Τρίτη, 09 Φεβρουαρίου 2016

Από το ρίζωμα στην υποδοχή

Κατηγορία Φιλοσοφία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Φιλοσοφία Τεύχος 62
Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες. Λεπτομέρεια από αττικό ερυθρόμορφο αγγείο, περίπου 480-470 π.Χ. Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες. Λεπτομέρεια από αττικό ερυθρόμορφο αγγείο, περίπου 480-470 π.Χ. British Museum

Ολόκληρη η Οδύσσεια, από επεισόδιο σε επεισόδιο, μπορεί να διαβαστεί ως αναζήτηση ταυτότητας. Αναδημοσίευση από το Books' Journal τχ. 62, Ιανουαρίου 2016. 

Σας οφείλω θερμότατες ευχαριστίες για πολλούς λόγους και προπαντός για τη μεγάλη χαρά που μου κάνετε να με υποδέχεστε στην Αθήνα. Αυτή η υποδοχή είναι το βαθύ αντηχείο του βιβλίου Η νοσταλγία, το οποίο τιμάτε με τις αποψινές σας εισηγήσεις στον φιλόξενο χώρο του Γαλλικού Ινστιτούτου. Διότι αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο του βιβλίου μου: η υποδοχή και η σχέση μεταξύ ριζώματος και υποδοχής ή το πέρασμα από το μεν στη δε. Η Ελλάδα ξέρει τι θα πει φιλοξενία, την παρέχετε οι πάντες σαν από φυσικού σας: πρώτη απ’ όλους η ασύγκριτη φίλη μου και μεταφράστριά μου, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, αλλά και οι άλλοι συμμετέχοντες –ο Γιώργος Χουλιάρας, ο Θανάσης Καράβατος, η Θάλεια Δραγώνα– που έρχονται να κομίσουν τη δική τους προσέγγιση και γνώση: λογοτεχνία, ψυχιατρική, κοινωνική ψυχολογία και, όλοι, συγγραφικό ταλέντο.

Διαπερατότητα των πειθαρχιών – να κάτι που ταιριάζει επίσης με τον τρόπο με τον οποίο θέλησα και εγώ να δουλέψω: μεταξύ· μεταξύ φιλοσοφίας και λογοτεχνίας· μεταξύ ιστορίας και πολιτικής· μεταξύ αρχαιότητας και σύγχρονου κόσμου. Και, απλούστερα, μεταξύ γλωσσών: των ελληνικών του Ομήρου, των λατινικών του Αινεία, των γερμανικών της Χάννα Άρεντ, του Χάιντεγγερ και του Γκύντερ Άντερς[1] – σ’ αυτό το «μεταξύ» που καθορίζει και καθορίζεται από τη μετάφραση. Ο κάθε ήρωάς μου εκπροσωπεί μια ορισμένη σχέση με τον τόπο, τον λαό, τη γλώσσα, και σχεδιαγραφεί  μια άλλη φιγούρα της νοσταλγίας, σε μια σειρά που έλκεται από τη γλώσσα  – όπως το βιβλίο μου, Η νοσταλγία, έλκεται από το Λεξικό των μη μεταφράσιμων.[2]

Αλλά τούτο το βιβλίο είναι σίγουρα το πρώτο που έγραψα εν πλήρει ελευθερία, για όλους και για κανέναν, περιπλανώμενη από τη μύχια υποκειμενικότητα στη φιλολογική γνώση, χωρίς να δίνω λογαριασμό σε οιονδήποτε θεσμό, μια και αποτελεί, πρέπει να το ομολογήσω, τον καρπό της jubilacion, όπως λέγεται ισπανικά, δηλαδή: της συνταξιοδότησης…

Η τροχιά αυτής της σειράς μπορεί να γίνει αντιληπτή από τρεις εμβληματικές φράσεις: «Γυναίκα, ποιος μετακίνησε την κλίνη;», που σηματοδοτεί, μέσω του Οδυσσέα, το ρίζωμα και την ταυτότητα. «Και έχοντας γίνει όλοι Λατίνοι, θα έχουν μόνο μία γλώσσα», που σηματοδοτεί, μέσω του Αινεία, το πέρασμα από μια γλώσσα στην άλλη, την εξορία και την ίδρυση. «Την προ-χιτλερική Ευρώπη; Δεν μπορώ να πω ότι  δεν τη νοσταλγώ καθόλου… Απέμεινε η γλώσσα», ώστε να διαχωριστεί, μέσω της Άρεντ, η γερμανική γλώσσα, διά παντός δική της, από τον γερμανικό λαό, από οποιονδήποτε λαό, και να καταστεί έτσι ο πρόσφυγας ένα είδος πρωτοπορίας της ανθρώπινης συνθήκης. Πρόκειται για τρία υπέροχα κείμενα που θα ήθελα να σας διαβάσω μέχρι τέλους, αλλά επειδή βρίσκομαι στην Ελλάδα, θα εστιάσω περισσότερο στον Οδυσσέα και τον νόστο του.

 

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Ολόκληρη η Οδύσσεια, από επεισόδιο σε επεισόδιο, μπορεί να διαβαστεί ως αναζήτηση ταυτότητας. Αυτό που αποκαλούμε με κάποιο στόμφο «διακειμενικότητα» μας παρέχει μια αδιάσειστη απόδειξη η οποία μας επιτρέπει να κινηθούμε, ακριβώς, μεταξύ ποίησης και φιλοσοφίας. Ο μέγας Παρμενίδης –ο «πατέρας» μας, όπως έλεγε ο Πλάτων–  όταν επιτέλους περιγράφει, στο απόσπασμα VIII του Ποιήματός του,  το «εόν», το ον που θα γίνει το θέμα όλης της ιστορίας της φιλοσοφίας, το αναπαριστά ως σφαίρα, αλλά με τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιεί ο Όμηρος για να περιγράψει τον Οδυσσέα σε μια στιγμή-κλειδί του νόστου  του: όταν περνά στα ανοιχτά των Σειρήνων, σφιχτοδεμένος στο κατάρτι του για να μην ορμήσει προς το μέρος τους. Οι Σειρήνες τον καλούν τραγουδώντας την ηρωική του ταυτότητα –«Οδυσσέα περίφημε, δόξα των Αχαιών…»[3]–, αλλά  εκείνος μένει εκεί καθηλωμένος, ενώ οι άνδρες του πληρώματός του με τ’ αυτιά βουλωμένα με κερί σφίγγουν ακόμη πιο πολύ τα δεσμά του. Όμως, να που το εόν, σαν τον Οδυσσέα, «μένει επιτόπου καθηλωμένο» και «ακίνητο μέσα στα όρια κραταιών δεσμών»: ο ήρωας του έπους και ο ήρωας της φιλοσοφίας είναι ταυτοποιήσιμοι, ταυτοποιημένοι, στημένοι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εντός της ακινητοποιημένης ταυτότητάς τους,  με τον εαυτό τους όμοιοι…

Αυτή η αναζήτηση ταυτότητας σηματοδοτείται, όταν επιτέλους ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη, από μια σειρά ταυτοποιήσεων: του σκύλου του, που οσφραίνεται τον αφέντη του και πεθαίνει από χαρά, του καλού χοιροβοσκού, του γιου τού βασιλιά, Τηλέμαχου, της γριάς παραμάνας, που αναγνωρίζει την ουλή στο πόδι του κυρίου της. Η ταυτοποίηση όμως που μετρά και που καθυστερεί είναι η τελευταία – της Πηνελόπης. Η σκηνή όπου οι σύζυγοι ξανασμίγουν, μετά είκοσι έτη –ή μάλλον: μετά είκοσι έτη και δύο μέρες, γιατί ο Οδυσσέας δεν άφησε τη γυναίκα του να τον αναγνωρίσει, προτού αυτός σκοτώσει τους μνηστήρες και τις άπιστες δούλες, της είπε μάλιστα ψέματα–, αυτή η σκηνή σπαράσσεται από βία και έρωτα. Η Πηνελόπη ξέρει και δεν ξέρει ή δεν  θέλει να ξέρει. Ο Οδυσσέας βγαίνει από το λουτρό λαμποκοπώντας από τη χάριν σαν αθάνατος, εκείνη αντιστέκεται, αυτός την προσβάλλει –  «καρδιά από σίδερο»… Μα ναι, εσύ είσαι, του μισολέει αυτή τελικά και διατάζει:«Έλα τώρα, Ευρύκλεια, φέρε και στρώσε του τη στέρεη κλίνη […]  Τραβήξτε το γερό κρεβάτι εκεί και βάλτε πάνω του στρωσίδια, προβιές, φλοκάτες…» Ο Οδυσσέας αναπηδά: «Γυναίκα, άσχημο λόγο πρόφερες που την ψυχή δαγκώνει.Ποιος μετακίνησε την κλίνη;»[4]

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι αυτό θα πει «ρίζωμα» και ότι δεν πρόκειται καθόλου περί μεταφοράς! Ο Οδυσσέας είχε κτίσει τη νυφική κάμαρα γύρω από μια ελιά, ακόμη ριζωμένη στη γη. Είχε σκάψει τον κορμό του δέντρου, πάντα φυτεμένου στο χώμα, για να σκαρώσει ένα κρεβάτι, έτσι που κανείς να μην μπορεί να το κουνήσει. Το κρεβάτι είναι  και αυτό «έμπεδον», όπως ο δεμένος στο κατάρτι Οδυσσέας και όπως το ον του Παρμενίδη. Έχουμε εδώ ένα μεγάλο «σήμα», ασύγκριτο σημάδι και σημείο αναγνώρισης, που μοιράζονται αποκλειστικά οι δυο σύζυγοι. Η Πηνελόπη μπορεί επιτέλους να πέσει  στην αγκαλιά του Οδυσσέα, κλαίει και τον κρατά σφιχτά. Το ριζωμένο κρεβάτι, να τι είναι η συζυγικότητα καθαυτή… Περνά η νύχτα, που δεν ξέρουμε πόσο διαρκεί μια και η Αθηνά συγκρατεί το άρμα της Αυγής –το άπειρο εν τω πεπερασμένω, όπως  ο έρωτας– και ο Οδυσσέας, μολονότι έχει φτάσει επιτέλους σπίτι του μετά είκοσι έτη, ξαναφεύγει. Υπακούει σε μια προφητεία, δεκτό, αλλά τι σύμβολο, τι σύμπτωμα! Πρέπει να περπατήσει μ’ ένα κουπί στον ώμο, ώσπου να συναντήσει έναν περαστικό που θα τον ρωτήσει: «Ξένε, τι είναι αυτό το λιχνιστήρι που κουβαλάς στον ωραίο σου ώμο;» Τότε μονάχα, πολύ μακριά απ’ τη  Μεσόγειο, στο πιο μακρινό αλλού, θα μπορέσει ο ήρωας να προσφέρει θυσία στον Ποσειδώνα και να επιστρέψει πια οριστικά. Δικαίως ο Δάντης διακρίνει στον Οδυσσέα μια διπλή νοσταλγία: τη νοσταλγία που οι Γερμανοί και οι άνδρες της ελβετικής φρουράς, οι οποίοι μαράζωναν μακριά απ’ τον τόπο τους, ονόμαζαν Heimwehκαι την άλλη που οι Γερμανοί φιλόσοφοι την έλεγαν, όπως ο Φίχτε, Sehnsucht, λαχτάρα γι’ αλλού. Πώς, λέω μέσα μου, να μη νοσταλγείς, αλλά και πώς να μη θέλεις να ξεφύγεις από μια ταυτότητα τόσο μεγαλειωδώς αλυσόδετη, ένα ριζωμένο κρεβάτι;

Όμως, το ζήτημα της διαφοράς των γλωσσών αναφύεται με τη Ρώμη και την επαναγραφή των ομηρικών ποιημάτων στο έπος που είχε παραγγείλει ο Αύγουστος στον Βιργίλιο. Το τέλος της Αινειάδας είναι πολύ σαφές: ο Αινείας  δεν θα καταφέρει να εγκατασταθεί –αφήνοντας κατά τη φυγή του πίσω του όλες τις Τρωαδίτισσες, τη γυναίκα του πρώτη και καλύτερη– παρά μόνο αλλάζοντας γλώσσα. Θα παντρευτεί λοιπόν τη Λαβίνια, την κόρη του βασιλιά Λατίνου, και θα υιοθετήσει τα λατινικά. Ο ελληνικός λόγος αποτελούσε επί αιώνες, όποιες και αν ήταν οι διάλεκτοι, μια από κοινού μοιρασμένη καθολικότητα: όσοι δεν τον κατείχαν ήταν «βάρβαροι» που παρήγαν ένα ακατανόητο «βαρ-βαρ»,  ίχνη του οποίου διατηρεί το όνομά μου… Οι Λατίνοι, άλλωστε, μετέφραζαν υπέροχα το λόγο ως ratio και oratio· αλλά η γλώσσα της Ρώμης ήταν αφ’ εαυτής από την αρχή πολυστρωματική και πληθυντική: τα λατινικά για την πολιτική ιθαγένεια, τα ελληνικά για την κουλτούρα και, εντός της Αυτοκρατορίας, η γλώσσα του τόπου γεννήσεως ενός εκάστου. Λίγο-πολύ όπως στη σημερινή Ευρώπη, όπου το πρόσταγμα είναι το 1+2: η μητρική, η αγγλική, συν μια τρίτη γλώσσα – αλλά δεν τολμώ καν να αναρωτηθώ ποια ακριβώς είναι η γλώσσα κουλτούρας και αν τα αγγλικά είναι ή όχι η γλώσσα της ιθαγένειας! Το ρωμαϊκό μοντέλο συνιστά, για να δανειστώ μια έκφραση της FlorenceDupont,[5] το μοντέλο της «συμπεριλαμβανόμενης ετερότητας», που εμπεριέχει εντός της τη θέση του άλλου. Η δε αναζήτηση ταυτότητας, που είναι η αναζήτηση του Οδυσσέα, γίνεται με τον Αινεία μια αναζήτηση καταγωγής, δείχνοντας πόσο η τελευταία αυτή είναι πρωτίστως όχι ρίζωμα, αλλά μια ρευστή ιδεολογία και ένας αξεδιάλυτος χιασμός. Ο Αινείας γίνεται Λατίνος, επειδή αυτό ήταν ήδη: οι Αθηναίοι μιλούσαν αρχικά βαρβαρικά, λέει ο Ηρόδοτος· αυτό όμως, αντιλέγει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, οφειλόταν στο ότι οι Ρωμαίοι δεν ήταν παρά μια ελληνική αποικία. Ο Οδυσσέας επιστρέφει σπίτι του για να ξαναφύγει γι’ αλλού, ο Αινείας φθάνοντας αλλού επιστρέφει σπίτι του… Μυθοπλασία καταγωγής, πληθυντικότητα των γλωσσών: αφήνοντας πολύ πίσω το ρίζωμα, ο εξόριστος Αινείας γίνεται με τη Ρώμη το νέο πρότυπο της πολιτικότητας.

 

«ΜΕΤΑΞΥ» ΚΑΙ «ΜΑΖΙ ΜΕ»

Ακριβώς εδώ βρισκόμαστε στον σύγχρονο κόσμο. Η Χάνα Άρεντ, που, ως Εβραία, δραπετεύει από τη ναζιστική Γερμανία το 1933, θα καταλήξει να «πολιτογραφηθεί» [naturaliser] Αμερικανίδα (είναι φρικτή αυτή η γαλλική έκφραση, αν το καλοσκεφτείς, γιατί «naturaliser» σημαίνει επίσης «ταριχεύω»…) Η δική της συνθήκη είναι να ζει «μεταξύ» και «μαζί με», σε μια διαφοροποιημένη πληθυντικότητα ανθρώπων, στον πληθυντικό που συγκροτεί την πολιτική συνθήκη, αυτό που αποκαλούμε με μια έκφραση πολύ τετριμμένη σήμερα: το «ζην μαζί». Το πιο ουσιώδες, κατά την άποψή μου, είναι ότι η Άρεντ νιώθει νοσταλγία για τα γερμανικά και όχι για τη Γερμανία. Αυτή η διάκριση έχει για εμένα κεφαλαιώδη σημασία  για να κατανοήσουμε τη διαφορά μεταξύ ριζώματος και υποδοχής. Αυτό που διαφύλαξε πάντοτε συνειδητά η Άρεντ ήταν τα γερμανικά, ακόμη και στην ενίοτε χοντροκομμένη προφορά της όταν μιλούσε αγγλικά. Στα γερμανικά ανήκε και όχι στον γερμανικό λαό ούτε άλλωστε στον εβραϊκό ούτε σε κανένα λαό. Σε μια πολύ ωραία συνομιλία της με τον Γκύντερ Γκάους,[6] η Άρεντ εκμυστηρεύεται ότι πατρίδα της είναι τα γερμανικά, η γλώσσα των παιδικών τραγουδιών της μάνας της, των ποιητών, των πεζογράφων και των στοχαστών επίσης, αυτών που σμίλεψαν όλοι μαζί μια ολόκληρη κουλτούρα και που την έπλασαν και εκείνη. Αλλά, πάνω απ’ όλα μ’ αρέσει που, οσάκις η Άρεντ αναφέρεται σε ό,τι απομένει, λέει στα αγγλικά: «in the back of my mind»!

Σ’ αυτό τον διαχωρισμό μεταξύ γλώσσας και λαού, εντοπίζω τη μεγαλύτερη διαφορά της Άρεντ με τον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια φράση του Χάιντεγκερ, που είναι για μένα κάτι σαν τη φιλοσοφική ραχοκοκαλιά του ναζισμού του. Και όμως, πρόκειται για ένα πολύ ωραίο εγκώμιο του περίφημου ελληνικού λόγου, που μου είναι εξίσου προσφιλής, αλλά όχι για τους ίδιους λόγους: «Η ελληνική γλώσσα είναι φιλοσοφική», γράφει το 1930. «Και το ίδιο ισχύει για κάθε αυθεντική γλώσσα, σε διαφορετικούς, φυσικά, βαθμούς. Ο βαθμός αυτός είναι συνάρτηση του βάθους και της δύναμης ενός λαού και μιας ράτσας, που μιλούν τη γλώσσα και ενυπάρχουν σ’ αυτή». Τα ελληνικά και τα γερμανικά, πιο ελληνικά από τα ελληνικά! Ακόμη και αν τα ελληνικά και τα γερμανικά είναι κατ’ εξοχήν γλώσσες φιλοσοφίας, εγώ αρνούμαι να σκεφτώ ότι αυτό οφείλεται στο ρίζωμά τους σε μια ράτσα. Πιστεύω πολύ περισσότερο, όπως ο Ντερριντά τού Μαθαίνοντας να ζεις εντέλει,[7] ότι «η γλώσσα δεν ανήκει». Και γι’ αυτό η πρακτική της μετάφρασης, από τη μια γλώσσα στην άλλη, η πρακτική της πληθυντικότητας των γλωσσών, αυτό που η Άρεντ ονομάζει «ασταθή αμφισημαντότητα του κόσμου», είναι μια απο-ουσιοποιητική πρακτική, κρίσεως και ελευθερίας, μια πρακτική κατ’ εξοχήν πολιτική.

Η εξορία είναι σκληρή συνθήκη· η μοίρα των προσφύγων, το βλέπουμε, το βλέπετε και εσείς κάθε μέρα, είναι θανάσιμα επισφαλής. Και όμως η Άρεντ, «απολιτογραφώντας» με αυτό τον τρόπο τη μητρική της γλώσσα, μας επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί οι εξόριστοι είναι ίσως η πρωτοπορία της ανθρώπινης συνθήκης.

Επιτρέψτε μου να κλείσω παραθέτοντας τρεις φράσεις της Άρεντ από το «We Refugees», ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1943 στο Memorah Journal και που απευθυνόταν σε γερμανόφωνους Αμερικανούς. Τις σταχυολογώ, γιατί αντηχούν προφητικά εντός της σημερινής Ευρώπης μας – μιας Ευρώπης που νοσταλγεί την Ευρώπη:  

 

Apparently nobody wants to know that contemporary history has created a new kind of human beings – the kind that are put in concentration camps by their foes and in internment camps by their friends.[8]

 

Society has discovered discrimination as the great social weapon by which one may kill men without any bloodshed; since passports or birth certificates, and sometimes even income tax receipts, are no longer official papers but matters of social distinction.[9]

 

Refugees driven from country to country represent the vanguard of their peoples – if they keep their identity. For the first time Jewish history is not separate but tied up with that of all other nations.[10]



[1]Günther Anders (1902-1992), γερμανός δημοσιογράφος, φιλόσοφος και πολιτικός ακτιβιστής· υπήρξε ο πρώτος σύζυγος της Χάνα Άρεντ.

[2] Αναφορά στο λεξικό Vocabulaire européen des philosophies, Dictionnaire des intraduisibles, που διηύθυνε η ίδια η Μπαρμπαρά Κασσέν (Seuil, Παρίσι, 2004). 

[3] Ομήρου Οδύσσεια, μ, 184, μετάφραση Δ.Ν. Μαρωνίτης,  Καστανιώτη, Αθήνα,2002, σ. 237.

[4]Στο ίδιο, ψ, 179-86, σ. 197.

[5] Florence Dupont, Rome, la ville sans origine, Gallimard, Παρίσι, 2011.

[6]Günter Kurt Willi Gaus(1929-2004), γερμανός δημοσιογράφος, διπλωμάτης και πολιτικός. 

[7]Jacques Derrida, Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει. Συνέντευξη με τον Jean Birnbaum, μετάφραση Β. Μπιτσώρης, Άγρα, Αθήνα, 2006.

[8]«Φαίνεται ότι κανείς δεν θέλει να ξέρει πως η σύγχρονη ιστορία γέννησε ένα νέο είδος ανθρώπινων όντων – το είδος των ανθρώπων που στέλνονται στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως από τους εχθρούς τους και στα στρατόπεδα προσφύγων από τους φίλους τους.» 

[9]«Η κοινωνία ανακάλυψε στις διακρίσεις το μεγάλο κοινωνικό όπλο με το οποίο μπορείς να σκοτώσεις ανθρώπους χωρίς να χυθεί αίμα· αφού τα διαβατήρια ή τα πιστοποιητικά γεννήσεως, ενίοτε μάλιστα και οι φορολογικές δηλώσεις, δεν είναι πλέον επίσημα έγγραφα, αλλά κριτήρια κοινωνικής διαφοροποίησης.»

[10]«Οι πρόσφυγες που παραδέρνουν από χώρα σε χώρα αντιπροσωπεύουν την πρωτοπορία των λαών τους – εφόσον διατηρούν την ταυτότητά τους. Για πρώτη φορά, η εβραϊκή ιστορία δεν είναι διαχωρισμένη από την ιστορία όλων των άλλων εθνών, αλλά συνυφασμένη μαζί της.» [Μετάφραση Σ.Ι.Μ.]

 

 

 

Το κείμενο της Μπαρμπαρά Κασσέν διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου της, Η νοσταλγία. Πότε λοιπόν είναι κανείς σπίτι του; (Μελάνι, Αθήνα, 2015) στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στις 11 Νοεμβρίου 2105. 

μετάφραση: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου

 

Barbara Cassin

Γαλλίδα  φιλόσοφος, ελληνίστρια φιλόλογος, δοκιμιογράφος, λογοτέχνιδα και μεταφράστρια, διευθύντρια ερευνών στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS). Το 2012, τιμήθηκε με το Μέγα Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας για το σύνολο του έργου της, στο οποίο συγκαταλέγεται η διεύθυνση του κορυφαίου φιλοσοφικού λεξικού Vocabulaire européen des philosophies: dictionnaire des intraduisibles (2004). Το βιβλίο της Η νοσταλγία. Πότε λοιπόν είναι σπίτι του; Οδυσσέας, Αινείας, Άρεντ (2015) είναι το πρώτο έργο της που εκδίδεται στην Ελλάδα.   

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά