Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Ο Καντ στα ελληνικά

Κατηγορία Φιλοσοφία
Γράφτηκε από  Κωνσταντίνος Ι. Μπελέζος Δημοσιεύθηκε στο Φιλοσοφία Τεύχος 59
O λόγιος με καταγωγή από τα Γιάννινα Αθανάσιος Ψαλλίδας (1767-1829), σε χαρακτικό του Γεωργίου Μαλάμου (19ος αιώνας). Είναι ο πρώτος Έλληνας «λογάς» που αξιοποίησε ‒στα έργα του: Αληθής Ευδαιμονία (1791) και Λογική (1793)‒ την καντιανή Κριτική του Καθαρού Λόγου, δέκα μόλις έτη μετά την πρώτη έκδοση (1781) και τέσσερα μετά τη δεύτερη έκδοσή της στα γερμανικά (1787). O λόγιος με καταγωγή από τα Γιάννινα Αθανάσιος Ψαλλίδας (1767-1829), σε χαρακτικό του Γεωργίου Μαλάμου (19ος αιώνας). Είναι ο πρώτος Έλληνας «λογάς» που αξιοποίησε ‒στα έργα του: Αληθής Ευδαιμονία (1791) και Λογική (1793)‒ την καντιανή Κριτική του Καθαρού Λόγου, δέκα μόλις έτη μετά την πρώτη έκδοση (1781) και τέσσερα μετά τη δεύτερη έκδοσή της στα γερμανικά (1787). Ιδιωτικό αρχείο

Πώς αντιμετώπισαν τον Καντ οι έλληνες στοχαστές, ποιοι μίλησαν για το έργο του και ποιοι μετέφεραν το πνεύμα του στην εγχώρια σκέψη. Γιατί άργησε να μεταφραστεί και χάρη σε ποιους έχει γίνει κοινό κτήμα. Πώς επέδρασε το καντιανό πνεύμα στη συγκρότηση της ελληνικής πολιτείας και ποια ελλείμματα δεν καλύφθηκαν ποτέ στην Ελλάδα. [TBJ]

Παρά το γεγονός ότι η φιλοσοφία εμφανίζεται σήμερα ως η παραμελημένη αδελφή της λογοτεχνίας, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι τόσο η τελευταία όσο και η γλώσσα της επιστήμης, της θρησκείας και της τέχνης είναι διαχρονικά αδιανόητες χωρίς την πρώτη. Και τούτο διότι η φιλοσοφική γλώσσα, η οποία κατά βάσιν αναλαμβάνει την περιένδυση των εννοιών σε κάθε εποχή με κώδικες κοινωνήσιμους και ελατούς, καθιστά εφικτή την πρόσληψη των αγαθών της γνώσης και τη λειτουργία τους ως εργαλείων διαλόγου και πολιτισμικής ανταλλαγής.

Ο δυτικο-ευρωπαϊκός στοχασμός, ειδικότερα, με τις δικές του κατά εποχή και τόπο φιλοσοφικές και θεολογικές προϋποθέσεις, είναι πολλαπλώς παρών στη μεταβυζαντινή Γραμματεία της ελληνόφωνης Ανατολής, και μάλιστα στο πλαίσιο της συνάντησής της με τη σχολαστική θεολόγηση και την παράλληλη αυτής φιλοσόφηση. Τα δείγματα της νεωτερικής εκδοχής του συγκεκριμένου στοχασμού, καρπός «μετακένωσης», όπως θα έλεγε ο Αδαμάντιος Κοραής, ή διαμεσολάβησης, όπως θα λέγαμε εμείς σήμερα, επιβαρύνονταν από ομολογιακές κρούσεις και διαπολιτισμικές αντιπαραθέσεις, που δεν επέτρεπαν δυστυχώς να διαφανεί η επιστημολογική του συνεισφορά στα καθ’ ημάς. Όλως ιδιαιτέρως, μάλιστα, η περίοδος του νεοελληνικού Διαφωτισμού αποκαλύπτει με αρκετά έκτυπο τρόπο, πόσο εγγύς βρίσκονταν προς αλλήλους οι λόγιοι διανοούμενοι, ανεξαρτήτως τόπου ή ιδιαιτέρων συνθηκών. [1]

Στην περίπτωση, πιο συγκεκριμένα, του Ιμμάνουελ Καντ (1724-1804) και των λογίων του οθωμανοκρατούμενου χώρου, αξίζει να σημειωθεί ότι πρώτος ο Έλληνας «λογάς» και διδάσκαλος του Γένους Αθανάσιος Ψαλίδας (1767-1829) αξιοποίησε ‒στα έργα του: Αληθής Ευδαιμονία (1791) και Λογική (1793)‒ την καντιανή Κριτική του Καθαρού Λόγου, δέκα μόλις έτη μετά την πρώτη έκδοση (1781) και τέσσερα μετά τη δεύτερη έκδοσή της στα γερμανικά (1787), ενώ τόλμησε, με ιδιαιτέρως επαινετικό τρόπο, να την αξιολογήσει, επισημαίνοντας ότι:

 

εἰσηνέγκατο νέαν μέθοδον, νέα επινοήματα καί τρόπον τινά νέας κατηγορίας τῶν ἀριστοτελικών διαφερούσας ἐφεῦρεν, αἵτινες τόν τρόπον τοῦ νοεῖν μᾶλλον διασαφηνίζουν (Λογική § 328).

 

Το σύστημα του «περιπύστου ἀνά πᾶσαν τήν Εὐρώπην Γερμανοῦ Καντίου» αξιοποίησε, μάλιστα, ο Αθανάσιος Ψαλίδας, όπως μνημονεύει στο έργο του Καλοκινήματα, προκειμένου να αντικρούσει την περί ιδεών διδασκαλία του Ευγενίου Βούλγαρι (1716-1806). [2]

Τον Αθανάσιο Ψαλίδα ακολούθησαν ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (1762-1824), ο Γρηγόριος Κωσταντάς (1758-1844), ο οποίος το 1804 μετέφρασε και εξέδωσε το έργο του FrancescoSoave (1743-1816) Στοιχεία Λογικής, Μεταφυσικής και Ηθικής, και ο Δανιήλ Φιλιππίδης (1755-1832), ο οποίος μετέφρασε την Λογική του Condillac, έργο που εξεδόθη με επιστασία του Άνθιμου Γαζή (1758/1764-1888),[3] ενώ την ίδια εποχή ο Κωνσταντίνος Μ. Κούμας στο Σύνταγμα Φιλοσοφίας του (π. 1800) σημείωνε πως «φιλοσοφία ἀληθινή» είναι «μόνη ἡ κριτική Φιλοσοφία», περαιτέρω δε ότι ο «Μανουήλος Κάντιος, τό ἀθάνατον κλέος τῆς Γερμανίας, ὑπῆρξεν ὁ δεύτερος Σωκράτης»![4]

Το έργο του Ιμμάνουελ Καντ μεταφράστηκε ομολογουμένως με αρκετή καθυστέρηση στη χώρα μας. Πρώτη έκδοση ακεραίου έργου του Καντ στην ελληνική φαίνεται να συνιστούν τα Προλεγόμενα εις πάσαν μέλλουσαν μεταφυσικήν ήτις θα δύναται να παρουσιάζεται ως επιστήμηαπό τον Χαράλαμπο Γιερό [1937], πρώτη δε γνωστή χρονολογημένη έκδοση τα Δοκίμια του Kαντ από τον φιλόσοφο, παιδαγωγό και πολιτικό Ευάγγελο Π. Παπανούτσο (1971)∙ στις επ’ εσχάτων μεταφράσεις του καινιξβεργιανού συγκαταλέγεται η Μεταφυσική των Ηθών από τον Καθηγητή της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο ΚρήτηςΚωνσταντίνο Ανδρουλιδάκη (2013).[5]

 

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΙΣ

Μαθητές και ακροατές της διδασκαλίας του, με την ευρύτερη ή τη στενότερη έννοια, σπουδασμένοι οι περισσότεροι σε γερμανόφωνο περιβάλλον, διδάκτορες συνήθως της Φιλοσοφίας (μεταξύ αυτών θεολόγοι και εκπρόσωποι των φυσικών επιστημών), όρισαν εν πολλοίς το πρόγραμμα του νέου ελληνικού Πανεπιστημίου, διαμόρφωσαν ποικίλες πτυχές του φιλοσοφικού, του νομικού, του αισθητικού και ηθικού μας πολιτισμού, συνεισέφεραν δε σε αρκετούς τομείς της επιστημονικής σκέψης, του κοινωνικού και πολιτικού βίου των Ελλήνων. [6]

Παραδόξως, ωστόσο (ή όπως συμβαίνει σχεδόν πάντοτε με τους μεγάλους), ο Kαντ δεν απέκτησε μόνον φίλους αλλά και εχθρούς στην Ελλάδα, ανθρώπους οι οποίοι συνειδητά ή ασυνείδητα, για λόγους ιδεολογικούς ή βιοθεωρητικούς, απεχθάνονταν την καντιανή εκδοχή της Ηθικής και του καθήκοντος, το καντιανό σύστημα και την ενοείδειά του. Ο άδικος κατ’ ουσίαν «στιγματισμός» νεότερων και σύγχρονων διανοητών στην Ελλάδα ως «νεοκαντιανών» εκ μέρους οπαδών του «διαλεκτικού υλισμού» ή χαϊντεγκεριανών φιλοσόφων και θεολόγων εμπόδισε την ουσιαστική συμβολή του φιλοσόφου της πρωσικής Καινιξβέργης στην κατάλυση δεσποτειακών αντιλήψεων ή μοιρολατρικών και αδιαφοριστικών νοοτροπιών, επέτεινε δε το τεχνητό χάσμα στη σκέψη των επιπόλαιων ή ζηλόφθονων κατηγόρων του. Παράλληλα φαίνεται να παραγνώρισε το γεγονός ότι τόσο το ισχύον Σύνταγμα στην Ελλάδα και το απονεμόμενο στις κυριότερες εφαρμογές του Δίκαιο όσο και η επιδίωξη ενός «κράτους Δικαίου», με χρηστή και κοινωνικά προσανατολισμένη διοίκηση, ταυτόχρονα δε με σεβασμό της ατομικότητας των πολιτών του, υπαγορεύονται σε μεγάλο βαθμό από τις σταθερές αρχές του καντιανού οικοδομήματος.

Η περί αυτονομίας, επίσης, του ατόμου διδασκαλία του Καντ συχνά παρανοείται και εκλαμβάνεται ως θεωρητική θεμελίωση του ατομικισμού. Κάτι τέτοιο βεβαίως θα μπορούσε να ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η καντιανή διδασκαλία αποκοπτόταν: α) από την αφετηρία της, που είναι η απόλυτη αξία του ανθρωπίνου προσώπου, και β) από την προοπτική της, που είναι η ισότητα, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, σε περιβάλλον όπου ο καθείς αντιλαμβάνεται το καθήκον του ως γενική αρχή, υπηρετική του συνόλου και δεν καταφεύγει σε σοφιστείες του τύπου: «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό».[7] Τα πάντα στη συγκεκριμένη συνάφεια, ωστόσο, ακόμη και η θρησκεία, υπόκεινται στην κρίση του ηθικού λόγου, που δεν συνηγορεί πάντως υπέρ ενός άκρατου υποκειμενισμού.[8] Καθήκον και δικαίωμα, που εκτείνονται κατά τον Καντ σε όλη τη φύση,[9] αλληλοπεριχωρούνται, ενώ με τη βοήθεια της παιδείας μπορούν να οδηγήσουν σε μία κοινωνία ελευθερίας, δικαιοσύνης και αλληλοσεβασμού. [10]

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΚΔΟΤΩΝ

Τις διάχυτες παρεξηγήσεις, τις γενικευτικές κρίσεις και τις πολωτικές αξιολογήσεις, που υπονομεύουν την ευθεία κατανόηση και παρακωλύουν την ουσιαστική επικοινωνία λαών και πολιτισμών, καλείται να άρει ο μεταφραστής διαχρονικών ή επίκαιρων βιβλίων από μια ξένη γλώσσα στην ελληνική, μαζί δε με αυτόν ο εμπορικός εκδότης και οι συνεργάτες του.[11]

Ο πρώτος επιζητεί πάντοτε έναν εκδότη με ανοικτό μυαλό, ικανό να υιοθετεί τολμηρές προτάσεις και να τις υλοποιεί κατά τρόπο αποτελεσματικό, έναν εκδότη έτοιμο όχι απλώς να καλύπτει το κόστος το οικονομικό (πράγμα απαραίτητο και πολύ σημαντικό), αλλά κυρίως να δίνει υπόσταση στο προσωπικό κίνητρο του μεταφραστή-δημιουργού για έργο όντως ποιοτικό, έργο που θα γεφυρώνει επιτυχώς το μεταφραστέο έργο και τον αρχικό του δημιουργό (άνδρα ή γυναίκα) με το εδώ και τώρα του μεταφραστού, για την ωφέλεια ή την τέρψη των πολλών. Ο αληθινός εκδότης, με τη σειρά του, αναγνωρίζει την έλλειψη σπουδαίων έργων (εν προκειμένω μεταφράσεων) στην εγχώρια βιβλιαγορά και φιλοδοξεί ‒όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις ‒ να το καλύψει, επιλέγοντας τον καίριο τίτλο και τον κατάλληλο μεταφραστή (ή υιοθετώντας τη μετάφραση που ο τελευταίος είναι πρόθυμος να εκπονήσει) και προνοώντας για την επιμελημένη γλωσσικά και βιβλιοτεχνικά παράδοση της τελικής μετάφρασης, όπως και για την τυποτεχνική απαρτίωση του βιβλίου. Ο ίδιος παράλληλα φροντίζει για την ομαλή ένταξη του νέου βιβλίου στην εθνική βιβλιογραφία, θέτοντας έτσι από κοινού με τον μεταφραστή και τους προλαβόντες «συνεργούς» του (παλαιότερους ή συγκαιρινούς εκδότες, μεταφραστές και μελετητές), μαζί με τον (γενικό εκδοτικό, φιλολογικό ή, κατά περίπτωση, επιστημονικό) επιμελητή, τον κειμενοδιορθωτή, τον σχεδιαστή και τον τεχνικό της έκδοσης, μαζί με τους τεχνίτες της έντυπης παραγωγής ώς το τελικό της στάδιο, τους βιβλιοπώλες και διακινητές, τους συνειδητούς αναγνώστες και τους σοβαρούς κριτικούς ή παρουσιαστές, όχι απλώς ένα λιθαράκι αλλά ένα αγκωνάρι στη γέφυρα της επικοινωνίας και της γνώσης, της συνύπαρξης και της από κοινού ή κατ’ αντιπαράθεση δημιουργίας.

Στη διαδικασία που μόλις εκθέσαμε η διαφορά μεταξύ «εμπορικής» παραγωγής που αγρεύει συγκεκριμένους καταναλωτές, από το ένα μέρος, και γνήσιας πολιτιστικής δημιουργίας που διανοίγει δρόμους και δίνει την ώθηση για νέες μορφές διαλόγου και επικοινωνίας, από το άλλο, είναι, νομίζουμε, προφανής. Μπορεί ωστόσο να καταστεί ακόμη πιο σαφής, με το ερώτημά μας: «Γιατί ένας εμπορικός εκδότης ή ένας δόκιμος μεταφραστής επιθυμεί να φέρει τον Καντ στην Ελλάδα;». Εάν θέλουμε να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, εξ επόψεως οικονομικής, το άμεσο εκδοτικό προϊόν έχει μάλλον κόστος παρά κέρδος. Κι αυτό, διότι, δυστυχώς για τους περισσοτέρους, οι αξίες των σημερινών κοινωνιών έχουν αντιστραφεί, αν όχι διαστραφεί· ο φιλόσοφος αντί να «κρατεί τη δάδα», όπως θα έλεγε και ο αγαπητός μας Καντ, έχει περιθωριοποιηθεί. Ο εμπορικός ή ο επιστημονικός εκδότης και ο μεταφραστής φιλοσοφικών κειμένων συνήθως δεν βγάζουν ούτε τα έξοδά τους. Απεναντίας στη ρίζα της επιλογής εκάστου εκ των δύο βρίσκονται η φιλοτιμία και η χάριν προσφοράς φιλοδοξία, το μεράκι, η εσώτερη ανάγκη να επιβεβαιωθεί ο αληθινός προορισμός του δημιουργού∙ ο τελευταίος καλείται τότε να γίνει «οργοτόμος» (κατά τον Κωστή Παλαμά) στο χωράφι του παγκοσμίου πνεύματος, εκεί όπου συναντιούνται δημιουργικά ο Πλάτων με τον Καντ, ο Αριστοτέλης με τον Ζ-Π Σαρτρ, ο Ιωάννης της Κλίμακος με τον Ζ. Κίρκεργκωρ, ο Λούθηρος με τον Φρ. Νίτσε, ο Φρ. Χαίλντερλιν με τον Δ. Σολωμό, ο Μαρξ με τον Χάιντεγγερ, ο Γκαίτε με τον Ρίτσο, οι δε καρποί της όποιας συνάντησής τους καθίστανται κοινά, μεθεκτά από όλους αγαθά.

Μεταφραστής και εκδότης, όπως και όλοι οι συνεργοί τους, φιλοδοξούν, σε τελική ανάλυση, να ανοίξουν ώτα και οφθαλμούς ανθρώπων μογιλάλων, να κτίσουν ξανά γέφυρες, να ενώσουν κόσμους που διαφέρουν τόσο πολύ φαινομενικά ο ένας από τον άλλο, να καταστήσουν ακροάσιμη τη μαρτυρία αναδεικνύοντας την πολυφωνία, να συντάξουν νέα γραμματική στην εν χρήσει γλώσσα ώστε να χωράει και να μεταδίδει περισσότερα και ουσιαστικότερα. Φιλοδοξούν να μας φέρουν πιο κοντά στον ίδιο ορίζοντα, τον ορίζοντα της καθολικής θέασης των πραγμάτων, που γνωρίζει ‒όπως θα ήθελε και ο Ιμμάνουελ Καντ‒ να εμπλουτίζει και να ενοποιεί, να ειρηνεύει και να αρκείται σε ό,τι ο καθείς διαθέτει, αλλά δεν γνώρισε ακόμη «καθ’ ὅ δεῖ», μέσῳ του Λόγου και της εμπειρίας: τον άνθρωπο δηλαδή ως άνθρωπο, με όλες τις δυνατότητες και σε όλες του τις εκφάνσεις, τον άνθρωπο «ως σκοπό και ποτέ απλώς ως μέσον».[12]

 

 

 

1] Για μια πρώτη προσέγγιση βλ. Ν. Κ. Ψημμένου (επιμ.), Η ελληνική Φιλοσοφία από το 1453 ώς το 1821 (Ανθολογία κειμένων με εισαγωγή και σχόλια), τόμ. Α΄-Β΄. Αθήνα 1989: Γνώση∙ πρβλ. περαιτέρω έρευνες ειδκών, όπως οι Λ. Γ. Μπενάκης, Β. Α. Κύρκος, Κ. Θ. Πέτσιος κ.ά.

[2] Βλ. Αθανασίου Ψαλίδα, ΚαλοκινήματαΉτοι γχειρίδιον κατά φθόνου και κατά της Λογικής του Ευγενίου. Εν Βιέννη της Αυστρίας1795, σ. 15. Πρβλ. και G.P. Henderson, Η αναβίωση του ελληνικού στοχασμού (1620-1839): Η ελληνική Φιλοσοφία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (Μετάφρ. Φ.Κ. Βώρος). Αθήναι 19942 (1977): «Ακαδημία Αθηνών» [Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας- Σειρά Γ΄: Μεταφράσεις], σ. 150-151.

[3] Πρβλ. G.P. Henderson, Η αναβίωση του ελληνικού στοχασμού (1620-1839), σ. 171, 242 κ.α.

[4] Κωνσταντίνου Μ. Κούμα, Σύνταγμα Φιλοσοφίας, τόμος πρώτος περιέχων εμπειρικήν ψυχολογίαν και κρηπίδα της φιλοσοφίας. Εν Βιέννη της Αυστρίας 1818, σ. κ΄. Βλ. και Κ. Θ. Πέτσιου, «Η διδασκαλία της Λογικής κατά την περίοδο του νεοελληνικού Διαφωτισμού», στον τόμο: Νεοελληνικός Διαφωτισμός- Απόπειρα μιας νέας ερευνητικής συγκομιδής. Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου (Κοζάνη, 8-10 Νοεμ. 1996). Κοζάνη 1999, σ. 351-378, ιδιαιτ. σ. 376-378.

[5] Στον ίδιο χρωστάμε εκτός από τις μεταφραστικές αποδόσεις έργων του Καντ (βλ. Κριτική της κριτικής δύναμης, Κριτική του πρακτικού λόγου, Η θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου και μόνο, Επιλογή από το έργο του και Μεταφυσική των Ηθών), πάμπολλες μελέτες και άρθρα πάνω στον Καντ, καθώς και τη μονογραφία του: Καντιανή Ηθική. Θεμελιώδη ζητήματα και προοπτικές. Αθήνα 2010: «Ιδεόγραμμα».

[6] Βλ. ενδεικτικά τον τόμο: Για τον Ιμάνουελ Καντ (200 χρόνια μετά). [Πρακτικά Συνεδρίου Τομέα Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Ιωάννινα, Οκτώβριος 2004]. Αθήνα 2006: «Νήσος», καθώς και το άρθρο της Γεωργίας Αποστολοπούλου, «Ο Κ. Τσάτσος και ο νεοκαντιανισμός», στον τόμο: Κωνσταντίνος Τσάτσος: Φιλόσοφος, συγγραφέας, πολιτικός. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (Αθήνα, 6-8 Νοεμβρίου 2009). Αθήνα 2010: Εταιρεία Φίλων Κωνσταντίνου και Ιωάννας Τσάτσου/ Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Γρανάδας, σ. 51-60. Για μια πιο κριτική προσέγγιση βλ. Γ. Βελουδή, «[Καντ:] H πρόσληψη του έργου του στην Ελλάδα», Το Βήμα (25.4.2004). Για την επικαιρότητα και την διαπολιτισμική επενέργεια του Γερμανού φιλοσόφου βλ. και το άρθρο του Κ. Ανδρουλιδάκη «Ο Καντ σήμερα: Ο στοχαστής του ανθρώπινου Λόγου, επίκαιρος και εξελληνισμένος», που δημοσιεύεται στην παρούσα έκδοση.

[7] Πρβλ. Γ. Σιακαντάρη, «Μανουέλ Καντ: Το ηθικό είναι νόμιμο, αλλά το νόμιμο δεν είναι πάντα ηθικό», Τα Νέα (06/09/2014).

[8] Πρβλ. γενικότερα Ευ. Θεοδώρου, «Ιμμάνουελ Καντ», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια τ. 9 (2013) 408-415 (όπου και σχετική βιβλιογραφία).

[9] Περί αυτής πρβλ. και P. Guyer, Καντ (Πρόλογος-Απόδοση Γ. Μαραγκός). Αθήνα 2013: «Gutenberg», σ. 559-597.

[10] Βλ. ειδικότερα Κ. Δεληκωσταντή, Η παιδαγωγική του Kant. Θεμελίωση, επικαιρότητα και κριτική των αντιλήψεών του για την αγωγή. Θεσσαλονίκη 20012 (1990): «Κυριακίδη».

[11] Την εκδοτική παραγωγή της Μεταφυσικής των Ηθών,που μετέφρασε από τα γερμανικά ο Κώστας Ανδρουλιδάκης και επιμελήθηκε ο γράφων (με την φιλολογική συνδρομή της Μαρίας Γιουρούκου, Δρος Φ.), μοιράζονται δύο φίλοι και βιβλιόφιλοι: α) ο Χρήστος Δάρρας, ο οποίος εξέδωσε πρώτος την καντιανή Κριτική της Κριτικής Δύναμης και είχε τον σχεδιασμό της Μεταφυσικής των Ηθών, τύπωσε την Αισθητική Παιδεία του ανθρώπου του Φρήντριχ Σίλλερ (Αθήνα 2006), ομοίως σε μετάφραση Κ. Ανδρουλιδάκη, προΐστατο δε επί σειρά ετών του «Ιδεογράμματος» και της «Εριφύλης», ένας αληθινός ευπατρίδης της τυποτεχνίας στην Ελλάδα, και β) ο Χρήστος Κουτσιαύτης, υπεύθυνος των εκδόσεων «Σμίλη», με πλήθος τίτλων στο ενεργητικό του από την παγκόσμια και την ντόπια λογοτεχνία, την επιστήμη και την κριτική της τέχνης, ο οποίος αγωνίζεται ακατάπαυστα υπέρ του ποιοτικού (κατά περιεχόμενο και μορφή) βιβλίου, εξακολουθεί δε εν μέσω των σημερινών αντιξοοτήτων να κάνει αισθητή την παρουσία του και να τολμά.

[12] Βλ. I. Kant, Grundlegungder Metaphysik der Sitten [Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών] (1785), έκδ. Πρωσικής/Γερμανικής Ακαδημίας Επιστημών (Βερολίνο 1978), τ. 4, σ. 429: «Der praktische Imperativ wird also folgender sein: Handle so, daß du die Menschheit sowohl in deiner Person, als in der Person eines jeden andern jederzeit zugleich als Zweck, niemals bloß als Mittel brauchst». Η τελευταία σκέψη, επισημειωτέον, δεν άφησε ανεπηρέαστο oύτε και αυτόν τον KarlMarx, και ιδίως τις αντιλήψεις του περί αλλοτρίωσης ως αποτελέσματος της φετιχοποίησης των αντικειμένων.

 

 

Κωνσταντίνος Ι. Μπελέζος. Αναπληρωτής καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικός επιμελητής εκδόσεων. Πρόσφατα βιβλία του: Οι διδάκτορες της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα έτη 1911-2006 (2007), Η σημειολογία του γάμου στην Αποκάλυψη του Ιωάννου (2007), Χριστός και γυναίκα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (2014).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά