Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Δίκαιο και ελευθερία

Κατηγορία Φιλοσοφία
Γράφτηκε από  Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Φιλοσοφία Τεύχος 59
Emil Doerstling, Ο Καντ με τους φίλους του στο τραπέζι, λάδι σε καμβά, 1892/3. Αναπαραγωγή από καρτ ποστάλ. Αν και η φιλοσοφική σκέψη του σήμερα θεωρείται από πολλούς δυσπρόσιτη, η αλήθεια είναι ότι κάθε άλλο παρά στρυφνός ή και βαρετός ήταν στην πυκνή για τα δεδομένα του κοινωνική συναναστροφή. Emil Doerstling, Ο Καντ με τους φίλους του στο τραπέζι, λάδι σε καμβά, 1892/3. Αναπαραγωγή από καρτ ποστάλ. Αν και η φιλοσοφική σκέψη του σήμερα θεωρείται από πολλούς δυσπρόσιτη, η αλήθεια είναι ότι κάθε άλλο παρά στρυφνός ή και βαρετός ήταν στην πυκνή για τα δεδομένα του κοινωνική συναναστροφή. Αρχείο The Books' Journal

 Immanuel Kant, Μεταφυσική των ηθών (1797), μετάφραση από τα γερμανικά: Κωνσταντίνος Ανδρουλιδάκης, Σμίλη, Αθήνα 2013, 432 σελ.

Ένα φιλοσοφικά άρτιο επιχείρημα για τις υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις πραγμάτωσης της ελευθερίας. Οι άνθρωποι είναι ελεύθερα και έλλογα όντα, αλλά την ελευθερία τους δεν μπορούν να την αξιοποιήσουν παρά μόνον ακολουθώντας καθολικεύσιμους κανόνες που θέτουν οι ίδιοι. Σαν ηθικά υποκείμενα, οι άνθρωποι φέρουν το βάρος αυτού του καθήκοντος μόνοι τους, να ακολουθήσουν, δηλαδή, τον ηθικό νόμο έναντι του εαυτού τους και των άλλων. Σαν πολίτες πρέπει να αναγνωρίσουν την σημασία των άλλων ως συννομοθετών δημόσιων κανόνων εξωτερικής ελευθερίας, να τους σεβαστούν και να δεχτούν την αναγκαιότητα της εξαναγκαστικής τους επιβολής απέναντι σε παραβάτες. Το Κράτος δεν είναι εχθρός αλλά αντίθετα εγγυητής της ελευθερίας όλων. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, 59, Οκτώβριος 2015.

 

1. Ένα μεταφραστικό και εκδοτικό επίτευγμα

Τον περασμένο Δεκέμβριο αναγγέλθηκε στον ηλεκτρονικό Τύπο[1]η έκδοση της ελληνικής μετάφρασης της Μεταφυσικής των Ηθών του Ιμμάνουελ Καντ ως εξής: «Κυκλοφόρησε επιτέλους στα ελληνικά ένα από τα σημαντικότερα και πιο βαρετά βιβλία περί ηθικής που γράφτηκαν ποτέ»! Δεν θα προσπαθήσω να καταρρίψω εδώ αυτόν τον ισχυρισμό, ούτε έχω τον χρόνο να ασχοληθώ με το ερώτημα τι κάνει ένα φιλοσοφικό βιβλίο βαρετό και πώς είναι δυνατόν ένα από τα πιο σημαντικά φιλοσοφικά βιβλία να είναι είναι συνάμα και από τα πιο βαρετά. Μπορώ να δεχτώ ότι ένας σπουδαίος φιλόσοφος ενδέχεται να είναι στις παραδόσεις του ή στη συναναστροφή του βαρετός (όπως και το αντίστροφο:  ένας χαρισματικός ομιλητής ή ευχάριστος συνδαιτυμόνας να είναι μετριότατος φιλόσοφος), αλλά νομίζω ότι αν είναι πράγματι σπουδαίος φιλόσοφος τότε η φιλοσοφία του δεν μπορεί να είναι βαρετή. Μπορεί φυσικά να είναι δυσπρόσιτη ή σκοτεινή, αλλά με τίποτα βαρετή. Ο ίδιος ο Καντ ήταν άλλωστε κάθε άλλο παρά βαρετός στην πυκνή για τα δεδομένα του κοινωνική συναναστροφή.[2]Η φιλοσοφία βέβαια απαιτεί κάποιο μόχθο (και τι δεν απαιτεί;), και αν δυσκολευόμαστε να μοχθήσουμε δεν φταίει βέβαια η φιλοσοφία.

Η κυκλοφορία της Μεταφυσικής των Ηθών από τις εκδόσεις Σμίλη σε μετάφραση του Κώστα Ανδρουλιδάκη είναι ένα εκδοτικό γεγονός αλλά, ταυτόχρονα, και ένα μεταφραστικό επίτευγμα. Βέβαια, ο άξιος μεταφραστής τυχαίνει να είναι φιλόσοφος με βαθύτατη γνώση του αντικειμένου του και σπουδαία μεταφραστική προϊστορία. Με μια υφολογικά άρτια και εννοιολογικά απόλυτα στιβαρή και συνεκτική μετάφραση, ο Ανδρουλιδάκης μάς φέρνει ένα κορυφαίο φιλοσοφικό έργο πλησιέστερα, καθιστώντας το πιο προσιτό σε ένα κοινό που θέλω να πιστεύω ότι είναι απολύτως έτοιμο και ώριμο να το υποδεχτεί.[3]  Σε σχέση μάλιστα με την απίστευτη πενία σοβαρών φιλοσοφικών μεταφράσεων στα χρόνια της δικής μας μαθητείας, μπορούμε να πούμε ότι σήμερα διαθέτουμε αξιολογότατες μεταφράσεις των μεγάλων φιλοσοφικών βιβλίων. Ειδικά για τη Μεταφυσική των Ηθών θα έλεγα ότι ήταν καιρός.

Όσοι ασχολούνται ειδικά με την φιλοσοφία μπορούν βέβαια –μπορούσαν πάντα– να το μελετήσουν στο πρωτότυπο ή σε αξιόλογες μεταφράσεις σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Όμως το έργο αυτό, ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έργο πολιτικής φιλοσοφίας (και οπωσδήποτε και τις τρεις καντιανές κριτικές), είναι υποδειγματικό ως προς τον τρόπο που θα έπρεπε να μπορούμε να σκεφτόμαστε πάνω στην Ηθική, το Δίκαιο και την Πολιτική. Ως προς αυτό είναι λοιπόν ένα έργο που –παρά τις ιδιορρυθμίες ή την ελλειπτικότητα της έκφρασής του ή τα ερμηνευτικά ερωτήματα που θέτει, όπως κάθε μεγάλο έργο– δεν απευθύνεται αναγκαστικά μόνο στον ειδικό αλλά και σε ένα ευρύτερο ακροατήριο. Αν πιστεύουμε ότι η φιλοσοφική σκέψη έχει και μια δημόσια αποστολή να επιτελέσει, η έκδοση του μεγάλου ύστερου έργου του Καντ είναι περισσότερο από επίκαιρη. Η συγκεκριμένη έκδοση εμπεριέχει, εκτός του κειμένου στα ελληνικά –σε πολυτονικό μάλιστα σύστημα– εξαιρετικά χρήσιμα και υποβοηθητικά σχόλια και διαφωτιστικά, πολύ ουσιαστικά επιλεγόμενα του μεταφραστή. Ικανοποίηση θα βρουν ακόμη και εκείνοι που έλκονται από το εγκυκλοπαιδικά αλλόκοτο, καθώς μπορούν να πληροφορηθούν τι σημαίνει αλλοτριοεπίσκοπος (υποσ. 374) αλλά και ποιοι ακριβώς ήταν οι Hottentotten, ελληνιστί Δουγγάνοι, ή Δουγμάνοι ή Τουγγάνοι (υποσ. 233α).

 

2. Μια στέρεη φιλοσοφική προσέγγιση στο αίτημα της ελευθερίας

Από μια σκοπιά, μπορούμε βέβαια να διαβάσουμε τη Μεταφυσική των Ηθών ως τη λιγότερο ή περισσότερο φυσική απόληξη του κριτικού εγχειρήματος του Καντ. Από την άλλη, είναι ίσως το έργο εκείνο που γίνεται εντυπωσιακά συγκεκριμένο σε όλα τα μεγάλα ηθικά και πολιτικά ερωτήματα της ζωής, της ικανότητας δηλαδή να ζούμε σύμφωνα με τις παραστάσεις μας και να θέτουμε μόνοι μας τα αντικείμενα των παραστάσεών μας (211). Aυτό, κατά τη γνώμη μου, το καθιστά και εξαιρετικά προσβάσιμο – παρά το γεγονός ότι οι κρίσεις του ενδέχεται καμιά φορά να ξενίζουν. Τα ερωτήματα που εγείρει και στα οποία τοποθετείται ο Καντ στη Μεταφυσική των Ηθών είναι ερωτήματα που οφείλουν να απασχολούν κάθε άνθρωπο ο οποίος θέλει να μπορεί να επιλέγει ελεύθερα πώς θα ζήσει και, επίσης, πού θέλει να μπορεί να κατευθύνει τη ζωή του σύμφωνα με τους σκοπούς που έχει ελεύθερα επιλέξει. Τι οφείλουμε απέναντι στο εαυτό μας και στους άλλους, πώς πρέπει να πράττουμε και ποια είναι η πηγή της δέσμευσής μας; Τι είναι τα ηθικά καθήκοντα, τι είναι νομικά καθήκοντα, γιατί υπάρχει Κράτος και Δίκαιο; Τι πρέπει να περιμένουμε από τους άλλους και τι από τον εαυτό μας; Τι οφείλουμε απέναντι σε άλλους ανθρώπους που δεν είναι συμπολίτες μας; Φυσικά, αυτά είναι, κατά κάποιον τρόπο, ερωτήματα μιας κλασικής νεωτερικής λίστας. Και στα ερωτήματα αυτά τοποθετούνται, με μεγαλύτερη ή λιγότερη ακρίβεια, όλοι σχεδόν οι μεγάλοι φιλόσοφοι του νεότερου φυσικού δικαίου και του κοινωνικού συμβολαίου.

Όμως στον Καντ τα ερωτήματα αυτά τίθενται με έναν ιδιαίτερα θεμελιωμένο και συνεκτικό τρόπο, ως ερωτήματα που δεν απευθύνονται στις συγκυριακές μας απόψεις, κλίσεις ή επιθυμίες, σε όσα, δηλαδή, απλώς τυχαίνει να αποδεχόμαστε και να επιδιώκουμε, αλλά ως συστατικά ερωτήματα μιας έλλογης συγκρότησης του αιτήματος της ελευθερίας:[4]

 

η διδαχή ως προς τους ηθικούς νόμους δεν προέρχεται από την αυτοπαρατήρηση και τη ζωώδη φύση του ανθρώπου, ούτε από την παρατήρηση της πορείας του κόσμου σχετικώς με το τι συμβαίνει και το πώς πράττουν οι άνθρωποι [...], παρά ο λόγος επιτάσσει πως πρέπει να πράττει κανείς, ακόμη και αν δεν είχε παρουσιασθεί ακόμη κανένα σχετικό παράδειγμα. (216)

 

Αυτή η αρχική στόχευση προκαθορίζει στη συνέχεια την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει, ή νομιμοποιούμαστε, να αναζητήσουμε στέρεες απαντήσεις για τα ερωτήματα που μας απασχολούν, ως έλλογα όντα που έχουν την ικανότητα να είναι ελεύθερα, να συγκροτούν ελεύθερες πολιτείες και να μοιράζονται ειρηνικά τον πλανήτη.

 

3. Δίκαιο και Ηθική: κανονιστική κατανομή εργασίας

Ένας βασικός προσανατολισμός της Μεταφυσικής των Ηθών αφορά τη διάκριση της Ηθικής από το Δίκαιο, μια διάκριση που δεν έχει ωστόσο διαπιστωτικό χαρακτήρα, δεν βασίζεται στις απόψεις που οι κοινωνίες ενδέχεται να έχουν για το ηθικά δέον και τις δεσμεύσεις που επιβάλλουν οι κανόνες δικαίου. Η διάκριση υπαγορεύεται από τον τρόπο με τον οποίο ο Καντ συλλαμβάνει κατ’ αρχάς το πρόβλημα της ηθικής δέσμευσης και το ρόλο που επιφυλάσσεται στο Κράτος και το Δίκαιο.[5]

 

Οι νόμοι αυτοί της ελευθερίας λέγονται σε διάκριση από τους φυσικούς νόμους, ηθικοί. Εφ’ όσον αναφέρονται απλώς και μόνο σε εξωτερικές πράξεις και στη νομιμότητά τους λέγονται νομικοί νόμοι· εάν όμως απαιτούν επίσης να πρέπει να είναι οι ίδιοι νόμοι οι καθοριστικοί λόγοι των πράξεων, είναι ηθικοί νόμοι, οπότε λέμε: η συμφωνία με τους πρώτους νόμους είναι η νομιμότητα, η συμφωνία με τους δεύτερους είναι η ηθικότητα της πράξης. Η ελευθερία στην οποία αναφέρονται οι  νομικοί νόμοι, δεν μπορεί να είναι παρά μόνον η ελευθερία κατά την εξωτερική χρήση· εκείνη όμως στην οποία αναφέρονται οι ηθικοί νόμοι μπορεί να είναι μόνον η ελευθερία τόσο κατά την εξωτερική όσο και κατά την εσωτερική χρήση της προαίρεσης, εφ’ όσον αυτή καθορίζεται από έλλογους νόμους. (214)[6]

 

Η διάκριση που κάνει ο Καντ ανάμεσα στη «Θεωρία του Δικαίου» (Rechtslehre) και τη «Θεωρία της Ηθικής» (Tugendlehre) και την αντιστοιχούσα σε αυτήν περαιτέρω διάκριση ανάμεσα στα νομικά και ηθικά καθήκοντα (ηθικές αρετές) ενδέχεται εκ πρώτης όψεως να οδηγήσει στην παρανόηση ότι τα νομικά καθήκοντα, ως μάλιστα καθήκοντα εξωτερικής ελευθερίας, δεν ανήκουν στο πεδίο της Ηθικής, επειδή βασίζονται στο (εξωτερικό) κίνητρο του εξαναγκασμού.[7] Η ερμηνεία αυτή δεν είναι ορθή γιατί, πρώτα απ’ όλα, ο Καντ σαφέστατα ταξινομεί και τους «νομικούς νόμους», με άλλα λόγια τους εξωτερικά εξαναγκαστούς νόμους του Δικαίου, μαζί με τους ηθικούς νόμους, στους νόμους της ελευθερίας. Οι εξαναγκαστοί νομικοί ή δικαιικοί νόμοι μπορούν να ιδωθούν και ως νόμοι που είναι προϊόν αυτονομοθεσίας, και μάλιστα με διττή σημασία. Αφ’ ενός μπορούμε να τους υπακούουμε επειδή ακριβώς είναι νόμοι και όχι επειδή υπάρχει μια απειλή που μας αποτρέπει ή μας επιτάσσει (όπως και στους ηθικούς νόμους το ελατήριο είναι εσωτερικό και όχι εξωτερικό), αφ’ ετέρου οι νόμοι που τίθενται από μια δικαιικά συγκροτημένη πολιτεία έχουν τεθεί υπό όρους που, κατά κάποιον τρόπο, αντιστοιχούν στην «εσωτερικότητα» του ηθικού κριτηρίου. Όποιοι και αν δεχτούμε ότι είναι οι όροι αυτοί που θέτει ο Καντ στο κεφάλαιο περί δημοσίου δικαίου, και γενικότερα στην πολιτική του φιλοσοφία –π.χ. φυσικοδικαιικοί ή συμβολαιικοί– για τη θέση των νομικών κανόνων, οι όροι αυτοί είναι κατ’ αναλογίαν προς την ηθική αρχή της κατηγορικής προσταγής τέτοιοι ώστε να μπορούν να διαπλάσουν καθολικεύσιμους κανόνες που σέβονται την ανθρωπότητα στο πρόσωπο των κοινωνών του δικαίου, κανόνες με άλλα λόγια που όλοι έχουμε έλλογο καθήκον να σεβόμαστε.

Άλλωστε, όταν ο Καντ δικαιολογεί την άσκηση εξαναγκασμού για τη συμμόρφωση προς τους δικαιικούς κανόνες επικαλείται ηθικούς και όχι φρονησιακούς λόγους, λόγους πρακτικής ευφυΐας: παράνομες πράξεις που παρεμποδίζουν την ελευθερία πρέπει να μπορούν να παρεμποδιστούν και ένας τέτοιος εξαναγκασμός είναι συμβατός με την ιδέα της ελευθερίας που εναρμονίζεται με καθολικούς νόμους (231). Θα μπορούσαμε συνεπώς να πούμε ότι το Δίκαιο μοιράζεται μεν μια κοινή κανονιστική βάση με την Ηθική, αλλά επικεντρώνεται σε έναν διαφορετικό τομέα για την προάσπιση και προαγωγή της ίδιας ιδέας. Tόσο τα νομικά όσο και τα ηθικά καθήκοντα παράγονται από την ιδέα της έλλογης ελευθερίας. Όπως υπογραμμίζει στις Παραδόσεις για την Ηθική, η ελευθερία είναι «ο ύψιστος βαθμός ζωής», αλλά για να μη γίνει ανέλεγκτη και τρομερή πρέπει να είναι «συνεπής με τον εαυτό της». Η Ηθική αλλά και το Δίκαιο είναι ένα πλαίσιο έλλογης ελευθερίας που οφείλουμε να πάρουμε στα σοβαρά τόσο έναντι του εαυτού μας όσο και των άλλων.

 

4. Μορφή, όχι ύλη της προαίρεσης: μια αντιπατερναλιστική και αντιηθικιστική αρετολογία.

Το β’ μέρος της Μεταφυσικής των Ηθών, η Ηθική Αρετολογία, μπορεί να μας αιφνιδιάζει ως προς το ότι μιλάει για το σκοπό της τελείωσης του εαυτού μας και της προαγωγής της ευδαιμονίας των άλλων. H διπλή αυτή στοχοθεσία φαίνεται εκ πρώτης όψεως τελειοκρατική, σαν να θέλει να υπαγορεύσει ένα ουσιαστικό περιεχόμενο για το πώς πρέπει να ζει ο καθένας μας. Στην πραγματικότητα, η πρακτική φιλοσοφία του Καντ είναι μια ριζικά αντιπατερναλιστική και αντιηθικιστική φιλοσοφία. Οι σκοποί αυτοί, στη συγκεκριμενοποίησή τους ως ηθικά καθήκοντα, αμβλύνονται από το γεγονός ότι δεν είναι εξαναγκαστοί εξωτερικά, ενώ είναι, παράλληλα, εν πολλοίς, ατελείς ως προς τους τρόπους πραγμάτωσής τους. Είναι κυρίως σκοποί που διέρχονται μέσα από τη «βελούδινη ισχύ» της ηθικής συνείδησης και ενάσκησης, δεν είναι ως τέτοιοι ευθέως απαιτητοί και, προπαντός, είναι σκοποί που θα πρέπει να υιοθετηθούν αυτόνομα, αλλιώς η προαγωγή τους δεν είναι δυνατόν να έχει ηθική αξία. Στο καντιανό ηθικό σύμπαν, το τι οφείλουμε να πράξουμε αφορά πρωτίστως εμάς, ακόμα και αν από τη στάση μας επηρεάζονται και οι άλλοι. Βεβαίως, το τι οφείλουμε να πράξουμε συγκαθορίζεται από την ύπαρξη και των άλλων και το καθήκον σεβασμού της δικής τους έλλογης ελευθερίας, αλλά η δική μας ηθική αυτονομία έγκειται στον ότι εναπόκειται σε μας τους ίδιους να αντιληφθούμε και να συμμορφωθούμε με το καθήκον.

Είναι απλουστευτική, κατά τη γνώμη μου, η προσέγγιση που ταυτίζει τον ηθικό φιλελευθερισμό με την αντίληψη ότι είμαστε ελεύθεροι να αποφασίσουμε ό,τι επιθυμούμε, αρκεί να μη βλάπτουμε τρίτους.[8] Η καντιανή Ηθική Αρετολογία, ως πεδίο καθηκόντων που αφορά την εσωτερική ελευθερία, μας εφιστά την προσοχή στο ότι οι επιλογές μας και οι πράξεις μας πρέπει να εναρμονίζονται με το γεγονός ότι συνυπάρχουμε στον κόσμο με άλλα εξ ίσου ελεύθερα όντα, όπως επίσης και με το γεγονός ότι η κατάκτηση της ιδίας ελευθερίας («ζωή στο έπακρο», όπως την ονομάζει ο Καντ) δεν είναι δυνατή χωρίς να αναλάβουμε οι ίδιοι την ευθύνη για την ανάπτυξη των ιδίων δυνάμεων. Πώς θα σταθούμε και τι θα πράξουμε έναντι του εαυτού μας και των άλλων, η συμμόρφωση με τις επιταγές του ηθικού νόμου, είναι εν τέλει μια ευθύνη που πρέπει, χάριν της ηθικής μας αυτονομίας, να αναλάβουμε αποκλειστικά εμείς οι ίδιοι.

Ο τρόπος συγκρότησης του ηθικού πεδίου και των ηθικών καθηκόντων προκαταλαμβάνει τον τρόπο συγκρότησης του πεδίου του Δικαίου και των νομικών καθηκόντων. Το πεδίο αναφοράς του Δικαίου δεν είναι ο εσωτερικός κόσμος, οι σκέψεις, προθέσεις, οι γνώμονες της συμπεριφοράς μας, στο βαθμό που δεν εκδηλώνονται ως καθοδηγητικές των πράξεών μας στον εξωτερικό κόσμο. Η αποστολή του Δικαίου δεν έγκειται στο να καταστήσει τους ανθρώπους ηθικούς, γιατί αυτή η αποστολή επιφυλάσσεται στις ηθικές δυνάμεις των ίδιων των ανθρώπων, ως έλλογων και ελεύθερων όντων. Το Δίκαιο περιορίζεται σε πράξεις που εκδηλώνονται στον εξωτερικό κόσμο, και ιδιαίτερα σε συμπεριφορές οι οποίες μπορούν να αποτραπούν με τον δικαιικό εξαναγκασμό. Αυτή είναι η άλλη όψη της βαθύτατα φιλελεύθερης καντιανής προσέγγισης.

 

(Δ)εν λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψιν η ύλη [το περιεχόμενο] της προαίρεσης, δηλαδή ο σκοπός τον οποίο έχει ο καθένας ως πρόθεση με το αντικείμενο που θέλει, π.χ. δεν ερωτάται αν κάποιος θα έχει ή δεν θα έχει πλεονέκτημα από το προϊόν που αγοράζει από μένα για δικό του λογαριασμό, αλλά λαμβάνεται υπ’ όψη μόνον η μορφή κατά τη σχέση της αμοιβαίας προαίρεσης, εφ’ όσον θεωρείται μονάχα ως ελεύθερη, και ερωτάται αν με τον τρόπο αυτόν η πράξη του ενός από τους δύο είναι δυνατόν να ενωθεί με την ελευθερία του άλλου, σύμφωνα με έναν καθολικό νόμο.

 

Το δίκαιο είναι, συνεπώς, το σύνολο των όρων υπό τους οποίους η προαίρεση του ενός μπορεί να ενωθεί με την προαίρεση του άλλου, σύμφωνα με έναν καθολικό νόμο ελευθερίας. (230)

Αυτοί οι όροι οφείλουν να διασφαλισθούν στην εξωτερική ελευθερία χωρίς να απαιτείται να υιοθετηθούν και ως γνώμονες της πράξεως του καθενός: Γιατί «η πρόθεση δεν είναι να διδάξομε την αρετή, αλλά μόνο να εκθέσομε τι είναι δίκαιο» (231).

 

5. Ένα «έμφυτο» δικαίωμα στην ελευθερία

Όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιχειρηματολογία με την οποία ο Καντ οργανώνει το επιχείρημα ως κατ’ ουσίαν κανονιστικό και όχι ως εμπειρικό: «όχι τι έχουν πει οι νόμοι σε έναν τόπο και μιαν ορισμένη εποχή, αλλά αν εκείνο που ήθελαν οι νόμοι είναι και δίκαιο» (229). Αφετηρία είναι το ένα και μοναδικό έμφυτο δικαίωμα:

 

Η ελευθερία (ανεξαρτησία από την εξαναγκαστική προαίρεση ενός άλλου), εφ’ όσον μπορεί να συνυπάρξει με την ελευθερία καθενός άλλου σύμφωνα με έναν καθολικό νόμο, είναι αυτό το μοναδικό, πρωταρχικό δικαίωμα που έχει κάθε άνθρωπος δυνάμει της ιδιότητάς του ως ανθρώπου. (237)

 

Το έμφυτο δικαίωμα στην ελευθερία περιλαμβάνει το απαραβίαστο των εσωτερικών τειχών του εαυτού μας, τις σκέψεις μας ακόμα και όταν εκδηλώνονται προς τα έξω στο βαθμό που δεν προσβάλλουν αλλότρια δικαιώματα,[9] την κυριαρχία πάνω στο σώμα μας αλλά και μια έμφυτη ισότητα ως προς το ότι οι άλλοι δεν μπορούν να προσδοκούν περισσότερες δεσμεύσεις από εκείνες που προτίθενται να αναλάβουν (238). Αν θέλουμε να είμαστε κυρίαρχοι, αφέντες του εαυτού μας, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε και στους άλλους το αυτό δικαίωμα, εκτός και αν έχουν οι ίδιοι εξουδετερώσει το δικαίωμά τους αδικοπραγώντας έναντι τρίτων.[10] Ένα βασικό χαρακτηριστικό της εξωτερικής ελευθερίας είναι να μπορούμε πέρα από την αυτονομία να θέτουμε σκοπούς και να τους ακολουθούμε αναγνωρίζοντας φυσικά το ίδιο δικαίωμα και στους άλλους. Εδώ όμως χρειάζεται κάτι περισσότερο από την κυριαρχία πάνω στον εαυτό και την σωματική του επικράτεια. Η εξωτερική ελευθερία προϋποθέτει δικαιώματα πάνω στον φυσικό κόσμο, τα οποία, ωστόσο, πηγαίνουν πέρα από το λεγόμενο έμφυτο δικαίωμα της ελευθερίας.

Πλάι στο έμφυτο δικαίωμα, η Μεταφυσική των Ηθών αναγνωρίζει και δικαιώματα που έχουν να κάνουν με την ανάγκη μας να επεκταθούμε στο χώρο και να εξασφαλίσουμε τη διαρκή και αποκλειστική πρόσβασή μας σε μέσα που είναι αναγκαία για την ευόδωση των σκοπών μας. Είναι δικαιώματα που δεν είναι έμφυτα, αλλά πρέπει να μπορούμε να αποκτήσουμε. Ο Καντ διακρίνει τρία είδη δικαιωμάτων α) σε εξωτερικά πράγματα: περιουσιακά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα β) σε προαιρέσεις των άλλων να εκπληρώσουν μια πράξη (praestatio): τις συμβατικές αξιώσεις έναντι άλλων γ) στο στάτους άλλων σε σχέση με μένα: ως συζύγου, γονέα ή επικεφαλής οίκου. Το πρόβλημα εδώ έγκειται στο ότι, αντίθετα με το έμφυτο δικαίωμα στην ελευθερία και την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας μας από τους άλλους, τα δικαιώματα που δημιουργούνται από την έκταση και τη δραστηριοποίησή μας στο χώρο των αντικειμένων είναι ανασφαλή για όσο διάστημα και εφ’ όσον δεν υφίσταται ένα κανονιστικό πλαίσιο συγκεκριμενοποίησής τους και εξαναγκαστικής αναγνώρισής τους. Αν υποθέσουμε ότι επιβάλλουμε το δικαίωμα που έχουμε σε ένα εξωτερικό πράγμα ατομικά με εξαναγκασμό, τότε αυτό το δικαίωμα θα είναι εξαιρετικά μετέωρο και υπό διαρκή διακινδύνευση, ελλείψει της υποστήριξης του κράτους. Φυσικά έχουμε, από την έμφυτη ελευθερία μας, το δικαίωμα να κρατήσουμε τη θέση μας και ό,τι μπορούμε φυσικά να εξουσιάσουμε –ας πούμε, κανείς δεν έχει δικαίωμα να μας αποσπάσει το μήλο που τρώμε (250)–, αλλά πιο περίπλοκα εγχειρήματα από το να φας το μήλο σου θα ήταν αδύνατο να διεκπεραιωθούν ελλείψει μιας ευρύτερης εξασφάλισης. Αν χρησιμοποιούμε πράγματα, όχι απλά σαν μήλα αλλά πιο περίπλοκα, σαν μηχανές, πιο σύνθετα και αφηρημένα, σαν την επιστημονική γνώση, την επιχειρηματική φαντασία και οργανωτικότητα ή την καλλιτεχνική επίδοση και πιο γόνιμα, σαν το χρήμα και τη γη, θα ήταν παντελώς αδύνατο να τα έχουμε υπό τη διαρκή φυσική μας προστασία, όπως την μπάλα που καπακώνει ο τερματοφύλακας. Ο Καντ, αξιοποιώντας τη μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού/ρωμαϊκού αστικού  δικαίου, επικαλείται εδώ την έννοια της νοητής νομής (intelligibler Besitz, possessionoumenon), σε αντιδιαστολή προς την εμπειρική νομή, για να υποδηλώσει ότι μπορούμε να έχουμε διαρκέστερα και σεβαστά από τους άλλους δικαιώματα πάνω σε πράγματα του εξωτερικού κόσμου.

 

6. Ελευθερία και ιδιοκτησία

Το κρίσιμο βέβαια ερώτημα εδώ είναι πώς μπορεί να δικαιολογηθεί αυτή η επέκταση πέρα από την έμφυτη ελευθερία σε πράγματα του εξωτερικού κόσμου, η οποία θα συνεπάγεται τον παράλληλο αποκλεισμό άλλων από την πρόσβαση σε αυτά τα πράγματα; Αν αποκλείαμε τελείως την αποκλειστική χρήση πραγμάτων, και υποθέταμε ότι είναι αντίθετο με το δίκαιο να αποκτήσουμε πράγματα, θα ήταν σαν να εμποδίζαμε την ανάπτυξη της ελευθερίας στον εξωτερικό κόσμο και, ουσιαστικά, θα στρέφαμε τη δικαιοσύνη εναντίον του εαυτού της (το έννομο αίτημα του πρακτικού Λόγου, 246). Άρα, αφού δεν μπορούμε να απορρίψουμε αυτή την εκδοχή, θα πρέπει να εξετάσουμε υπό ποίες προϋποθέσεις είναι επιτρεπτό να αποκτήσουμε πράγματα και πόρους κατά τρόπο που να μπορεί ο καθένας να αναλάβει ως ελεύθερο και ανεξάρτητο υποκείμενο την υποχρέωση να σεβαστεί το αποκτημένο δικαίωμά μας. Η διάσημη διατύπωση της Μεταφυσικής των Ηθών είναι η ακόλουθη:

 

Η ανωτέρω [μονομερής] βούληση όμως δεν μπορεί να δικαιολογήσει μιαν εξωτερική κτήση με άλλο τρόπο παρά μόνον εφ’ όσον περιέχεται σε μιαν a priori ενωμένη βούληση (δηλαδή μέσω της ενώσεως της προαίρεσης όλων όσοι μπορούν να συνάψουν μια πρακτική σχέση προς αλλήλους) η οποία επιτάσσει απολύτως· διότι η μονομερής βούληση (και η διμερής μεν αλλά ωστόσο μερική βούληση είναι επίσης μονομερής) δεν μπορεί να επιβάλει στον καθένα μια υποχρέωση που είναι καθ’ εαυτήν τυχαία, αλλά για τούτο απαιτείται μια ολομερής βούληση, η οποία έχει ενωθεί και γι’ αυτό νομοθετηθεί όχι τυχαίως, αλλά apriori, άρα αναγκαίως· διότι μόνο σύμφωνα με την αρχή της βουλήσεως αυτής είναι δυνατή η συμφωνία της ελεύθερης προαίρεσης του καθενός με την ελευθερία του καθενός, άρα είναι δυνατόν και ένα δικαίωμα εν γένει, συνεπώς και ένα εξωτερικό δικό σου και δικό μου πράγμα. (263)

 

Με τον τρόπο αυτό, ο Καντ συνδέει τα ιδιοκτησιακά και άλλα μη έμφυτα δικαιώματα με ένα αίτημα αμοιβαιότητας που θα επιβεβαιώνει ότι τα δικαιώματα εξωτερικής ελευθερίας του ενός δεν θα προσβάλλουν εκείνα του άλλου. Αλλά τα δικαιώματα αυτά θα είναι προσωρινά για όσο διάστημα δεν υπάρχει κράτος να τα αναγνωρίσει και να τα εξασφαλίσει. Και οι καλύτερες προθέσεις δεν μπορούν να άρουν το στίγμα της μονομέρειας και αυθαιρεσίας όταν δεν έχουν τεθεί σε ισχύ δημόσιοι και εξαναγκαστικοί νόμοι στη διαμόρφωση των οποίων εκφράζεται η βούληση όλων. Για τον Καντ έχουμε συνεπώς ηθικό καθήκον να συμπράξουμε στη δημιουργία εκείνων των θεσμικών προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση της (εξωτερικής) ελευθερίας.

Αν θέλαμε, εν κατακλείδι, να συνοψίσουμε την ουσία της Μεταφυσικής των Ηθών θα λέγαμε ότι είναι ένα φιλοσοφικά άρτιο επιχείρημα για τις υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις πραγμάτωσης της ελευθερίας. Οι άνθρωποι είναι ελεύθερα και έλλογα όντα, αλλά την ελευθερία τους δεν μπορούν να την αξιοποιήσουν παρά μόνον ακολουθώντας καθολικεύσιμους κανόνες που θέτουν οι ίδιοι. Σαν ηθικά υποκείμενα, οι άνθρωποι φέρουν το βάρος αυτού του καθήκοντος μόνοι τους, να ακολουθήσουν, δηλαδή, τον ηθικό νόμο έναντι του εαυτού τους και των άλλων. Σαν πολίτες πρέπει να αναγνωρίσουν την σημασία των άλλων ως συννομοθετών δημόσιων κανόνων εξωτερικής ελευθερίας, να τους σεβαστούν και να δεχτούν την αναγκαιότητα της εξαναγκαστικής τους επιβολής απέναντι σε παραβάτες. Το Κράτος δεν είναι εχθρός αλλά αντίθετα εγγυητής της ελευθερίας όλων.  Άρα και κάθε κριτική τοποθέτηση στις ατέλειες ή τις αδικίες ενός υφιστάμενου κράτους σε αυτή τη θεμελιώδη παραδοχή πρέπει να βασισθεί. Το ίδιο ισχύει για το Δίκαιο και για τους δικαιικούς κανόνες. Η ελευθερία δεν είναι ούτε νοητή ούτε εφικτή χωρίς καθολικά αποδεκτικούς, συναινέσιμους αλλά και εξαναγκαστούς κανόνες για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσων που έχουμε ο ένας απέναντι στον άλλο, ως άτομα, αλλά και σε σχέση με το κράτος. Και πάλι κάθε κριτική που θα θέλαμε να διατυπώσουμε στις υφιστάμενες δικαιικές σχέσεις από αυτήν την παραδοχή πρέπει να ξεκινήσει.

 

 


[1]iefimerida, 6/12/2014.

[2]Για τη ζωή του Καντ βλ. την κλασική βιογραφία Arsenij GulygaΙmmanuel Kant: Eine Biographie, Frankfurt a. M.: Suhrkamp Verlag (suhrkamp taschenbuch), 2004 .

[3]Όπως εμφαίνεται και από τα παραθέματα, ο Ανδρουλιδάκης πέτυχε μαζί με την ακρίβεια να διατηρήσει κάτι από το φιλοσοφικό ύφος και τη γλωσσική ιδιαιτερότητα του πρωτοτύπου, καθιστώντας το παράλληλα λεκτικά κομψό αλλά και προσιτό στον έλληνα αναγνώστη.

[4]«Μόνον εφ’ όσον μπορούμε να εννοήσουμε [τους ηθικούς νόμους] ότι είναι aprioriκαι αναγκαίοι, ισχύουν ως νόμοι· και μάλιστα οι έννοιες και οι κρίσεις για μας τους ίδιους και για τις πράξεις και παραλείψεις μας, δεν σημαίνουν απολύτως τίποτε το ηθικό, εάν περιλαμβάνουν απλώς  όσα είναι δυνατόν να μάθει κανείς από την εμπειρία, και εάν, λ.χ., παρασυρθεί κανείς να μετατρέψει κάποια στοιχεία προερχόμενα από την πηγή τούτη σε θεμελιώδη ηθική αρχή, τότε υποκύπτει στον κίνδυνο των βαρύτερων και πιο ολέθριων πλανών»(215).

[5]Από τη βασική βιβλιογραφία, βλ. Wolfgang Kersting, Wohlgeordnete Freiheit: Immanuel Kants Rechts- und Staatsphilosophie. Berlin: Walter de Gruyter, 1984, Gert-Walter Küsters, Kants Rechtsphilosophie. Darmstadt: Wissenschaftliche Buchgesellschaft, 1988 και Paul Guyer, Kant, London: Routledge, σ. 239-303 [ελλην. έκδοση: μετάφρασηΓ. Μαραγκός, Αθήνα: Gutenberg 2013]. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει εδώ και η υπό έκδοση μονογραφία του Φίλιππου Βασιλόγιαννη, Πρόσωπα, λόγοι και πράγματα: ιδιοκτησία και μη διανεμητική δικαιοσύνη, Αθήνα: Εκδόσεις Ευρασία.

[6]Bλ. επίσης: «H νομοθεσία εκείνη η οποία καθιστά μια πράξη καθήκον και συγχρόνως καθιστά το καθήκον τούτο ελατήριο, είναι ηθική. Εκείνη όμως η οποία δεν συμπεριλαμβάνει το δεύτερο στοιχείο στον νόμο, άρα επιτρέπει και ένα άλλο ελατήριο εκτός από την ίδια την ιδέα του καθήκοντος, είναι νομική. Όσον αφορά στη νομική νομοθεσία κατανοεί κανείς ευχερώς πως τούτο το διαφορετικό από την ιδέα του καθήκοντος ελατήριο θα πρέπει να προέρχεται από τους παθολογικούς καθοριστικούς λόγους της προαίρεσης των κλίσεων και των αποστροφών και από τους λόγους αυτούς θα πρέπει να προέρχεται από εκείνους του δεύτερου είδους, επειδή πρέπει να είναι μια νομοθεσία που εξαναγκάζει και όχι ένα δέλεαρ που προσελκύει» (219).

[7]Στη βιβλιογραφία έχει συζητηθεί εκτενώς το κατά πόσον ο Καντ ταξινομεί τα νομικά καθήκοντα στο πεδίο της φρόνησης και όχι της Ηθικής. Για μια πληρέστατη συζήτηση –χωρίς να πρέπει να συμφωνήσει κανείς και με όλα τα συμπεράσματα του βιβλίου– βλ. Katrin Flickshuh, Kant and Modern Political Philosophy, Cambridge: Cambridge UP, 2000, σ. 80-112. Για την πρακτική σημασία αυτής στο ποινικό δίκαιο βλ. Κ. Papageorgiou, “Kant, ein Moralist? Ein Blick auf seine angewandte Ethik”, στοντόμο Robert Alexy und Ralf Dreier(Hrsg.), Rechtssystem und praktische Vernunft, ARSP Beiheft 1993, σ. 189-197.

[8]Δεν θεωρώ προφανώς ότι ο Μιλλ υιοθετεί μια τέτοια αντίληψη στο δοκίμιο Περί ελευθερίας. Η ηθική του φιλοσοφία είναι σαφώς πιο βαθιά και περίπλοκη.

[9]Μάλιστα ο Καντ δέχεται ότι οι σκέψεις μας είναι ελεύθερες να μεταδοθούν, ανεξάρτητα από το πόσο αληθείς ή ειλικρινείς μπορεί να είναι, γιατί εναπόκειται στους αποδέκτες να τις αξιολογήσουν.

[10]Αυτό έχει σημασία για το δικαίωμα της άμυνας.

 

 

Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου. Καθηγητής φιλοσοφίας του δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Βιβλία του: "Schaden und Strafe", Baden-Baden: Nomos Verlag (1994), Η πολιτική δυνατότητα της δικαιοσύνης: Συμβόλαιο και συναίνεση στον John Rawls (1994), Πόλεμος και Δικαιοσύνη (2008). Ετοιμάζεται το βιβλίο του Ισότητα και Ευθύνη.  

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά