Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Κρίστοφερ Χίτσενς: ο άνθρωπος που έβλεπε τις επαναστάσεις να περνούν

Κατηγορία Φιλοσοφία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Πρόσωπα Τεύχος 6
Ο Κρίστοφερ Χίτσενς. Ο Κρίστοφερ Χίτσενς. Φωτογραφία Αρχείου

Στις 15 Δεκεμβρίου 2011, πέθανε, σε ηλικία 62 χρόνων, ο αγγλοαμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσενς, ένα πρόσωπο που είχε παρέμβει σε όλες τις μεγάλες διεθνείς υποθέσεις της εποχής του. Μαχητικός πολιτικός σχολιαστής, έγινε ευρύτερα γνωστός από το βιβλίο του Ο Θεός δεν είναι μεγάλος, θέμα του οποίου είναι η ανυπαρξία του Θεού. Σήμερα, αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Μιχάλη Μητσού για τον Χίτσενς, που είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 6 του Books' Journal, Απρίλιος 2011 - επειδή ο Χίτσενς ήταν και συνεχίζει να είναι ένα πρότυπο παρεμβατικού πολίτη. [ΤΒJ]

 

1.  

Την ακριβή ημερομηνία του δημοσιεύματος δεν τη θυμάμαι. Κι ούτε μπόρεσα να το βρώ στο Διαδίκτυο – ίσως κάποιος φύλακας-άγγελος του συντάκτη του να το έχει αφαιρέσει. Πρέπει πάντως να είχε ξεκινήσει ο δεύτερος πόλεμος στο Ιράκ. Η Συμμαχία των Προθύμων βομβάρδιζε, κι αναζητούσε τα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεϊν για να δικαιολογήσει την εισβολή. Μια από κείνες τις μέρες, λοιπόν, η βρετανική Ντέιλι Μέιλ κυκλοφόρησε μ’ένα θηριώδες πρωτοσέλιδο που υποστήριζε ότι τα όπλα ήταν δύσκολο να βρεθούν γιατί ο δικτάτορας τα είχε κρύψει καλά. «Θα ψάξουμε στα σχολεία, θα ψάξουμε στα τζαμιά, και τελικά θα τα βρούμε», βεβαίωνε τους ανήσυχους αναγνώστες ο συντάκτης σε άριστο συντονισμό με την προπαγάνδα του πρωθυπουργού τους, του Τόνι Μπλερ.

Είτε από αθεράπευτο ρομαντισμό είτε από απέραντη βλακεία, ανήκα τότε στην ελάχιστη μειοψηφία των Ελλήνων που έβλεπαν και καλά στοιχεία σ’εκείνο τον πόλεμο. Συγκινήθηκα μάλιστα πολύ διαβάζοντας αργότερα στο Saturdayτου ΜακΓιούαν τον καυγά που είχε ο ήρωας με την αδελφή του, καθώς τον ίδιο καυγά με τα ίδια επιχειρήματα είχα εκείνες τις μαύρες μέρες κι εγώ με την αδελφή μου. Στην προπαγάνδα για τα όπλα μαζικής καταστροφής δεν πίστεψα όμως ποτέ. Την ημέρα που ο Κόλιν Πάουελ παρουσίαζε τα σχετικά στοιχεία στο Συμβούλιο Ασφαλείας, είχα γράψει με περισσό θράσος στα ΝΕΑ μια «ανοιχτή επιστολή» προς τον τότε υπουργό Εξωτερικών όπου έλεγα ότι ο μόνος λόγος που θα δικαιολογούσε μια εισβολή ήταν η απελευθέρωση των Ιρακινών από τον δικτάτορα. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν ένας ευφυής, έμπειρος και τίμιος διανοούμενος σαν τον Κρίστοφερ Χίτσενς – γιατί εκείνος υπέγραφε το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της Ντέιλι Μέιλ – να πίστεψε και να αναπαρήγαγε με τέτοιο πάθος εκείνα τα ψέματα;

Το σημείο καμπής στην ιδεολογική πορεία του Χίτσενς ήταν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Είναι αλήθεια ότι είχε πάρει και στο παρελθόν θέσεις που είχαν δυσαρεστήσει πολλούς αριστερούς του φίλους. Είχε ταχθεί, για παράδειγμα, υπέρ της Βρετανίας στον πόλεμο των Φόκλαντ. Και είχε ζητήσει την επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών – αφού η Ευρώπη κοιμόταν – για να δοθεί τέλος στην εθνοκάθαρση στη Βοσνία. Αλλά μετά τις επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους άρχισε να φτιάχνει λίστες. Αυτοί από δω, αυτοί από κεί. Αυτοί με τον πολιτισμό, αυτοί με τους ισλαμοφασίστες. Ο άνθρωπος που είχε αντιταχθεί στον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ, κατηγορώντας τον πατέρα Μπους ότι δεν ήθελε να απελευθερώσει το Κουβέιτ αλλά να αποκαταστήσει το στάτους κβο, πίστευε τώρα ότι έπρεπε με κάθε τρόπο να αλλάξει το καθεστώς της Βαγδάτης. Και δεν έμεινε στην αρθρογραφία. Όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του, το Hitch 22, ανέλαβε ο ίδιος την πρωτοβουλία (μαζί με τον πρώην πρεσβευτή των Ηνωμένων Πολιτειών στα Βαλκάνια Πίτερ Γκαλμπρέιθ και τον ιρακινό συγγραφέας Κέναν Μακίγια) να πείσει την Ουάσινγκτον να κάνει αυτό το βήμα.

Και δεν μετάνιωσε ποτέ γι’αυτό. Δεν μετάνιωσε όταν τα περίφημα όπλα μαζικής καταστροφής αποδείχθηκαν μύθος. Δεν μετάνιωσε με τους δεκάδες χιλιάδες θανάτους που ακολούθησαν ούτε με την έξαρση της τρομοκρατίας. Όπως είπε τον περασμένο Νοέμβριο σε μια συνέντευξή του στην Ομπζέρβερ[1] δεν θα μετανιώσει ούτε αν τα θρησκευτικά κόμματα κερδίσουν την εξουσία στο Ιράκ, η επιρροή του Ιράν αυξηθεί και η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Η κατάσταση είναι καλύτερη απ’ό,τι θα ήταν αν δεν είχε γίνει η εισβολή, τόνισε, και τα όποια προβλήματα υπάρχουν οφείλονται στην αλ-Κάιντα. Οσο για τις επικρίσεις από τους πρώην συντρόφους του, «ξεπλένονται από πάνω μου όπως το σπέρμα από το πρόσωπο μιας πορνοστάρ»…

Από μια άποψη, δεν έχει και πολύ νόημα να μετανιώνεις στη ζωή. Μερικές φορές, μάλιστα, κάτι τέτοιο είναι βαθύτατα υποκριτικό. Είναι προφανές ότι τα πράγματα δεν γίνονται πάντα όπως τα φανταζόσουν ή όπως τα θέλεις. «Ακόμη και με όλα τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει μια ανασκόπηση, και με πολλούς μάρτυρες να έχουν πεθάνει, δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου να μοιάζει σαν να είναι αυτή που επιδίωκες ή σαν να ήσουν πάντα συνεπής», είπε στην ίδια συνέντευξη. «Το μόνο που μπορείς να δείξεις είναι πώς αντιμετώπισες διάφορες καταστάσεις».

Ο Κρίστοφερ Χίτσενς έχει υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας σε πολλές επαναστάσεις: στη Λισαβώνα το 1974, στη Νότια Κορέα το 1985, στην Τσεχοσλοβακία το 1988, στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία το 1989, στη Χιλή, την Πολωνία και την Ισπανία σε διάφορες φάσεις της ιστορίας τους, στη Νότια Αφρική στα πρώτα στάδια της λύτρωσής της από το απαρτχάιντ. Η πρώτη επανάσταση που έζησε από κοντά, όμως, ήταν εκείνη της μητέρας του, της Υβόν, που στα 52 της εγκατέλειψε τον άνδρα της (έναν πρώην αξιωματικό του Ναυτικού γνωστό ως «TheCommander») για έναν ποιητή που είχε γίνει μαθητής του Μαχαρίσι Μαχές Γιόγκι. Μέχρι τότε, αυτή η όμορφη και μορφωμένη γυναίκα βασικά βαρυόταν τη ζωή της. Όπως είπε μάλιστα μια μέρα στο γιο της, «αν υπάρχει μια ασυγχώρητη αμαρτία, είναι να είσαι βαρετός».

Οι δύο εραστές κατέφυγαν στην Αθήνα. Και μια νύχτα του 1973 η Υβόν βρέθηκε νεκρή στο ξενοδοχείο όπου έμενε. Οι εφημερίδες έγραψαν ότι την είχε δολοφονήσει ο εραστής της. Ο Χίτσενς ειδοποιήθηκε να έρθει να παραλάβει το πτώμα. Εμεινε μερικές ημέρες στην Αθήνα, κι έπεσε στο πραξικόπημα του Ιωαννίδη. Πολλοί έλληνες αριστεροί φίλοι του συνελήφθησαν και βασανίστηκαν. Ο ιατροδικαστής που ανέλαβε την υπόθεση της μητέρας του ήταν ο Καψάσκης, ο άνθρωπος που είχε προσπαθήσει να κουκουλώσει τη δολοφονία του Λαμπράκη. «Ολο αυτό ήταν μια καφκική ατμόσφαιρα για μένα», είπε σε μια συνέντευξή του στην αυστραλιανή τηλεόραση.[2] Τελικά αποκαλύφθηκε ότι είχε πεθάνει και ο εραστής της μητέρας του, και ότι οι δύο θάνατοι έγιναν στο πλαίσιο ενός συμφώνου αμοιβαίας αυτοκτονίας. Σχετικές εξηγήσεις έδινε η μητέρα του σε μια επιστολή που του άφησε. «Ηταν πολύ δύσκολο να το πω στον πατέρα μου και τον αδελφό μου. Γιατί είναι πολύ ατιμωτικό να σου λένε, “παιδιά, προτιμώ να πεθάνω, παρά να συνεχίσω να ζω ανάμεσά σας”…»

Με την ευκαιρία, πάντως, ο Χίτσενς έστειλε στο περιοδικό Νιου Στέιτσμαν κι ένα άρθρο κατά της χούντας. Είχε ήδη από τα 17 του στρατολογηθεί στους Διεθνείς Σοσιαλιστές, μια μικρή τροτσκιστική οργάνωση που θα έδινε αργότερα τη θέση της στο σημερινό Κόμμα Σοσιαλιστών Εργαζομένων.[3] Η δημοσιογραφική του καριέρα ξεκίνησε ουσιαστικά στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως ξένος ανταποκριτής. Εκεί γνώρισε και την πρώτη του γυναίκα, την ελληνοκύπρια Ελένη Μελεάγρου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Αλεξάντερ και τη Σοφία. Χώρισε το 1989, και στη συνέχεια παντρεύτηκε την αμερικανίδα συγγραφέα Κάρολ Μπλου, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Αντόνια. Καμία από τις γυναίκες αυτές δεν αναφέρει όμως στην αυτοβιογραφία του, σεβόμενος – όπως γράφει - την ιδιωτικότητά τους. Αν ανέφερε μία, λέει, θα έπρεπε να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για όλες. «Δεν μπορούσα να το κάνω επιλεκτικά, μονάχα πόνο θα προκαλούσα».

Ο Χίτσενς έχει συνεργαστεί με πολλά έντυπα, ανάμεσά τους και το αμερικανικό περιοδικό Nation, από το οποίο αποχώρησε το 2002 λόγω διαφωνίας με τη γραμμή του για τον πόλεμο του Ιράκ. Περισσότερο κι από δημοσιογράφος, όμως, έγινε γνωστός ως συγγραφέας. Το 1987 εκδόθηκε το βιβλίο του Η περίεργη περίπτωση των Ελγινείων, όπου εξηγεί με αφοπλιστικά επιχειρήματα γιατί τα Ελγίνεια μάρμαρα πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα. Το 1995 αποδομεί τη Μητέρα Τερέζα, χαρακτηρίζοντάς την «έναν ψεύτη, κλέφτη, αλβανό νάνο». Εξι χρόνια αργότερα εκδίδει τη Δίκη του Χένρι Κίσινγκερ, ενός «εγκληματία πολέμου». Τη μεγαλύτερη επιτυχία απ’όλα τα βιβλία του, όμως, θα σημειώσει το Ο Θεός δεν είναι μεγάλος, που κυκλοφόρησε το 2007. Το βιβλίο αυτό δεν είναι μια επίθεση τόσο εναντίον της πίστης όσο εναντίον του τρόπου με τον οποίο η πίστη χρησιμοποιείται για να διατυπωθούν παράλογες αξιώσεις τόσο από τους πιστούς όσο και από τους μη πιστούς. Και ο συγγραφέας παραθέτει τα επιχειρήματά του με το ίδιο πάθος που υποστήριξε και την ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ.

 

2. 

 Όλα αυτά τα χρόνια, ο Χίτσενς συνέχισε να βλέπει τις επαναστάσεις να περνούν. Και δεν θα ήταν βέβαια δυνατό να μην παρακολουθήσει με ενδιαφέρον τις πρόσφατες εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο, όσο κι αν η αρρώστια του τον ανάγκασε αυτή τη φορά να μείνει στην Αμερική. Η πρώτη ανάλυση που έκανε για το περιοδικό VanityFair[4] δεν θα μπορούσε παρά να γίνει με τα παλιά, καλά και σίγουρα εργαλεία. Και δεν θα μπορούσε παρά να είναι απαισιόδοξη.

Ο Μαρξ και ο Ενγκελς – γράφει ο παλιός τροτσκιστής – όρισαν την επανάσταση ως τη μαμή που βοηθά τη νέα κοινωνία να γεννηθεί από το σώμα της παλιάς. Στην ανατολική Ευρώπη, ο κόσμος ήξερε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όχι μόνο τι ήθελε, αλλά και πώς θα το πετύχαινε. Στην Πορτογαλία του 1974, οι πολιτικοί μπόρεσαν να ιδρύσουν τα πολιτικά κόμματα που χρειάζονταν μόλις λίγες ημέρες μετά την Επανάσταση των Γαρυφάλλων. Το ίδιο έγινε και στην Ελλάδα, όπου τη μια μέρα έπεσε η χούντα και την άλλη επέστρεψαν οι πολιτικοί από την εξορία ή βγήκαν από τις φυλακές, και οργάνωσαν εκλογές. Στη Νότια Αφρική, όταν τον Φεβρουάριο του 1985 ανακοινώθηκε στον Νέλσον Μαντέλα ότι ήταν ελεύθερος, εκείνος αρνήθηκε! «Πρώτα θα απελευθερωθεί η χώρα», είπε, «και μετά εγώ». Οι ρατσιστές κατάλαβαν ότι είχαν ήδη μπροστά τους τον επόμενο πρόεδρο, έτοιμο να αναλάβει την εξουσία.

Καμιά από τις συνθήκες αυτές δεν πληρούται στην Αίγυπτο, παρατηρεί ο Χίτσενς. Κανείς ηγέτης δεν απολαμβάνει ευρεία συναίνεση, κανένα κόμμα (με εξαίρεση τη Μουσουλμανική Αδελφότητα) δεν είναι πραγματικά οργανωμένο, και ο στρατός είναι ένας υπερμεγέθης θεσμός που έχει επενδύσει στο στάτους κβο. Αλλά και σε άλλες χώρες, όπως η Συρία και η Υεμένη, οι Ημέρες Οργής δεν φαίνεται να οδηγούν πουθενά. «Αυτό δεν σημαίνει», καταλήγει, «ότι ο αραβικός κόσμος είναι καταδικασμένος να παραμένει επ’άπειρον αλώβητος από το δημοκρατικό κύμα που έχει απαλλάξει άλλες περιοχές από τον δεσποτισμό. Το ρίγος της σύλληψης είναι όμως αρκετά μακρυά από το δράμα της γέννας, και αυτή δεν θα είναι η πρώτη επανάσταση στην Ιστορία που θα έχει υποστεί μερική αποβολή».

Είναι ομολογουμένως λίγο παράδοξο να βλέπει κανείς ένα διανοητή να επιχαίρει για την κατάσταση στο μεταπολεμικό Ιράκ και να προβληματίζεται έντονα για την κατάσταση στη μετεπαναστατική Αίγυπτο. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι έχουμε να κάνουμε με τον Κρίστοφερ Χίτσενς, έναν άνθρωπο που δεν ακολουθεί προβλέψιμους δρόμους, δεν μπαίνει σε καλούπια, και το αγαπημένο του σπορ είναι να προκαλεί. Αυτή άλλωστε είναι και η γοητεία του.

Λιγότερο γοητευτική είναι η ισλαμοφοβία του, που μετά το 2001 έγινε πραγματική ψύχωση. Ο ίδιος ομολογεί ότι την ώρα που κατέρρεαν οι Δίδυμοι Πύργοι, αισθάνθηκε μαζί με τη φρίκη και κάποια ιλαρότητα. «Να’μαστε λοιπόν», σκέφτηκε, «σ’έναν πόλεμο μέχρις εσχάτων ανάμεσα σε όλα αυτά που αγαπώ και όλα εκείνα που μισώ. Εξοχα. Εμείς θα νικήσουμε και αυτοί θα χάσουν». Πόση διαφορά υπάρχει αλήθεια ανάμεσα σ’αυτόν τον συλλογισμό και τη λογική του υιού Μπους περί «καλών» και «κακών» ή περί ενός κόσμου όπου «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας»; Και γιατί ο Χίτσενς, στην ανάλυσή του για την αιγυπτιακή εξέγερση, δεν έκανε την προφανή διαπίστωση ότι μαζί με τον Μουμπάρακ και την οικογένειά του ηττήθηκαν στην πλατεία Ταχρίρ και «όλα εκείνα που μισεί», δηλαδή ο φανατισμός, ο ισλαμισμός και η αλ-Κάιντα;    

 Σύμφωνα με τον Ιαν Μπουρούμα, έναν άνθρωπο που τον ξέρει εδώ και τριάντα χρόνια χωρίς να ανήκει πάντως στο στενό του κύκλο, η απάντηση κρύβεται σε μια από τις πιο αγαπημένες του λέξεις: intoxication, δηλαδή «μέθη». Όταν ο Χίτσενς αποφοίτησε από την Οξφόρδη, ξεκίνησε ένα είδος διπλής ζωής: το πρωί ρεπόρτερ στον Νιου Στέιτσμαν και το βράδυ επαναστάτης. Αυτή τη διπλή ζωή την έβρισκε «κάτι παραπάνω από μεθυστική με τη μεταφορική έννοια». Αναφερόμενος σ’εκείνα τα χρόνια της πολιτικής αφύπνισης, σημειώνει στην αυτοβιογραφία του «Αν δεν είχατε ποτέ την ευκαιρία να αισθανθείτε ότι είστε συνδεδεμένοι με τη μεγάλη ατμομηχανή της ιστορίας, επιτρέψτε μου να σας πληροφορήσω ότι αυτή η πεποίθηση είναι πολύ μεθυστική».

Το πρόβλημα με τη μέθη, γράφει ο Μπουρούμα, είναι ότι «προσκρούει στη λογική. Υπεραπλουστεύει τα πράγματα, χωρίζει τον κόσμο σε ήρωες και κακούργους, θεωρεί πως η θρησκεία, κάθε θρησκεία, είναι κάτι κακό».[5] Η αλήθεια βέβαια είναι πως όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί εξέδωσε φάτουα εναντίον του Σαλμάν Ρούσντι, ζητώντας τη δολοφονία του με την κατηγορία της βλασφημίας, αυτός που τον έκρυψε για μήνες στο σπίτι του ήταν ο Χίτσενς. Η μέθη μπορεί να τυφλώνει, αλλά ενίοτε σώζει ζωές.   

 

3. 

Τον Ιούνιο 2010, ο Χίτσενς ξεκίνησε μια περιοδεία για να παρουσιάσει το Hitch 22. Σε μια από τις πρώτες εμφανίσεις του, στο Daily Show με τον Τζον Στιούαρτ, ο οικοδεσπότης τον ρώτησε τι κάνει. «Είναι λίγο νωρίς για να απαντήσω», είπε ο Χίτσενς. Ολοι πίστεψαν πως αναφερόταν στη συνήθειά του να ξενυχτάει μπεκροπίνοντας. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας είχε πληροφορηθεί λίγες ώρες νωρίτερα ότι πάσχει από μεταστατικό καρκίνο του οισοφάγου. Αυτό που τον σόκαρε περισσότερο ήταν η λέξη «μεταστατικός». Ο καρκίνος είχε ήδη μεταδοθεί στους πνεύμονες και τους λεμφαδένες. Από ιατρική άποψη, δεν ήταν καμιά μεγάλη έκπληξη: όχι μόνο επειδή σε όλη του τη ζωή ο Χίτσενς κάπνιζε και έπινε υπερβολικά, αλλά και επειδή από καρκίνο του οισοφάγου είχε πεθάνει ο πατέρας του στα 79 του χρόνια. Εκείνος ήταν 61. «Ο,τι αγώνας δρόμου κι αν είναι η ζωή», θα έγραφε αργότερα, «εγώ είχα ξαφνικά φτάσει στον τελικό».[6]

Αποφάσισε να μην αναβάλει τις εμφανίσεις του. Εκανε εμετό πριν μπει στο στούντιο, έκανε ξανά εμετό πριν λάβει μέρος σε μια συζήτηση με τον Ρούσντι στο Upper  EastSide, αλλά έβγαλε τη μέρα. Στη συνέχεια πήγε στη Φλόριντα, το Σικάγο και τη Φιλαδέλφεια. Λιποθύμησε στο αεροδρόμιο της Βοστώνης, ένα μέρος που συστήνει ιδιαίτερα για την άμεση ανταπόκριση των γιατρών σε τέτοιες περιπτώσεις. Η αρρώστια τον είχε μεθύσει. Ηξερε βέβαια πως αυτό δεν θα συνεχιζόταν, όταν ξεκινούσε τη χημειοθεραπεία θα έπρεπε να σταματήσει την περιοδεία. Ηξερε πως κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προλάβει να δει τα παιδιά του να παντρεύονται ούτε θα προλάβει να γράψει τους επικήδειους του Κίσινγκερ και του Πάπα. Ηξερε επίσης πως δεν έχει νόημα να αναρωτιέται γιατί του συνέβη αυτό το κακό: «Στην ηλίθια ερώτηση `γιατί εγώ;`, το σύμπαν μετά βίας καταδέχεται να απαντήσει: `γιατί όχι;`».

   Όταν έγινε γνωστή η ασθένειά του, για την οποία το ποσοστό επιβίωσης δεν είναι πάνω από 5%, ορισμένοι από τους ιδεολογικούς του αντιπάλους αισθάνθηκαν ότι μπορούσαν επιτέλους να πάρουν την εκδίκησή τους. «Ηλθε η ώρα να ασπαστείς τον χριστιανισμό», του είπαν. Ακόμη και προσευχές οργάνωσαν για τη σωτηρία της ψυχής του. Αλλά ο Χίτσενς απάντησε με ακόμη μεγαλύτερο πάθος. «Η θρησκεία συνιστά έναν πραγματικό κίνδυνο για την επιβίωση του πολιτισμού», είπε σε μια δημόσια συζήτηση με τον Τόνι Μπλερ που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο στο Τορόντο. «Είναι ένα παζάρι που στηρίζεται στην άγνοια και το φόβο του θανάτου. Η πίστη στο Θεό είναι η αρχή κάθε δικτατορίας». Εβηχε, πιανόταν από την καρέκλα του για να μην πέσει, και παρομοίαζε τον Θεό με μια ουράνια Βόρεια Κορέα.

Ο Χίτσενς παραδέχεται πως όταν πληροφορήθηκε τα κακά νέα, παρέλυσε από το φόβο του. Όχι όμως για τον λόγο που θα περίμενε κανείς. «Φοβήθηκα ότι θα αναγκαζόμουν να σταματήσω το γράψιμο», είπε σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στην τηλεοπτική εκπομπή 60 Minutes.[7] «Κι αυτό θα μείωνε τη θέλησή μου να ζήσω, γιατί η συγγραφική μου ιδιότητα είναι αυτό που είμαι, όχι αυτό που κάνω».

Υπήρχε κι ένας ακόμα λόγος που φοβήθηκε, ένας λόγος που μας γυρίζει πολλά χρόνια πίσω, στη γυναίκα που τον σημάδεψε, τη μητέρα του, κι εκείνη τη φράση που του είχε πει για τη μεγαλύτερη αμαρτία. «Οι χειρότερες μέρες είναι όταν το κεφάλι σου βυθίζεται σε μια ομίχλη – το αποκαλούν chemobrain. Είναι τρομερό, γιατί αισθάνεσαι βαρετός. Και βλάκας. Και παραιτημένος. Δεν έχεις κανένα κίνητρο, κάτι που είναι κακό. Δεν σε νοιάζει για το τι θα σου συμβεί. Αυτό κρατάει κάπου δύο μέρες. Και όταν συνδυάζεται με ναυτία – ακόμη κι αν έχεις φάει, πρέπει να κάνεις εμετό – είναι πολύ ενοχλητικό».[8]

Τον Ιανουάριο 2011, ο Χίτσενς κόντεψε να πεθάνει. Αλλά τώρα πηγαίνει λίγο καλύτερα. Εξακολουθεί να πίνει το αγαπημένο του ουίσκυ, ο γιατρός δεν του το έκοψε, ακολουθεί άλλωστε αυστηρούς κανόνες, ποτέ πριν από τις 12.30 το μεσημέρι και ποτέ μαζί με βότκα ή τζιν. Αισθάνεται ότι ανήκει σε μια καινούργια ελίτ, τους καρκινοπαθείς, και τείνει να αντιμετωπίζει κάπως υποτιμητικά όσους έχουν λιγότερο σοβαρούς καρκίνους από τον δικό του. Κι όταν τον ρωτούν τι περιμένει, η καλύτερη αγγλική λέξη που μπορεί να βρει είναι «miracle». Ένα θαύμα, που δεν θα προέρχεται όμως από τον Θεό, αλλά από την επιστήμη, την ιατρική.

 

4.  

Όσο ο Κρίστοφερ λάτρευε την Υβόν, τόσο δεν μπορούσε να ανεχθεί τον μικρότερο αδελφό του, τον Πίτερ. Τα αδέλφια έδειχναν από μικρά ότι θα ακολουθούσαν πολύ διαφορετικούς δρόμους στη ζωή. Τσακώνονταν τόσο πολύ, ώστε μια μέρα – ο ένας ήταν εννιά κι ο άλλος δώδεκα – ο πατέρας τους τα υποχρέωσε να υπογράψουν μια ειρηνευτική συνθήκη, της έβαλε μια ωραία κόκκινη κορνίζα και την κρέμασε στον τοίχο. Αυτός που την παραβίασε πρώτος ήταν ο Πίτερ. Όπως γράφει σ’ένα βιβλίο του που κυκλοφόρησε πέρυσι (το 2010)[9], «μια μέρα έβγαλα το χαρτί από την κορνίζα κι έσβησα βιαστικά την υπογραφή μου. Κατά μία έννοια, η ειρήνη δεν αποκαταστάθηκε ποτέ. Οι εχθροπραξίες κράτησαν 50 χρόνια, και μια από τις τελευταίες αιτίες ήταν η θρησκεία».

Σκόπιμα ή ακούσια, ο Πίτερ ξεχνάει κάτι. Εκείνος μύησε τον αδελφό του στις τροτσκιστικές ιδέες, άρα κάποιο διάλειμμα στις εχθροπραξίες θα πρέπει να υπήρξε. Αλλά όλα αυτά ανήκουν στο μακρυνό παρελθόν. Γύρω στο 1981, ο μικρός αδελφός ξαναβρήκε τον Θεό. Κι όπως είναι φυσικό, προσπάθησε να φέρει στο σωστό δρόμο και τον αδελφό του. Τον Απρίλιο του 2008 είχαν την ευκαιρία να αντιπαραθέσουν τα επιχειρήματά τους μπροστά σ’ένα πολυπληθές ακροατήριο στο Γκραντ Ράπιντς του Μίσιγκαν. Η μάχη αναμενόταν βίαιη, τα αδέλφια είχαν δώσει δείγματα και σε προηγούμενες δημόσιες συζητήσεις τους. Εκτός από κανα-δυο κτυπήματα κάτω από τη μέση, όμως, η συζήτηση ήταν πολιτισμένη. Και στο τέλος, ο Πίτερ αποφάσισε ότι οι παλιοί καυγάδες με τον αδελφό του είχαν τελειώσει οριστικά. Αυτό κι αν ήταν θαύμα, πραγματικό θαύμα, αφού το προκάλεσε χωρίς αμφιβολία μια αόρατη θεϊκή παρέμβαση!

Δεν έχω διαβάσει την άποψη του Κρίστοφερ για εκείνη τη βραδυά. Υποπτεύομαι ότι θα βαρέθηκε πολύ. Πολύ μεγαλύτερη σημασία είχε άλλωστε γι’αυτόν ένα άλλο οικογενειακό επεισόδιο, αρκετά χρόνια νωρίτερα. Η γιαγιά του, που τη φώναζαν «Ντόντο», του αποκάλυψε μια μέρα πως ήταν Εβραία. Η κόρη της το ήξερε, αλλά δεν το είχε πει ποτέ στην οικογένειά της, ίσως γιατί φοβόταν την αντίδραση του «Διοικητή». Ο Χίτσενς φαίνεται πως χάρηκε πολύ με αυτή την αποκάλυψη. Κι αργότερα, θα απέδιδε σ’αυτές τις ρίζες – λίγο αυθαίρετα είναι αλήθεια – ορισμένα από τα  χαρακτηριστικά του που αγαπάει περισσότερο, όπως ο κοσμοπολιτισμός, η ευαισθησία απέναντι στον πόνο των άλλων, ο αντικληρικαλισμός, ακόμη και μια κλίση προς τον μαρξισμό…

Στο κεφάλαιο με το οποίο κλείνει την αυτοβιογραφία του, ο Χίτσενς σημειώνει: «Το συνηθισμένο καθήκον του `διανοούμενου` είναι να υπερασπίζεται την πολυπλοκότητα και να επιμένει ότι τα φαινόμενα στον κόσμο των ιδεών δεν πρέπει να εκφυλίζονται σε συνθήματα ούτε σε επαναλαμβανόμενα κλισέ. Ο διανοούμενος έχει όμως και μια άλλη ευθύνη: να λέει ότι ορισμένα πράγματα είναι απλά κι ότι δεν πρέπει να συσκοτίζονται». Ο ίδιος έχει μεγάλο ταλέντο σ’αυτόν τον τομέα (να συνδέεται άραγε κι αυτό με τις εβραϊκές του ρίζες;) Όταν όμως για να σχολιάσει τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου επικαλείται το ποίημα του W.H. Auden με τίτλο 1 Σεπτεμβρίου 1939 («Ανυπεράσπιστος μέσα στη νύχτα / ο κόσμος μας σε λήθαργο βρίσκεται»), και διακηρύσσει ότι «μερικοί από μας θα τον υπερασπιστούμε αυτόν τον κόσμο, ή θα βοηθήσουμε αυτούς που τον υπερασπίζονται», αναρωτιέται κανείς αν παρουσιάζει τα πράγματα απλούστερα, ή απλώς απλουστευτικά.

Αλλά αυτά δεν έχουν πια τόση σημασία. Αυτή η ώρα ανήκει στους απολογισμούς. Πού είχα δίκιο, πού έκανα λάθος, ποιον ωφέλησα, ποιον υπερτίμησα, ποιον αδίκησα. Λίστες, λίστες, μια ζωή λίστες. Οι σταθεροί φίλοι, ο Ρούσντι, ο ΜακΓιούαν (κι ας είχε αμφιβολίες για τον πόλεμο), ο Μάρτιν Εϊμις, ο Τζέιμς Φέντον. Οι φίλοι που την τελευταία στιγμή δείλιασαν, όπως η Σούζαν Σόνταγκ. Αυτοί που πρόδωσαν την εμπιστοσύνη μου, με πρώτο τον Γκορ Βιντάλ, αλλά και όλοι εκείνοι που ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο Τζορτζ Μπους, ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι και ο σεφαρδίτης αρχιραβίνος του Ισραήλ. Οι «αριστεροί κατευναστές της θεοκρατικής απολυταρχίας», όπως η Τζερμέν Γκριρ, ο Τζον Μπέργκερ, ο Αρθουρ Μίλερ, ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Νόρμαν Μέιλερ, ο Μάικλ Μουρ. Οι ένοχοι εγκλημάτων για τα οποία δεν τιμωρήθηκαν ποτέ, όπως ο Κίσινγκερ, ο Νίξον, ο Κλίντον, η Μητέρα Τερέζα. Οι «εντυπωσιακές προσωπικότητες», όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ. Λίγο μετά την εκλογή της τελευταίας στην ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος, ο Χίτσενς τη συνάντησε σε μια δεξίωση κι έπιασαν κουβέντα για τη Ζιμπάμπουε. Ηταν σαφές ότι η Θάτσερ είχε άδικο, αλλά επέμενε τόσο πολύ που ο Χίτσενς αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Εσκυψε μάλιστα λίγο, σε ένδειξη συνθηκολόγησης. «Σκύψε κι άλλο», του είπε εκείνη. «Ακόμη περισσότερο». Υστερα πήγε από πίσω του και τον μαστίγωσε στα οπίσθια μ’ένα χαρτί όπου ήταν γραμμένη η ημερήσια διάταξη της Βουλής και που όλη αυτή την ώρα έκανε ρολό πίσω από την πλάτη της. Ενώ απομακρυνόταν, τον κοίταξε πονηρά πάνω από τον ώμο της και του είπε: «Ατακτο παιδί!»

   Ισως αυτός να είναι και ο χαρακτηρισμός που του ταιριάζει περισσότερο απ’ όλους.

 


[1] Δημοσιεύτηκε στις 14/11/2010.

[2] Μεταδόθηκε στις 20/5/2010.

[3] Η οργάνωση μπορεί να ήταν μικρή, αλλά σύμφωνα με τον Χίτσενς «ήμασταν οι μόνοι που είδαμε το 1968 να έρχεται: εννοώ, πραγματικά να έρχεται».

[4] Τεύχος Απριλίου 2011.

[5] Τhe New York Review of Books, 15/7/2010.

[6] Vanity Fair, Σεπτέμβριος 2010. Κατά την άποψή μου, ένα από τα συγκλονιστικότερα κείμενα που έχει γράψει ο Χίτσενς.

[7] Η συνέντευξη δόθηκε στις 6 Μαρτίου 2011 στον Στιβ Κροφτ, και μπορεί να τη δει κανείς ολόκληρη στο YouTube.

[8] Από τη συνέντευξη στην Οbserver.

[9] Οργή κατά του Θεού, του Πίτερ Χίτσενς, εκδ. Continuum.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά