από τη φλεγόμενη Τροία, λάδι σε καμβά, 1598. Galleria Borghese, Rome

Barbara Cassin, Η νοσταλγία. Πότε λοιπόν είναι κανείς σπίτι του;, μετάφραση από τα γαλλικά:Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, Μελάνι, Αθήνα 2015, 141 σελ.

 

Ίσως, ιδεατά, η πατρίδα μας, το σπίτι μας, να είναι εφεξής ο κοινός μας κόσμος, ένας κόσμος φιλόξενος και ευρύχωρος, του οποίου η πολυδιάστατη, πολύγλωσση, πολύτροπη Ευρώπη πασχίζει να σμιλέψει το πρόπλασμα: «Ευρωπαίος: αυτός που νοσταλγεί την Ευρώπη», αποφαίνεται ο Κούντερα, στην Τέχνη του μυθιστορήματος. Αυτή τη νοσταλγική αγάπη μιας δυνητικής Ευρώπης την επισφραγίζει το ταξίδι της Μπαρμπαρά Κασσέν στον ευρωπαϊκό χωροχρόνο της νοσταλγίας, αλλά την έχουν προοικονομήσει οι διαδρομές του Οδυσσέα, του Αινεία, της Άρεντ, από τη μια προς το λιμάνι του νόστου, από την άλλη προς το πέλαγος της αναζήτησης. Αναδημοσίευση από το Βooks' Journal 62, Ιανουάριος 2016.

 

                          Η νοσταλγία είναι και αυτή πανούργα και πολύτροπη.

                                                                                               Μπαρμπαρά Κασσέν

«Νοσταλγία»: να μια 100% ελληνική λέξη, θα πείτε. Και όμως! Αν ο καημός του νόστου είναι πρωτοτυπικά ελληνικός και αν ο Οδυσσέας,  περιπλανήθηκε έτη πολλά και πολλά υπέφερε ἄλγεα στον δρόμο της επιστροφής του στην Ιθάκη, η «νοσταλγία» δεν απαντά στην Οδύσσεια, δεν είναι καν ελληνική, αλλά γερμανο-ελβετική: πρόκειται για έναν ιατρικό  νεολογισμό του 17ου αιώνα, διά του οποίου αναβαπτίστηκε επιστημονικά το Heimweh (πόνος / νόσος / καημός της πατρίδας), η μυστήρια πάθηση των ελβετών μισθοφόρων του Λουδοβίκου ΙΔ΄ που μαράζωναν μακριά από τα γραφικάβοσκοτόπια τους και γιατρεύονταν ως διά μαγείας μόλις τα ξανάβλεπαν. Προκρίθηκε, ευτυχώς, έναντι άλλων εναλλακτικών όρων, όπως «φιλοπατριδομανία» ή «ποθοπατριδαλγία». Ο όρος  δεν ανατρέχει λοιπόν ως τέτοιος σε αρχαιοελληνική ή έστω λατινική ρίζα, είναι μια μεθύστερη πολιτισμική κατασκευή. Δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί βέβαια κανείς ποιο θα ήταν το πολιτισμικό μέλλον, ας πούμε, της «φιλοπατριδομανίας» και αν θα είχε ποτέ τραγουδηθεί!

Αλλά, μολονότι η λέξη άργησε να συμπεριληφθεί στο διεθνές γλωσσικό μητρώο, το συναίσθημα είναι πιστοποιήσιμο από καταβολής και συνοδεύει κάθε αρχαίο ή σύγχρονο, πραγματικό ή φαντασιωσικό ξενιτεμό. Και όπως δεν νοείται «νοσταλγία» –σημαίνον ή σημαινόμενο– χωρίς «άλγος», έτσι δεν νοείται και χωρίς «νόστο»: χωρίς ταξίδι ανάντη προς μια πηγή απ’ όπου απομακρυνθήκαμε θέλοντας και μη, αλλά όπου λαχταράμε σφόδρα να επιστρέψουμε. Ταξίδι στο χώρο, όπως του Μωυσή ή του Οδυσσέα· στο χρόνο, προς ένα απολεσθέν παρελθόν, μαρμαρωμένο και ταυτόχρονα μεταλλαγμένο από τη μνήμη, όπως του Μαρσέλ στον Προυστ· ταξίδι ερωτικό, όπως κάθε τροβαδούρου· ταξίδι υπαρξιακό: «από μάς φεύγουμε πάντα όταν αφήνουμε την ακτή», έλεγε ο ετερώνυμος του Πεσσόα, Ντε Κάμπος·[2] αλληγορικό, όπως του Δάντη ή του Ταρκόφσκι· μεταφυσικό (η επιστροφή της ψυχής στη θεϊκή καταγωγή της για τον Πλάτωνα) ή «οντολογικοϊστορικό» (η αναζήτηση της πατρίδας του Είναι στον Χάιντεγγερ, για τον οποίο η νοσταλγία είναι η ίδια η ουσία της φιλοσοφίας).  

Προϋποτίθεται πάντως μια «πατρίδα» –οίκος, σπίτι, chezsoi, home, Heimat– που πυροδοτεί και συντηρεί τη νοσταλγία μας. Μόνο που η λέξη σημαίνει κάτι διαφορετικό για τον καθένα, είναι έννοια ελαστική (όταν τουλάχιστον δεν είναι ιδεοληπτικά άκαμπτη): «Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα, / και κάτι που ’χουμε μες την καρδιά», έγραφε ο Πολέμης, μιλώντας, είναι αλήθεια, για την Ελλάδα σε όλη της τη χωροχρονική εμβέλεια. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει να την περιορίσουμε σ’ έναν κήπο, ένα αγαπημένο πρόσωπο, μια ανεπανάληπτη στιγμή, ή να τη διευρύνουμε σε μια ολόκληρη ήπειρο· να τη φτιάξουμε με ντόπια υλικά ή με ξένα, με τον τόπο μας ή με τον τόπο του άλλου.

Στο δοκίμιο που αφιέρωσε στη νοσταλγία,η Μπαρμπαρά Κασσέν, ελληνίστρια φιλόσοφος και μελετήτρια της αρχαίας σοφιστικής και της σύγχρονης ρητορικής, ανατέμνει τον  αρχέγονο αυτό  καημό,  ανακαλώντας τρεις εμβληματικούς νοσταλγούς, τον Οδυσσέα, τον Αινεία και τη Χάννα Άρεντ, αλλά εκκινώντας από το δικό της χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν είναι τυχαίο που, ως γαλλίδα εβραία, με ρίζες από τη Μεσευρώπη έως το Μαγκρέμπ, και ακαταπόνητη globetrotter, η Κασσέν δεν νιώθει δεμένη με τη γενέτειρά της, το Παρίσι, αλλά επιστρέφει πάντοτε με νοσταλγική λαχτάρα στην Κορσική. Εκεί όπου ξέρει ότι την υποδέχθηκαν και τη φιλοξενούν – εκείνη, τους δικούς της και τον τάφο του αγαπημένου της συντρόφου, στοργικά θαμμένου σε μια γωνιά του κήπου της: στο Pino, συγκεκριμένα, ένα γραφικό ψαροχώρι στα δυτικά παράλια του CapCorse. Το «σπίτι» της δεν είναι άρα ακριβώς σπίτι της, δεν είναι τα πατρογονικά της, η κληροδοτημένη γη, αλλά ο καρπός μιας ελεύθερης και αμοιβαίας επιλογής: «Διότι», λέει, «υπάρχει αμοιβαιότητα στον αέρα. “Hôte”: με την ίδια λέξη δηλώνεται ο φιλοξενών και ο φιλοξενούμενος, είναι ένα αμνημόνευτο εύρημα, ο ίδιος ο πολιτισμός. Να προστεθεί βεβαίως ότι στα ελληνικά “ξένος”, που σημαίνει “hôte” με τις δυο σημασίες του, δηλώνει επίσης τον ξενόφερτο, αυτόν που πρέπει κατ’ εξοχήν να φιλοξενήσουμε, ενώ στα λατινικά hostis σημαίνει και “εχθρός” – εμπιστοσύνη-δυσπιστία».[3] Η φιλοξενία μπορεί λοιπόν να αποτελέσει η ίδια πατρίδα για τον εξ επιλογής περιπλανώμενο. Μένει να δούμε βέβαια τι συμβαίνει με τον εξ ανάγκης ή τον διά της βίας ξενιτεμένο, αυτόν για τον οποίο η νοσταλγία είναι αποτέλεσμα ξεριζωμού. Εξηγεί η φιλόσοφος:

 

Θέλησα να αναστοχαστώ / ονειρευτώ τη νοσταλγία προφανώς επειδή αγαπώ τον Όμηρο, τον Οδυσσέα, τα ελληνικά, τη Μεσόγειο. Αλλά, επίσης, και αυτό είναι ακόμα πιο παράξενο, επειδή είμαι δεμένη με την Κορσική, με τον ορίζοντα του σπιτιού, του χωριού και του ακρωτηρίου ενός νησιού άλλου, που δεν είναι δικό μου, τουλάχιστον ως προς το ότι δεν έχω γεννηθεί εκεί.[4]

 

Η νοσταλγία, αυτό το «ασφυκτικό και γλυκό συναίσθημα», είναι η αφορμή  να μελετήσει η Κασσέν τη σχέση του ανθρώπου με τη ζωή, τον θάνατο και την αιωνιότητα, με την πατρίδα, τον λαό του, τη γλώσσα ή τις γλώσσες του. Ξεκινώντας φυσικά από την περίπτωση του ομηρικού Οδυσσέα, αρχετυπικού πλάνητα και προπάτορα κάθε νοσταλγού.

Ξέρουμε ότι ο πολύτροπος ήρωας δεν έχει έγνοια άλλη από την επιστροφή στην πατρίδα του και την Πηνελόπη, βουρκώνει από καημό ατενίζοντας το πέλαγος στο νησί της Καλυψώς, παραπονείται και στενάζει. Το διαρκώς αναβαλλόμενο νόστιμον ἦμαρ επιτέλους φθάνει, αλλά, παραδόξως, η παραμονή του Οδυσσέα  στην Ιθάκη θα διαρκέσει ελάχιστα… ἤματα. Μόνον όσο χρειαστεί για να αναγνωρίσει ο ξενιτεμένος τον τόπο του και να αναγνωριστεί επιτέλους ο ίδιος, να πάψει να είναι άγνωστος, ανώνυμος, Ούτις, και να ξαναγίνει επώνυμος αφέντης, πατέρας, βασιλιάς, σύζυγος, γιος.  «Κάθε οδύσσεια», τονίζει η Κασσέν, «είναι αφηγηματοποίηση της απόδοσης ταυτότητας».[5] Τρεις μέρες όλες κι όλες, προτού ο Οδυσσέας πάρει το κουπί του στον ώμο και ξαναφύγει για τα πέρατα του κόσμου, εκτός Ιθάκης και εκτός Οδύσσειας, ώς εκεί όπου όχι μόνο δεν τον γνωρίζουν αλλά  δεν γνωρίζουν καν τη θάλασσα.

 

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ

Ο Οδυσσέας «δεν παύει να μην επιστρέφει», παρατηρεί η Κασσέν.[6]  Είναι, θα έλεγα, το γραφτό του (αφού είναι γραμμένοστην Οδύσσεια), του το προφήτεψε ο Τειρεσίας – μα σάμπως οι προφητείες δεν δίνουν ρητή μορφή στις άρρητες επιθυμίες μας; Ίσως λοιπόν δεν είναι ο νόστος αυτό που νοσταλγεί ο δίος Οδυσσεύς στης Καλυψώς, και ας έχει ο ίδιος σκάψει τη συζυγική του κλίνη στον κορμό μιας ελιάς, ανεκρίζωτο τεκμήριο του ανήκειν σε μια γη, σε μια στεριά. Ίσως, εν τέλει, αυτό που ο ήρωας, έστω ανεπίγνωστα, ποθεί πιο πολύ από την άφιξη να είναιο δρόμος, η περιπέτεια, η γνώση «και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής», όπως λέει ο Καβάφης.

Μέγα αμάρτημα για τον χριστιανό Δάντη, που πρώτος βλέπει στον Οδυσσέα όχι έναν κεντρομόλο νοικοκύρη, αλλά έναν φυγόκεντρο τυχοθήρα. Τον συναντά στον όγδοο κύκλο της Κόλασης και τον ακούει να ομολογεί στον οδηγό του, τον Βιργίλιο:

 

ούτε του γιου τα χάδια, ούτε η συμπόνια / για τον γέρο τον πατέρα, ούτε η αγάπη που χρωστούσα / στην Πηνελόπη για να τη γλυκάνω νίκησαν τη λαχτάρα που είχα εντός μου / όλο τον  κόσμο να τον σεριανίσω / και των ανθρώπων την αξία και τα πάθη να γνωρίσω.[7]

 

Η φυγή προς το «άλλο» ανατρέπει την κυκλική επιστροφή προς το «ίδιο», απολήγοντας σε ύβριν και μείζονα ασέβεια προς τον Θεό.

Να προσθέσω ότι ρομαντικός απόγονος του δαντικού είναι ο Οδυσσέας του Τέννυσον, ο οποίος, «yearning in desire / To follow knowledge like a sinking star / Beyond the utmost bound of human thought», υπερθεματίζει: «I cannot rest from travel […] How dull it is to pause, to make an end».[8]Στην ίδια λογική, ο προμηθεϊκός Οδυσσέας του Ντ’ Ανούντσιο και, λίγο αργότερα, ο νιτσεϊκός Δυσσέας του Καζαντζάκη,  «κοσμοκαταλύτης» νοσταλγός της ελευθερίας.  Ο Καβάφης, απ’ τη μεριά του, συστήνει παρατεταμένο νόστο και, άρα, τιθασευμένη νοσταλγία: «Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, / να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος» – τίποτα πιο αμφίθυμο από αυτή την καβαφική ευχή. Και επίσης: «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι. / Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο».[9] Συνήθως, στεκόμαστε στον πρώτο από τους δυο αυτούς στίχους, αλλά ο δεύτερος είναι εξίσου σημαίνων: ορίζει την πατρίδα όχι τόσο ως στόχο του γυρισμού αλλά ως εφαλτήριο του μισεμού, ως αυτό που επιβάλλει και νοηματοδοτεί τη μακρά πορεία μας σε αναζήτηση των άλλων και του εαυτού μας.

 

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

Έτερος λογοτεχνικός τόπος στον χάρτη της νοσταλγίας είναι για την Κασσέν  η περίπτωση του Αινεία. Εξ ίσου παράδοξη περίπτωση, γιατί η φυγή του ήρωα από την πυρπολημένη Τροία δεν συνιστά ούτε ακριβώς ξεριζωμό ούτε εντελώς ξενιτεμό: αφ’ ενός, ο Τρώας μεταφέρει φεύγοντας «την πατρίδα στην πλάτη», αφού κουβαλά τον πατέρα του που κρατά στα χέρια τα τρωικά ιερά κειμήλια και τους εφεστίους θεούς· αφ’ ετέρου, σύμφωνα με την εκδοχή της Αινειάδας, η τελική εγκατάσταση του Αινεία στην άγνωστή του Ιταλία συνεπάγεται επιστροφή στον καταγωγικό του τόπο, αφού από εκεί προέρχεται ο πρόγονός του, ο Δάρδανος: «Ψάχνω την πατρίδα μου την Ιταλία και τη γενιά μου που βαστά από τον κραταιό Δία»,λέει.[10] Το έπος του Βιργιλίου είναι αερογέφυρα που περνά πάνω από την Ελλάδα για να συνδέσει την ιστορία με το μύθο, τη δόξα της αυτοκρατορίας του Αυγούστου με το ομηρικό κλέος.

Το πρόβλημα (πάντοτε ανακύπτει πρόβλημα όταν ο μύθος ζεύεται στο άρμα της ιδεολογίας) είναι η γλώσσα. Ο Αινείας μιλά ελληνικά, ενώ οι αυτόχθονες λατινικά, μια γλώσσα που έχει πλέον γίνει το σύμβολο της ρωμαϊκής επικυριαρχίας. Ο Βιργίλιος οφείλει να συμβιβάσει τη μυθική καταγωγή με την ιστορική πραγματικότητα και την πολιτική σκοπιμότητα. Εξ ου και επεμβαίνει η από μηχανής Ήρα, που ζητά από τον Δία εγγύηση γλωσσικής συνέχειας, προκειμένου να συναινέσει στην επιμειξία Τρώων και Λατίνων διάτου γάμου του Αινεία με τη Λαβίνια – «ας μην αλλάξουν οι άνθρωποι αυτοί [οι Λατίνοι] γλώσσα», εκλιπαρεί η θεά.[11] Ο Δίας δέχεται, και ο Αινείας δεν έχει παρά να μάθει λατινικά.

Διπλή καταγωγή λοιπόν, διπλή πατρίδα: η πρώτη που δεν ήταν πρώτη και που αφήσαμε στις στάχτες, η δεύτερη που ήταν πρώτη και στην οποία επιστρέφουμε. Δύο γλώσσες επίσης, πλην αμφότερες μοναδικές, «η ελληνική, αξέχαστη, και η λατινική, αυτοκρατορική» και «δύο είδη ηγεμονίας: η πολιτισμική και η πολιτική».[12] Η παραδοχή του Ορατίου ότι «η κατακτημένη Ελλάδα κατάκτησε τον άγριο νικητή της»,[13] μαρτυρά, κατά την Κασσέν, μια ιδρυτική διγλωσσία στον πυρήνα της ρωμαϊκής ταυτότητας ή καλύτερα μια μονογλωσσία που συμπεριλαμβάνει την ετερότητα. Η φιλόσοφος συγκρίνει τον λατινικό τρόπο χειρισμού της γλωσσικής υπόθεσης με τον ελληνικό, που «στην ακραία καρικατούρα του αντιλαμβάνεται τη μονογλωσσία ως αυτόχθονη (κυριολεκτικά: “γηγενή”), με τον Λόγο ως καθολική και αναντίρρητη αξία, κάτι από το οποίο απορρέει μια ριζική αντίθεση μεταξύ ελληνικού και βάρβαρου, τόσο άγρια που θα μπορούσε να είναι η βαρβαρότητα καθαυτή».[14] Απόδειξη, η Ασπασία, που στον πλατωνικό Μενέξενο εκθειάζει την απέχθεια των Αθηναίων για τους «βαρβάρους». Τα λόγια της θα ταίριαζαν στο σημερινό γαλλικό Εθνικό Μέτωπο, λέει η Κασσέν, αλλά θα ταίριαζαν και στην ημέτερη Χρυσή Αυγή (και όχι μόνο): «οὕτω δή τοι τό γε τῆς πόλεως γενναῖον καὶ ἐλεύθερον βέβαιόν τε καὶ ὑγιές ἐστιν καὶ φύσει μισοβάρβαρον».[15] Η Αθήνα δεν αγνοεί απλώς αλλά «μισεί» την ετερότητα, η οποία συνωνυμεί με την ετερογλωσσία. Από το «βαρ-βαρ» στο «βάρβαρος», από την παραγνώριση της άλλης γλώσσας στην απόρριψη του Άλλου, δεν είναι, θα πρόσθετα, παρά μια ονοματοποιία δρόμος. Ήδη τότε, ο Ισοκράτης και ο Αντιφών διαμαρτυρήθηκαν, αλλά ο κίνδυνος σοβεί διαχρονικός. Ας θυμηθούμε τον Περικλή Γιαννόπουλο, η ελληνολατρία του οποίου ενέπνευσε, σημειωτέον, σύσσωμη τη Γενιά του ’30: «Και ουδείς άνθρωπος μη Έλλην. Διά τον Έλληνα, αυθωρεί διακρίνεται του βαρβάρου η χειρ…».[16]  

 

Η ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Στην ανίχνευση της σχέσης ή μάλλον της διαφοράς μεταξύ γλώσσας και λαού αφιερώνεται η τρίτη ενότητα του δοκιμίου της Κασσέν, που εστιάζεται στη σπάνια φυσιογνωμία της Χάννα Άρεντ, με την οποία η γαλλίδα φιλόσοφος έχει, όχι μόνον ως γυναίκα και Εβραία, αλλά και ως ριζοσπαστική στοχάστρια του πολιτικού, βαθιές εκλεκτικές συγγένειες.

Αυτό που συνιστά πατρίδα και αντικείμενο νοσταλγίας για την Άρεντ, μετά τη φυγή της από τη Γερμανία στη Γαλλία και στις ΗΠΑ, δεν είναι ο λαός (γερμανικός ή εβραϊκός) ούτε η πάτρια γη, αλλά η μητρική γλώσσα. Ο Αινείας κερδίζει μια πατρίδα θυσιάζοντας τη γλώσσα του, ενώ για την Άρεντ είναι η απώλεια της γλώσσας που συνταυτίζεται με τη στέρηση πατρίδας. «Εμείς οι εξόριστοι», γράφει το 1943, «”χάσαμε την εστία μας”, την οικειότητα της καθημερινής μας ζωής· “χάσαμε το επάγγελμά μας”, τη σιγουριά ότι έχουμε κάποια χρησιμότητα σ’ αυτό τον κόσμο· αλλά, προπαντός, “χάσαμε τη μητρική μας γλώσσα, δηλαδή τις φυσικές μας αντιδράσεις, την απλότητα των χειρονομιών και την αυθόρμητη εκδήλωση των συναισθημάτων μας”». Ο πρώτος σύζυγος της Άρεντ, ο Γκύντερ Άντερς, μιλά σπαρακτικά για τη «βραδύγλωσση ζωή» των εξορίστων, που παραδέρνουν «όχι μόνο από χώρα σε χώρα αλλά και από γλώσσα σε γλώσσα».[17]

Μητρική γλώσσα! Μητρική είναι εκ πρώτης όψεως η γλώσσα που μας επιτρέπει να επινοούμε, μακριά από κλισέ. Ωστόσο, η «κοινοτοπία του κακού», που τόσο απασχόλησε την Άρεντ, έχει άμεση συνάφεια με την κοινοτοπία της γλώσσας που μιλάμε, είτε πρόκειται για την «ξένη» (τα globish, φέρ’ ειπείν, τα κοινόχρηστα globalEnglish) είτε ακόμη και για τη δική μας, οσάκις τη συρρικνώνουμε στα στερεότυπα ενός ξύλινου λόγου, όπως έκαναν οι ναζί, όπως έκανε ο Άιχμαν: «η διοικητική γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα του γιατί ήταν πραγματικά ανίκανος να προφέρει την παραμικρή φράση που να μην ήταν κλισέ», έλεγε γι’ αυτόν η Άρεντ.[18] Φέρουμε ευθύνη για τις λέξεις μας, ευθύνη δημιουργού και όχι απλώς αποδέκτη ή επικοινωνιακού πορθμέα, συμπληρώνει η Κασσέν. Και επειδή η γλώσσα έχει επιτελεστική δύναμη, υπό την έννοια ότι μπορεί να δρα, ν’ αλλάζει την πραγματικότητα ή, για να το πούμε όπως ο Γοργίας και πιο πρόσφατα ο Τζ. Λ. Ώστιν, να κάνει πράγματα με τις λέξεις, γι’ αυτό αποτελεί και αυτή επίσης «πολιτικό πράγμα».[19] Όταν,  φέρ’ ειπείν, η κυβερνητική προπαγάνδα βαφτίζει «λαό» τους ψηφοφόρους ενός και μόνου κόμματος, του δικού της, δεν παραχαράζει μόνο το νόημα της λέξης «λαός», αλλά αλλάζει και το λαό τον ίδιο.

Η γλώσσα που νοσταλγεί η Άρεντ διαφέρει από τη γλώσσα ενός Χάιντεγkερ, ο οποίος θεωρεί τα γερμανικά συμφυή με το λαό και τη φυλή του. Η Κασσέν αποφεύγει να υποβιβάσει τον πατριωτισμό του Χάιντεγkερ στον εθνικοσοσιαλισμό, αναγνωρίζοντας ότι το διακύβευμα της φιλοσοφίας του δεν είναι εθνικιστικό, αλλά οντολογικό, αυτό το «εν όλω Είναι» προς το οποίο βρισκόμαστε καθ’ οδόν, όπως λέει ο ίδιος, «ωθούμενοι από τη νοσταλγία μας».[20] Μολαταύτα, η Κασσέν δεν θα συγκρατήσει ένα σκωπτικό σχόλιο:

 

Στην πραγματικότητα, το Είναι είναι συνηθέστατα λέξη λιγότερο τοξική από τη γη, τη φυλή και το ρίζωμα, και, ως φιλόσοφος, ο Χάιντεγκερ μπορεί εδώ [στον Παρμενίδη του] να αποφύγει να μιλήσει σαν τον Μπαρρές για ρίζωμα στη γη και τους νεκρούς.[21]

 

Το ότι η μητρική γλώσσα συμβαίνει να επέχει θέση πατρίδας δεν συνεπάγεται ότι είναι το ίδιον ή η ιδιοκτησία οιουδήποτε, ατόμου ή λαού. Ο Ντερριντά δεν είχε ουδεμία αμφιβολία επ’ αυτού: «η γλώσσα δεν ανήκει».[22] Και αφού δεν ανήκει, μπορούμε να τη μοιραστούμε, να την ανταλλάξουμε, να μάθουμε μια δεύτερη, μια τρίτη και φυσικά να επινοήσουμε αλλιώς εντός της μιας, της άλλης ή στο «μεταξύ-δύο-γλωσσών», δηλαδή να μεταφράσουμε. «Ο άνθρωπος δεν είναιζῶον λόγον ἔχον, είναι ζώον πολύγλωσσον»,[23] καθ’ ότι ζώον πληθυντικόν. Η μετάφραση είναι η έμπρακτη αναγνώριση της ανθρώπινης πληθυντικότητας, αλλά και της αναπόφευκτης ταλάντευσης του νοήματος, της «ασταθούς αμφισημαντότητάς» του.

Η Άρεντ παρατηρεί:

 

Δεν είναι οι αισθήσεις και οι εν αυταίς κρυμμένες πιθανότητες ψευδαίσθησης που καθιστούν τον κόσμο αβέβαιο ούτε η νοητή πιθανότητα ή ο βιωμένος φόβος ότι ίσως να μην είναι όλα παρά ένα όνειρο, αλλά πολύ περισσότερο η αμφισημαντότητα του νοήματος που μας έχει δοθεί με τη γλώσσα και πρωτίστως με τις γλώσσες […] Αυτή η ασταθής αμφισημαντότητα του κόσμου και η ανασφάλεια του ανθρώπου που τον κατοικεί δεν θα υπήρχαν βεβαίως αν δεν ήταν δυνατόν να μάθει κανείς τις ξένες γλώσσες […] ή επίσης αν δεν υπήρχε παρά μόνο μία γλώσσα. Εξ ου και το παράλογο της καθολικής γλώσσας – ενάντια στην «ανθρώπινη συνθήκη», η τεχνητή και παντοδύναμη ομοιογενοποίηση της αμφισημαντότητας.[24]

 

Η πολυγλωσσία και η μετάφραση είναι τα οικοδομικά υλικά της Βαβέλ στην οποία καλούμαστε να κατοικήσουμε, αλλά και τα εργαλεία αποδόμησης κάθε αποκλεισμού ή σεκταρισμού, κάθε ουσιοκρατικού απολύτου. Μπροστά στον ορατό κίνδυνο της μονοκρατορίας μιας δήθεν γλώσσας, μπροστά στον εν δυνάμει ολοκληρωτισμό της μονοσκέψης, είναι, λέει η Κασσέν, «η επιλογή να περιπλέξουμε ριζικά τη φιλοσοφική καθολικότητα και αλήθεια. Από τη νοσταλγία στην ασταθή αμφισημαντότητα: ας κλονιστείη ουσία! Το να μην είμαστε βέβαιοι για την ουσία των πραγμάτων είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί στον κόσμο και σ’ εμάς.[25]

Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η εγνωσμένη, η βιωμένη αστάθεια για τη μετεξέλιξη της νοσταλγίας – των νοσταλγιών όλων ημών; Ίσως ότι η μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου είναι και θα παραμείνει η ατέρμονη περιπλάνηση σε νέους τόπους, γλώσσες και νοήματα, κατά το πρότυπο των Εβραίων που, ως προς αυτό, ενσαρκώνουν για την Κασσέν, όπως για την Άρεντ, την πρωτοπορία της ανθρώπινης συνθήκης. Και ίσως κάτι τέτοιο να προβληματοποιεί την έννοια της «πατρίδας» και συνεπώς να επανακαθορίζει τη νοσταλγία, στρέφοντάς την προς το μετά και το αλλού και καθιστώντας την ενδεχομενική.

«Πουθενά να σταθώ δεν μπορώ. Για με είναι πατρίδα / όπου δεν είμαι»,[26] μελαγχολούσε ο μοντερνιστής Ντε Κάμπος, που φαντασιωνόταν μοίρα απάτριδος και μακρινές θαλασσοπορίες, αλλά από το απάνεμο αγκυροβόλι της Λισσαβώνας του. Ένας σημερινός συνάδελφός του, τέκνο του Μεταμοντερνισμού και της Διασποράς, θα έλεγε: «Παντού να σταθώ μπορώ. Για με είναι πατρίδα όπου κι αν είμαι» (η Κασσέν μάλλον θα διόρθωνε: «Παντού να σταθώ μπορώ. Πουθενά δεν ανήκω, μα είμαι.»)

Ίσως, ιδεατά, η πατρίδα μας, το σπίτι μας, να είναι εφεξής ο κοινός μας κόσμος, ένας κόσμος φιλόξενος και ευρύχωρος, του οποίου η πολυδιάστατη, πολύγλωσση, πολύτροπη Ευρώπη πασχίζει να σμιλέψει το πρόπλασμα: «Ευρωπαίος: αυτός που νοσταλγεί την Ευρώπη», αποφαίνεται ο Κούντερα, στην Τέχνη του μυθιστορήματος. Αυτή τη νοσταλγική αγάπη μιας δυνητικής Ευρώπης την επισφραγίζει το ταξίδι της Μπαρμπαρά Κασσέν στον ευρωπαϊκό χωροχρόνο της νοσταλγίας, αλλά την έχουν προοικονομήσει οι διαδρομές του Οδυσσέα, του Αινεία, της Άρεντ, από τη μια προς το λιμάνι του νόστου, από την άλλη προς το πέλαγος της αναζήτησης.

           

 



[1] Το παρόν  κείμενο είναι  η ελαφρώς αναθεωρημένη  εκδοχή της εισαγωγής μου στο βιβλίο της Μπαρμπαρά Κασσέν  Η νοσταλγία. Πότε λοιπόν είναι κανείς σπίτι του; (Μελάνι, Αθήνα, 2105, σε δική μου μετάφραση), συντομευμένη μορφή της οποίας εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο Γαλλικό Ινστιτούτο (11 Νοεμβρίου 2015).

[2]Fernando Pessoa, «Lisbon Revisited» (1923),  Τα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος, επιλογή, εισαγωγή, μετάφραση Μ. Παπαδήμα, Gutenberg, Αθήνα, 2014, σ. 209.

[3] Η νοσταλγία, ό.π., σ. 27.

[4] Στο ίδιο, σ. 25.

[5] Στο ίδιο, σ. 84.

[6] Στο ίδιο, σ. 53.

[7]Dante Alighieri, Η Θεία Κωμωδία, «Κόλαση», Άσμα XXVI, μετάφραση Α. Ριζιώτης, Τυπωθήτω- Γιώργος Δαρδανός  Αθήνα, 2002, στ. 94-99, σ. 269.

[8]Alfred, Lord Tennyson, «Ulysses», Poems(1842):  «λαχταρώντας / τη γνώση ν’ ακολουθήσω σαν άστρο που βυθίζεται / Από τα όρια της σκέψης παραπέρα»· «ανάπαυλα δεν έχω απ’ το ταξίδι […] τι πληκτικό να σταματάς, να βάζεις τέλος» (δική μου πρόχειρη μετάφραση).

[9] Κ. Π. Καβάφης, «Ιθάκη», Ποιήματα Α΄ (1896-1918), Ίκαρος, Αθήνα, 1963, σ. 24.

[10] Βιργίλιος, Αινειάδα, Ι, 380 ( δική μου μετάφραση).

[11] Στο ίδιο, ΧΙΙ, 825 (δική μου μετάφραση).

[12] Η νοσταλγία, ό.π., σ. 81.

[13] Οράτιος, Επιστολές, ΙΙ, 1, 156-157.

[14] Στο ίδιο, σσ. 74-5.

[15] Πλάτων, Μενέξενος, 245c. : «Έτσι λοιπόν η καλή γενιά και η ελευθερία της πόλης είναι πάγιες και υγιείς και από φυσικού τους όλο μίσος για τον βάρβαρο» (δική μου απόδοση).

[16] Βλ. Πέτρος Χαρτοκόλλης, Ιδανικοί αυτόχειρες, Εστία, Αθήνα, 2003, σ. 41.

[17] Βλ Η νοσταλγία, ό.π., σσ. 89 και 90-1.

[18] Στο ίδιο, σ. 92.

[19] Στο ίδιο, σ. 93.

[20]Martin Heidegger, Οι θεμελιώδεις Έννοιες της Μεταφυσικής, Κόσμος-Περατότητα-Μοναξιά, μετάφραση Θ. Τάσης, Ευρασία, Αθήνα, 2009,  σ. 25 (η μετάφραση τροποποιημένη).

[21] Η νοσταλγία, ό.π. , σ. 100.

[22]Jacques Derrida, Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει. Συνέντευξη με τον JeanBirnbaum, μετάφραση Β. Μπιτσώρη, Άγρα, Αθήνα, 2006, σ. 43 (η μετάφραση ελαφρώς τροποποιημένη). 

[23] Η νοσταλγία, ό.π. , σ. 107.

[24] Βλ. στο ίδιο, σ. 108.

[25] Στο  ίδιο, σ. 111.

[26] F. Pessoa, «Opiarium», ό.π., σ. 46.

Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου

Υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Γενεύης, όπου ειδικεύεται στη λογοτεχνία του 16ου αιώνα, έχει διατελέσει μέλος των Μονίμων Ελληνικών Αντιπροσωπειών στον ΟΟΣΑ στο Παρίσι και στον ΟΗΕ στη Γενεύη. Σήμερα, αφιερώνεται αποκλειστικά στη γραφή και τη μετάφραση – με πιο πρόσφατη μεταφραστική δουλειά της βιβλία του Σελίν.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
O Καντ σήμερα Δίκαιο και ελευθερία

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά